Skip to main content

Tο Φεγγάρι με τα Παγοπέδιλα

Page 1

140 × 210  SPINE: 11  FLAPS: 80

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΜΕ ΤΑ ΠΑΓΟΠΕΔΙΛΑ

ISBN 978-960-564-778-0

ΣΠΥΡΟΣ ΓΙΑΚΟΥΜΑΚΗΣ

Ο

Λευτέρης με την «ωραία Ελένη» γνωρίζονται στο νησί της, όπου αυτός υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία. Εκείνη, σύζυγος του ταγματάρχη Μαρίνου, διοικητή του μοναδικού στρατοπέδου του νησιού, κάνει παράνομο δεσμό μαζί του. Ο Λευτέρης, που εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος μετά την απόλυσή του από το στράτευμα, είναι ποιητής και συγγραφέας. Η «ωραία Ελένη» εγκαταλείπει τον ταγματάρχη και ζει μαζί του. Οι δυο τους παρακολουθούν μια πρόβα από το θεατρικό του έργο με τίτλο «Το Φεγγάρι με τα Παγοπέδιλα», όπου ξετυλίγεται αλληγορικά το κουβάρι της τραγικής ιστορίας μιας ολόκληρης χώρας. Που χτύπησε πισώπλατα ο Θάνατος όσο καμία άλλη κι όπου οι αγωνιστές που ονειρεύτηκαν έναν καλύτερο κόσμο και που εντέλει πότισαν με το αίμα τους τόπους εξορίας, ηττήθηκαν από το βρόμικο παιχνίδι της μοίρας. Μα οι ποιητές, που λες αυτοκτόνησαν για να γίνει τ’ όνειρο αλήθεια, παίρνουν την εκδίκησή τους. Σίγουρα και για λογαριασμό των ηττημένων. Που βάσκανος μοίρα, κατάρα στυγνή τούς σημάδεψε.

Ο Σπύρος Γιακουμάκης γεννήθηκε τον Μάη του 1959 στην Αθήνα. Σπούδασε στο ΑΠΘ και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Γαλλία. Έχουν εκδοθεί τα λογοτεχνικά έργα του: Η δική μου άνοιξη (εκδόσεις Λογοθέτης, 1998), Στον παράδεισο με το σκουφάκι μου (εκδόσεις Ζήτη, 2010), Ο καθρέφτης της Αντιγόνης (εκδόσεις Όστρια, 2014), Ένα πολυβόλο για τον μάστρο Πέτρο (εκδόσεις Όστρια, 2014).

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

cover_to_feggari.indd 1

5/28/2019 10:42:39 AM


ΤΙΤΛΟΣ

Tο Φεγγάρι με τα Παγοπέδιλα ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Σπύρος Γιακουμάκης ΣΕΙΡΑ

Λογοτεχνία [1358]0619/12 ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ - ΔΙΟΡΘΩΣΗ

Όλγα Παλαμήδη LAYOUT - DESIGN Myrtilo, Λένα Παντοπούλου COPYRIGHT© 2019 Σπύρος Γιακουμάκης ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ

Αθήνα, Ιούνιος 2019 ISBN 978-960-564-778-0

Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ:

Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα ΤΗΛ.: 210 6431108 ocelotos@ocelotos.gr www.ocelotos.gr


ΣΠΥΡΟΣ ΓΙΑΚΟΥΜΑΚΗΣ

ΜΥΘΙΣΤΌΡΗΜΑ


Στους καταραμένους


Όσο η κραυγή στο σκοτάδι ακούγεται, σημαίνει πως ο πόνος αντέχεται ακόμα.


1.

Τ

ο νησί ήταν σχεδόν γυμνό από βλάστηση, στρογγυλό και βραχώδες. Μονάχα λίγα λιόφυτα κι αμπέλια σε αναβαθμίδες στην ενδοχώρα πρασίνιζαν κάπως τον χέρσο τόπο. Καθώς και το χακί των χαμηλών κτιρίων του παλιού στρατοπέδου στα βορειοανατολικά του νησιού, λίγο έξω από τη Χώρα όπου ήταν και το λιμάνι, με διοικητή τον περιώνυμο για τη σκληρότητά του απέναντι στους κληρωτούς, ταγματάρχη Ευριπίδη Μαρίνο. Τάγμα «ανεπιθυμήτων» με βάση τα πολιτικά φρονήματα τον πρώτο χρόνο της Μεταπολίτευσης κι οι αγγαρείες πολλές. Από καθημερινό γυάλισμα των μεγάλου διαμετρήματος πυροβόλων, έως σχολαστικό καθάρισμα στις τουαλέτες πέντε φορές την ημέρα. Οι κληρωτοί, οι περισσότεροι με αριστερή κουλτούρα, είχαν φακελωθεί ως φοιτητές, ήδη από τα χρόνια της χούντας. Λίγοι ήταν χωρίς πανεπιστημιακό πτυχίο, με διοικητή –ω τι τραγική ειρωνεία!– τον αμόρφωτο, που είχε εξελιχθεί από μόνιμος λοχίας, ταγματάρχης. Η παραλλαγή στα παράκτια πυροβολεία, που ήταν αδύνατον να προσεγγιστούν από τη μεριά της θάλασσας λόγω των απόκρημνων ακτών, και στα ταμπούρια με τ’ αντιαρματικά, καμωμένη με επιμέλεια. Σκεπάζονταν από πυκνούς θάμνους και κορμούς από κομμένα λιόδεντρα που είχαν μεταφέρει οι φαντάροι απνευστί κατ’ εντολή του ταγματάρχη. Από τ’ ακριτικό αυτό νησί, η Τουρκία απέναντι φαινόταν εφτακάθαρα, ακόμη και χωρίς κιάλια. Τα τελευταία

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΜΕ ΤΑ ΠΑΓΟΠΕΔΙΛΑ

9


χρόνια είχε φτιαχτεί μια τεχνητή λίμνη με αναχώματα γύρω γύρω, που γέμιζε από το διπλανό ρέμα όταν έβρεχε. Κάθε φορά που ο Θεός αποφάσιζε ν’ ανοίξει τους κρουνούς τ’ ουρανού, τους άνοιγε για τα καλά. Χαλασμός Κυρίου γινόταν. Καταιγίδες με επίμονη διάρκεια. Η οργή των βρόμικων νερών πάνω στη γη, την έγδερνε αλύπητα, μεταφέροντας τόνους λάσπης και κοτρόνες στις ρεματιές. Τότε ήταν που η λίμνη ξεχείλιζε. Παραλίγο μια φορά να καταρρεύσουν τ’ αναχώματα από την ορμή της υπερχείλισης. Λίμνη μερικών στρεμμάτων, που φτιάχτηκε για να ποτίζουν οι λιγοστοί αγρότες, το καλοκαίρι, τα κηπευτικά και τα λιόφυτα. Γνωστή στους ντόπιους και ως λίμνη της Μαριλούς, από τ’ όνομα κάποιας παλαβής –όχι πάνω από τριάντα– που αποπειράθηκε να πνιγεί έναν χειμώνα εκεί. Είχε ονειρευτεί αποβραδίς τον «πρίγκιπά» της και κείνος ο άκαρδος δεν έφτασε ποτέ στις όχθες, πίσω από τις καλαμιές που ’χαν θεριέψει, να τη σφίξει τρυφερά στην αγκαλιά του. Ο Πάνος ο βοσκός την είδε τελευταία στιγμή, ελάχιστα πριν εκείνη βουτήξει στα θολά νερά και πνιγεί. Μ’ ένα σάλτο αίλουρου –συνήθειο του ’χε γίνει ν’ αλαφροπερπατά όπως τα γίδια του– την άρπαξε από τον καρπό. Όταν τη φόρτωσε στους ώμους του, τον τρύπησε το ρίγος του κορμιού της από τ’ αγιάζι που διαπερνούσε εύκολα τα κουρέλια της. Την πήγε περπατώντας ένα χιλιόμετρο δρόμο ως το αγροτικό ιατρείο στη Χώρα με το ζόρι, σαλεύοντας με πολλή δυσκολία. Εκείνη ωρυόταν στη διαδρομή αρπάζοντάς του τα μαλλιά, τραβώντας τα να τα ξεριζώσει. «Άφησέ με, παλιάνθρωπε, κι έχω ραντεβού με τον πρίγκιπά μου!» στρίγκλιζε ανυπόφορα δίπλα στ’ αφτιά του. Ο γιατρός, ονόματι Βαγγελάκης Κόλλιας από τη Λιβαδειά, ένα μελαμψό παλικαράκι που έκανε στο νησί τ’ αγροτικό του, δεν είχε ξαναδεί παρόμοια περίπτωση. Η Μαριλού 10

ΣΠΥΡΟΣ ΓΙΑΚΟΥΜΑΚΗΣ


έτρεμε σύγκορμη, το γλυκό της πρόσωπο κέρινο του πεθαμένου. Δυο κηλίδες κλεμμένο φως στις κόρες των ματιών της είχαν μαρμαρώσει. Ο γιατρός την μπούκωσε μονομιάς δυο «Λεξοτανίλ», να πάψει να χτυπιέται σαν το ψάρι που σπαρταράει έξω από το νερό – αυτή από τον καημό της. Την έβαλε μετά να καθίσει δίπλα στο αναμμένο μαγκάλι κοντά στο παραθύρι, σκεπάζοντάς τη με μια κουβέρτα, να ξανανέβει το αίμα στης άμοιρης το πρόσωπο. Να μερέψει η δόλια καρδούλα της που ’χε «ανάψει» από τους ανεβασμένους παλμούς. Σπάνια τη συναντούσε κανείς μετά την «απόπειρα» και μόνο στο λιμάνι της Χώρας καμιά φορά, να ζητιανεύει για το… νυφικό της. Μήπως φαινόταν ο πρίγκιπας αλάργο, μην τη δει με τα κουρέλια και πώς θα την παντρευόταν ύστερα! Ή να γυρεύει αποφάγια στα σκουπίδια. Μονάχα ο Γιώτης ο φούρναρης στη Χώρα τη συμπονούσε αληθινά οπόταν την έβλεπε να σέρνει τα κουρέλια της και τη δυστυχία της έξω από το μαγαζί του και πρόβαλλε στο κατώφλι κρατώντας μια ζεστή τυρόπιτα να την τρατάρει. Εκείνη η έρμη έτρεχε σιμά του σαν το πεινασμένο σκυλί που κουνά την ουρά του ευτυχισμένο για το τάισμα. Του άρπαζε την τυρόπιτα από το χέρι και την κατέβαζε μονομπούκι σχεδόν. Τόσο πεινασμένη ήταν. Ύστερα έσκυβε να φιλήσει το χέρι του ευεργέτη της, δείχνοντας έτσι ευγνωμοσύνη για την καλή του την καρδιά, μα κείνος είχε ήδη μπει στον φούρνο του και πάλευε πάλι με τα ζυμάρια, τυλιγμένος από ένα πυκνό σύννεφο αλευρόσκονης.

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΜΕ ΤΑ ΠΑΓΟΠΕΔΙΛΑ

11


2.

Σ

τον στενό, όλο στροφές δρόμο, λες κουλουριασμένο φίδι στη ράχη του βουνού, σε κοντινή απόσταση από το κεφαλοχώρι Κάτω Μετόχι, τον μεγαλύτερο στα ορεινά οικισμό του νησιού, η πυκνή ανοιξιάτικη μπόρα τσάκιζε κάθε ίχνος ζωής που θα αποτολμούσε να ξεπροβάλει στο διάβα της. Μονάχα τα σαλιγκάρια είχαν ξεμυτίσει θαρρετά κάτω από τους βράχους και τις πέτρες, απολαμβάνοντας τεμπέλικα την υγρή ηδονή τ’ ουρανού. Η ολόφωτη μέρα τ’ Απρίλη είχε αίφνης ολότελα σκοτεινιάσει. Πυκνά μαύρα σύννεφα σταμάτησαν απ’ ώρα να ξαποστάσουν πάνω από τ’ ακριτονήσι του Αιγαίου. Λαίμαργοι, τυραννικοί δαίμονες που έκρυβαν στα φλογισμένα σπλάχνα τους τους ανίκητους κεραυνούς του Δία. Αστραπές φώτιζαν με παροδικές λάμψεις τη σκούρα ερημιά, βροντές απανωτές ούρλιαζαν ακατάσχετα, λες υστερικές Ερινύες στο κατόπι αδίστακτων φονιάδων. Αν κάποιος μέσα στον χαλασμό προσπαθούσε να συλλάβει την έννοια του χρόνου χωρίς ρολόι, θα του ήταν αδύνατον. Ήταν μια μπόρα από κείνες τις ξαφνικές –αλλά όχι σπάνιες τέτοια εποχή– και παρατεταμένες, που προκαλούσαν δέος. Σουρούπωνε. Στην γκρίζα ερημιά, απόλυτη σιωπή από κάθε έμβιο, εξόν από τα σαλιγκάρια. Αντίθετα, η κραυγή της δυνατής νεροποντής ολοένα και δυνάμωνε. Στους μαγικούς φθόγγους της προστέθηκε παράταιρα θόρυβος αναμμένης μηχανής. Ταυτόχρονα, δυο δυνατοί προβολείς καταύγασαν την άσφαλτο, αποκαλύπτοντας πλήθος από λακκούβες στο

12

ΣΠΥΡΟΣ ΓΙΑΚΟΥΜΑΚΗΣ


–σε κακή κατάσταση– οδόστρωμα. Ήταν ένα στρατιωτικό τζιπ με μακριά καρότσα, σκεπασμένη με μουσαμά. Στην καμπίνα, εκτός από τον οδηγό, καθόταν κι ένας φαντάρος. Οι καθαριστήρες στο παρμπρίζ δούλευαν ασταμάτητα, μα έξω δεν έβλεπες παρά μόνο πηχτό, υγρό σκοτάδι. Το όχημα διέγραφε την τροχιά των συνεχών στροφών αναγκαστικά με ταχύτητα χελώνας. Ο συνοδηγός άναψε τσιγάρο. Στο ραδιόφωνο ένας πειρατικός σταθμός έπαιζε Βαμβακάρη. «Αντιλαλούν οι φυλακές». Η αυθεντική ζεϊμπεκιά σήκωνε τσιγάρο. Τουλάχιστον ένα. «Το σκότος και η φυλακή είναι μεγάλο λακριντί…» «Σήμα κατατεθέν» του έφεδρου δεκανέα Λευτέρη Βρύσινα στην ατέλειωτη, όπως του φαινόταν, θητεία του στον στρατό. Παρουσιάστηκε σχετικά μεγάλος στην ηλικία, με συμπληρωμένα τα είκοσι τέσσερα, λόγω αναβολής για σπουδές. «Αντιλαλούν δυο σύρματα, Συγγρού και παραπήγματα…» τραγουδούσε συχνά στη σκοπιά, με την μπάσα, γητευτική φωνή του, όταν δεν έγραφε στίχους. Από μικρός το ’χε, άγνωστο από πού, το ποιητικό «σαράκι». Στο δημοτικό, ανήμερα την 25η του Μάρτη, απάγγελνε ποιήματα. Μπορεί να μην ήταν τα δικά του, μα τα κατάφερνε και με το παραπάνω. Μια φορά διάβασε με αμίμητη πρόζα μία από τις «Ωδές» του Κάλβου κι οι πάντες έμειναν άναυδοι, πριν ξεσπάσουν στο τέλος σε ένα πολύ δυνατό χειροκρότημα μαζί με ζητωκραυγές. Ντυμένος τη φορεσιά αγωνιστή του ’21, ο Λευτέρης έμοιαζε με στερνοπαίδι ξαρμάτωτο που είχε αφήσει για λίγο το βουνό για να ξεσηκώσει με τους αθάνατους στίχους του τα πλήθη των σκλαβωμένων. Καθαυτού γνήσιο ζεϊμπέκικο το «Αντιλαλούν οι φυλακές», μάταιη κραυγή του φυλακισμένου πρεζάκια, όμως κατά τον Λευτέρη, εμβατήριο αντιπολεμικό κι αναρχοαυτόνομο, ενάντια στο στράτευμα και σε κάθε καταπίεση. ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΜΕ ΤΑ ΠΑΓΟΠΕΔΙΛΑ

13


140 × 210  SPINE: 11  FLAPS: 80

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΜΕ ΤΑ ΠΑΓΟΠΕΔΙΛΑ

ISBN 978-960-564-778-0

ΣΠΥΡΟΣ ΓΙΑΚΟΥΜΑΚΗΣ

Ο

Λευτέρης με την «ωραία Ελένη» γνωρίζονται στο νησί της, όπου αυτός υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία. Εκείνη, σύζυγος του ταγματάρχη Μαρίνου, διοικητή του μοναδικού στρατοπέδου του νησιού, κάνει παράνομο δεσμό μαζί του. Ο Λευτέρης, που εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος μετά την απόλυσή του από το στράτευμα, είναι ποιητής και συγγραφέας. Η «ωραία Ελένη» εγκαταλείπει τον ταγματάρχη και ζει μαζί του. Οι δυο τους παρακολουθούν μια πρόβα από το θεατρικό του έργο με τίτλο «Το Φεγγάρι με τα Παγοπέδιλα», όπου ξετυλίγεται αλληγορικά το κουβάρι της τραγικής ιστορίας μιας ολόκληρης χώρας. Που χτύπησε πισώπλατα ο Θάνατος όσο καμία άλλη κι όπου οι αγωνιστές που ονειρεύτηκαν έναν καλύτερο κόσμο και που εντέλει πότισαν με το αίμα τους τόπους εξορίας, ηττήθηκαν από το βρόμικο παιχνίδι της μοίρας. Μα οι ποιητές, που λες αυτοκτόνησαν για να γίνει τ’ όνειρο αλήθεια, παίρνουν την εκδίκησή τους. Σίγουρα και για λογαριασμό των ηττημένων. Που βάσκανος μοίρα, κατάρα στυγνή τούς σημάδεψε.

Ο Σπύρος Γιακουμάκης γεννήθηκε τον Μάη του 1959 στην Αθήνα. Σπούδασε στο ΑΠΘ και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Γαλλία. Έχουν εκδοθεί τα λογοτεχνικά έργα του: Η δική μου άνοιξη (εκδόσεις Λογοθέτης, 1998), Στον παράδεισο με το σκουφάκι μου (εκδόσεις Ζήτη, 2010), Ο καθρέφτης της Αντιγόνης (εκδόσεις Όστρια, 2014), Ένα πολυβόλο για τον μάστρο Πέτρο (εκδόσεις Όστρια, 2014).

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

cover_to_feggari.indd 1

5/28/2019 10:42:39 AM


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook