Skip to main content

Το παγώνι στη σκεπή

Page 1

140 × 210  SPINE: 28.8  FLAPS: 70

Η σύντροφος του ζωγράφου Άγγελου Δετήνου, λίγες μέρες αφότου γεννάει κι ενώ βρίσκεται ακόμα στο μαιευτήριο, αποφασίζει να βάλει τέλος στη ζωή της ίδιας και του νεογέννητου μωρού της, καθώς μαθαίνει ότι εκείνο είναι άρρωστο. Έτσι, αρχίζει η οδύσσεια του Άγγελου. Το πένθος και η απώλεια τον σημαδεύουν εσωτερικά και εξωτερικά. Ακριβώς έναν χρόνο μετά, αφήνει με την ανατολή του ήλιου το σπίτι και εργαστήριό του στου Ψυρρή και ξεκινάει ένα οδοιπορικό που καταλήγει, με τη δύση του ήλιου, στο Καβούρι, πλάι στη θάλασσα. Κατά την πεζοπορία του, κάνει κάποιες στάσεις για να πάρει ανάσα ή για να αντιμετωπίσει πρόσωπα, ζωντανά ή νεκρά, που συνέβαλαν στη διαμόρφωσή του ως προσωπικότητα και καλλιτέχνη – άλλα θετικά και άλλα αρνητικά. Κυρίως συνδιαλέγεται νοερά με την αυτόχειρα σύντροφό του. Η διαχείριση της απώλειάς της, άλλωστε, είναι το μεγάλο του ζητούμενο. Πώς λύνεται αυτό το αίνιγμα; Πώς να μετρήσει το πένθος, την απώλεια, τον πόνο, την έκπτωσή του; Ποιο είναι το όριο όλων αυτών; Έναν χρόνο μετά, αυτός είναι ο ίδιος με τότε; Αναρωτιέται, είναι ζωντανός επειδή αναπνέει; Υπάρχει ως τι; Είναι οντότητα ή κάτι αόριστο, ίσως και αόρατο; ISBN 978-960-564-720-9 Διάσταση: 14×21 | Σελίδες: 654

ΦΩΤΟ: Δημ. Σακοράφας

Π

οιοι είναι οι τρεις μασκοφόροι που εισβάλλουν στο Θέατρο Ηρώδου του Αττικού, το Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου του 1980, την ώρα που ο διάσημος μαέστρος Κλάους φον Βέρνερ διευθύνει την Πέμπτη Συμφωνία του Μάλερ; Γιατί έχει ο καθένας μπροστά του από έναν όμηρο δεμένο με σκοινί, μ’ ένα όπλο καρφωμένο σε κάθε πλάτη, και ένα πράσινο σκυλί να τρέχει απ’ άκρη σ’ άκρη στη σκηνή; Ποιοι είναι οι μασκοφόροι με τις παράξενες μεταμφιέσεις που παραπέμπουν σε κόμικς του ’60 και του ’70 – Ζορό, Νυχτερίδα και Γάτα; Ποιος είναι, τελικά, αυτός ο γκροτέσκος θίασος; Και οι όμηροι; Τρεις ηλικιωμένοι άντρες, μόνο με τα εσώρουχά τους, έχοντας ο καθένας κρεμασμένο στο στήθος από ένα χαρτόνι που γράφει την ιδιότητά του: «ΠΑΠΑΣ», «ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑΣ», «ΔΑΣΚΑΛΟΣ». Πρόκειται για τρομοκράτες; Αναρχικούς; Ανισόρροπους; Και πώς συνδέονται οι τρεις μασκαρεμένοι μεταξύ τους; Τι τους ενώνει με τους τρεις ομήρους, που εκπροσωπούν θεσμούς της πολιτείας; Και ποια είναι η Μαντάμ Ρακί; Πού οφείλεται η πυρκαγιά που έπιασε στον σκουπιδότοπο του Ελαιώνα τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς του 1980 και κάηκε η καλύβα της κι αυτή μαζί; Ποιοι; Πότε; Πού; Τι; Γιατί; Οι απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα –και ακόμα περισσότερα– δίνονται στις σελίδες αυτού του βιβλίου.

Μάκης Συνοδινός

Διαβάστε επίσης...

Ο Μάκης Συνοδινός γεννήθηκε στην Πάτρα το 1947. Ζει στην Αθήνα. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Επίκαιρα, Νέα Εστία, Τραμ (Α΄ και Β΄ διαδρομές), Παραλλάξ, Βαπόρι (San Francisco USA), Οδός Πανός, Ωλήν, Ελλέβορος. Το 1977 έλαβε μέρος στη Γ΄ Συνάντηση Νέων Δημιουργών του Πνευματικού και Καλλιτεχνικού Κέντρου «ΩΡΑ» του Ασαντούρ Μπαχαριάν.

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ISBN 978-618-205-204-4

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

Έργα του ιδίου: Τέσσερα Δείπνα στον καθρέφτη, εκδόσεις Εξάντας, 1980 Η περιττή του θεού, εκδόσεις Πατάκη, 2000 Σκοτεινή Saga, εκδόσεις Πατάκη, 2008. Άνδρας θλιμμένος σε παραλία, εκδόσεις Οσελότος, 2018. Το παγώνι στη σκεπή είναι το τελευταίο του βιβλίο.


ΤΙΤΛΟΣ

Το παγώνι στη σκεπή ΣΥΓΓΡΑΦΈΑΣ

Μάκης Συνοδινός ΣΕΙΡΑ

Ελληνική λογοτεχνία [1358] 1221/21 ΕΡΓΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ

Μάκης Συνοδινός ΕΠΙMΕΛΕΙΑ - ΔΙΟΡΘΩΣΗ

Όλγα Παλαμήδη LAYOUT - DESIGN ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ Myrtilo, Λένα Παντοπούλου COPYRIGHT© 2021

Μάκης Συνοδινός ΠΡΏΤΗ ΕΚΔΟΣΗ

Αθήνα, Δεκέμβριος 2021 ISBN 978-618-205-204-4

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108

ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.


Μάκης Συνοδινός

ΜΥΘΙΣΤΌΡΗΜΑ


Στη Φωτεινή-τη Φώτω-τη Φωτούλα-τη Φωφώ-το παιδί μου


Τέλη Ιουλίου 198O ΕΊΝΑΙ ΚΥΡΙΑΚΉ. ΣΤΟ ΣΠΊΤΙ, ΜΌΝΟΣ μου με τον παπ-

πού. Οι γονείς μου έχουν πάει στο χωριό σε μια κηδεία. Κάθομαι στο κρεβάτι μέχρι αργά. Ακούω από τα χαράματα τον παππού να πασπατεύει το ραδιόφωνο και να μη λέει να καταλήξει ποιο σταθμό θ’ ακούσει. Ζαλίζομαι ανάμεσα στην αναμετάδοση της λειτουργίας και σε καμιά δεκαριά ερασιτεχνικούς σταθμούς που με βομβαρδίζουν με διαφημίσεις για οικόπεδα, εκκενώσεις βόθρων, ηλεκτρικές ψησταριές και κλειδαράδες. Έχω ζοχαδιαστεί. «Τον κωλόγερο», λέω μέσα μου, «μου τα έχει πρήξει από τα χαράματα». Μισανοίγω τα μάτια και τυφλώνομαι από τον πρωινό ήλιο. Θέλω να μουγκρίσω, να τρίξω τα δόντια. Ο παππούς μ’ έχει σμπαραλιάσει με το ραδιόφωνο. Τώρα έχω πάλι τα μάτια κλειστά. Σκέφτομαι. Όχι, δεν μπορώ να σκεφτώ. Τους τελευταίους μήνες έχω σκεφτεί πολύ. Έχω σκεφτεί οργανωμένα, κι αυτό είναι που μ’ έχει κουρελιάσει. Προσπαθώ να μην ακούω το ραδιόφωνο. Κάνει παράσιτα το κωλόπραμα. Σκέφτομαι να φωνάξω στον παππού να το κλείσει, να το χαμηλώσει, να το πετάξει στα σκουπίδια. Καλύτερα να το πετάξει στο διπλανό οικόπεδο, κοντά στ’ άλλα απορρίμματα. Όχι, καλύτερα να το βάλει στον... Τον κωλόγερο, λες και το κάνει επίτηδες. Γυρίζω μπρούμυτα, νιώθω πολύ σε φόρμα. Μόνο κάτι τέτοιες πρωινές στιγμές αναζητώ τον γάμο. Είναι μια λύση γι’ αυτήν ακριβώς την ώρα, βρίσκεις μια διέξοδο. Γυρίζω στο πλάι, προς τον τοίχο. Τον τοίχο δεν τον βλέπω, έχω τα μάτια κλειστά. Σκέφτομαι τον τοίχο. Με παρακολουθούν ο Τσε με τον μπερέ του, η Μέριλιν με μι7


ΜΑΚΗΣ ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ

σάνοιχτα χείλη, ο «Εσταυρωμένος» του Νταλί, που λες τώρα θα ξεκαρφωθεί από τον σταυρό και θα πέσει πάνω μου. Ανοίγω τα μάτια. Τοίχος χρώματος γκρι παλ. Κλείνω τα μάτια. Αν ήμουν παντρεμένος, αυτή τη στιγμή θα λυνόταν το πρωινό μου πρόβλημα. Ανοίγω τα μάτια. Τα χείλη της Μέριλιν, χαμόγελο ζωής και θανάτου. Λέω να κουνήσω τα χέρια μου καθώς την κοιτάζω, όμως... η Μέριλιν είναι η αγία Μέριλιν, λοιπόν στοπ οι ανοησίες. «Θέλετε οικόπεδο στο μαγευτικό Λουτράκι; Δίπλα στην πιο ωραία θάλασσα της Ελλάδος; Κοντά στις βίλες των προνομιούχων; Τότε επισκεφθείτε μας. Διαθέτουμε οικόπεδα σε πολύ προσιτές τιμές, με φως, νερό, τηλέφωνο. Επισκέψεις καθημερινώς με τα πολυτελή πούλμαν μας. Για περισσότερες πληροφορίες...» Ο κωλόγερος μ’ έχει κάνει λιώμα, δεν αντέχω άλλο. Γυρίζω ανάσκελα. Πολύ λυπάμαι που πέθανε το ανθρωπάκι στο χωριό και όχι τούτος ο μαλάκας ο παππούς μου. Ο άλλος, ο συχωρεμένος, είχε και πέντε παιδιά να θρέψει, και στο κάτω κάτω ήταν μόνο πενήντα χρονών. «Ρε γαμώτο, θα με τρελάνει αυτός εδώ μέσα. Α ρε και δεν θα γυρίσετε; Πού μου τον αφήσατε, ρε σεις, αμανάτι έναν γερομαλάκα; Τι να τον κάνω εδώ μέσα, ε; Μια Κυριακή μου μένει, γαμώτο. Να, τώρα το γύρισε σ’ άλλον σταθμό... Στο διάολο...» Κοιτάζω πλάι μου στο τραπεζάκι. Δέκα και μισή. Θα πάω για μπάνιο. Πού να πάω για μπάνιο τέτοια ώρα... Άσε που θα γίνεται σκοτωμός στα λεωφορεία. Στο διάολο... Κοιτάζω τα βιβλία πλάι στο ξυπνητήρι. Καρυωτάκη ποιήματα. Ντος Πάσος USA. Η Ιστορία της Μοντέρνας Γλυπτικής. Το Βήμα της Κυριακής αγορασμένο το Σαββάτο το βράδυ στην Ομόνοια. Να διαβάσω λίγο Βήμα. Δεν μπορώ να διαβάσω. Τον Ντος Πάσος, ούτε. Ας υποθέσουμε λοιπόν Κώστα Καρυωτάκη ότι σήμερα 8


ΤΟ ΠΑΓΩΝΙ ΣΤΗ ΣΚΕΠΗ

είναι... ή μάλλον ας υποθέσουμε ότι χθες ήταν ή αύριο θα είναι... Δεν είναι τίποτα. Χανς Ζαν Αρπ, Στρασβούργο 1887 – Βασιλεία 1966. Η ΚΥΡΙΑ ΤΟΡΣΟ ΜΕ ΚΥΜΑΤΙΣΤΟ ΚΑΠΕΛΟ, 1916, ξύλο (40,5 × 26,5), RUPF FOUNDATION, Βέρνη. «Βάκη, σκεπάσου, θ’ ανοίξω την πόρτα». Αυτή είναι η φωνή του παππού, σαν ξυραφιά από σκουριασμένη λεπίδα. Δεν απαντώ. «Βάκη, ξέρω πως είσαι ξύπνιος. Σκεπάσου, θ’ ανοίξω την πόρτα». Κοιμάμαι πάντα γυμνός. Το καλοκαίρι ιδιαίτερα δεν βάζω ούτε σεντόνι πάνω μου, κάνει πολλή ζέστη εδώ στον Βοτανικό. «Βάκη, ανοίγω, σκεπάσου». Εγώ τσιμουδιά, είναι το δωμάτιό μου και κάνω ό,τι μου γουστάρει, έτσι; Να, το πόμολο γυρίζει, εγώ κιχ, άσ’ τον να μπει αφού το θέλει. Έχω αφήσει μια σχισμή στα κλειστά μου βλέφαρα. Βλέπω, ο παππούς με τις ριγωτές πιτζάμες και το τσιγάρο στο στόμα, εκεί να, όρθιος στην πόρτα, με κοιτάζει με περιέργεια. Εγώ κάνω τον κοιμισμένο. «Βάκη, σε βλέπω, σκεπάσου». Βλέπε, αν σου γουστάρει, εδώ είναι το δωμάτιό μου, όχι, δεν ανοίγω τα μάτια. «Βάκη...» Να τος, έρχεται καταπάνω μου σαν χάρος. «Βάκη, ξέρω πως δεν κοιμάσαι, είναι έντεκα η ώρα». Παίρνει το σεντόνι από το πάτωμα, με σκεπάζει. «Βάκη, εντάξει, άνοιξε τα μάτια σου. Άντε ντε, μη με κάνεις και χάσω την υπομονή μου». Δεν τ’ ανοίγω, θέλω να χάσει την υπομονή του, το θέλω πολύ, το θέλω πάρα πολύ. Τώρα στέκεται ακριβώς από πάνω μου, σχεδόν νιώ9


ΜΑΚΗΣ ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ

θω την ανάσα του στο πρόσωπό μου. Προσπαθώ να μη δείχνω ότι είμαι ξύπνιος, προσπαθώ να μην κινείται το παραμικρό κύτταρό μου. «Άντε ντε, χάσε την υπομονή σου», σκέφτομαι, και παραλίγο να του το πω φωναχτά. «Άντε ντε, χάσε τη, να δούμε τι θα γίνει. Ευκαιρία ζητάω, δεν το καταλαβαίνεις;» Κάτι ψαχουλεύει στο τραπεζάκι πλάι στο κρεβάτι, ακούω τα χέρια του που σέρνονται πάνω στα βιβλία, χέρια άνυδρα, τελείως αφυδατωμένα, σαν πουκάμισα φιδιών απ’ αυτά που συναντάς στις εξοχές ή σαν ξερά καφέ σκούρα πλατανόφυλλα που οι αιχμές τους αρχίζουν να γυρίζουν προς τα μέσα. Η επαφή αυτών των πλατανόφυλλων χεριών με όποιο αντικείμενο σ’ αυτή την πρωινή άπνοια βγάζει έναν χάρτινο ήχο που με λιγοστεύει στιγμή τη στιγμή. Εξακολουθώ να προσποιούμαι τον κοιμισμένο. Τώρα έχω τα μάτια τελείως κλειστά. Η προσπάθεια να φαντάζω φυσικός στον δήθεν ύπνο μου, αυτή η επιφυλακή των αισθήσεών μου, με υποβάλλει σε ένα είδος μαρτυρίου. Εσωτερικά βρίσκομαι στο μεταίχμιο της υπομονής και της εξέγερσης, περιμένω ακόμα ελπίζοντας ίσως πως μπορεί και να μονολογήσει ο παππούς, μπορεί και να του ξεφύγει καμιά λέξη –εννοείται πως την περιμένω αρνητική– από την οποία θα πιαστώ και θα εξεγερθώ, έχοντας όλα τα δίκια με το μέρος μου. Η προσπάθειά μου να μην αποκαλυφθεί πως είμαι ξύπνιος έφτασε στο απροχώρητο. Γυρίζω το κορμί μου στο πλάι, νιώθω το σεντόνι να αποκαλύπτει τα πόδια μου. Σ’ αυτή τη θέση έχω τη δυνατότητα να μισανοίξω λίγο –μια ιδέα– τα μάτια και να παρακολουθήσω τις κινήσεις του. Όρθιος, πλάι μου, έχει ανοίξει την Ιστορία της Μοντέρνας Γλυπτικής και την ξεφυλλίζει αργά αργά. Το τσιγάρο στο στόμα του έχει από ώρα σβήσει. Σίγουρα η 10


ΤΟ ΠΑΓΩΝΙ ΣΤΗ ΣΚΕΠΗ

στάχτη θα έχει σκορπιστεί στο πάτωμα. «Να μια αιτία», σκέφτομαι, αλλά τη βρίσκω ανόητη – τέτοια πράγματα δεν μετράνε για τον τύπο της εξέγερσης που ετοιμάζω. Θέλω κάτι δυνατό, θέλω μια προσβολή, να προκληθεί ένταση. Διακρίνω ένα χαστούκι κρεμασμένο από το ταβάνι, πρέπει να βρω τρόπο να οδηγηθεί το χέρι του προς τα κει, να το πιάσει και να το πετάξει πάνω μου. Σαν γάντι, ας πούμε, απ’ αυτά που πέταγε ο προσβεβλημένος σ’ εκείνον που τον είχε προσβάλει και τον καλούσε σε μονομαχία. Μοιάζουμε σαν τη γάτα με το ποντίκι εγώ κι ο παππούς, έτσι σ’ αυτή τη λιπαρά γαλήνη του κυριακάτικου σπιτιού, δυο αντίπαλοι που προετοιμάζονται εσωτερικά για την τελική αναμέτρηση. Αντίπαλοι; Σίγουρα ναι. Προετοιμάζονται; Εδώ μάλλον κάνω λάθος, εκείνος δεν ξέρει τι του μαγειρεύω. Ναι, το παιχνίδι παίζεται ή, στην καλύτερη περίπτωση, θα παιχτεί μ’ έναν μόνο παίχτη. Τότε; Τότε δεν θα είναι παιχνίδι, δεν μπορεί να είναι παιχνίδι, θα είναι πόλεμος. Κείτομαι στο κρεβάτι, ένα έντονο καραούλι βιωμένος. Ο παππούς σε πρώτο πλάνο εξακολουθεί να φυλλομετρά την Ιστορία της Μοντέρνας Γλυπτικής, μορφάζει η μάσκα που χρόνια φοράει για πρόσωπο, το τσιγάρο σφηνωμένο στην αριστερή άκρη των χειλιών του, τα μαλλιά του βαμβακερά και αχτένιστα. Ένας όρθιος άνθρωπος που οδεύει στο τέρμα του γεμάτος τις διαθλάσεις του υπερεγώ του, ένας οικογενειακός γέρων, αρνητής της αξιοπρέπειας των οικείων του, ζηλωτής μόνον της εαυτού γνώμης. Μου ’ρχεται κάτι στο μυαλό. Πετάγομαι όρθιος, η γύμνια μου φωτίζεται από τον Ιούλιο ήλιο, τρέχω στο μπάνιο, κατουράω, μυρμηγκιάζει πρωινά η σπονδυλική μου στήλη, τινάζω τα υπόλοιπα ούρα μου, μερικές σταγόνες 11


140 × 210  SPINE: 28.8  FLAPS: 70

Η σύντροφος του ζωγράφου Άγγελου Δετήνου, λίγες μέρες αφότου γεννάει κι ενώ βρίσκεται ακόμα στο μαιευτήριο, αποφασίζει να βάλει τέλος στη ζωή της ίδιας και του νεογέννητου μωρού της, καθώς μαθαίνει ότι εκείνο είναι άρρωστο. Έτσι, αρχίζει η οδύσσεια του Άγγελου. Το πένθος και η απώλεια τον σημαδεύουν εσωτερικά και εξωτερικά. Ακριβώς έναν χρόνο μετά, αφήνει με την ανατολή του ήλιου το σπίτι και εργαστήριό του στου Ψυρρή και ξεκινάει ένα οδοιπορικό που καταλήγει, με τη δύση του ήλιου, στο Καβούρι, πλάι στη θάλασσα. Κατά την πεζοπορία του, κάνει κάποιες στάσεις για να πάρει ανάσα ή για να αντιμετωπίσει πρόσωπα, ζωντανά ή νεκρά, που συνέβαλαν στη διαμόρφωσή του ως προσωπικότητα και καλλιτέχνη – άλλα θετικά και άλλα αρνητικά. Κυρίως συνδιαλέγεται νοερά με την αυτόχειρα σύντροφό του. Η διαχείριση της απώλειάς της, άλλωστε, είναι το μεγάλο του ζητούμενο. Πώς λύνεται αυτό το αίνιγμα; Πώς να μετρήσει το πένθος, την απώλεια, τον πόνο, την έκπτωσή του; Ποιο είναι το όριο όλων αυτών; Έναν χρόνο μετά, αυτός είναι ο ίδιος με τότε; Αναρωτιέται, είναι ζωντανός επειδή αναπνέει; Υπάρχει ως τι; Είναι οντότητα ή κάτι αόριστο, ίσως και αόρατο; ISBN 978-960-564-720-9 Διάσταση: 14×21 | Σελίδες: 654

ΦΩΤΟ: Δημ. Σακοράφας

Π

οιοι είναι οι τρεις μασκοφόροι που εισβάλλουν στο Θέατρο Ηρώδου του Αττικού, το Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου του 1980, την ώρα που ο διάσημος μαέστρος Κλάους φον Βέρνερ διευθύνει την Πέμπτη Συμφωνία του Μάλερ; Γιατί έχει ο καθένας μπροστά του από έναν όμηρο δεμένο με σκοινί, μ’ ένα όπλο καρφωμένο σε κάθε πλάτη, και ένα πράσινο σκυλί να τρέχει απ’ άκρη σ’ άκρη στη σκηνή; Ποιοι είναι οι μασκοφόροι με τις παράξενες μεταμφιέσεις που παραπέμπουν σε κόμικς του ’60 και του ’70 – Ζορό, Νυχτερίδα και Γάτα; Ποιος είναι, τελικά, αυτός ο γκροτέσκος θίασος; Και οι όμηροι; Τρεις ηλικιωμένοι άντρες, μόνο με τα εσώρουχά τους, έχοντας ο καθένας κρεμασμένο στο στήθος από ένα χαρτόνι που γράφει την ιδιότητά του: «ΠΑΠΑΣ», «ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑΣ», «ΔΑΣΚΑΛΟΣ». Πρόκειται για τρομοκράτες; Αναρχικούς; Ανισόρροπους; Και πώς συνδέονται οι τρεις μασκαρεμένοι μεταξύ τους; Τι τους ενώνει με τους τρεις ομήρους, που εκπροσωπούν θεσμούς της πολιτείας; Και ποια είναι η Μαντάμ Ρακί; Πού οφείλεται η πυρκαγιά που έπιασε στον σκουπιδότοπο του Ελαιώνα τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς του 1980 και κάηκε η καλύβα της κι αυτή μαζί; Ποιοι; Πότε; Πού; Τι; Γιατί; Οι απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα –και ακόμα περισσότερα– δίνονται στις σελίδες αυτού του βιβλίου.

Μάκης Συνοδινός

Διαβάστε επίσης...

Ο Μάκης Συνοδινός γεννήθηκε στην Πάτρα το 1947. Ζει στην Αθήνα. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Επίκαιρα, Νέα Εστία, Τραμ (Α΄ και Β΄ διαδρομές), Παραλλάξ, Βαπόρι (San Francisco USA), Οδός Πανός, Ωλήν, Ελλέβορος. Το 1977 έλαβε μέρος στη Γ΄ Συνάντηση Νέων Δημιουργών του Πνευματικού και Καλλιτεχνικού Κέντρου «ΩΡΑ» του Ασαντούρ Μπαχαριάν.

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ISBN 978-618-205-204-4

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

Έργα του ιδίου: Τέσσερα Δείπνα στον καθρέφτη, εκδόσεις Εξάντας, 1980 Η περιττή του θεού, εκδόσεις Πατάκη, 2000 Σκοτεινή Saga, εκδόσεις Πατάκη, 2008. Άνδρας θλιμμένος σε παραλία, εκδόσεις Οσελότος, 2018. Το παγώνι στη σκεπή είναι το τελευταίο του βιβλίο.


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Το παγώνι στη σκεπή by Εκδόσεις Οσελότος - Issuu