Η Πέτρα του Γριβόδημου
ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 33
ΖΑΧ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ
ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ «ΕΣΤΙΑΣ» Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε.
ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ
— ΠΟΥ ΠΑΣ, μωρέ Γριβόδημε; Άδικα πας, χαντακωμένε! — Θα πάω! Έλεγε με πείσμα ο Γριβόδημος. Τόταξα να πάω. Μια φορά, θα γένη. — Κλαρί πας να βγάλης, καϊμένε, απ’ το μαύρο κούτσουρο; — Όλα γένονται! Και ξεκίνησε για το Άγιον Όρος, πιστεύοντας πως θα φέρη πίσω το γυιο του τον καλόγερο. Γιατί τάχα; Κι άλλοι πέταξαν τα ράσα τους. Μπορεί κι αυτός, ό άμυαλος, αν ένοιωσε τι αξίζουν τα εικοσιέξι χρόνια του, να γυρεύη αφορμή να τα πετάξη. Ας του δώση κάποιος αυτή την αφορμή. Είχε δύο παιδιά ο Γριβόδημος, προκομένα και τα δυο. Κορίτσια δεν έκαμε, τη γυναίκα του την έχασε. Μολαταύτα κ’ οι τρεις τους εδούλευαν, τα χωράφια του και τ’ αμπέλι του κάρπιζαν, και το τζάκι του έβγαζε καπνό. Ξαφνικά, ο μεγαλύτερος, ο πιο προκομένος, χέρι γερό, τεχνίτης με τρεις τέχνες, καρεκλάς, σιδεράς, μαραγκός, και κατά την ανάγκη ζευγάς κι αγωγιάτης, πέταξε τα εργαλεία του και πήγε και καλογέρεψε. Ο κόσμος εβούϊξε, ο Γριβόδημος θάνατο δεν είδε και πεθαμένον είχε. — Τα γράμματα μου τον έφαγαν! συλλογιόταν ο γέρος, καθώς ταξίδευε για το Όρος. Αν δεν ήξερε γράμματα, δε θα διάβαζε τη Σύνοψη και τα Μηναία! Αν δεν τα διάβαζε, θα γλύτωνα το κακό! Κ’ έπειτα γύριζε στην άλλη σκέψη! — Νάχε κανένα καϊμό; Ο κόσμος, που τα λέει όλα, το είπε κι αυτό. Μα τι ξέρει ο κόσμος; Το μόνο που ξέρουμε σωστά είναι πως στο σπίτι του Γριβόδημου είχε ξεχαστή από χρόνια ένα παλιό Μηναίο της εκκλησίας, και συχνά ο γυιος του, που είχε μανία με τα γράμματα, το ξεφύλλιζε. Μα ήταν και κάτι άλλο. Είχε ο πατέρας του έναν ξάδερφο
| ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ | 186