ΝΑΙ
ΤΙΚΟ ΑΣΦΑΛΙΣ
Α Σ Φ
Α Λ Ι Σ
Τ Ι Κ Ο
ΑΣΦΑΛ ΙΣΤΙΚΟ
ΣΥ ΣΘΗΜΑΤΙΚΑ [ Γράφει ο: ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΣΠΥΡΟΥ
NAI
ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΑ
Όνειρα Εφήμερα και «Αυστηρώς Ακατάλληλα» στα Χρόνια της Αθωότητας...
Α
Αυτά τα «ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΑ» θα ήθελα να τα αφιερώσω στα εφήμερα όνειρα που έκανα την δεκαετία του 1960 και λίγα χρόνια πριν, όπως και λίγα χρόνια μετά, κυρίως τα καλοκαίρια που πρωτοπήγα σε θερινούς κινηματογράφους, στο Αγρίνιο και την Αθήνα. Ήμουν γεμάτος διάφορα χαώδη, εφήμερα όνειρα, πολλά όνειρα, ασπρόμαυρα και έγχρωμα. Όμως, τίποτα συγκεκριμένο. Δεν θυμάμαι να θέλω να γίνω κάτι συγκεκριμένο, ας πούμε αεροπόρος ή πλοίαρχος ή αστυνομικός, που κυνηγάει κακούς. Κάθε βράδυ προσευχόμουνα αορίστως να γίνω «καλός άνθρωπος, χρήσιμος στην κοινωνία». Η μάνα μου ήθελε να γίνω δάσκαλος ή παπάς στα Γιάννενα. Είχα καταγωγή Ηπειρώτη, γεννήθηκα στην Άρτα.
λi•Ι 12
Όμως τότε, εγώ τα είχα όλα! Δεν ήταν εύκολο να μπουν καινούργια όνειρα μέσα στο όνειρο που ζούσα τότε! Ήμουν «χύμα» σε μεγάλη ποσότητα, όχι σε κουτί τυποποιημένο. Δεν είχαμε τίποτα και τα είχαμε όλα! Δεν είχαμε δικό μας σπίτι, δεν είχαμε ψυγείο για κρύο νερό, δεν είχαμε ηλεκτρικό φως. Δεν είχαμε μπάνιο να λουστούμε. Δεν είχαμε λεφτά σε τράπεζα. Δεν είχαμε δάνεια. Είχα φίλους, έπαιζα στις αλάνες μπάλα, πήγαινα στο γήπεδο, δούλευα σε μαγαζιά, πήγαινα σχολείο, ήμουν καλός μαθητής, δανειζόμουν μια βόλτα με ξένο ποδήλατο ή πλήρωνα για δύο ώρες σ’ ένα ποδηλατάδικο, μοίραζα παγοκολόνες σε σπίτια με τρίτροχο για τη βόλτα, έπαιζα κυνηγητό, πήγαινα για μπάνιο με το τρένο Αγρίνιο-Μεσολόγγι ή στο Μενίδι, με πούλμαν της Εργατικής Εστίας και κατασκήνωση με το ΠΙΚΠΑ, στο Θέρμο, κοντά στο χωριό Κοσμά του Αιτωλού… Παντού ήμουν στους πρωταγωνιστές, ποτέ κομπάρσος… Πάντα μου φαινότανε πως έδινα παράσταση κι ήθελα να ‘μαι ωραίος!
Η λέξη «κομπάρσος» δεν μου άρεσε και όταν την πρωτοδιάβασα σε κάποια διαφημιστικά του σινεμά, άργησα να τη «χωνέψω»… Ήταν κάτι ξένο. Ήταν κάτι σαν «αλλεργία» στη ζωή μου και στα φοιτητικά μου χρόνια, όταν τα «όνειρα» έσπρωχναν την αθωότητα, οι «καθηγητάδες» των μαθημάτων μου ήταν καλοί ως ένα σημείο, που άρχιζα να αντιδρώ, λέγοντας μέσα μου ότι αυτά που λέει αυτός, «μπορεί να είναι και έτσι, ίσως όμως και όχι» και εγώ δεν θα γίνω αυτά που λέει, θα το ψάξω! Αυτό με έσωσε και δεν έγινα οπαδός κόμματος ή ομάδος. Ήμουν πάντα με τον «Παναθηναϊκό», αλλά για κάτι πιο πέρα από το γήπεδο… Κάπου εκεί στα τέλη του 1950, ανακάλυψα τη μαγεία των εικόνων του κινηματογράφου, στο Αγρίνιο, σε αίθουσες που έγιναν αργότερα καφετέριες και σούπερ-μάρκετ και πολυκατοικίες. ΑΤΤΙΚΟΝ, ΠΑΝΘΕΟΝ, ΠΑΛΛΑΣ, ΡΙΑΛΤΟ, REX, ΕΛΛΗΝΙΣ, ΔΙΟΝΥΣΙΑ… Στην οδό Κέντρου, με τους χειμερινούς σινεμάδες, δούλευε στο τσαγκαράδικο του Χρ. Σαφάρη ο συμμαθητής μου Ανδρέας
«Τα κίτρινα γάντια»: Νίκος Σταυρίδης, Μίμης Φωτόπουλος, Μάρθα Βούρτση, Μάρω Κοντού
«Τζένη- Τζένη»: Τζένη Κάρεζη, Ανδρέας Μπάρκουλης, Λάμπρος Κωνσταντάρας, Διονύσης Παπαγιαννάπουλος
«Φωνάζει ο κλέφτης» Διονύσης Παπαγιαννόπουλος,Ντίνος Ηλιόπουλος, Ρένα Βλαχοπούλου
«Υπάρχει και φιλότιμο» Λάμπρος Κωνσταντάρας, Νίκη Λινάρδου
13