ΟΙ ΑΓΙΟΙ
ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Κουτσούρας
Πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Κουτσούρας Γεννήθηκε στίς 6 Ἰουλίου 1979 στήν Τερπνή Σερρῶν, ἀπό τόν Ἀθανάσιο καί τήν Ἑλένη Κουτσούρα. Τό 1997 μετέβη γιά σπουδές στή Φλωρεντία, Facoltà di Lettere e Filosofia, στό τμῆμα Ἱστορίας τῆς Μεσαιωνικῆς Τέχνης, παρακολουθώντας μαθήματα καί στό τμῆμα Conservazione dei Beni Culturali στή Ραβέννα. Ἀσχολήθηκε μέ τήν ἁγιογράφηση Ναῶν (Ἁγίου Δημητρίου Μπολόνιας, Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου Ρίμινι, Ἁγίου Σεργίου (Santa Maria della Neve) Οὐρμπίνο καί χειροθετήθηκε Ἀναγνώστης ἀπό τόν Μητροπολίτη Ἰταλίας κυρό Γεννάδιο. Ἀπό τό 2001 ὡς τό 2004, ἁγιογράφησε τό καθολικό τῆς νεοανεγειρόμενης τότε Μονῆς τῶν Ἁγίων Ἡλιού καί Φιλαρέτου στήν Σεμινάρα τῆς Καλαβρίας. Ἐκεῖ γνώρισε τήν μακραίωνη Ἑλληνορθόδοξη παράδοση, τόν πολιτισμό καί τούς Ἁγίους τῆς Κάτω Ἰταλίας, δοξάζοντας τόν Θεό πού ἔφερε τά βήματα του στίς περιοχές αὐτές ἀξιώνοντάς τον νά γνωρίσει ἐκ τοῦ σύνεγγυς τά ἁγιασμένα αὐτά χώματα τῆς Ρωμιοσύνης. Κατά τήν ὀλιγοετή του παραμονή στήν Καλαβρία ἦρθε σέ ἐπαφή καί γνώρισε τούς ἑλληνόφωνους κατοίκους τῶν ἀπομονωμένων χωριῶν τοῦ Ἁσπρομόντε καί εἶχε τήν εὐκαιρία νά συμμετάσχει σέ λατρευτικές συνάξεις στά σπήλαια πού ἔζησαν κάποιοι ἀπό τούς Ἰταλιῶτες Ἁγίους, στά ἐρείπια τῶν μοναστηριῶν τους καθώς καί στίς βυζαντινές ἐκκλησίες τῆς περιοχῆς. Ἤδη, κατά τήν παραμονή του ἐκεῖ, νιώθοντας τήν ἀνάγκη νά γνωστοποιήσει καί σέ ἄλλους τούς θησαυρούς αὐτούς τῆς Ὀρθοδόξου Ἁγιολογίας, ξεκίνησε νά συλλέγει στοιχεῖα γιά τή ζωή τους, τόσο ἀπό βιβλία καί «Βίους», ὅσο καί ἀπό τήν προφορική παράδοση τῶν περιοχῶν ὅπου ἔζησαν. Παράλληλα ἀσχολήθηκε μέ τήν μελέτη τῶν λειτουργικῶν στοιχείων καί τυπικῶν τῆς περιοχῆς. Καθοριστική γιά τήν ζωή του στάθηκε ἡ γνωριμία του μέ τόν Ἁγιορείτη μοναχό Κοσμᾶ, πού τήν ἐποχή ἐκείνη ἐγκαταβίωνε στό μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεριστοῦ, μέ τόν π. Νεῖλο, μέ τον π. Γεννάδιο καί μέ ἄλλους Πατέρες τῆς περιοχῆς πού τοῦ μεταλαμπάδευσαν τίς γνώσεις τους ἀλλά καί τήν ἀγάπη τους γιά τήν Μεγάλη Ἑλλάδα. Ἀποφοίτησε ἀπό τήν Ἀνωτάτη Ἐκκλησιαστική Ἀκαδημία Θεσσαλονίκης, ἐκπονώντας πτυχιακή ἐργασία μέ τίτλο «Οἱ Ὀρθόδοξοι Ἅγιοι τῆς Νοτίου Ἰταλίας». Τό 2005 χειροτονήθηκε Διάκονος καί τό 2007 Πρεσβύτερος, ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Σερρῶν καί Νιγρίτης κ. Θεολόγο. Διακονεῖ στόν Ἱερό Ναό Ἁγίου Γεωργίου Νιγρίτας. Τό 2017 ἔλαβε τό ὀφφίκιο τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου καί τό 2020 χειροθετήθηκε πνευματικός. Εἶναι παντρεμένος μέ τήν Κων/να Βογιατζή καί ἔχουν δύο παιδιά, τόν Ἄγγελο καί τόν Ἀθανάσιο. Τό παρόν πόνημά του ἀφιερώνεται στήν 30η ἐπέτειο τῆς ἀνάδειξης τοῦ κ.κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ Α΄ στόν Θρόνο τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας στήν Κωνσταντινούπολη. Τό 2021 συμπίμπτει μέ τήν 20η ἐπέτειο τῆς ἱστορικῆς καί μοναδικῆς ἐπίσημης ἐπίσκεψης Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου στήν Μεγάλη Ἑλλάδα καθώς καί τήν 30η ἐπέτειο τῆς ἵδρυσης τῆς Μητρόπολης Ἰταλίας. Τέλος τό ἀφιερώνει εὐγνωμώνως, στόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη του κ. Θεολόγο, μικρό ἀντίδωρο τῆς ἀγάπης του καί τῶν ὅσων τόν ἀξίωσε.
Ο Ι ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
Audiolibro
E-Libro
σκανάρετε για να ακούσετε και να διαβάσετε on line
Παραγωγή-Ἐπιμέλεια: Ἀπόστολος Χρ. Βαβύλης Ἀνάγνωση: Ἀπόστολος Χρ. Βαβύλης, (Ραφαήλ Ἀναγνώστης) Βυζαντινά ψάλματα: Χρυσόστομος Κ. Βλέτσης Ἠχογράφηση, ἐπεξεργασία, mastering: Studio S_recordings, Βόλος. Copyright: ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΔΙΚΤΥΟ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:
+30 6978 55 09 08
vivlos.net@gmail.com
Ο Ι ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Κουτσούρας
Ἐκδότης: ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΔΙΚΤΥΟ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ Συγγραφέας: Πρωτ. Βασίλειος Κουτσούρας Ἐπιμέλεια παραγωγῆς-συντονισμός ἔκδοσης: Ἀπόστολος Χρ. Βαβύλης Φιλολογική ἐπιμέλεια κειμένου: Ἀναστασία Μπύρου, Μαριάνθη Γάκη Φωτογραφίες: Διαδίκτυο, (public domain) Φωτογραφίες ἐπίσκεψης Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου 2001: Ugo Franco Σύνθεση ἐξωφύλλου: Ἀπόστολος Χρ. Βαβύλης Σελιδοποίηση-καλλιτεχνική ἐπιμέλεια: Εἰρήνη Παπαδοπούλου Ἐκτύπωση - Βιβλιοδεσία: ΛΥΧΝΙΑ Α.Ε. Τ: +302103410436 www.lyhnia.com COPYRIGHT:
ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΔΙΚΤΥΟ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ Πρωτ. Βασίλειος Κουτσούρας
ISBN: 978-618-85757-0-7
vivlos.net Στό ἐξώφυλλο, ἀπεικονίζεται γραµµικά ὁ χάρτης τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας, ἕνα θαλασσοπούλι καί ἡ φωτογραφία τῆς περίφηµης Cattolica (9ου-10ου αἰῶνα), πού βρίσκεται στό Στῦλο (Stilo) τῆς ὀρεινῆς Καλαβρίας καί ἀποτελεῖ ἐξαιρετικό δεῖγµα τῆς βυζαντινῆς ἀρχιτεκτονικῆς. Φέρει πέντε τρούλους καί ἐξαιρετικές ἁγιογραφίες. Εἶναι ἀφιερωµένος στήν Κοίµηση τῆς Θεοτόκου. Στό ὀπισθόφυλλο, ἐµφανίζεται ἀρχαιοελληνικός ναός εἰκονιζόµενος ἀχνά, στόν Ἀκράγαντα τῆς Σικελίας. Πεσµένο µπροστά ἀπό τόν ναό ἀπεικονίζεται µπρούτζινο ἄγαλµα, ὁ Ἴκαρος, τοῦ καλλιτέχνη Igor Mitoraj. Ἀμφότερα, ἐκφράζουν τήν αἰώνια παρουσία τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισµοῦ καί πνεύµατος, ἀλλά πλέον ἀποτελοῦν σκιές τοῦ παρελθόντος, ἔχοντας ὑποχωρήσει µπροστά στήν κοσµοσωτήρια ἐπαγγελία τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τό λογότυπο ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΣ-MAGNA GRÆCIA συνθέτει, γύρω ἀπό τόν ἀτέρµονα κύκλο τῆς ὕπαρξης, τό σταφύλι καί τήν ἐλιά (τυπικά προϊόντα τῆς περιοχῆς), τό ἀρχαῖο Xριστόγραµµα, (ΧΡ) καί τόν ἀρχαιοελληνικό µαίανδρο, προαιώνιο σύµβολο τοῦ Ἑλληνισµοῦ.
...πελάγου Φῶς... ψυχή Ἑλληνική... ὄρθρος Βυζαντινός
Ὁ Ἅγιος Γεώργιος τῶν Ἑλλήνων καί ἡ Φλαγγίνειος Σχολή, Βενετία, 17ος ἤ 18ος αἰώνας.
Ὁ Ἅγιος Γεώργιος τῶν Ἑλλήνων καί τό Ἑλληνικό Ἰνστιτοῦτο Βυζαντινῶν καί Μεταβυζαντινῶν Σπουδῶν στή Βενετία, 2021.
Ὁ
Παναγιώτατος Οἰκουμενικός μας Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαῖος, κατά τή διάρκεια τῆς ἱστορικῆς καί μοναδικῆς ἐπίσκεψης-προσκηνύματός Του στή Μεγάλη Ἑλλάδα, εἶπε μεταξύ ἄλλων στήν ὁμιλία Του, ἰταλιστί, στόν Καθεδρικό Ναό τοῦ Ρηγίου στίς 22 Μαρτίου 2001: «…Ἐρχόμενοι σέ αὐτή τήν ἁγιασμένη γῆ, παρατηροῦμε μέ συγκίνηση ὅτι δέν εἶναι μόνο μητέρα καί τροφός πολλῶν ἁγίων, ἀλλά διατηρεῖ ζωντανή τή λατρεία τους. Ἐνθυμούμεθα κατ’ ἀρχάς τούς κοινούς μας ἁγίους, ὅπως τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο τοῦ Ρηγίου καί πάσης Καλαβρίας. Αὐτός, μαζί μέ τόν Θεόδωρο τῆς Ταυριανῆς (Tauriana), τόν Θεότιμο τοῦ Κρότωνος, τόν Στέφανο τοῦ Ἱππονίου (Vibo Valentia), τόν Χριστοφόρο τῆς Ἁγίας Κυριακῆς (Gerace), τόν Σέργιο τῆς Νικοτέρας καί τόν Θεόδωρο τῆς Τροπέας, στήν Ἑβδόμη Οἰκουμενική Σύνοδο, ξεχώρισαν ὡς οἱ πλέον ἀκούραστοι ὑπερασπιστές τῆς ἀναστήλωσης τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων καί τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης». Κατά τή διάρκεια τοῦ πενθήμερου προσκηνύματός Του, ὁ Παναγιώτατος βάδισε σέ σπήλαια, προσευχήθηκε σέ ἐρείπια χιλιόχρονων ἀσκηταριῶν, εὐλόγησε ἀναστηλωμένες Μονές πού ἡ εὐγένεια καί ἡ ἀγάπη τῶν τοπικῶν Ἀρχῶν παραχώρησε στήν Ἱερά Μητρόπολη Ἰταλίας. Παντοῦ ἔγινε δεκτός μέ ἐνθουσιασμό ἀπό τούς ντόπιους κατοίκους πού στό πρόσωπό Του εἶδαν τόν Πατριάρχη τοῦ Γένους τῶν Ρωμιῶν. Οἱ ἑκατοντάδες Ἅγιοι τῆς ἁγιοτόκου καί μαρτυρικῆς γῆς τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας ἀποτελοῦν τό κοινό σημεῖο ἀναφορᾶς γιά τήν Ὀρθόδοξη -9-
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
καί τή Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία στήν πορεία τοῦ διαλόγου τῆς καταλλαγῆς, τῆς ἀγάπης, τῆς εἰρήνης καί τῆς ἑνότητος. Μέ μεγάλη ἱκανοποίηση ἡ Ἱερά Μητρόπολις Ἰταλίας χαιρετίζει καί ἐπευλογεῖ τήν ἔκδοση τοῦ παρόντος βιβλίου μέ τόν τίτλο «Οἱ Ἅγιοι τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας» καί συγχαίρει ὅλους ἐκείνους πού συνετέλεσαν σέ αὐτήν. Τό παρόν πόνημα προβάλλει τίς ἁγιασμένες ἐκεῖνες μορφές πού ἀνέδειξε ἡ Μεγάλη Ἑλλάδα κατά τό διάβα τῆς μακραίωνης ἱστορίας της, κάνοντάς τους, ἀπό ἀγνώστους ἐν πολλοῖς, γνωστούς στό εὐρύτερο κοινό. Οἱ πολυάριθμοι Ἅγιοι, οἱ πολύφωτοι αὐτοί ἀστέρες τοῦ νοητοῦ στερεώματος τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ὅ,τι πολυτιμότερο καί φωτεινότερο ἔχει νά ἀναδείξει ἡ δισχιλιετής παρουσία τῆς χριστιανικῆς πίστης στόν Ἰταλικό Νότο, ὅπως αὐτή διαμορφώθηκε μετά τή συνάντησή της μέ τόν ἤδη ἐκεῖ ἀκμάζοντα ἀπό αἰῶνες ἑλληνικό πολιτισμό. Τό πλῆθος αὐτῶν τῶν Ἁγίων ἀναδεικνύει τή Μεγάλη Ἑλλάδα ὡς κοιτίδα καί τόπο ἁγιασμοῦ καί σωτηρίας ἀναρίθμητων ψυχῶν, πού ἀπό τήν Ἀποστολική ἐποχή ἀκολούθησαν τό σωτήριο μήνυμα τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ζῶντας καί μαρτυρῶντας τή νέα εἰς Αὐτόν ζωή, εἴτε μέ τό μαρτύριο τοῦ αἵματος, εἴτε μέ τό μαρτύριο τῆς συνειδήσεως. Ἀπόστολοι, Μάρτυρες, Ἱεράρχες, Ἀσκητές, Ἡσυχαστές καί Μοναχοί, ἐραστές τῆς ἡσυχίας τῆς ἐρήμου καί γενναῖοι ὁμολογητές τῆς πίστης, ἀποτελοῦν σπουδαιότατο κεφάλαιο τῆς αἰωνόβιας πνευματικῆς κληρονομιᾶς τῆς κατά Ἰταλίαν Ἱερᾶς Μητροπόλεως, ἀλλά καί ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Κάτω Ἰταλία, ποτισμένη μέ αἵματα μαρτυρικά καί ἱδρῶτες ἀσκητικούς, συνεχίζει μέχρι καί σήμερα νά προβάλλει τήν τεράστια αἰωνόβια πνευματική παράδοσή της, τόσο στούς γηγενεῖς Ἰταλιῶτες, ὅσο καί στούς εὐλαβεῖς προσκυνητές πού ἐπισκέπτονται τά ἁγιασμένα χώματά της. - 10 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
Ἐκφράζουμε τίς εὐχαριστίες μας, τόσο στόν συγγραφέα, ὅσο καί στούς ἐπιμελητές γιά τήν ἐκπόνηση αὐτῆς τῆς σπουδαίας καί πρωτότυπης ἐκδοτικῆς ἐργασίας. Ἡ ἀνάγνωση τοῦ βίου τῶν Ἁγίων οἰκοδομεῖ, παρηγορεῖ καί ἐνδυναμώνει τόν λαό τοῦ Θεοῦ στίς δύσκολες ἡμέρες τῆς πνευματικῆς ἀνέχειας στίς ὁποῖες ζοῦμε. Εὐχόμεθα τό παράδειγμα καί οἱ ἀρετές τῶν Ἑλληνο-Ἰταλιωτῶν Ἁγίων πού παρουσιάζονται στίς σελίδες τοῦ παρόντος τόμου νά ἐνισχύσουν τήν πνευματική ζωή τῶν ἀναγνωστῶν. Εἴθε μέ τίς πρεσβεῖες τους νά καταφέρουμε ὅλοι μας νά γίνουμε μέτοχοι καί κοινωνοί τῆς θεϊκῆς μεθέξεως πού αὐτοί ἀπολαμβάνουν στούς οὐρανούς.
Βενετία, Campo τῶν Ἑλλήνων, 1 Νοεμβρίου 2021 Μετά πατρικῶν εὐχῶν καί εὐλογιῶν, Ὁ Μητροπολίτης
† ὁ Ἰταλίας Πολύκαρπος Ἔξαρχος Νοτίου Εὐρώπης
- 11 -
ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΒΕΝΕΤΙΑΣ ISTITUTO ELLENICO DI STUDI BIZANTINI E POSTBIZANTINI DI VENEZIA Castello 3412 - VENEZIA - Tel. 0415226581 - www.istitutoellenico.org - E-mail: info@istitutoellenico.org
O
ἱ δεσμοί τῆς Ἑλλάδος μέ τήν Ἰταλία εἶναι πολύ ἰσχυροί. Ξεκινοῦν μέ τή δημιουργία τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν ἀποικιῶν στή Μεγάλη Ἑλλάδα καί συνεχίζονται μέχρι τίς ἡμέρες μας. Μέ τή διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ στή χώρα, οἱ Ἕλληνες ἀποτέλεσαν σημαντικό παράγοντα τῆς ἑδραίωσης καί τῆς ἐνίσχυσης τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ. Συναντᾶμε μιά πλειάδα Ἑλλήνων παππῶν, ἰδιαίτερα μέχρι τόν 8ο αἰῶνα, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν τή δική τους μαρτυρία, ἐνῶ εἰσήγαγαν μιά σειρά ἀπό λειτουργικά ἔθιμα καί παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς. Κατά τή βυζαντινή περίοδο, ἡ Νότια Ἰταλία καί ἡ Σικελία ὑπήχθησαν στή δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί ὀργανώθηκαν ἐκκλησιαστικά, μέ τήν ἵδρυση μητροπόλεων καί ἐπισκοπῶν. Παράλληλα, ἀνεγέρθηκαν μονές, ναοί, ἐρημητήρια καί ἀσκηταριά –ὑπολογίζεται ὅτι ἀνέρχονται σέ 2.500 περίπου– στά ὁποῖα Ἕλληνες κληρικοί καί μοναχοί ἔδιναν τή μαρτυρία τους, ἀκόμη καί στίς πιό ἀπόμακρες περιοχές. Ἀναδείχθηκε μιά σειρά ἁγίων καί μαρτύρων, ἰδιαίτερα κατά τή διάρκεια τῶν ἀραβικῶν ἐπιδρομῶν καί κατακτήσεων, οἱ ὁποῖοι εἶναι γνωστοί ὡς Ἑλληνοϊταλοί. Οἱ Ἰταλιῶτες διατηροῦν τή μνήμη τους καί συντηροῦν τούς χώρους λατρείας τους. Παρ’ ὅτι ἀρκετοί ἀπό αὐτούς τούς ἁγίους εἶναι γνωστοί στόν Ὀρθόδοξο κόσμο, δέν ὑπῆρχε μέχρι στιγμῆς κάποια συστηματική μελέτη πού νά περιλαμβάνει τό σύνολό τους. Αὐτό τό κενό ἔρχεται νά καλύψει τό πόνημα τοῦ π. Βασιλείου, ἑνός δραστήριου κληρικοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει συνδέσει τόν βίο του μέ τή μελέτη τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τῆς Ὀρθόδοξης παρουσίας στή Μεγάλη Ἑλλάδα. - 12 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
Τό βιβλίο του παρουσιάζει ὄχι μόνο τούς βίους τῶν Ἑλληνοϊταλῶν ἁγίων, ἀλλά καί ὅλων αὐτῶν πού, ἀνεξαρτήτως ἐθνότητας, συνδέονται μέ τίς ἑλληνικές μονές τῆς Ἰταλίας. Πρόκειται γιά μιά ἀξιόλογη ἐργασία, ἡ ὁποία δέν ἀποτελεῖ μία ἁπλή καταγραφή, διότι παράλληλα προβάλλει τούς ἰσχυρούς δεσμούς τῶν ἁγίων μέ τόν τόπο τους, τονίζει τόν πνευματικό τους ἀγῶνα καί τή συνεχῆ μαρτυρία τους, ἐνῶ ἀναδεικνύει τίς διαχρονικές σχέσεις μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς καί τῆς Δύσης. Ἀκόμη, καταγράφει τή συνεχῆ παρουσία τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τῆς Ὀρθόδοξης πίστης στήν Ἰταλική Χερσόνησο. Τέλος, παρουσιάζει τίς κοινές θρησκευτικές καί πολιτιστικές παραδόσεις, οἱ ὁποῖες μποροῦν νά ἀποτελέσουν ὁδηγό γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στίς ἡμέρες μας. Ἀξίζουν θερμά συγχαρητήρια στόν π. Βασίλειο καί ἀναμένουμε στό μέλλον καί ἄλλα ἔργα πού νά περιλαμβάνουν πτυχές ἀπό τήν πλούσια παρουσία τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τῆς Ὀρθόδοξης πίστης στήν Ἰταλία. Βενετία, 12 Νοεμβρίου 2021
Βασίλειος Κουκουσᾶς Καθηγητής
Πρόεδρος Ε.Ι.Β.Μ.Σ.Β.
- 13 -
ΕΙΣ ΙΤΑΛΙΚΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑΝ Ὁ Κῆμος Μενεδώρου Ἰταλιώτης νέος, τόν βίον του περνᾶ μέσα στές διασκεδάσεις· ὡς συνειθίζουν τοῦτοι οἱ ἀπ΄ τήν Μεγάλη Ἑλλάδα μές στά πολλά τά πλούτη ἀναθρεμένοι νέοι. Μά σήμερα εἶναι λίαν, παρά τό φυσικό του σύννους καί κατηφής. Κοντά στήν παραλίαν, μέ ἄκραν μελαγχολίαν βλέπει πού ἐκφορτώνουν τά πλοῖα μέ τήν λείαν ἐκ τῆς Πελοποννήσου. Λάφυρα ἑλλη νικά· ἡ λε ί α τ ῆς Κο ρ ί νθο υ . Ἆ σήμερα βεβαίως δέν εἶναι θεμιτόν, δέν εἶναι δυνατόν Ἰταλιώτης νέος νἄχει γιά διασκεδάσεις καμιάν ἐπιθυμίαν. ΠΟΣΕΙΔΩΝΙΑΤΑΙ Τὴν γλῶσσα τὴν ἑλληνικὴ οἱ Ποσειδωνιᾶται ἐξέχασαν τόσους αἰῶνας ἀνακατευμένοι μὲ Τυρρηνούς, καὶ μὲ Λατίνους, κι ἄλλους ξένους. Τὸ μόνο ποὺ τοὺς ἔμενε προγονικὸ ἦταν μιὰ ἑλληνικὴ γιορτή, μὲ τελετὲς ὡραῖες, μὲ λύρες καὶ μὲ αὐλούς, μὲ ἀγῶνας καὶ στεφάνους. Κ᾿ εἶχαν συνήθειο πρὸς τὸ τέλος τῆς γιορτῆς τὰ παλαιά τους ἔθιμα νὰ διηγοῦνται, καὶ τὰ ἑλληνικὰ ὀνόματα νὰ ξαναλένε, ποὺ μόλις πιὰ τὰ καταλάμβαναν ὀλίγοι. Καὶ πάντα μελαγχολικὰ τελείων᾿ ἡ γιορτή τους. Γιατί θυμοῦνταν ποὺ κι αὐτοὶ ἦσαν Ἕλληνες Ἰταλιῶται ἕναν καιρὸ κι αὐτοί· καὶ τώρα πῶς ἐξέπεσαν, πῶς ἔγιναν, νὰ ζοῦν καὶ νὰ ὁμιλοῦν βαρβαρικὰ βγαλμένοι - ὢ συμφορά! - ἀπ᾿ τὸν Ἑλληνισμό. Κωνσταντῖνος Καβάφης Μέσα στή θλίψη τῆς ἀπέραντης μετριότητας, πού μᾶς πνίγει ἀπό παντού, παρηγοριέμαι ὅτι κάπου, σέ κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες ἀγωνίζονται νά ἐξουδετερώσουν τή φθορά. Ὀδυσσέας Ἐλύτης
«ΤΟΙΣ πᾶσι χρόνος καὶ καιρὸς τῷ παντὶ πράγματι ὑπὸ τὸν οὐρανόν…καιρὸς τοῦ καθελεῖν καὶ καιρὸς τοῦ οἰκοδομεῖν…καιρὸς τοῦ σιγᾶν καὶ καιρὸς τοῦ λαλεῖν, καιρὸς πολέμου καὶ καιρὸς εἰρήνης…Τέλος λόγου, τὸ πᾶν ἄκουε· τὸν Θεὸν φοβοῦ καὶ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ φύλασσε, ὅτι τοῦτο πᾶς ὁ ἄνθρωπος. ὅτι σύμπαν τὸ ποίημα ὁ Θεὸς ἄξει ἐν κρίσει, ἐν παντὶ παρεωραμένῳ, ἐὰν ἀγαθὸν καὶ ἐὰν πονηρόν». (Ἐκκλησιαστής 3:1-8 & 12:13)
Τ
ό Βιβλίο αὐτό μιλάει γιά τήν ἱστορία τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας καί τούς Ὀρθοδόξους Ἁγίους πού μαρτύρησαν καί κοιμήθηκαν στά χώματά της. Στήν περικαλλῆ γῆ τοῦ Ἰταλικοῦ Νότου, σ’ ἕναν τόπο λουσμένο ἀπό φῶς καί χρώματα καί ἁλμυρισμένο μέ τήν αὔρα τῆς Μεσογείου, ἔμελλε νά συναντηθοῦν ἀπό μοῖρα ἀγαθή ὁ Ἑλληνισμός μέ τήν Ὀρθοδοξία καί τήν Ἁγιότητα. Ἐκεῖ οἰκοδομήθηκε ἀπό τούς ἀρχαίους Ἕλληνες ἀποίκους μία δεύτερη πατρίδα καί ἕνα σημαντικό πολιτισμικό καί θρησκευτικό κέντρο πού λειτούργησε ὡς φάρος ἀκτινοβόλου πνευματικότητας γιά χίλια καί πλέον χρόνια, καί ἀποτελεῖ ἀκόμη καί σήμερα ὄαση γιά τόν σύγχρονο κόσμο τῆς πολυπλοκότητας, τῆς ἐπιβολῆς, τῆς αὐτοαναίρεσης, τῶν πολλαπλῶν ἀντιφάσεων. Ὁ Χριστιανισμός διείσδυσε σταδιακά στόν τόπο αὐτόν, μέσα ἀπό τό γενναιόδωρο καί αὐτοθυσιαστικό φρόνημα τῶν πρώτων Ἀποστόλων καί τῆς πλειάδας τῶν Μαρτύρων πού ἀκολούθησαν καί, ἔκανε τήν ἔκπληξη: ἐκεῖ οἱ χριστιανοί μέσα στίς ἐξαιρετικά ἐπαχθεῖς συνθῆκες τῶν ρωμαϊκῶν διωγμῶν, ἀναχαίτισαν τό μῖσος καί τήν κακουργία τῶν εἰδωλολατρῶν, μέ τήν καθολική προσφορά τοῦ ἑαυτοῦ τους στόν Θεό. Ἐκεῖ οἱ ἐρημῖτες μοναχοί ἔπεισαν πώς ἡ πρόταση ζωῆς πού ἐνσαρκώνουν ἐν νηστείᾳ καί προσευχή, μέσα στίς μονές, τίς Λαύρες καί τίς σπηλιές τῆς Ἀπουλίας, τῆς Καλαβρίας καί τῆς Σικελίας, εἶναι μοναδική καί ἀνεπανάληπτη, καί ἐνδιαφέρει πανανθρώπινα. Τό ξάφνιασμα καί ἡ ἀπορία πού προκάλεσαν ἔγινε τό ἐναρκτήριο λάκτισμα πού ὁδήγησε σέ κοσμοσυρροή. Ἔσπευσαν κοντά τους, πιστοί καί ἄπιστοι, καλοπροαίρετοι καί κακόβουλοι, ἄλλοι μέ γνήσια αὐτεπίγνωση καί ἄλλοι μέ ἁπλή περιέργεια γιά νά μεταγγιστοῦν στό «ὕδωρ τό ζῶν» καί νά γνωρίσουν τή μοναδική ὁδό διά τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος μεταβαίνει σέ μία ζωή «ἀλλιῶς». Ἔτσι, ἡ ἑλληνορθοδοξία ἄνθησε, γλύκανε τή βαρβαρότητα καί ἔγινε πυλώνας τοῦ μετέπειτα εὐρωπαϊκοῦ πολιτιστικοῦ οἰκοδομήματος. Ὅμως, ἡ - 15 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
ἐκτροπή παραμόνευε. Ἡ σταδιακή ἀπομάκρυνση ἀπό τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ ἀλλοτρίωση τῆς βιωματικῆς ἐμπειρίας τῶν πρώτων Χριστιανῶν καί ἡ περιβολή τῆς Ἐκκλησίας μέ κοσμική ἰσχύ, σέ συνδυασμό μέ προσωπικές στρατηγικές καί ἐπιδιώξεις ἐκκλησιαστικῶν καί πολιτικῶν ταγῶν ὁδήγησαν στό Σχίσμα Ἀνατολῆς-Δύσης. Ἡ διάσταση κραταιώθηκε μέσα στούς αἰῶνες, μέ παραλυτικές συνέπειες γιά τήν ἑνότητα τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου. Τύχη ἀγαθή, πού ὁ Θεός ὁρίζει, θέλησε, στίς ἀρχές τοῦ 21ου αἰῶνα, νά ἡγοῦνται τῶν δύο ἀρχαιότερων καί σημαντικότερων ἀπό κάθε ἄποψη χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν, ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαῖος καί ὁ Ἁγιώτατος Πάπας Ρώμης κ. Φραγκῖσκος. Ἡ ταυτόχρονη παρουσία τους μοιάζει νά εἶναι σημεῖον ἐξ’ οὐρανοῦ! Ποτέ ἄλλοτε, στήν πολυκύμαντη ἱστορία τῶν σχέσεων μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολῆς καί τοῦ δυτικοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ, δέν ὑπῆρξε τόσο μεγάλη προσδοκία μιᾶς εἰλικρινοῦς προσέγγισης, ἑνός οὐσιαστικοῦ διαλόγου καί –γιατί ὄχι;– μιᾶς κοινῆς ἀπόπειρας ἐπιστροφῆς στίς ρίζες καί τίς παραδόσεις τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Μέ τήν πρώτη ἐπίσκεψη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου στήν περιοχή τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας, τό 2001, ὅπου διατρανώθηκε ἡ ἀναγκαιότητα τῆς ἀναβίωσης τῶν προσκυνημάτων καί τῆς προστασίας τῆς ἑλληνορθόδοξης πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς ἀναδύθηκε μία ἐλπίδα. Ἡ «ἐπιστροφή» του στά ἁγιασμένα αὐτά χώματα, τό 2019 μέ τήν ἐπίσκεψή στά ἀρβανιτοχώρια τῆς Καλαβρίας, ἀνανέωσε αὐτή τήν ἐλπίδα. Αὐτός εἶναι καί ὁ σκοπός τῆς ἀνά χεῖρας ἔκδοσης. Καρπός πρωτότυπης ἔρευνας τοῦ συγγραφέως καί κοπιώδους προσπάθειας πολλῶν πού μοιράστηκαν τό ὅραμα τῆς διάσωσης τοῦ πολύτιμου αὐτοῦ ἀποθέματος τῆς πίστης καί τῶν γραμμάτων μίας ἐποχῆς πού, ἐνῶ ἀπέχει ἑκατοντάδες χρόνια ἀπό ἐμᾶς, συγκινεῖ βαθιά. Δέν εἶμαι θεολόγος, ἀλλά ὡς ἁπλός πιστός πού εἶναι βαθιά ἐρωτευμένος μέ τόν ζωντανό λόγο τοῦ Θεοῦ, πιστεύω πώς οἱ ἀκλόνητοι πυλῶνες πού μποροῦν καί θά ὑποστηρίξουν τά κοινά βήματα πρός τό… παρελθόν τοῦ μέλλοντός μας, εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ κοινοί μας Ἅγιοι πού μέ τή ζωή και τόν θάνατό τους δείχνουν τόν δρόμο τῆς Ἀλήθειας. Ἡ ἀπό καρδιᾶς προσευχή μας στόν μοναδικό Θεό καί Σωτῆρα μας Ἰησοῦ Χριστό, εἶναι ὅπως, διά πρεσβειῶν τῆς Ὑπεραγίας του Μητρός καί ἀειπαρθένου Μαρίας, καί τῶν Ἁγίων τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας, εὐλογηθεῖ ἡ ἀναγέννηση τῆς ἑλληνορθοδοξίας στά εὐλογημένα χώματα τῆς MAGNA GRAECIA. - 16 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
Δύναται δέ, ἡ ἀναγέννηση αὐτή νά εὐεργετήσει ποικιλοτρόπως γιά τούς δύο λαούς καί νά ἄρει ἐνδοιασμούς καί καχυποψία αἰώνων, ἀπομακρύνοντας νοσηρούς ἐθνικισμούς καί καλλιεργώντας ἕναν βαθύ ἀνθρωπισμό πού θά ἑδράζεται στόν Χριστό καί θά καλεῖ τούς πάντες σέ ἑνότητα. Τίς ἡμέρες πού σκεφτόμουν τί πρέπει καί τί μπορῶ νά γράψω ὡς ἐπιμελητής/συντονιστής αὐτῆς τῆς ἔκδοσης, ἀνακοινώθηκε ἡ ἀνακάλυψη στή θάλασσα τοῦ Ὄτραντο ἑνός σημαντικοῦ ἀρχαιολογικοῦ εὑρήματος. Πολλοί εἰδικοί, μάλιστα, μίλησαν γιά «ὁλική ἀνατροπή στίς μέχρι σήμερα γνώσεις μας γιά τίς σχέσεις μεταξύ τῆς μητροπολιτικῆς Ἑλλάδας καί τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας, καθώς τά ἀντικείμενα πού ἐντοπίστηκαν σχεδόν ἄθικτα στό βυθό, στά 780 μέτρα, ἤδη μετακινοῦν πρός τά πίσω στόν χρόνο, στόν 7ο π.Χ. αἰῶνα, τίς ἐμπορικές ἐπαφές μεταξύ τῶν δύο». «Ἦρθε ξανά ὁ καιρός, σκέφτηκα», ἑρμηνεύοντας τό γεγονός ὡς σημάδι. Εἴμαστε βέβαιοι ὅτι μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί τήν πατρική εὐλογία τῆς Α.Θ.Π. τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου μας, τοῦ Πατριάρχου τοῦ γένους τῶν Ρωμιῶν κ. Βαρθολομαίου, καί τή συμπαράσταση τοῦ Σεβασμιωτάτου μητροπολίτου Ἰταλίας κ. Πολυκάρπου, σύντομα θά χτυπήσουν καί πάλι οἱ καμπάνες πού θά καλοῦν ὅλους τούς πιστούς στήν ἑορτή τῆς ἱερῆς μνήμης, «πάντων τῶν ἐν τῇ Μεγάλῃ Ἑλλάδι, τῶν ἀπ’ αἰώνων διαλαμψάντων Ἁγίων ἀνδρῶν καί γυναικῶν». Ἀμήν. Γένοιτο! Σεμινάρα, Καλαβρίας, 28η Οκτωβρίου 2021 Ἁγία Σκέπη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Βλαχερνῷ, ἐπέτειος τοῦ «ΟΧΙ». Ὁ ἐλεηθείς δοῦλος…
Ἀπόστολος Χρ. Βαβύλης (Ραφαήλ Ἀναγνώστης) Γενικός Γραμματέας Ο.Δ.Ε
- 17 -
Βυζαντινό ἐρημητήριο τῆς Ἁγίας Τριάδας, τοῦ 12ου αἰῶνα, στήν περιοχή τοῦ Ἀμάλφι.
Ἐρημητήριο τῆς Παναγίας τοῦ Βράχου, στήν Ταορμίνα.
Π Ρ ΟΛΟ Γ Ο Σ
Γ
ιά δυόµιση περίπου χιλιάδες χρόνια, στή Νότια Ἰταλία ἄνθησε ὁ ἑλληνικός καί µετέπειτα ἑλληνοχριστιανικός-βυζαντινός πολιτισµός. Κάθε ἔκφραση τῆς πνευµατικῆς καί πολιτιστικῆς ζωῆς στήν Καλαβρία καί τή Σικελία ἦταν ἄρρηκτα συνδεδεµένες µέ τόν ἑλληνικό τρόπο ζωῆς καί σκέψης. Οἱ ἀποστολικές ρίζες, τό ἀνατολικό ὀρθόδοξο τυπικό στή λατρεία, ἡ βυζαντινή τέχνη, ὁ ἑλληνορθόδοξος µοναχισµός καί ἡ γλῶσσα, καθιστοῦσαν τίς περιοχές αὐτές τοῦ Ἰταλικοῦ Νότου ἕνα ζωντανό κοµµάτι τοῦ Ἑλληνισµοῦ καί τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας. Δικαιωνόταν ἔτσι καί ἡ ὀνοµασία Μεγάλη Ἑλλάδα-Magna Graecia, πού ἀπό τήν ἀρχαιότητα εἶχε δοθεῖ στίς περιοχές αὐτές. Ἕνας ἀπό τούς ἀξιολογότερους καρπούς τοῦ ἑλληνοχριστιανικοῦ πολιτισµοῦ στήν περιοχή, εἶναι οἱ ἀναρίθµητοι Ἅγιοι πού ἀνέδειξε διαχρονικά ἡ ἑλληνική αὐτή γῆ. Ἅγιοι γνωστοί καί τιµώµενοι σέ ὁλόκληρη τή χριστιανική Οἰκουµένη, ἀλλά καί Ἅγιοι λησµονηµένοι καί ξεχασµένοι ἀπό ὅλους… ἐκτός ἀπό τόν Θεό. Θεωρῶ ἑαυτόν εὐλογηµένο ἀπό τόν Θεό πού ἔφερε τά βήµατά µου στίς περιοχές αὐτές, µέ ἀξίωσε νά γνωρίσω ἐκ τοῦ σύνεγγυς τά ἁγιασµένα αὐτά χώµατα τοῦ Ἑλληνισµοῦ καί νά προσκυνήσω τίς ἅγιες µορφές πού ἔζησαν στά βουνά τοῦ Ἀσπροµόντε καί τῆς Αἴτνας. Ἀπό τό 2001 ὥς τό 2004, εἶχα τήν τιµή νά ἁγιογραφήσω τό Καθολικό τῆς νεοαναγειρόµενης τότε Μονῆς τῶν Ἁγίων Ἠλιοῦ καί Φιλαρέτου στή Σεµινάρα - 19 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
τῆς Καλαβρίας, σέ µιά ἐποχή πού φαινόταν κάτι νά ἀναγεννιέται, κάτι νά προσπαθεῖ νά ξαναέλθει στό φῶς, εἰδικά µετά τήν ἱστορική ἐκείνη ἐπίσκεψη τοῦ οἰκουµενικοῦ πατριάρχου κ. Βαρθολοµαίου στή Μεγάλη Ἑλλάδα, τήν Ἄνοιξη τοῦ 2001. Ξαφνικά, σέ µένα τόν ἀνυποψίαστο Νεοέλληνα, ἀνοίχτηκε ἡ αὐλαία ἑνός νέου καί ἄγνωστου κόσµου. Ἑνός κόσµου µακρινοῦ ἀλλά καί συνάµα οἰκείου. Μοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νά γνωρίσω τή µακραίωνη ἑλληνορθόδοξη παράδοση, τόν πολιτισµό καί τούς Ἁγίους τῆς Κάτω Ἰταλίας. Εἶχα τήν εὐκαιρία νά συµµετάσχω σέ λατρευτικές συνάξεις στά σπήλαια πού ἔζησαν οἱ Ἰταλογραικοί –ὅπως τούς ἀποκαλοῦν– Ἅγιοι, στά ἐρείπια τῶν µοναστηριῶν τους, καθώς καί στίς βυζαντινές ἐκκλησίες τῆς περιοχῆς. Ἤδη, κατά τήν παραμονή µου ἐκεῖ, προσπαθώντας νά γνωρίσω κάτι γιά τούς ἀγνώστους γιά µένα Ἁγίους πού κλήθηκα νά ἱστορήσω, ξεκίνησα νά συλλέγω κάποια στοιχεῖα γιά τή ζωή τους, τόσο ἀπό βιβλία καί Βίους, ὅσο καί ἀπό τήν προφορική παράδοση τῶν περιοχῶν ὅπου ἔζησαν. Παράλληλα, γεννιόταν µέσα µου ἡ ἀνάγκη νά γνωστοποιήσω καί σέ ἄλλους τούς λησµονηµένους αὐτούς θησαυρούς τῆς ὀρθόδοξης πνευµατικότητας. Ταυτόχρονα, ἀσχολήθηκα καί µέ τή µελέτη τῶν λειτουργικῶν στοιχείων καί τῶν µοναχικῶν Τυπικῶν τῆς περιοχῆς. Ἦρθα σέ ἐπαφή µέ τήν ἄγρια καί µεγαλοπρεπῆ φύση της καί γνώρισα τούς ἐναποµείναντες ἑλληνόφωνους κατοίκους τῶν ἀποµονωµένων χωριῶν Βούα, Ροχούδι, Βουνί, Κοντoφούρι, Ἀµεντολέα καί Γκαλλιτσανό. Τούς ἄκουσα νά µέ χαιρετοῦν στήν ἑλληνική γλῶσσα καί νά τραγουδοῦν τά τραγούδια τους µέ τό ἰδιάζον γλωσσικό τους ἰδίωµα, πού ἔρχεται ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Ὁµήρου. Καθοριστική γιά τή ζωή µου στάθηκε ἡ γνωριµία µου µέ τούς ἁγιορείτες µοναχούς Κοσµᾶ, Νεῖλο, Γεννάδιο καί τούς ἄλλους πατέρες πού τήν ἐποχή ἐκείνη ἐγκαταβίωναν στό µοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεριστοῦ καί ἀλλαχοῦ στήν Καλαβρία. Αὐτοί, ὅπως καί κάποιοι ἄλλοι πατέρες καί ἱστορικοί τῆς περιοχῆς, µοῦ µεταλαµπάδευσαν τίς γνώσεις τους ἀλλά καί τήν ἀγάπη τους γιά τή Μεγάλη Ἑλλάδα.
- 20 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
Θεωρῶ ἰδιαίτερη εὐλογία ἀπό τόν Θεό τή γνωριµία µου µέ τόν πανοσιολογιώτατο ἀρχιµανδρίτη π. Ἀλέξιο Μανδρανικιώτη, πού µέ παρότρυνε νά ἀσχοληθῶ µέ τόν παρόντα Συναξαριστή, ἀξιοποιώντας µέ τόν τρόπο αὐτόν ὅλο τό ὑλικό, τό ὁποῖο µέ τή βοήθειά του εἶχα συγκεντρώσει. Χάρη στή συνεχῆ καί πολύτιµη καθοδήγησή του, καθ’ ὅλη τή διάρκεια τῆς συγγραφῆς, προσπάθησα νά παρουσιάσω σύντοµα –καί ὅσο τό δυνατόν πληρέστερα– τούς βίους τῶν Ἁγίων τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας. Ὁ παρών Συναξαριστής ἀφιερώνεται ἀξιοχρέως στόν Οἰκουµενικό µας Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολοµαῖο, µέ τήν εὐκαιρία τῆς συµπληρώσεως τριάντα χρόνων ἀπό τήν ἐκλογή του στόν οἰκουµενικό θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλά καί εἴκοσι χρόνων ἀπό τό ἱστορικό του «προσκύνηµα» στήν ἁγιασµένη γῆ τῆς Κάτω Ἰταλίας1. Μιᾶς ἐπίσκεψης πού, µέ τόν ἐνθουσιασµό καί τή συγκίνηση πού προκάλεσε, φάνηκε νά ξαναδίνει ζωή καί ἐλπίδα στούς ἐναποµείναντες ἑλληνόφωνους κατοίκους, καί ἐπανέφερε στό προσκήνιο τή µακραίωνη ἱστορία καί τίς πνευµατικές ρίζες τοῦ Ἰταλικοῦ Νότου. Στό σηµεῖο αὐτό, θά ἤθελα νά εὐχαριστήσω ὅλους ὅσοι µέ βοήθησαν µέ διάφορους τρόπους κατά τή διάρκεια τῆς συγγραφῆς τοῦ παρόντος πονήµατος. Ἀρχικά, εὐχαριστῶ ἐκ βάθους καρδίας τόν ἐπίσκοπό µου, τόν σεβασµιώτατο μητροπολίτη Σερρῶν καί Νιγρίτης κ. Θεολόγο, µέ τήν εὐχή καί εὐλογία τοῦ ὁποίου ἀσχολήθηκα µέ τή συγγραφή τοῦ ἀνά χεῖρας ἔργου. Εὐχαριστῶ ἰδιαίτερα τήν πρώην ἡγουµένη τῆς ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίων Ἠλιοῦ καί Φιλαρέτου Σεµινάρας, Στεφανία µοναχή, γιά τήν πάντοτε ἀβραµιαία φιλοξενία καί τήν πολύτιµη ἐνθάρρυνσή της. Εὐχαριστῶ τόν πολύτιµο συνεργάτη µου, στήν ὑλοποίηση τοῦ ἔργου, τον γενικό γραµµατέα τοῦ Ὀρθοδόξου Δικτύου Ἐνηµέρωσης πού 1. Ἡ ἱστορική αὐτή ἐπίσκεψη τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου πραγματοποιήθηκε ἀπό τίς 17 ἕως τίς 24 Μαρτίου 2001.
- 21 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
ἀνέλαβε τήν ἐπιµέλεια καί τήν πραγµατοποίηση τῆς ἔκδοσης. Θά τοῦ εἶµαι διαρκῶς εὐγνώµων γιά τήν πάντοτε γενναιόδωρη καί διακριτική παρουσία του δίπλα µου. Τέλος, εὐχαριστῶ τόν συνοδοιπόρο µου στά νοερά ταξίδια µας πέραν τοῦ Ἰονίου, π. Βενέδικτο Colucci, τόν Ὑδρουντινό. Πρωτοπρεσβύτερος, Βασίλειος Κουτσούρας Ἐν Νιγρίτῃ, τῇ 17η Αὐγούστου 2021 Ἑορτή τοῦ Ὁσίου πατρός ἡµῶν Ἠλιοῦ τοῦ Σικελιώτου.
- 22 -
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΔΑ:
Ἐπί 2800 χρόνια φάρος τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τῆς Ὀρθοδοξίας στήν Οἰκουμένη Τό ἑλληνικό πνεῦμα, τροφός τῶν Ἁγίων τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας
Ἡ
παρουσία τοῦ ἑλληνικοῦ μοναχισμοῦ στή Νότια Ἰταλία πολλές φορές θεωρήθηκε καί θεωρεῖται, λανθασμένα, σάν ἕνα γεγονός ἀπομονωμένο καί χωρίς καμία σχέση μέ τήν τοπική ἱστορία, ὡς κάτι πού ἐμφανίστηκε ξαφνικά. Μάλιστα, πολλά ἰταλικά ἱστορικά βιβλία ἀναφέρονται στόν βυζαντινό μοναχισμό τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας ὡς ἕνα ρεῦμα προσφύγων μοναχῶν ἀπό τά ἀνατολικά μέρη τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, ἐξαιτίας τῶν διωγμῶν τῆς Εἰκονομαχίας. Ἀντιθέτως, ἡ ἴδια ἡ ἱστορία μᾶς διδάσκει ὅτι τίποτα δέν εἶναι τυχαῖο καί ὅλα τά ἱστορικά φαινόμενα ἀλληλοσχετίζονται. Γιά νά μπορέσουμε νά καταλάβουμε τόν μοναχισμό καί τούς Ἰταλιῶτες Ἁγίους, πρέπει νά ταξιδέψουμε πολύ πίσω στήν ἱστορία, δηλαδή πρίν τήν κατά σάρκα γέννηση τοῦ Χριστοῦ, στήν ἀρχαία καί ἔνδοξη Μεγάλη Ἑλλάδα, στήν περίοδο τῶν ἑλληνικῶν ἀποικιῶν. Ἀκριβῶς ἐδῶ, στόν ἀρχαῖο ἑλληνικό πολιτισμό, βρίσκονται οἱ ρίζες τοῦ μοναχισμοῦ καί τῶν Ἁγίων τῆς Κάτω Ἰταλίας. Σέ αὐτό τό πολιτιστικό περιβάλλον γεννήθηκαν καί γαλουχήθηκαν οἱ Ἅγιοι αὐτοί, δηλαδή σέ κοινωνίες πού εἶχαν ἑλληνική ταυτότητα καί συνείδηση, πού στά μοναστήρια διάβαζαν καί ἀντέγραφαν τά ἔργα - 23 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
τῶν προγόνων τους: τοῦ Ἀριστοτέλη, τοῦ Ὁμήρου, τοῦ Πλάτωνα, τοῦ Ἀριστοφάνη, τοῦ Αἰσώπου καί ἄλλων. Γράφει ὁ τελευταῖος Ἕλληνας λόγιος τοῦ Σαλέντο, ὁ Ἀντώνιος Φεράρις Γαλάτειος (1444-1517 μ.Χ.) στό ἔργο του De situ Japigiae: «Ἐγώ δέν ντρέπομαι γιά τήν καταγωγή μου. Ἕλληνες εἴμαστε καί αὐτό ἀποτελεῖ καύχημά μας. Ὁ Πλάτων ἔγραφε ὅτι ἦταν εὐγνώμων στούς θεούς γιά τρεῖς λόγους: ὅτι γεννήθηκε ἄνθρωπος καί ὄχι ζῶο, ἄνδρας καί ὄχι γυναῖκα, Ἕλληνας καί ὄχι βάρβαρος. Οἱ πρόγονοί μου ἦταν Ἕλληνες ἱερεῖς, φημισμένοι γιά τά ἤθη, τίς ἀρετές καί τήν ἑλληνική παιδεία καί ὄχι γιά βία, πολέμους καί σφαγές». Ἡ ἑλληνική παρουσία στή Νότια Ἰταλία ξεκινάει ἀπό τόν 8ο π.Χ. αἰῶνα, ὅταν οἱ Ἕλληνες ἄρχισαν νά ἱδρύουν ἀποικίες στή δυτική Μεσόγειο, εἰδικά στή Νότια Ἰταλία καί στή Σικελία. Αὐτοί οἱ οἰκισμοί πολύ γρήγορα ἔγιναν κέντρα σημαντικά ἀπό πολιτιστική, οἰκονομική καί στρατιωτική ἄποψη, φημισμένα γιά τήν τέχνη, τίς ἐπιστῆμες, τή φιλοσοφία καί τήν παιδεία τους. Λόγω τῆς αἴγλης αὐτοῦ ἀκριβῶς τοῦ πολιτισμοῦ, ἡ Νότια Ἰταλία ἀπέκτησε τό ὄνομα «Μεγάλη Ἑλλάδα» καί οἱ Ἕλληνες κάτοικοι ὀνομάστηκαν Ἰταλιῶτες καί Σικελιῶτες, ἤδη ἀπό τόν 6ο π.Χ. αἰῶνα. Ἀπό τή Μεγάλη Ἑλλάδα, ὁ ἑλληνικός πολιτισμός μεταδόθηκε πρῶτα στήν ἀρχαία Ρώμη καί, ἀργότερα, σέ ὅλη τήν Εὐρώπη, ἐφόσον ὁ Οὑμανισμός καί ἡ Ἀναγέννηση ξεκίνησαν ἀκριβῶς ἀπό τή Νότια Ιταλία ὅπου, κατά τή διάρκεια τοῦ Μεσαίωνα, σέ ἀντίθεση μέ τή Δυτική Εὐρώπη, ἡ ἑλληνική γλῶσσα δέν ἔπαψε ποτέ νά μιλιέται καί ἡ κλασσική παιδεία δέν λησμονήθηκε ποτέ. Σύμφωνα, λοιπόν, μέ τόν Στράβωνα πού ἔχει γράψει τή σημαντικότερη ἀρχαία γεωγραφία, ἡ Μεγάλη Ἑλλάδα ἱδρύθηκε ἤδη ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Τρωικοῦ πολέμου ἀπό τούς Ἕλληνες. Ἡ Χαλκίδα, ἡ μητρόπολη τῆς πρώτης ἀποικίας στήν Ἰταλία, ἵδρυσε τό 736 π.Χ. τήν πρώτη ἀποικία της στή Σικελία, τή Νάξο, πού βρισκό- 24 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
- 25 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
PÆSTUM, Ποσειδωνία (ἀποικία τῆς Συβάρεως). Ἀρχαιολογικός χῶρος.
ταν στήν ἀνατολική παραλία τοῦ νησιοῦ καί, κάτω ἀπό αὐτή, κοντά στή νότια εἴσοδο τοῦ πορθμοῦ τῆς Μεσσήνης ἱδρύθηκαν, λίγο ἀργότερα, οἱ διπλανές πόλεις Λεοντίνοι καί Κατάνη. Τό 735 π.Χ. οἱ Κορίνθιοι ἵδρυσαν στήν ἴδια ἀνατολική παραλία τοῦ νησιοῦ, ἀλλά ἀρκετά νοτιότερα τῆς Νάξου, τίς Συρακοῦσες, πού ἔγινε ἀργότερα ἡ πιό ἰσχυρή ἀπό τίς δυτικές ἑλληνικές ἀποικίες. Ἐπίσης, πάρα πολύ νωρίς, ἵδρυσαν πρός τά νότια πολλές ἄλλες νέες πόλεις: τό 664 π.Χ. τίς Ἄκρες, τό 644 π.Χ. τίς Κασμένες, τό 599 π.Χ. τήν Καμάρινα. Οἱ Μεγαρεῖς ἵδρυσαν γύρω στό 729 π.Χ., στή νότια πλευρά τοῦ νησιοῦ, τήν Ὕβλα καί οἱ Ὑβλαῖοι Μεγαρεῖς, ἀργότερα, τό 630 π.Χ., στό νοτιοδυτικότερο σημεῖο τοῦ νησιοῦ, ἵδρυσαν τόν Σελινοῦντα. Οἱ Χαλκιδεῖς, περίπου τήν ἴδια ἐποχή, ἄν καί εἶναι ἄγνωστο πότε ἀκριβῶς, κατέλαβαν ἀπό κοινοῦ μέ τούς Κυμαίους καί ἄλλους Εὐβοεῖς, τή Ζάγκλη, στόν πορθμό μεταξύ Σικελίας καί Ἰταλίας, ἡ ὁποία ἀργότερα μετονομάστηκε Μεσσήνη, καί ἵδρυσε στή βόρεια παραλία τοῦ νησιοῦ τίς Μῦλες καί τήν Ἱμέρα. Τό 720 π.Χ. ἱδρύθηκε ἀπό τούς Τροιζηνίους, στήν ἀνατολική παραλία τῆς Κάτω Ἰταλίας, ἡ Σύβαρις, ἡ ὁποία ἵδρυσε, στήν ἀντίθετη δυτική παραλία, τήν Ποσειδωνία. Τό 720 π.Χ., ἐπίσης οἱ - 26 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
Χαλκιδεῖς καί οἱ Μεσσήνιοι οἰκοδόμησαν τό Ρήγιο στήν ἰταλική παραλία τοῦ πορθμοῦ τῆς Μεσσήνης. Τό 710 π.Χ. οἱ Ἀχαιοί ἵδρυσαν πιό κάτω ἀπό τή Σύβαρι, τόν Κρότωνα, πού ἀργότερα ἵδρυσε ἄλλες πόλεις καί, κυρίως, τήν Καυλωνία, πού βρισκόταν νοτιότερά του. Τό 707 π.Χ. οἱ Σπαρτιᾶτες ἵδρυσαν τόν Τάραντα. Τήν ἴδια περίπου ἐποχή οἱ Ἀχαιοί ἵδρυσαν, μεταξύ τοῦ Τάραντα καί τῆς Συβάρεως, τό Μεταπόντιο. Τό 690 π.Χ. οἱ Ρόδιοι καί οἱ Κρῆτες ἵδρυσαν, στή νοτιοδυτική παραλία τῆς Σικελίας, τή Γέλα, ἡ ὁποία ἀργότερα, τό 582 π.Χ., οἰκοδόμησε ἀκόμα πιό δυτικά τόν Ἀκράγαντα, μία πόλη πού ἔγινε ἀπό τίς σπουδαιότερες τῆς Σικελίας, μετά τίς Συρακοῦσες. Τό 683 π.Χ. οἱ Λοκροί τῆς Ἑλλάδας ἵδρυσαν, νοτιότερα τῆς Καυλωνίας, τούς Ἐπιζεφυρίους Λοκρούς, τήν - 27 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
«Οἱ Πολεμιστές τοῦ Ριάτσε». Ὀρειχάλκινα ἐμβληματικά ἀγάλματα, πού βρέθηκαν ἀνοικτά τῶν ἀκτῶν τοῦ Ριάτσε τῆς Καλαβρίας (5ος π.Χ. αἰ.).
πατρίδα τοῦ νομοθέτη Ζάλευκου, τοῦ ὁποίου οἱ γραπτοί νόμοι, πού συντάχτηκαν γύρω στό 664 π.Χ., εἶναι ἀπό τούς ἀρχαιότερους τῆς Ἑλλάδας, καθώς θεωροῦνται κατά σαράντα χρόνια πιό παλιοί ἀκόμα καί ἀπό τή νομοθεσία τοῦ Δράκοντα στήν Ἀθήνα. Ὁ μαζικός ἀποικισμός, λοιπόν, τῆς Κάτω Ἰταλίας καί τῆς Σικελίας ἀπό τούς Ἕλληνες ἔγινε μέσα σέ μόλις πενήντα χρόνια, ἀπό τό 736 ἕως τό 683 π.Χ. Ἡ Κάτω Ἰταλία κατεχόταν σέ μεγάλο ποσοστό ἀπό Σικελούς, Ἰταλούς, Μοργῆτες καί Χάονες, φυλές πού ὑπάγονταν στό πιό γενικό ὄνομα - 28 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
τῶν Οἰνωτρῶν καί ἀνῆκαν, ὅπως φαίνεται, στόν πελασγικό κλάδο τοῦ Ἰνδογερμανικοῦ φύλου. Ἄρα, καί οἱ ντόπιοι κάτοικοι τῆς Κάτω Ἰταλίας καί τοῦ μεγαλύτερου τμήματος τῆς Σικελίας ἦταν ἔθνη συγγενικά μέ τούς ἀποίκους καί τό γεγονός αὐτό διευκόλυνε πολύ τήν ἀφομοίωση τῶν πρώτων ἀπό τούς δεύτερους, γιατί γενικά οἱ Ἕλληνες δέν περιορίστηκαν στό νά ἱδρύσουν πολυάριθμες ἀποικίες, ἀλλά παντοῦ ἐπιχείρησαν τόν ἐξελληνισμό τῶν ντόπιων, δηλαΛακίνιο Ἄκρο (Capo Colonna), Κρότωνας δή τή μετάδοση σέ αὐτούς τῆς τῆς Καλαβρίας. γλώσσας, τοῦ θρησκεύματος, τῶν ἠθῶν καί τῶν πολιτευμάτων τους. Λέγοντας ὅτι οἱ Ἕλληνες ἄποικοι ἐξελλήνιζαν τίς γύρω ἀπό αὐτούς περιοχές, δέν ἐννοοῦμε ὅτι μετέδιδαν στούς κατοίκους ὁλοκληρωτικά ἤ καί μέ βία τή γλῶσσα, τά ἤθη καί τόν χαρακτῆρα, χωρίς νά πάρουν τίποτα ἀπό τούς ντόπιους. Εἶναι ἀναμφισβήτητο ὅτι καί οἱ ἰθαγενεῖς ἄσκησαν ἐπίδραση μέχρις ἕνα σημεῖο στούς ἀποίκους, γεγονός πού ἐξηγεῖται κυρίως ἀπό αὐτό, ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἀποίκους μετανάστευαν χωρίς γυναῖκες καί παντρεύονταν ντόπιες. Γι’ αὐτόν τόν λόγο, οἱ Ἕλληνες τῶν ἀποικιῶν δέν ἦταν ὁλόιδιοι μέ τούς Ἕλληνες τῆς κυρίως Ἑλλάδας. Κυρίως, οἱ ἄποικοι τῆς Κάτω Ἰταλίας καί τῆς Σικελίας υἱοθέτησαν πολλές συνήθειες, λέξεις, δοξασίες καί μυθικές παραδόσεις τῶν ἰθαγενῶν, σέ σημεῖο μάλιστα πού ἔφτασαν νά διαφέρουν ἀρκετά ἀπό τούς Ἕλληνες τῆς Ἑλλάδας. Ἡ εὐκολία μέ τήν ὁποία ἔγινε ἡ συγχώνευση αὐτή, λόγω τῆς ἀρχικῆς συγγένειας τῶν δύο στοιχείων, συνετέλεσε στήν ἀκμή τῶν ἰταλικῶν καί τῶν σικελικῶν ἀποικιῶν. Γι’ αὐτό καί στόν 6ο π.Χ. αἰῶνα, νιώθοντας δικαιολογημένα - 29 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
ὑπερηφάνεια γιά τήν ὑπεροχή τους, ὀνόμασαν τήν Κάτω Ἰταλία «Μεγάλη Ἑλλάδα».
Ἡ διαχρονικότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ στή Μεγάλη Ἑλλάδα Πράγματι, μέχρι τόν 6ο π.Χ. αἰῶνα, οἱ ἰωνικές ἀποικίες στή Μικρά Ἀσία καί οἱ ἑλληνικές πόλεις στήν Κάτω Ἰταλία ἦταν ἀσύγκριτα πιό ἰσχυρές, πιό πλούσιες, πιό μεγάλες καί μέ πιό ἀναπτυγμένο ναυτικό ἀπό τίς πόλεις τῆς κυρίως Ἑλλάδας, ἀκόμη καί ἀπό τή Σπάρτη καί τήν Ἀθήνα. Ἡ περιφέρεια τῆς Ἑλλάδας ὑπερίσχυε τότε τοῦ μητροπολιτικοῦ της κέντρου. Μάλιστα, ὁ ἐξελληνισμός τῆς Κάτω Ἰταλίας καί τῆς Σικελίας ἦταν τόσο ὁλοκληρωτικός καί εἶχε τόσο βαθιές ρίζες, ὥστε οὔτε οἱ Ρωμαῖοι, πού κυριάρχησαν ἀργότερα ἐδῶ γιά πολλούς αἰῶνες, μπόρεσαν νά τόν ὑπερνικήσουν, ἀλλά οὔτε οἱ Λομβαρδοί, οὔτε οἱ Ἄραβες καί οἱ Νορμανδοί, πού ἦρθαν μετά τούς Ρωμαίους. Μέχρι τόν 14ο καί τόν 15ο μ.Χ. αἰῶνα ἀκόμα καί τά δημόσια ἔγγραφα συντάσσονταν ἐκεῖ συχνά στήν ἑλληνική γλῶσσα καί μέχρι σήμερα τά ἤθη, ἡ γλῶσσα καί τά ὀνόματα τῶν χωριῶν στή Σικελία, στήν Καλαβρία καί στήν Ἀπουλία εἶναι ἐξελληνισμένα, ὅπως μαρτυρεῖ καί ὁ Ἕλληνας λόγιος τοῦ Σαλέντο, ἀπό τό ἑλληνόφωνο χωριό Ζολλίνο, ὁ Domenicano Tondi (1885-1965), πού γράφει: «Εἴμαστε Ἕλληνες καί ἀπό τρεῖς χιλιάδες χρόνια ἐδῶ ζοῦμε, ἑλληνικά μιλᾶμε ὄχι ἐπειδή εἴμαστε ξένοι ἀλλά ἐπειδή εἴμαστε ὁ ἀρχαιότερος λαός τοῦ τόπου1». Xαρακτηριστική τοῦ αἰσθήματος τῆς ἑλληνικῆς αὐτοσυνειδησίας ἕως καί σήμερα τῶν κατοίκων τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας, εἶναι ἡ δήλωση τοῦ διάσημου Σικελοῦ συγγραφέως καί φιλοσόφου Λουίτζι Πιραντέλλο (Luigi Pirandello), σέ συνέντευξή του στόν Κώστα Οὐράνη, τό 1934: «Κουβαλῶ τήν Ἑλλάδα μέσα μου. Τό πνεῦμα της εἶναι παρηγοριά καί φάρος γιά τήν ψυχή μου. Εἶμαι ἀπό τή Σικελία, δηλαδή τή Μεγάλη Ἑλ1. Domenicano Tondi, Glossa. La lingua greca del Salento, Ed. Cretesi, 1935.
- 30 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
λάδα, καί ὑπάρχει ἀκόμα πολύ ἀπό τήν Ἑλλάδα στή Σικελία. Τό μέτρο, ἡ ἁρμονία καί ὁ ρυθμός ζοῦν ἀκόμα... Ἐξ ἄλλου εἶμαι κι ἐγώ ὁ ἴδιος ἑλληνικῆς καταγωγῆς. Ναί, ναί, μήν ἐκπλήσσεσθε. Τό οἰκογενειακό μου ὄνομα εἶναι Πυράγγελος. Τό Πιραντέλλο δέν εἶναι παρά φωνητική παραφθορά τοῦ Πιράντζελο-Πιραντέλλο...».
Ὁ Λουΐτζι Πιραντέλλο μπροστά στόν ναό τῆς Ὁμονοίας (Tempio della Concordia), στόν Ἀκράγαντα, στά 1928.
- 31 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
Οἱ ἀπαρχές τῆς Χριστιανικῆς πίστεως στή Μεγάλη Ἑλλάδα. Ἡ παρουσία τῆς χριστιανικῆς πίστης καί τῶν Ἁγίων στή Μεγάλη Ἑλλάδα ἀνάγεται στήν ἀποστολική ἤδη ἐποχή, µέ τό πέρασµα τοῦ ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν Παύλου ἀπό τίς Συρακοῦσες2 τῆς Σικελίας καί τό Ρήγιο3 τῆς Καλαβρίας, ἀλλά καί τῶν ἀποστόλων Πέτρου καί Μάρκου ἀπό τήν Ἀπουλία, σύµφωνα πάντα µέ τήν παράδοση. Τό µήνυµα τοῦ Εὐαγγελίου στερεώθηκε καί ρίζωσε στή Νότια Ἰταλία µέ τό κήρυγµα τῶν πρώτων ἐπισκόπων καί ἀποστολικῶν Πατέρων, πού χειροτονήθηκαν ἀπό τούς πρωτοκορυφαίους Ἀποστόλους, Μαρκιανό Συρακουσῶν, Βήρυλλο Κατάνης, Παγκράτιο Ταυροµενίας, Στέφανο Ρηγίου κ.ἄ. Ἀκολουθοῦν τά δύσκολα χρόνια τῶν διωγµῶν, κατά τά ὁποῖα πλειάδα ἐνδόξων μαρτύρων ριζώνει ἀκόµη βαθύτερα καί ποτίζει µέ τό αἷµα τους τό νεόφυτο δέντρο τῆς εἰς Χριστόν πίστεως. Ξεχωρίζουν, ἀνάµεσα στούς µάρτυρες, οἱ ἡρωικές µορφές τῶν Ἁγίων Εὔπλου τοῦ Διακόνου, Βίτου, Ἀλφειοῦ, Φιλαδέλφου καί Κυπρίνου, ἀλλά κυρίως τῶν Ἁγίων γυναικῶν Ἀγάθης καί Λουκίας, πού τιµῶνται ἀπό ὁλόκληρο τόν χριστιανικό κόσµο.
Ἡ ἐµφάνιση, ἐξέλιξη καί διαµόρφωση τοῦ μοναχικοῦ βίου Μέ τό τέλος τῶν διωγµῶν, ἡ πνευµατική σκυτάλη τοῦ µαρτυρικοῦ βιώµατος τῆς ἐν Χριστῶ ζωῆς καί τῆς εὐαγγελικῆς πολιτείας παραδίδεται στούς ὁσίους µοναχούς, πού προσπαθοῦν νά µιµηθοῦν ἐπί γῆς τήν ἀγγελική πολιτεία. Εἰσηγητής τοῦ µοναχικοῦ βίου στή Νότια Ἰταλία θεωρεῖται ὁ µαθητής τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου, ὁ Ὅσιος Ἱλαρίων ὁ Μέ2. Πράξ. 28,12: ...καί καταχθέντες εἰς Συρακοῦσας ἐπεµείναµεν ἡµέρας τρεῖς. 3. Πράξ. 28,13: ...ὅθεν περιελθόντες κατηντήσαµεν εἰς Ῥήγιον.
- 32 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
γας, ὁ ὁποῖος ἀσκήτεψε γιά ἕνα χρονικό διάστηµα στή Σικελία. Ἐπίσης, κατά τήν πρώιµη αὐτή ἐποχή, ἔχουµε τίς µοναχικοῦ τύπου κοινότητες τοῦ Κασσιόδωρου στήν Καλαβρία, τῆς Ὁσίας Μελάνης καί τοῦ Ρουφίνου τῆς Ἀκυληίας στή Σικελία. Στήν ἱστορική διαδροµή τοῦ ἰταλοελληνικοῦ µοναχισµοῦ βιώθηκαν ὅλες οἱ µορφές τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς πού ἦταν γνωστές καί στήν Ἀνατολή (Αἴγυπτο, Συρία, Παλαιστίνη, Καππαδοκία κ.λπ). Μαζί µέ τό κοινοβιακό σύστηµα συνυπῆρχε καί ὁ ἐρηµητικός βίος, ὡς µία πλέον ἡρωική µαρτυρία χριστιανικῆς ζωῆς καί στενότερης ἕνωσης µέ τόν Θεό. Στήν ἰταλοελληνική Ἁγιολογία ἀπαντῶνται ἅγιοι ἔγκλειστοι, ἀναχωρητές, σπηλαιῶτες, ξενιτευόµενοι, ἡσυχαστές ἤ, ἀκόµη συνηθέστερα, ἅγιοι πού ἐναλλάσσουν ὅλους τούς παραπάνω τρόπους ζωῆς µέ τήν κοινοβιακή ζωή σέ τακτά χρονικά διαστήµατα, κατά τή διάρκεια τῆς µοναχικῆς τους βιωτῆς. Παρ’ ὅλα αὐτά, ὁ ἀναχωρητικός-ἡσυχαστικός βίος παρέµενε πάντοτε τό ὑψηλότερο πνευµατικό ἰδεῶδες τοῦ ἰταλοελληνικοῦ µοναχισµοῦ, σέ συνδυασµό µέ τή διαρκῆ ξενιτεία-ἀναχώρηση ἀπό τόπο σέ τόπο, χάριν τοῦ Χριστοῦ καί κατά µίµησιν τοῦ πατριάρχου Ἀβραάµ. Ἀρκετοί ἦταν οἱ µοναχοί πού ἐπέλεγαν τή λεγόµενη µέση ἤ βασιλική ὁδό, ζῶντας σέ µικρές µοναστικές κοινότητες δύο-τριῶν ἀτόµων, ἀποφεύγοντας ἔτσι, ὄχι µόνο τούς κινδύνους τῆς ἐρήµου καί τῆς ἀπόλυτης µόνωσης, ἀλλά καί τούς περισπασµούς τῶν µεγάλων κοινοβίων. Τά κοινόβια, στίς ὑπό ἐξέταση περιοχές ἦταν, ὡς ἐπί τό πλεῖστον, µικρῶν διαστάσεων, ἀποτελοῦνταν δέ ἀπό µία µικρή ἐκκλησία καί λίγες πρόχειρες καλύβες ἤ µικρά κελιά πέριξ αὐτῆς. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος πού δέν ἔχουν διασωθεῖ παρά ἐλάχιστα ἐρείπια τῶν µοναστηριῶν αὐτῶν µέχρι σήµερα καί, µάλιστα, σέ ὁρισµένες περιπτώσεις, ἔχουν σωθεῖ µόνο τά τοπωνύµια, τά ὁποῖα καί µαρτυροῦν τήν τοποθεσία καί τήν ὕπαρξη κάποιας μονῆς. Ὕπαρξη µεγάλων µοναστηριακῶν συγκροτηµάτων ἔχουµε µόνο µετά τόν 11ο αἰῶνα. Οἱ Ἰταλιῶτες µοναχοί µοίραζαν τόν χρόνο τους µεταξύ τῆς προσευχῆς καί τῆς µελέτης τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀφ’ ἑνός καί τῆς ἐργασίας, - 33 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
ἀφ’ ἑτέρου. Οἱ ἀγράµµατοι καί οἱ ὀλιγογράµµατοι µοναχοί ἀσχολοῦνταν µέ τίς γεωργικές καί κτηνοτροφικές ἐργασίες, ἐνῶ οἱ πιό µορφωµένοι ἦταν καλλιγράφοι, ἀντιγραφεῖς χειρογράφων καί ὑµνογράφοι. Βέβαια, δέν ἔλειπαν οἱ χτίστες, ψαράδες, ράφτες, ζωγράφοι. Κάποιες ἐκ τῶν μονῶν διατηροῦσαν καί ἐργάτες λαϊκούς λόγω τῆς µεγάλης οἰκονοµικῆς τους ἀνάπτυξης, µερικές δέ κατεῖχαν καί ὁλόκληρα χωριά, µύλους, δάση. Ἀρκετές ἦταν οἱ μονές πού διατηροῦσαν καί φιλανθρωπικά ἱδρύµατα, ὅπως τό Λεπροκοµεῖο στήν Catona καί τό «Ξενοδοχεῖο» στή Σκύλλα. Τά µοναστήρια ὑπῆρξαν κέντρα ἀνάπτυξης τῶν γραµµάτων καί τῶν τεχνῶν καί κοιτίδες διάσωσης τῆς θύραθεν καί χριστιανικῆς παιδείας. Στούς Βίους συναντοῦµε ἀρκετούς µορφωµένους µοναχούς (Νεῖλος ὁ Νέος, Λουκᾶς ὁ Γραµµατικός, Κυπριανός τοῦ Καλαµιτζίου, Βαρθολοµαῖος τοῦ Ροσσάνο, Βαρθολοµαῖος τοῦ Σίµερι, κ.ἄ.), καθώς ἐπίσης καί καλλιγράφους-ταχυγράφους (Ἠλίας ὁ Σπηλαιώτης, Νεῖλος ὁ Καλαβρός, κ.ἄ.). Διάσηµα, ἐπίσης, ἦταν καί τά λεγόµενα Scriptoria (ἀντιγραφεῖα) τῶν Μονῶν, ὅπως τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Καλαµιτζίου στό Ρήγιο, τῶν Ἁγίων Ἠλιοῦ καί Φιλαρέτου στή Σεµινάρα, τοῦ Ἁγίου Βαρθολοµαίου στήν Τρυγόνα, τῶν Πατέρων (Patirion) στό Ροσσάνο καί τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῶν Κασούλων στό Ὄτραντο. Σήµερα, χιλιάδες εἶναι τά ἑλληνικά χειρόγραφα πού ἀντεγράφησαν στή Νότια Ἰταλία καί σώζονται σέ διάφορες Βιβλιοθῆκες τοῦ κόσµου4. Περιλαµβάνουν Εὐαγγέλια, Ψαλτήρια, Εὐχολόγια, Μηναῖα, ὁµιλίες, ἔργα Πατέρων καί ἀρχαίων συγγραφέων καθώς καί ἔργα ἰατρικῆς, µαθηµατικῶν, ρητορικῆς, ὁµηρικά ἔπη, ποιήµατα κ.ἄ. Ἕνας ἀκόµη τοµέας στόν ὁποῖο διέπρεψαν οἱ Ἰταλιῶτες µοναχοί εἶναι ἡ ὑµνογραφία. Ὡς ἄξιους συνεχιστές τοῦ Ρωµανοῦ τοῦ Μελωδοῦ καί τοῦ Ἰωάννη τοῦ Δαµασκηνοῦ µποροῦµε νά ἀναφέρουµε τόν Μάρκο ἀπό τόν Ὑδροῦντα τῆς Ἀπουλίας, τούς Θεόδωρο καί Μεθόδιο ἀπό 4. Σύµφωνα µέ κάποιους εἰδικούς τῆς παλαιογραφίας, τό 60% τῶν ἑλληνικῶν χειρογράφων πού φυλάσσονται στίς διάφορες εὐρωπαϊκές Βιβλιοθῆκες, προέρχονται ἀπό τήν Κάτω Ἰταλία.
- 34 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
τίς Συρακοῦσες, τόν Ἰωσήφ τόν Ὑµνογράφο, τούς Νεῖλο καί Βαρθολοµαῖο ἀπό τήν Καλαβρία, τόν Κοσµᾶ τόν Ἱκέτη καί πολλούς ἄλλους. Ἐκ τῶν ὡς ἄνω ἀναφερθέντων ἐξάγεται τό συµπέρασµα ὅτι τά µοναστήρια τῆς Νοτίου Ἰταλίας δέν ἀποκλίνουν σέ τίποτα –ἀναφορικά µέ τά χαρακτηριστικά, τή ζωή καί τίς δραστηριότητες– ἀπό τά ἀντίστοιχα τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τῆς Παλαιστίνης καί τῆς Ἑλλάδας, στά βασικότερα σηµεῖα τους. Ὁ ἰταλοελληνικός µοναχισµός συνιστᾶ λόγο «καύχησης» τοῦ Ὀρθόδοξου Ἀνατολικοῦ µοναχισµοῦ, τοῦ ὁποίου ἀποτελεῖ, χωρίς ἀμφιβολία, ἀναπόσπαστο τµῆµα.
Χαρακτηριστικά καί ἰδιαιτερότητες τῆς Ἁγιολογίας τῆς Κάτω Ἰταλίας καί Σικελίας Ἐκτός ἀπό τήν παρουσία τῶν ἁγίων μαρτύρων τῆς ἐποχῆς τῶν τριῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων, ἡ µετέπειτα µεγάλη ἄνθηση τοῦ µοναχισµοῦ στή Νότια Ἰταλία εἶχε ὡς φυσικό ἐπακόλουθο τήν ἐµφάνιση πολυάριθµων ἁγίων, κυρίως κτητόρων μονῶν, µοναχῶν καί ἀσκητῶν. Ἀπό αὐτούς, δυστυχῶς, δέν εἶναι ὅλοι εὐρέως γνωστοί, παρά ἐλάχιστοι, τῶν ὁποίων οἱ βίοι ἔτυχε νά περιληφθοῦν στά Συναξάρια καί τίς ἁγιολογικές συλλογές τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Κάποιοι ἐκ τῶν ἁγίων αὐτῶν, κυρίως τῆς ρωµαϊκῆς καί βυζαντινῆς περιόδου, ἀνήκουν στήν κοινή παράδοση τῆς ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας καί ἔχουν περάσει στά ἁγιολόγια καί τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν Ρωµαιοκαθολικῶν. Ἄλλοι ὅµως ἐξ αὐτῶν, κυρίως ὅσοι ἔζησαν κατά τήν περίοδο τῆς νορµανδικῆς κατάκτησης τῆς Κάτω Ἰταλίας5, λόγω ἰδιαίτερων ἱστορικῶν συνθηκῶν ἀλλά καί τῆς τοπικῆς µόνο τιµῆς τους, ἀπαντῶνται εἴτε µόνο στήν ὀρθόδοξη ἁγιολογική παράδοση εἴτε µόνο στή ρωµαιοκαθολική, λόγω τῆς ἄγνοιας τῆς ὑπάρξεώς τους ἀπό τήν ἄλλη πλευρά. Δυστυχῶς, ὅµως, ἀρκετοί εἶναι καί οἱ Ἅγιοι πού ἀπουσιάζουν ἀπό 5. Ἀπό τό 1071 καί µετέπειτα.
- 35 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
ὁποιαδήποτε ἁγιολογική συλλογή καί ἡ ὕπαρξή τους εἶναι γνωστή µόνον ἀπό τήν κατά τόπους προφορική παράδοση ἤ ἀπό κάποιο χειρόγραφο πού τήν ἐπιβεβαιώνει. Ὁ κυριότερος παράγοντας τῆς ἀφάνειας αὐτῆς ἔγκειται στό γεγονός τῆς λανθασµένης θεώρησης καί τοῦ πρόχειρου χαρακτηρισµοῦ τους ἐκ µέρους τῶν δύο δογµάτων. Οἱ µέν Λατῖνοι θεωροῦσαν τούς Ἰταλογραικούς, ὅπως τούς ἀποκαλοῦσαν, ἁγίους ὡς «αἱρετικούς» καί «σχισµατικούς». Πράγµατι, οἱ ἅγιοι αὐτοί ἦταν συνειδητά µέλη τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας καί ἀναγνώριζαν ὡς πνευµατική µητέρα τους τήν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Καθ’ ὅλη τή διάρκεια τῆς Λατινοκρατίας, ἀλλά, κυρίως, µετά τή Σύνοδο τοῦ Τριδέντο (1545-1563), καταβλήθηκε ἀπό τούς Ρωµαιοκαθολικούς κάθε προσπάθεια γιά νά ξεχαστοῦν οἱ Ἕλληνες ἅγιοι. Οἱ ἑορτές τους ἀντικαταστάθηκαν ἀπό ἄλλες, Λατίνων ἁγίων, ἐξαφανίστηκαν λείψανα καί εἰκόνες, ὅπως καί κάθε µαρτυρία τῆς ὕπαρξής τους. Πρωταγωνιστές, πρωτεργάτες καί ὀργανωτές αὐτῆς τῆς «ἐκστρατείας» ὑπῆρξαν οἱ Λατῖνοι ἐπίσκοποι καί ὁ λατινικός κλῆρος. Οἱ Ὀρθόδοξοι, ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, θεωροῦσαν τούς ἁγίους αὐτούς ὡς «οὐνῖτες», ἐπειδή ἔζησαν σέ περιοχές ὅπου εἶχε παγιωθεῖ ἡ κυριαρχία τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας. Κάτι τέτοιο ὅµως εἶναι ἐντελῶς ἄδικο καί ἀνιστόρητο, ἐφόσον οἱ ἅγιοι αὐτοί ποτέ δέν ἀποδέχτηκαν τίς λατινικές καινοτοµίες καί παρέµειναν, ἀκόµη καί µέ κίνδυνο τῆς ζωῆς τους πολλές φορές6, πιστοί στά δόγµατα καί στίς παραδόσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἔχουµε περιπτώσεις, µέσα στούς Βίους τῶν ἁγίων αὐτῶν, «συνεργασίας» καί «ἐπικοινωνίας», κυρίως µέ τούς Νορµανδούς κατακτητές, οἱ ὁποῖοι πολλές φορές βοηθοῦν στήν ἀνέγερση κάποιας μονῆς, προσπαθώντας νά µιµηθοῦν καί σέ αὐτό τούς βυζαντινούς ἄρχοντες. Ἐπίσης, βλέπουµε τούς ἁγίους αὐτούς νά συνεχίζουν νά µεταβαίνουν ὡς προσκυνητές τῶν τάφων τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων στή Ρώµη. Ποτέ, ὅµως, κάτι τέτοιο δέν σήµαινε τήν ὑποχώρηση ἐκ µέρους τους σέ 6. Πολλοί εἶναι οἱ ἅγιοι πού κινδύνεψαν νά καοῦν στήν πυρά, µέ τήν κατηγορία τοῦ αἱρετικοῦ (βλέπε τούς βίους τῶν Ἁγίων Λουκᾶ τοῦ Γραµµατικοῦ, Βαρθολοµαίου τοῦ Σίµερι, Ἰωάννου τοῦ ἐκ Ματέρας κ.ἄ.).
- 36 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
θέµατα πίστεως. Ἔτσι, στόν παρόντα Συναξαριστή, περιλαµβάνονται οἱ ἅγιοι ἐκεῖνοι πού, ἄν καί ἔζησαν µετά τό Σχίσµα τοῦ 1054, κατά τή µεταβατική δηλαδή ἐποχή ἀνάµεσα σέ δύο ἐντελῶς διαφορετικά πνευµατικά καί πολιτισµικά περιβάλλοντα, ἀνῆκαν µέν στήν ἑλληνορθόδοξη λειτουργική, ἀσκητική καί πνευµατική κληρονοµιά καί παράδοση, ζοῦσαν ὅµως, ταυτόχρονα, µέσα στή νορµανδική κοινωνικοπολιτική πραγµατικότητα. Δέν πρέπει, ἐπίσης, νά ξεχνᾶµε ὅτι, οἱ χριστιανοί τῆς ἐποχῆς ἐκείνης θεωροῦσαν τό Σχίσµα τοῦ 1054 µιά προσωρινή διένεξη µεταξύ Ρώµης καί Κωνσταντινουπόλεως, σάν καί αὐτές πού εἶχαν προηγηθεῖ, καί προσδοκοῦσαν πώς κάποια στιγµή οἱ διαφορές θά ἐπιλύονταν. Τό Σχίσµα δέν φάνηκε ἀρχικά νά ἐπηρεάζει ἰδιαίτερα τή ζωή τῶν ἁπλῶν πιστῶν τῶν δύο δογµάτων, ἤ τίς σχέσεις τῶν ἄλλων Πατριαρχείων µέ τή Ρώµη7, τουλάχιστον µέχρι τίς τραυµατικές ἐµπειρίες τῶν Σταυροφοριῶν, κατά τόν 13ο αἰῶνα, ὁπότε τό ρῆγµα ἔγινε ὁριστικό καί ἀγεφύρωτο8. Ἀπό τήν πλούσια ἁγιολογική παράδοση τῆς Νοτίου Ἰταλίας σήµερα, σώζονται ἐλάχιστοι Βίοι, κυρίως Καλαβρῶν Ἁγίων, ἀφοῦ ἡ µουσουλµανική κατάκτηση τῆς Σικελίας ἐξάλειψε τά περισσότερα στοιχεῖα. Πολύτιµες πηγές πληροφοριῶν παραµένουν τά διάφορα Τυπικά καί τά Μηνολόγια τῶν µοναστηριῶν καί τῶν καθεδρικῶν ναῶν. Ἐκεῖ βρίσκονται καταγεγραµµένοι οἱ περισσότεροι τοπικοί ἅγιοι πού ἑορτάζονταν στήν Κάτω Ἰταλία. Ἀρκετῶν Ἰταλοελλήνων ἁγίων οἱ πρωτότυποι ἑλληνικοί Βίοι ἔχουν χαθεῖ καί ὑπάρχουν µόνο οἱ λατινικές τους µεταφράσεις, τοῦ 16ου κυρίως αἰῶνα, πού συνήθως περιέχονται στή γνωστή ἁγιολογική σειρά 7. Τό Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας, γιά παράδειγµα, συνέχισε τήν ἐπικοινωνία µέ τή Ρώµη ὥς τά τέλη τοῦ 13ου αἰῶνα, στέλνοντας, µάλιστα ἀντιπρόσωπο στή Λατερανή Σύνοδο τοῦ 1215 (Hefele – Leclercq, Histoire de Conciles, v. 2 σελ. 1318). 8. Βλέπε γιά τό θέµα αὐτό τό, κλασικό πλέον, ἔργο τοῦ κορυφαίου βυζαντινολόγου Steven Runciman, The Eastern Schism, τοῦ 1955, µεταφρασµένο στά ἑλληνικά ἀπό τόν Χρῆστο Μακρόπουλο, ἐκδόσεις Ἐν πλῷ 2008.
- 37 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
Acta Sanctorum ἤ καί σέ αὐτοτελεῖς καί ξεχωριστές ἐκδόσεις. Ἄλλων ἁγίων σώζονται µόνο τά ὀνόµατα, σηµειούµενα στά περιθώρια τῶν λειτουργικῶν βιβλίων πού χρησιµοποιοῦσαν οἱ Ὀρθόδοξοι τῆς περιοχῆς, ἐνῶ ἄλλοι εἶναι γνωστοί ἀπό κάποιο ἐγκώµιο, ἀπό κάποιο τοπωνύµιο ἤ ἁπλῶς ἀπό τήν ἄληστη μνήµη τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ. Σύµφωνα µέ τόν ἀκαδηµαϊκό, φιλόλογο καί βυζαντινολόγο Κάρολο Κρουµπάχερ, «…οἱ Βίοι τῶν Σικελοκαλαβρῶν ἁγίων ἀποτελοῦν ξεχωριστή ὁµάδα στή βυζαντινή ἁγιολογική παράδοση…»9. Στίς µέρες µας, παρατηρεῖται µία προσπάθεια διάσωσης καί ἀνάδειξης τῶν ἁγίων αὐτῶν, εἴτε µέσω τῆς ἐκδόσεως τῶν βίων τους, εἴτε µέ τήν προσπάθεια ἀναβίωσης τῆς τιµῆς καί μνήµης τους στίς περιοχές πού ἑορτάζονταν παλαιότερα.
9. K. Krumbacher, Ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς Λογοτεχνίας, Τόµος Α΄, σελ. 198.
- 38 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
Βυζαντινή περίοδος (553-827 µ.Χ.)
Ἡ βυζαντινή περίοδος τῆς ἱστορίας τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας ἀρχίζει µέ τό πέρας τῶν Γοτθικῶν πολέµων (533-553 µ.Χ.), κατά τούς ὁποίους ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανός µέ τόν στρατηγό Ναρσή ἐλευθερώνει µεγάλο µέρος τῆς Ἰταλικῆς Χερσονήσου ἀπό τούς βαρβάρους Λογγοβάρδους, Βανδάλους, Γότθους καί Οὔννους, πού καταδυνάστευαν τούς ἐκεῖ Ρωµαίους χριστιανούς. Καί διοικητικά, πλέον, ἡ Μεγάλη Ἑλλάδα ὑπάγεται στή Ρωµαϊκή Αὐτοκρατορία καί ἀκολουθεῖ τήν πορεία τοῦ ὑπολοίπου Ἑλληνισµοῦ. Ἀκολουθεῖ µιά περίοδος ἄνθησης τῶν γραµµάτων, τῶν τεχνῶν, τῆς βιοτεχνίας καί τοῦ ἐµπορίου, καθώς καί µιά διαρκής παρουσία σηµαντικῶν προσώπων (στρατιωτικῶν, ἐµπόρων, διοικητῶν, ἐκκλησιαστικῶν ἀρχόντων) τῆς ὑψηλῆς κοινωνίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στήν περιοχή. Εἶναι ἡ περίοδος κατά τήν ὁποία στή Ρωµαϊκή καθέδρα ἀνέρχονται Ἕλληνες προερχόµενοι ἀπό τή Μεγάλη Ἑλλάδα, ὅπως οἱ Ἀγάθων, Λέων ὁ Β΄, Σέργιος ὁ Α΄, Ζαχαρίας καί Στέφανος ὁ Γ΄, καθώς καί ἀρκετοί ἄλλοι Ἕλληνες πάπες, ἀπό διαφορετικά µέρη τῆς Αὐτοκρατορίας. - 39 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
Ἐξαιτίας τῆς παρουσίας τῆς νέας θρησκείας τοῦ Ἰσλάµ ἀλλά καί τῶν ἄλλων χριστολογικῶν αἱρέσεων πού ἀναφύονται στήν Παλαιστίνη καί τή Βόρεια Ἀφρική, πολλοί Ὀρθόδοξοι µοναχοί ἀναγκάζονται νά ἀναζητήσουν σωτηρία στή Σικελία καί τήν Καλαβρία, ὅπου ἀργότερα θά καταφύγουν καί οἱ µοναχοί πού διώχθηκαν ἀπό τούς εἰκονοµάχους. Μόνο τό ἔτος 733, ἔχουµε τήν ἄφιξη 1000 µοναχῶν στό Μπάρι. Μάλιστα, οἱ ἱστορικοί ἀναφέρουν πώς, καθ’ ὅλη τή διάρκεια τῆς Εἰκονοµαχίας, χιλιάδες εἰκονόφιλοι κληρικοί καί µοναχοί βρῆκαν καταφύγιο στή Νότια Ἰταλία, µεταφέροντας µαζί τους εἰκόνες, ἱερά λείψανα καί χειρόγραφα. Ὡς φυσικό ἐπακόλουθο ἦταν νά σηµειωθεῖ ἰδιαίτερη ἄνθηση τοῦ µοναχισµοῦ καί τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισµοῦ στή Μεγάλη Ἑλλάδα, γεγονός πού µαρτυροῦν τά διασωθέντα µοναχικά τυπικά, τά ὑµνολογικά κείµενα, τά χειρόγραφα καί τά ἐρείπια τῶν µοναστηριῶν καί τῶν ἀσκητηρίων. Σέ πολλές περιοχές τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας, µέχρι καί σήµερα, τιµῶνται κάποιες εἰκόνες οἱ ὁποῖες, σύµφωνα µέ τήν παράδοση, µεταφέρθηκαν ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη ἀπό τούς Ἕλληνες µοναχούς. Ἡ πλέον γνωστή καί χαρακτηριστική εἶναι ἡ περίπτωση τῆς λεγόµενης Madonna d’ Itria ἤ Odigitria (Ὁδηγήτρια), ἡ ὁποία ἀπεικονίζεται νά µεταφέρεται µέσα σέ µιά ξύλινη θήκη ἀπό δύο Ἕλληνες µοναχούς. Δηλωτικό τῆς καταγωγῆς τους, ἐπίσης, ἀποτελοῦν τά ἐπίθετα κάποιων εἰκόνων ὅπως, Madonna Greca, Madonna di Romania, Madonna di Constantinopoli, Madonna dell’ Patirion (τῶν Πατέρων), οἱ ὁποῖες κοσµοῦν τίς ἐκκλησίες τῆς Νοτίου Ἰταλίας. Σηµαντικότατο γιά τήν περιοχή ὑπῆρξε τό ἱστορικό γεγονός τῆς ἐκκλησιαστικῆς προσαρτήσεως ὁλόκληρης τῆς Νοτίου Ἰταλίας στό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, τό ἔτος 732-733, ἀπό τόν εἰκονοµάχο αὐτοκράτορα Λέοντα τόν Γ΄, ὡς ἀντίδραση στήν εἰκονόφιλη πολιτική τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώµης. Ἔκτοτε, οἱ δεσµοί µέ τήν Κωνσταντινούπολη ἰσχυροποιήθηκαν καί παγιώθηκαν γιά πολλούς αἰῶνες. Χαρακτηριστικός εἶναι ὁ µεγάλος ἀριθµός Ἑλλήνων ἐπισκόπων ἀπό τή Νότια Ἰταλία πού συµµετέχουν τό 787 στήν Ζ΄ Οἰκουµενική Σύνοδο στή Νίκαια, ὑπέρ τῆς τιµῆς τῶν ἱερῶν εἰκόνων. - 40 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
Ἡ βυζαντινή περίοδος τῆς ἱστορίας τῆς Νοτίου Ἰταλίας κλείνει κατά τόν 9ο αἰῶνα, ὁπότε καί ἡ περιοχή κατακτᾶται σταδιακά ἀπό τούς Ἄραβες, ἀφήνοντας ὅµως ἔντονα τά ἴχνη καί τήν ἐπίδρασή της σέ ὅλες τίς κοινωνικοοικονοµικές δοµές τῆς περιοχῆς, τήν τέχνη, τήν ἐκκλησιαστική καί µοναστική ζωή καί, ἐν γένει, στόν πολιτισµό καί τήν καθηµερινή ζωή τῶν ἀνθρώπων.
Ἀραβική κατάκτηση (9ος – 11ος αἰώνας) Ἡ ἄνθηση τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισµοῦ, πού ἄρχισε τόν 6ο αἰῶνα στή Νότια Ἰταλία ὡς συνέχεια τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ, ἀνακόπηκε βίαια κατά τόν 9ο αἰῶνα, λόγω τῶν συνεχόµενων ἀραβικῶν ἐπιδροµῶν πού ἔπλητταν τήν ἐποχή ἐκείνη ὅλη σχεδόν τή Μεσόγειο, παρά τίς προσπάθειες τῶν Βυζαντινῶν νά τούς ἀναχαιτίσουν. Ἤδη, τό 740, τό νησάκι τῆς Παντελλερίας κατακτήθηκε ὁλοκληρωτικά, ἐνῶ οἱ Συρακοῦσες ἀναγκάζονται νά πληρώσουν λύτρα γιά νά ἐξαγοράσουν τήν ἐλευθερία τους. Τό 813 οἱ Ἄραβες κυριεύουν καί λεηλατοῦν τό Ρήγιο τῆς Καλαβρίας, καί τό 827 περνοῦν στή Σικελία –ἀπό τίς ἀκτές τῆς Βορείου Ἀφρικῆς– καί κατακτοῦν διαδοχικά τό νησί, ἀφανίζοντας πόλεις, χωριά καί µοναστήρια, καί σκορπίζοντας τόν τρόµο καί τήν καταστροφή στό πέρασµά τους. Τό Παλέρµο πέφτει τό 831, ἡ Μεσσήνη τό 843, ἡ Ἔννα τό 859 καί οἱ Συρακοῦσες τό 878. Τό 902 ὁ Ἰµπραήµ Β΄ λεηλατεῖ τήν Κοσέντζα τῆς Καλαβρίας καί τό 918 κατακτᾶ τό Ρήγιο. Τό 982, στή µάχη τοῦ Στῦλο στήν Καλαβρία οἱ ἀραβικές δυνάµεις νικοῦν τόν στρατό τοῦ Γερµανοῦ βασιλιᾶ Ὄθωνα Β΄ καί τόν τρέπουν σέ φυγή. Ἡ µοναδική περιοχή πού ἐπιµένει νά ἀντιστέκεται εἶναι ἡ ὀρεινή ἀνατολική Σικελία, ἡ ὁποία περιµένει µάταια τή βοήθεια τῶν Βυζαντινῶν ἀπό τή Βασιλεύουσα. Τό 902 κυριεύεται καί λεηλατεῖται ἡ Ταυροµενία καί, τέλος, τό 965, πέφτει τελευταία ἡ ἀπόρθητη Ροµέττα, κοντά στή Μεσσήνη. Γιά δύο καί πλέον αἰῶνες, ὁ - 41 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
Ἰταλικός Νότος θά ὑποφέρει κάτω ἀπό τόν βαρύ ζυγό καί τόν φόβο πού προκαλοῦν οἱ ἀνελέητοι ἀπόγονοι τῆς Ἄγαρ. Μάταια ὁ στρατηγός Γεώργιος Μανιάκης, τό 1038, προσπαθεῖ νά τούς ἀποµακρύνει ἀπό τή Σικελία. Σύντοµα, ἀναγκάζεται νά ἐπιστρέψει στήν Κωνσταντινούπολη, µεταφέροντας ἐκεῖ πολλά λείψανα Σικελιωτῶν Ἁγίων (Ἁγίας Ἀγάθης, Ἁγίας Λουκίας κ.λπ.), προκειµένου νά τά σώσει ἀπό τή λεηλασία καί τόν ἀφανισµό. Τήν ἐποχή αὐτή ἀναδεικνύονται πολλές περιπτώσεις ἐπισκόπων, κληρικῶν, µοναχῶν καί λαϊκῶν, οἱ ὁποῖοι δίδουν µαρτυρία πίστεως, ἀρνούµενοι τόν ἐξισλαµισµό καί ἀντιµετωπίζοντας µέ ἡρωισµό τίς θηριωδίες καί τά βασανιστήρια τῶν µουσουλµάνων. Ἀρκετοί εἶναι οἱ µοναχοί –ἀλλά καί οἱ λαϊκοί– πού ἀναγκάζονται νά καταφύγουν στήν Καλαβρία, στή Βόρεια Ἰταλία ἀλλά καί στήν Ἑλλάδα, δίνοντας µιά νέα ἄνθηση στό µοναχισµό, ἀλλά καί γενικότερα στήν πνευµατική καί κοινωνική ζωή τῶν περιοχῶν αὐτῶν. Ἱδρύονται καί ἀνακαινίζονται ὀνοµαστά µοναστικά κέντρα, ὅπως τό Μερκούριον, τό Λατινιάνον, ἡ - 42 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
Μασάφρα, ἡ Ματέρα, ἡ περιοχή τῶν Σαλίνων καί τοῦ ὄρους Ἀσπροµόντε. Ἀναδεικνύονται, ἐπίσης, πάρα πολλές µορφές Ἑλληνο-καλαβρο-σικελῶν ἁγίων, µερικοί ἐκ τῶν ὁποίων πέρασαν καί ἀπό τήν Ἑλλάδα (Ἅγιος Φαντῖνος, Ἠλίας ὁ Νέος, Ἠλίας ὁ Σπηλαιώτης, Ἀρσένιος τοῦ Ρηγίου κ.ἄ.). Οἱ ἅγιοι αὐτοί ἀνέπτυξαν σπουδαία κοινωνική καί φιλανθρωπική δράση στά σκοτεινά χρόνια τῆς ἀραβικῆς κατάκτησης, στηρίζοντας καί ἐνισχύοντας στήν πίστη τόν δοκιµαζόµενο χριστιανικό πληθυσµό, µορφώνοντας τούς νέους στά µοναστήρια, διδάσκοντας τή σταθερότητα στίς παραδόσεις καί ἐνδυναµώνοντας τό φρόνηµα τοῦ λαοῦ. Ἐπειδή, ὅµως, οὔτε στήν Καλαβρία ὑπῆρχε ἀσφάλεια, πολλοί µοναχοί καταφεύγουν βορειότερα στήν Κεντρική Ἰταλία, στή Ρώµη, καί φθάνουν ἕως καί τή Γερµανία10, ὅπου καί ἱδρύουν ἑλληνικά µοναστήρια, τά ὁποῖα ἀποτελοῦν φάρους τοῦ ἑλληνορθόδοξου πολιτισµοῦ στή Μεσαιωνική Δύση. Τελικά, ἡ πολύπαθη Μεγάλη Ἑλλάδα, ἀποδυναµωµένη ἀπό τήν ἀραβική κατάκτηση καί βία, δέν ἄργησε νά πέσει στά χέρια τῶν Νορµανδῶν (Βίκινγκς) ἐπιδροµέων, κατά τόν 11ο αἰῶνα. Ἀρχίζει ἔτσι ἡ ἀντίστροφη µέτρηση γιά τόν Ἑλληνισµό τῆς Κάτω Ἰταλίας.
Νορμανδική κατάκτηση (1071 – 13ος αἰώνας) Ἤδη, ἀπό τόν 10ο αἰῶνα, οἱ Γερµανοί µέ τόν βασιλιά Ὄθωνα Α΄ (936-973) ἐπιχειροῦν νά ἐπεκτείνουν τήν κυριαρχία τους στή νότια Ἰταλική Χερσόνησο. Τήν ἴδια πολιτική συνεχίζει καί ὁ υἱός του, Ὄθων Β΄, ὁ ὁποῖος κατακτᾶ τή βυζαντινή Ἀπουλία, νικᾶται ὅµως τό 982 στό 10. Ὁ Καλαβρός Ὅσιος Γρηγόριος τοῦ Κασσάνο µαζί µέ δώδεκα Ἕλληνες µοναχούς ἵδρυσε στό Ἀκυΐσγρανο (σηµερινό Aachen) τήν ἑλληνική Μονή τῶν Ἁγίων Ἀπολλιναρίου καί Νικολάου, ἡ ὁποία παρέµεινε ὀρθόδοξη µέχρι τό 1220, ὁπότε καί περιῆλθε στήν κατοχή τῶν Βενεδικτίνων µοναχῶν.
- 43 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
Στῦλο τῆς Καλαβρίας ἀπό τούς µουσουλµάνους. Ὁ κίνδυνος ἀπό τόν Βορρᾶ, βέβαια, δέν σταµάτησε οὔτε κατά τή βασιλεία τοῦ Ὄθωνα Γ΄(983-1002). Κατά τόν 11ο αἰῶνα ἔρχονται στό προσκήνιο οἱ Νορµανδοί («οἱ ἄνθρωποι τοῦ Βορρᾶ»), λαός ἄξεστος καί σκληροτράχηλος. Κατά τή Σύνοδο τοῦ Μέλφι (23 Αὐγούστου 1059) ἔδωσαν ὑπόσχεση στόν πάπα τῆς Ρώµης νά κατακτήσουν γιά λογαριασµό του τίς περιοχές τῆς Νοτίου Ἰταλίας καί νά ὑποτάξουν τούς ἑλληνορθοδόξους πληθυσµούς στήν Παπική Ἐκκλησία. Πρέπει νά σηµειωθεῖ πώς, τό Σχίσµα τοῦ 1054 δέν ἐπέφερε σηµαντικές ἀλλαγές στήν ἐκκλησιαστική ζωή τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας, καθώς καί ὁ κλῆρος καί ὁ λαός συνέχισαν νά εἶναι Ὀρθόδοξοι γιά ἀκόµη δύο περίπου αἰῶνες. Τό 1071 ὁλοκληρώνεται ἡ κατάκτηση τῆς Νοτίου Ἰταλίας ἀπό τούς Νορµανδούς, ἀφοῦ πέφτει καί τό τελευταῖο προπύργιο τῶν Βυζαντινῶν, τό Μπάρι, καί ἱδρύεται τό βασίλειο τῶν «Δύο Σικελιῶν». Τό 1072, οἱ Νορµανδοί µέ ἀρχηγό τόν Ροβέρτο Γυισκάρδο καί τόν ἀδελφό του Ρογῆρο, ἀφοῦ ἐλευθερώνουν ὁλόκληρη τή Σικελία καί ἐκδιώκουν τούς Ἄραβες, εἰσέρχονται στό Παλέρµο, τό ὁποῖο ἐπιλέγουν ὡς πρωτεύουσα τοῦ βασιλείου τους. Βρίσκουν, µάλιστα, τόν Ἕλληνα ἐπίσκοπο Νικόδηµο, ὁ ὁποῖος εἶχε καταφύγει στά βουνά καί τόν ξανατοποθετοῦν στή μητρόπολή του. Οἱ Ἕλληνες τῆς Κάτω Ἰταλίας βρέθηκαν στήν - 44 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
ὀδυνηρή θέση νά ὑπάγονται στήν ἐξουσία τῶν Λατίνων Νορµανδῶν καί ἐκκλησιαστικά στή δικαιοδοσία τοῦ πάπα. Στήν ἀρχή, οἱ Νορµανδοί ἄρχοντες δέν πίεζαν ἰδιαίτερα τούς Ὀρθοδόξους σέ θέµατα πίστεως καί γλώσσας, φρόντιζαν δέ νά εἶναι φιλικοί µαζί τους γιά νά παγιώσουν τήν ἐξουσία τους. Ὑπῆρξαν, µάλιστα, περιπτώσεις πού οἱ Νορµανδοί ἵδρυσαν ὀρθόδοξες µονές, ὅπως τοῦ Ἁγίου Νικολάου Κασούλων στό Ὀτράντο καί τοῦ Σωτῆρος στή Μεσσήνη11. Ἐν τούτοις, ἡ ἐκκλησιαστική πολιτική τῶν κατακτητῶν, καί ἰδιαίτερα τοῦ Ρογήρου τοῦ Α΄, ἦταν νά ἀντικαταστήσει σταδιακά ὅλους τούς Ὀρθοδόξους ἐπισκόπους µέ Λατίνους καί νά ἱδρύσει πολλές νέες λατινικές ἐπισκοπές καί ἀββαεῖα, ὥστε νά ἀνακόψει τούς Ἕλληνες ντόπιους κατοίκους ἀπό τήν προσήλωσή τους στήν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ λατινική κυριαρχία δέν ἑδραιώθηκε µέ εὐκολία. Ἀρκετοί Ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι πού ἀποµακρύνθηκαν ἀπό τίς ἕδρες τους, συνέχισαν νά ποιµαίνουν τούς ἑλληνορθόδοξους καί νά χειροτονοῦν ἱερεῖς ὡς περιοδεύοντες ἐπίσκοποι –ὅπως, ἐπί παραδείγµατι, ὁ Ἅγιος Λουκᾶς ὁ Γραµµατικός (10 Δεκεµβρίου). Πολλοί ὑποψήφιοι ἱερεῖς, ἐπίσης, ταξίδευαν σέ Ὀρθόδοξες χῶρες, ὥστε νά χειροτονηθοῦν ἀπό Ὀρθοδόξους ἐπισκόπους καί νά ἐπιστρέψουν πίσω, µεταφέροντας, µάλιστα, καί τό Ἅγιο Μύρο γιά τίς βαπτίσεις. Κλῆρος καί λαός ἐν γένει, ἄν καί ἐπιφανειακά ἦταν ὑπό λατινική διοίκηση, παρέµειναν Ὀρθόδοξοι, ἀναγνωρίζοντας µόνο τήν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Διαφορετική ἦταν ἡ κατάσταση γιά τά ἑλληνικά µοναστήρια, λόγω τῆς εὔνοιας πού ἔδειξαν γι’ αὐτά οἱ Νορµανδοί ἡγεµόνες, ὅπως ὁ Ρο11. Ἡ Μονή τοῦ Σωτῆρος τῆς Μεσσήνης ὁλοκληρώθηκε τό 1132 καί ἐξελίχθηκε σέ ἕνα ἀπό τά σηµαντικότερα µοναστήρια τῆς Κάτω Ἰταλίας. Ἦταν ἕδρα Ἕλληνα Ἀρχιµανδρίτου, ὁ ὁποῖος ἤλεγχε πάνω ἀπό πενήντα ἑλληνορθόδοξα µοναστήρια τῆς Σικελίας καί τῆς Καλαβρίας. Ἀπό τό 1180 οἱ µοναχοί διατηροῦσαν Λεπροκοµεῖο στήν Catona ἐπ’ ὀνόματι «τοῦ Ἁγίου Λαζάρου». Τό 1540, ὁ Γερµανός Αὐτοκράτορας Κάρολος Ε΄ κατέστρεψε τό παλαιό µοναστήρι, θέλοντας νά κατασκευάσει τό λιµάνι τῆς Μεσσήνης καί τό ξαναέχτισε στήν ἄκρη τοῦ λιµανιοῦ, κοντά στόν Φάρο (in Lingua Fari). Τό 1908 ἡ μονή καταστράφηκε ἀπό τόν φοβερό σεισµό τῆς Μεσσήνης, χάθηκε ἡ περίφηµη Βιβλιοθήκη της καί ὁ τίτλος τοῦ Ἀρχιµανδρίτου διατηρήθηκε στή φήµη τοῦ ρωµαιοκαθολικοῦ ἐπισκόπου τῆς Μεσσήνης.
- 45 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
γῆρος Α΄, ὁ ὁποῖος ἵδρυσε καί ἀνακαίνισε πάνω ἀπό εἴκοσι, χορηγώντας τους µάλιστα προνόµια καί ἀνεξαρτησία ἀπό τούς Λατίνους ἐπισκόπους. Τήν ἴδια πολιτική ἀκολούθησε καί ὁ Ρογῆρος Β΄ (1112-1154), χτίζοντας καί ἀνακαινίζοντας πάνω ἀπό τριάντα ἑλληνικά µοναστήρια. Ὡστόσο, ἡ ἄνθηση αὐτή τῶν µοναστηριῶν καί ἡ διατήρηση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως δέν ἄρεσε στή Ρωµαιοκαθολική Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἔλαβε µέτρα γιά τόν «ἐκλατινισµό» τῶν Ἑλλήνων. Ἄρχισαν οἱ πιέσεις καί οἱ διώξεις µοναχῶν καί κληρικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀντιστέκονταν στήν ἐνσωµάτωσή τους στή Λατινική Ἐκκλησία, καί χρησιµοποιήθηκε ἡ «οὐνία»12 ὡς µέσον ὑποταγῆς τῶν Ὀρθοδόξων στήν παπική ἐξουσία. Ἐκτός ἀπό τήν οὐνία, ἕνα ἄλλο ἐπαχθές µέσο δίωξης τῶν ἑλληνορθοδόξων ἦταν καί ἡ γνωστή Ἱερά Ἐξέταση. Ἤδη, ἀπό τό 1268, ὁ Κάρολος d’ Angio διόρισε τέσσερεις Δοµινικανούς µοναχούς ὡς «Μεγάλους Ἱεροεξεταστές», οἱ ὁποῖοι ἀσχολήθηκαν καί µέ περιπτώσεις Ὀρθοδόξων, ὅπως ἡ περίφηµη Μονή τοῦ Σωτῆρος τῆς Μεσσήνης, πού «ἐξετάσθηκε» τό 1269. Ἀλλά καί ἡ ἴδια ἡ Ἁγία Ἕδρα δέν ἄργησε νά ἐπιληφθεῖ τοῦ θέµατος. Τό 1289, ὁ πάπας Νικόλαος Δ΄ ἱδρύει καί ἐπίσηµα τήν Ἱερά Ἐξέταση στή Νότια Ἰταλία γιά νά ἀσχοληθεῖ µέ τούς διάφορους αἱρετικούς, ἀνάµεσα στούς ὁποίους συγκαταλέγονταν καί οἱ Ὀρθόδοξοι ὡς «µή ἀναγνωρίζοντες» τό Filioque, τή χρήση τῶν ἀζύµων καί τό παπικό πρωτεῖο. Στή Σύνοδο τοῦ Μέλφι, πού συγκλήθηκε τό 1284, ἐλήφθησαν ἐπίσης αὐστηρά µέτρα κατά τῶν «σχισµατικῶν Ἑλλήνων», µέ σκοπό εἴτε τήν πλήρη ἀφοµοίωση εἴτε τήν ἀποµόνωσή τους. Ἀποφασίσθηκε, λοιπόν, ἡ προσθήκη τοῦ Filioque σέ ὅλα τά λειτουργικά βιβλία τῶν Ὀρθοδόξων, ἡ ἀπαγόρευση νά γίνει κάποιος Ὀρθόδοξος κληρικός ἄν καί οἱ δύο γονεῖς του δέν ἦταν Ἕλληνες, ἡ ἀπαγόρευση τῶν Ἑλλήνων κληρικῶν νά λειτουργοῦν σέ Καθολικούς ναούς, καθώς καί ὁ κατ’ ἔτος ἔλεγχος, ἀπό Λατίνους ἐπισκόπους, τῆς τήρησης τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνόδου. 12. Σύµφωνα µέ τόν πρωτοπρεσβύτερο π. Γεώργιο Μεταλληνό, ὡς Οὐνία ὁρίζεται «τό θρησκευτικό καί πολιτικό σχῆµα, πού δηµιουργήθηκε ἀπό τούς ἰθύνοντες τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τόν Παπισµό, γιά τόν ἐκδυτικισµό τῆς µή λατινικῆς Ἀνατολῆς, τήν πνευµατικοπολιτική δηλαδή ὑποταγή της στήν ἐξουσία τοῦ Πάπα».
- 46 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
Μέ τήν πάροδο τῶν ἐτῶν, βέβαια, τά µέτρα τῶν Λατίνων γίνονταν ὅλο καί αὐστηρότερα, µέ ἀποκορύφωµα τήν ἐποχή τοῦ πάπα Κλήµεντος Ε΄ (1305-1317), ὅπου αὐξάνονται καί οἱ µαρτυρίες καί τά στοιχεῖα γιά τούς Ὀρθοδόξους, θύµατα τῆς Ἱερᾶς Ἐξέτασης. Ἄρχισε, ἔτσι, µιά σκοτεινή γιά τόν Ἑλληνισµό καί τήν Ὀρθοδοξία τῆς Νοτίου Ἰταλίας ἐποχή καί ἕνας ἄνισος ἀγῶνας ἐπιβίωσης τοῦ ἑλληνοϊταλικοῦ µοναχισµοῦ, ὁ ὁποῖος πέρασε στήν «παρανοµία», τή συρρίκνωση καί τή βαθµιαία του διάλυση. Ταυτόχρονα, ἄρχισε ἀπό τήν ἀντίθετη πλευρά ἡ διείσδυση τῶν νέων µοναχικῶν ταγµάτων τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας (Καρθουσιανοί, Κιστερσιανοί, Ὀλιβετάνοι, Καρµελιτάνοι, Αὐγουστινιανοί, Φραγκισκανοί, Δοµινικανοί, Μίνιµοι κ.ἄ.). Τά τάγµατα αὐτά ἀλλοίωσαν τή γνήσια ὀρθόδοξη µοναστική παράδοση καί πρότειναν νέες µορφές καί ἰδεώδη µοναχισµοῦ. Γιά τούς Ὀρθοδόξους µοναχούς συστάθηκε τό νέο τάγµα τῶν «Βασιλειανῶν»13, τό ὁποῖο δραστηριοποιεῖται µέχρι σήµερα στά πλαίσια τῆς Ρωµαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, µέ ἀντιπροσωπευτικότερο τό περίφηµο µοναστήρι τῆς Κρυπτοφέρρης, κοντά στή Ρώµη. Μολαταῦτα, ἡ περίοδος αὐτή τῆς νορµανδικῆς κατάκτησης τῆς Νοτίου Ἰταλίας ἔχει νά ἀναδείξει –ἀπό τήν πλευρά τῆς βυζαντινῆς τέχνης– ἀξιοσηµείωτη ἄνθηση, ἡ ὁποία ὀφείλεται στήν προσπάθεια τῶν Νορµανδῶν βασιλέων νά µιµηθοῦν τή µεγαλοπρέπεια τῆς Βυζαντινῆς Αὐλῆς. Ἀπό τά σηµαντικότερα µνηµεῖα αὐτῆς τῆς ἐποχῆς ξεχωρίζουν ἡ Cefalù, τό Monreale, πολλές ἐκκλησίες στό Παλέρµο (Martorana, Cappella Palatina κ.ἄ.) καί τή Μεσσήνη, µέ τά µνηµειώδη ψηφιδωτά, φτιαγµένα ἀπό τεχνῖτες πού ἔφεραν ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη. Λόγιοι ἐπίσης Ἕλληνες µοναχοί, προερχόµενοι ἀπό τήν Κάτω Ἰταλία, διαπρέπουν στά γράµµατα καί στή διανόηση, µέχρι τήν ἀρχή τῆς Ἀναγέννησης σέ ὅλη τήν Εὐρώπη. Ἀξίζει ἐδῶ νά θυµηθοῦµε τόν, γνωστό σέ ὅλους µας, οὑµανιστή µοναχό Βαρλαάµ τόν Καλαβρό, ὁ ὁποῖος, 13. Ὁ ὅρος «Βασιλειανοί» ἤ «Τάγµα τοῦ Ἁγίου Βασιλείου», ὁ ὁποῖος ἀποδόθηκε στόν ἑλληνόφωνο µοναχισµό τῆς Κάτω Ἰταλίας, ἀποτελεῖ ἐπινόηση µεταγενεστέρων Λατίνων συγγραφέων. Ἡ ἀνατολική παράδοση δέν γνωρίζει ξεχωριστά «τάγµατα», µέ διαφορετικές παραδόσεις καί σκοπούς τό κάθε ἕνα.
- 47 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
λόγω τῆς τεράστιας µόρφωσής του, διορίσθηκε Καθηγητής στό Πανεπιστήµιο τῆς Κωνσταντινουπόλεως (ἐπί Ἀνδρονίκου Γ΄ Παλαιολόγου), µέχρι τήν ἀντιπαράθεσή του µέ τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαµᾶ, ἀλλά καί τόν ἐπίσης Ἕλληνα λόγιο ἀπό τήν Καλαβρία, Λεόντιο Πιλᾶτο, ὁ ὁποῖος δίδασκε ἀρχαῖα ἑλληνικά στόν Πετράρχη καί τόν Βοκκάκιο, καί ὁ ὁποῖος µετέφρασε τά ὁµηρικά ἔπη στά λατινικά, καθιστώντας τα ἔτσι γνωστά στούς ὑπόλοιπους Εὐρωπαίους.
Ἡ παρακμή (13ος – 16ος αἰώνας) Μέ τήν ἄνοδο στήν ἐξουσία τῶν Γάλλων Ἀνδεγαυῶν καί τῶν Ἱσπανῶν Ἀραγώνων, ἡ κατάσταση γιά τούς Ἕλληνες τῆς Κάτω Ἰταλίας γίνεται ὁλοένα ἀσφυκτικότερη. Ὁ λατινικός κλῆρος εἶναι πλέον φανερά ἐχθρικός καί καταπιεστικός ἀπέναντι στούς «αἱρετικούς καί σχισµατικούς» Ἕλληνες, ἰδιαίτερα µετά τή Σύνοδο τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας. Οἱ Ὀρθόδοξοι Ἰταλιῶτες Ρωµιοί αἰσθάνονται ὁλοένα καί περισσότερο ἀποµονωµένοι, περιθωριοποιηµένοι καί ἐγκαταλελειµµένοι ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη, ἡ ὁποία ἀνεβαίνει τόν δικό της Γολγοθᾶ καί δέν ἔχει πλέον τή δυνατότητα νά βοηθήσει τά πέραν τοῦ Ἰονίου παιδιά της. Ὁ ἑλληνικός κλῆρος, µή ἔχοντας πλέον Ὀρθοδόξους ἐπισκόπους, ἀλλά καί τή δυνατότητα νά ἀποκτᾶ τήν ἀπαραίτητη µόρφωση καί καλλιέργεια, ἄρχισε νά παρακµάζει καί νά µειώνεται, µαζί µέ τόν µοναχισµό. Σηµαντικό πλῆγµα εἶναι ἡ καταστροφή ἀπό τούς Τούρκους τοῦ πνευµατικοῦ πνεύµονα τῆς Κάτω Ἰταλίας, τῆς Μονῆς τῶν Κασούλων, τό 1480, καθώς καί τῆς ἐκεῖ σηµαντικότατης Βιβλιοθήκης. Ὁ καρδινάλιος Βησσαρίων προσπαθεῖ νά µεταφέρει ὅσα περισσότερα χειρόγραφα µπορεῖ νά διασώσει ἀπό τά παρηκµασµένα ἑλληνικά μοναστήρια τῆς Κάτω Ἰταλίας στίς Βιβλιοθῆκες τῆς Ρώµης καί τῶν ἄλλων Ἰταλικῶν πόλεων τοῦ Βορρᾶ.
- 48 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
Στίς 29 Μαρτίου 1480, ὁ Ἕλληνας ἁγιορείτης µοναχός καί ἐπίσκοπος Ἱέρακος, Ἀθανάσιος Χαλκεόπουλος, µέ ἐπίσηµη πράξη στόν Καθεδρικό Ναό Κοιµήσεως τῆς Θεοτόκου τοῦ Ἱέρακος στήν Καλαβρία, καταργεῖ τό ἑλληνορθόδοξο Τυπικό καί εἰσάγει τό λατινικό. Ἦταν Μεγάλη Τετάρτη… ἡµέρα τῆς προδοσίας τοῦ Ἰούδα… Τό 1538, µέ ἐντολή τοῦ Ἱσπανοῦ βασιλέως Κάρολου Ε΄, κατεδαφίζεται ἡ περίφηµη Μονή τοῦ Σωτῆρος στή Μεσσήνη, ἕδρα τοῦ Ἕλληνα ἀρχιµανδρίτη, προκειµένου νά χτιστεῖ στή θέση της ἕνα φρούριο… To 1573, στίς 20 Ἰανουαρίου, τελεῖται ἡ τελευταία ἑλληνορθόδοξη λειτουργία στήν, ἀκόµα καί σήµερα, ἑλληνόφωνη χώρα τοῦ Βούα, στά βουνά τοῦ Ἀσπροµόντε τῆς Καλαβρίας. Πρωτεργάτης τοῦ ἀναγκαστικοῦ ἐκλατινισµοῦ, πάλι ἕνας Ἕλληνας ἐπίσκοπος, ὁ Κύπριος Ἰούλιος Σταυριανός… Τήν ἡµέρα τῆς Πεντηκοστῆς τοῦ 1579, στήν ἑλληνική Μονή τῶν Ἁγίων Ἠλιοῦ καί Φιλαρέτου τῆς Σεµινάρας στήν Καλαβρία, µέ τή βούλα Benedictus Dominus τοῦ πάπα Γρηγορίου τοῦ ΙΓ΄, ἱδρύεται τό Τάγµα τῶν Βασιλειανῶν Μοναχῶν τῆς Ἰταλίας, µέ πρότυπο τό Τάγµα τῶν Βενεδικτίνων μοναχῶν τῆς Ἁγίας Ἰουστίνης τῆς Πάδοβα! Εἶναι ὁ ἐπίλογος τοῦ ἔνδοξου ἰταλοελληνικοῦ μοναχισµοῦ. Πλέον, ἐκτός ἀπό τή χρήση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας στίς ἀκολουθίες, καί… τή µακριά γενειάδα, τίποτα δέν θά θυµίζει τόν γνήσιο, ἀσκητικό, ἡσυχαστικό, νηπτικό, ἑλληνορθόδοξο µοναχισµό τῶν Ἰταλιωτῶν ὁσίων Πατέρων… Μέ τήν παρακµή καί τήν ἐξάλειψη τοῦ ἑλληνορθόδοξου πολιτισµοῦ στήν περιοχή, λησμονήθηκαν δυστυχῶς καί ὅλα ἐκεῖνα τά στοιχεῖα καί οἱ ἀξίες τῆς πνευµατικῆς, λειτουργικῆς, ἀσκητικῆς καί καλλιτεχνικῆς ζωῆς, τά τόσο σηµαντικά γιά ὁλόκληρο τόν εὐρωπαϊκό πολιτισµό, ἀλλά καί τήν ταυτότητα καί τή νοηµατοδότηση τῆς ζωῆς τῶν σηµερινῶν Ἰταλῶν κατοίκων.
- 49 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
- 50 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
Ἡ Βυζαντινή Ἀπουλία
Ἡ Βυζαντινή Καλαβρία
Ἡ Βυζαντινή Σικελία
- 51 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
Ὁ Ἑλληνισμός στήν Κάτω Ἰταλία μετά τήν Ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως – τά Ἀρβανιτοχώρια.
Μετά τήν Ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅλα ἔδειχναν νά σβήνουν γιά τόν Ἑλληνισμό καί τήν Ὀρθοδοξία στή Μεγάλη Ἑλλάδα. Τά ἱστορικά δεδομένα, ὅμως, ὅπως διαμορφώθηκαν μετά τίς νέες δραματικές ἐξελίξεις, εὐνόησαν καί τόνωσαν κατά κάποιο τρόπο τό ἑλληνορθόδοξο στοιχεῖο τῶν περιοχῶν αὐτῶν. Τήν ὀθωμανική κατάκτηση τῶν ἀστικῶν κέντρων τῆς Ἀνατολῆς, ἀκολουθεῖ ἡ φυγή πολλῶν Ἑλλήνων λογίων καί καλλιτεχνῶν στή Δύση. Αὐτοί συμβάλλουν μέ τήν παρουσία τους στήν καλλιέργεια τῶν ἑλληνικῶν σπουδῶν καί στή γνωριμία τῶν δυτικοευρωπαίων μέ τόν ἑλληνικό πολιτισμό, ἀνοίγοντας ἔτσι τόν δρόμο τῆς εὐρωπαϊκῆς Ἀναγέννησης. Μαζί τους φεύγουν πολλοί ὑπόδουλοι πού προσπαθοῦν νά συνεχίσουν τή ζωή τους στίς διάφορες εὐρωπαϊκές πόλεις. Ἔτσι, δημιουργοῦνται οἱ πρῶτες ἑλληνικές παροικίες σέ διάφορες πόλεις τῆς Ἰταλίας (Βενετία, Ἀνκόνα, Νάπολη, Τεργέστη, Ρώμη κ.ἄ.). Ἀντίστοιχα, καί στήν Κάτω Ἰταλία ἔχουμε τήν παρουσία Ἑλλήνων προσφύγων καί κάποιων λογίων πού ἀνανεώνουν τίς ἤδη ἐξασθενημένες ἰταλιώτικες κοινότητες. Στή Μεσσήνη τῆς Σικελίας, γιά παράδειγμα, ἔχουμε τήν παρουσία τοῦ ἀνθρωπιστή καρδινάλιου Βησσαρίωνα, τοῦ ἐπονομαζομένου cardinale niceno ὁ ὁποῖος ἀναλαμβάνει ὡς ἡγούμενος Commendatarius τῆς ἑλληνικῆς Μονῆς τοῦ Σωτῆρος1 καί στή συνέχεια τῆς Παναγίας τῆς Κρυπτοφέρης ὁ ὁποῖος συνέταξε τόν κανονισμό τῶν Βασιλιανῶν μοναχῶν τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας. Ἐπίσης, στήν ἴδια πόλη, οἱ λόγιοι Ἀνδρόνικος Γαλησιώτης (1461-1467) καί Κωνσταντῖνος Λάσκαρης (1468-1501) διδάσκουν τά ἑλληνικά γράμματα καί ἱδρύουν σχολές πού ἀποτελοῦν
1. Στόν καρδινάλιο Βησσαρίωνα ὀφείλεται ἡ διάσωση πολλῶν ἑλληνικῶν χειρογράφων ἀπό τή Νότιο Ἰταλία, τά ὁποῖα σήμερα φυλάσσονται στή Ρώμη, τή Βενετία καί σέ ἄλλες εὐρωπαϊκές Βιβλιοθῆκες.
- 52 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
κέντρα διάδοσης τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος2. Ὁ μεγάλος πόθος τῶν ὑπόδουλων Ρωμιῶν νά γλιτώσουν τά δεινά τῆς σκλαβιᾶς ἐνισχύει ὁλοένα καί περισσότερο τό ρεῦμα τῆς φυγῆς πρός τήν Ἰταλία. Ἔτσι, ὄχι μόνο λόγιοι καί ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων, ἀλλά καί πλῆθος λαοῦ, πολεμιστές καί ἁπλοί χωρικοί μέ τίς οἰκογένειές τους καταφεύγουν στά βουνά τῆς Νοτίου Ἰταλίας ἱδρύοντας νέα χωριά καί κοινότητες3. Ἰδιαίτερα μετά τόν θάνατο τοῦ Γεώργιου Καστριώτη ἤ Σκεντέρμπεη (1468), ἀρκετές χιλιάδες Ἀρβανῖτες ἀλλά καί ἑλληνόφωνοι Ρωμιοί ἀπό τήν Ἤπειρο, τήν Ἀλβανία ἀλλά καί τόν Μοριᾶ καί τήν Κρήτη περνοῦν στήν Καλαβρία καί τή Σικελία4. Ἐκεῖ ἀναμιγνύονται μέ τούς ντόπιους Μεγαλοελλαδῖτες κατοίκους ἐνισχύοντάς τους πληθυσμιακά ἀλλά καί πνευματικά στόν ἀγῶνα τους κατά τοῦ ἐκλατινισμοῦ5. Φαίνεται πώς σταδιακά τό μεγαλύτερο μέρος τῶν ἑλληνοφώνων προσφύγων, ἐγκατέλειψε τά ὀρεινά χωριά τῆς ἐνδοχώρας καί στράφηκε στίς μεγάλες πόλεις Παλέρμο, Μεσσήνη, Νάπολη, ὅπου ἡ παρουσία Ἑλλήνων ἦταν ἤδη παγιωμένη. Ὡς ἀποτέλεσμα, τά Ἀρβανιτοχώρια ἀπέκτησαν γλωσσική ὁμοιογένεια μέ ἐπικράτηση τῆς ἀρβανίτικης γλώσσας. Ἡ παρουσία τῶν ἑλληνοαλβανικῶν αὐτῶν πληθυσμῶν τόνωσε, ἴσως γιά τελευταία φορά, τήν παρουσία τοῦ ἑλληνορθόδοξου βίου στήν Κάτω Ἰταλία. Οἱ ἑλληνοαλβανικές αὐτές κοινότητες πού δημιουργήθηκαν κατά τούς αἰῶνες πού ἀκολούθησαν τήν Ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐπιβιώνουν μέχρι σήμερα μέ πληθυσμό πού ἀνέρχεται σέ δεκάδες χιλιάδες κατοίκους. Τά περισσότερα χωριά εἶναι «ἑλληνόρρυθμα», διατηροῦν δηλαδή ἀκόμα τό τυπικό καί τή λειτουργική γλῶσσα τῆς Ἑλληνορθόδοξης Ἐκκλησίας (ἔχοντας ἐπικρατήσει ἡ οὐνία de facto καί ὄχι 2. Ἀπόστολου Βακαλόπουλου, Ἱστορία τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, τόμος Α΄, Ἐκδόσεις Σταμούλη 2003, σελ. 376 κ.ἑ. 3. Τό 1487, ἐπί Φερδινάνδου τοῦ Α΄ στό Βασίλειο τῆς Νεαπόλεως ὑπηρετοῦσαν 5000 Ὀρθόδοξοι Ἑλληνοαλβανοί στρατιῶτες. 4. Onofrio Buccola, La colonia greco – albanese di Mezzojuso, origine – vicente e progresso, Palermo 1909, σελ. 11-14 καί 31. 5. P. P. Rodotà, Dell΄ origine, progresso e stato presente del Rito Greco in Italia, Rome 1763, τόμος 3ος σελ. 60-61.
- 53 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
καί de jure). Παρά τήν ἀντίδραση καί τή συνεχῆ καταπίεση ἀπό μέρους τῶν Λατίνων κληρικῶν, κατάφεραν νά διατηρήσουν τή θρησκευτική καί πολιτιστική τους ταυτότητα. Εἶναι συγκινητικός ὁ συχνά αἱματηρός θρησκευτικός τους ἀγῶνας γιά νά διατηρήσουν τήν ἑλληνορθόδοξη θρησκευτική τους φυσιογνωμία καί νά παραμείνουν ἐνταγμένοι στή μητέρα τους Ἐκκλησία, τό πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως. Τό 1588, στή Μεσσήνη τῆς Σικελίας, τέθηκε τό δίλημμα σέ ὅλους τούς Ὀρθοδόξους κληρικούς τῆς Κάτω Ἰταλίας, εἴτε νά ἀποδεχθοῦν τήν ἕνωση μέ τήν Καθολική Ἐκκλησία ἤ νά φύγουν. Πολλοί τότε κληρικοί ἀναγκάστηκαν νά ἀποδημήσουν στήν Ἀνατολή, ἐνῶ οἱ ὑπόλοιποι ἔχασαν τή θρησκευτική τους ἀνεξαρτησία6. Τελικά, μόλις τό 1919 ἱδρύθηκαν στό Lungro τῆς Καλαβρίας καί τό 1938 στήν Piana dei Greci τῆς Σικελίας (πού ὁ Μουσολίνι μετονόμασε τό 1939 σέ Piana degli Albanesi) ἀντίστοιχες ἐπισκοπές πού ἀνήκουν στή Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία καί διαποιμένουν τίς ἑλληνόρυθμες αὐτές κοινότητες τῶν Ἀρβανιτῶν. Ἰδιαίτερης ἱστορικῆς σημασίας ἦταν ἡ ἐπίσκεψη, τόν Σεπτέμβριο τοῦ 2019, τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου στά Ἀρβανιτοχώρια τῆς Καλαβρίας. Μιᾶς ἐπίσκεψης πού τόνωσε καί ἀνανέωσε τίς σχέσεις καί τούς δεσμούς τῶν κατοίκων τῶν χωριῶν αὐτῶν μέ τίς πνευματικές τους ρίζες καί μέ τή μητέρα Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Μέχρι σήμερα, στά δημοτικά τους τραγούδια, οἱ ἀπόδημοι αὐτοί Ρωμιοί, νοσταλγοῦν τίς πατρίδες τους στήν Ἀνατολή, καί τό τραγούδι Moj Bukura Moré (Ὡραῖε μου Μοριά) ἀποτελεῖ, θά λέγαμε, τόν ἐθνικό τους ὕμνο. Οἱ ἐπιδράσεις τῆς ἰταλικῆς γλώσσας καί κουλτούρας τούς ἔχουν βέβαια ἐπηρεάσει σημαντικά, χωρίς ὅμως νά ἔχουν ἀλλοιώσει τά ἤθη, τά ἔθιμα, τή γλῶσσα καί τήν ἰδιαίτερη ταυτότητα τῶν κοινοτήτων αὐτῶν πού συνεχίζουν τή ζωή τους στόν χῶρο τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας.
6. Ἀπόστολου Βακαλόπουλου, Ἱστορία τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, Ἐκδόσεις Ἡρόδοτος, τόμος Β΄, σελ. 76-83, καί τόμος Γ΄, σελ. 183-185.
- 54 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
- 55 -
Θεοτόκος Δεομένη (Ἁγιοσορίτισσα). Βυζαντινό ψηφιδωτό στό Ἐκκλησιαστικό Μουσεῖο τῆς Πανόρμου στή Σικελία.
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ
1 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ Τῇ Α´ τοῦ αὐτοῦ µηνός, μνήµη τῶν Ἁγίων μαρτύρων καὶ αὐτα-
δέλφων Εὐόδου, Καλλίστης καὶ Ἑρµογένους τῶν ἐκ Συρακου-
σῶν. Ἡ μνήμη τους καταγράφεται σέ ὅλα τά Μηναῖα καί τούς Συναξαριστές
τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Σύµφωνα µέ κάποια παλαιά µαρτυρολόγια, τά ὁποῖα ἐξέδωσε ὁ λόγιος Ottavio Gaetani1, οἱ τρεῖς αὐτοί µάρτυρες κατάγονταν ἀπό τίς Συρακοῦσες τῆς Σικελίας. Ἀπό τόν Συναξαριστή τοῦ Ἁγίου Νικοδήµου, παραθέτουµε τό παρακάτω ὑπόµνηµα τοῦ µαρτυρίου τους: «Oὗτοι οἱ Ἅγιοι ἦτον ἀδελφοὶ κατὰ σάρκα. Ἕλληνες δὲ ὄντες τὸ γένος κατὰ τὸν καιρὸν τοῦ κηρύγµατος τῶν Ἀποστόλων, ἐπίστευσαν τῷ Xριστῷ καὶ ἀναγεννήθησαν διὰ τοῦ Ἁγίου Bαπτίσµατος. Ὅθεν καὶ ὡς Xριστιανοὶ ἐδιαβάλθησαν εἰς τὸν κατὰ τόπους ἄρχοντα. Παρασταθέντες δὲ εἰς αὐτόν, ἔδειξαν τὴν εὐγένειαν καὶ τὸ ἀνδρεῖον φρόνηµα τῶν ψυχῶν τους, ὁµολογήσαντες τὸν Xριστόν. Διὸ καὶ ἐκαταδικάσθησαν νὰ λάβουν τὸν διὰ ξίφους θάνατον. Kαὶ ἔτζι ἐτελείωσαν τὸν δρόµον τοῦ µαρτυρίου, καὶ ἀπῆλθον στεφανηφόροι εἰς τὰ Oὐράνια»2.
1. Ὁ Ottavio Gaetani (1566-1620) ὑπῆρξε ἰησουΐτης, λόγιος καί ἱστορικός. Θεωρεῖται ὁ ἱδρυτής τῆς Ἁγιολογίας στή Σικελία. Τό κυριότερο ἔργο του εἶναι τό Vitae Sanctorum Siculorum. 2. Ἁγίου Νικοδήµου ἁγιορείτου, Συναξαριστής τῶν δώδεκα µηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόµος Α΄. Ἐκδόσεις Δόµος, 2005.
- 57 -
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛ ΗΣ Ε ΛΛΑΔ ΑΣ
Oἱ Ἅγιοι Εὔοδος, Καλλίστη καί Ἑρμογένης.
Ἀπολυτίκιον, Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε. Οἱ Μάρτυρές σου, Κύριε, ἐν τῇ ἀθλήσει αὐτῶν, στεφάνους ἐκομίσαντο τῆς ἀφθαρσίας, ἐκ σοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· σχόντες γὰρ τὴν ἰσχύν σου, τοὺς τυράννους καθεῖλον· ἔθραυσαν καὶ δαιμόνων τὰ ἀνίσχυρα θράση. Αὐτῶν ταῖς ἱκεσίαις, Χριστὲ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
- 58 -
Σ ΕΠΤΕΜΒ Ρ ΙΟΣ
2 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ
Τῇ Β΄ τοῦ αὐτοῦ µηνός, ἡ σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἐν τῷ ὄρει τοῦ Ἀσπροµόντε τῆς Καλαβρίας (Madonna di Polsi).
Ἡ ἑορτή τῆς Παναγίας ἔχει τοπικό χαρακτῆρα καί ἀνάγεται στά βυζαντινά χρόνια.
Ἤδη ἀπό τή βυζαντινή ἐποχή, στό σηµεῖο πού βρίσκεται τό σηµερινό προσκύνηµα τῆς Θεοτόκου τοῦ Πόλσι, ὑπῆρχε βυζαντινό ἀσκητήριο. Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, τό ἀσκητήριο ἐγκαταλείφθηκε καί ὁ τόπος ἐρήµωσε. Τόν 11ο αἰῶνα, κάποιος βοσκός µε τό ὄνοµα Ἰταλός, ψάχνοντας στό σηµεῖο ἐκεῖνο γιά ἕνα χαµένο βόδι, βρῆκε ἕναν µεταλλικό σταυρό καί εἶδε τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἡ ὁποία τοῦ ζητοῦσε νά ἀνεγερθεῖ ἐκεῖ µία ἐκκλησία στό ὄνοµά της. Πράγµατι, ἐπανιδρύθηκε ἐκεῖ µοναστήρι πρός τιµήν της, τό ὁποῖο ἦταν ἑλληνικό µέχρι τόν 15ο αἰῶνα. Κάθε χρόνο, χιλιάδες Καλαβροί προστρέχουν στήν ἑορτή τῆς Παναγίας, ἡ ὁποία ἀπό τό ψηλό βουνό τοῦ Ἀσπροµόντε θυµίζει σέ ὅλους τό πάλαι ποτέ ἀσκητικό παρελθόν τοῦ τόπου καί τόν ἑλληνορθόδοξο µοναχισµό πού ἄνθισε ἐκεῖ γιά αἰῶνες. Τροπάριον τῆς Παναγίας, ἀπό τό Λειτουργικόν τῆς Κρυπτοφέρρης3. Ἦχος δ΄. Εὐλογητὸς εἶ, Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡµῶν, ὅτι ἐµεγάλυνας τὸ ἔλεός σου ἐν τῇ µονῇ τῆς ἀχράντου σου μητρός, ταῖς γὰρ αὐτῆς ἱκεσίαις ἐλυτρώσω ἐν τῷ βραχίονί σου τὴν ποίµνην σου, τῆς προσδοκίας τῶν περιστάσεων, διδοὺς ἰσχὺν τοῖς δούλοις σου, ὡς φιλάνθρωπος.
3. Λειτουργικόν σύν Θεῷ Ἁγίῳ, Κατά τήν τάξιν τοῦ τυπικοῦ τῆς πανσέπτου Μονῆς τῆς Κρυπτοφέρρης, Ναί µήν καί ἔθος τῶν Ἰταλογραικῶν Μοναζόντων τοῦ Μεγάλου Πατρός ἡµῶν Βασιλείου. Ρώµη, 1683.
- 59 -