143 × 210 SPINE: 28.2 FLAPS: 80
Διαβάστε επίσης...
Δ
υο αντίπαλοι κόσμοι... Μια σταυροφορία με πολλά θύματα αθώα και μη... Το πουλόβερ της παγκόσμιας πανθρησκείας που είχε αρχίσει να υφαίνεται... και εξακολουθεί ακόμη. Ποια είναι η πραγματική βάση των θρησκειών; Ο Θεός; Οι τελετουργίες; Οι κανόνες για υπακοή; Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα μέσα από τον καταιγιστικό ρυθμό το βιβλίο εξερευνά τον ρόλο του θανάτου και το πέρασμα στη Σκοτεινή Πλευρά. Την πλευρά όπου δεν επέστρεψε κανείς. Ή μήπως όχι;
ISBN 978-960-564-859-6
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr
Ξ
εκινώντας να χαράσσω την πορεία της ζωής μου, χρειάστηκα τα κατάλληλα εργαλεία. Τα κουμπάσα και τους χάρτες για να βγάλω τη ρότα, και τον εξάντα για να ελέγχω ότι είμαι πάνω σε αυτή. Τα πρώτα μου εφόδια στη σχολή πλοιάρχων. Για να φτάσω στο λιμάνι τ’ ουρανού έπλεα πότε με ευνοϊκό και πότε με κόντρα τον άνεμο. Αυτός με έριχνε πότε στις καταφώτιστες μεγαλουπόλεις της Αμερικής και της Αγγλίας και πότε στο πλοίο της γραμμής που με πήγαινε στη Χίο για πιο πολλά πτυχία. Πάντα όμως δίπλα στη θάλασσα. Χρειάστηκε και μια πράξη καταστροφής για να φτάσω σε μια πράξη δημιουργίας. Δημιουργώ χωρίς να σκέφτομαι, εμπιστευόμενος πρώτα απ’ όλα το ένστικτό μου. Δεν γράφω για να προσελκύσω το κοινό κι ούτε επιλέγω να στριμώξω την συγγραφή μέσα στα μίζερα καλούπια της αγοράς, έτσι είναι σαν να λες ψέματα. Σαν να βάζεις ψεύτικο χρώμα πάνω στα πέταλα των φυτών για να προσελκύσεις τα έντομα. Ανήκω σε αυτούς που συνθέτουν χωρίς να γράφουν, που υπακούν στις προσταγές ενός εσωτερικού εγώ. Σαν τα παιδιά που κρυφοκοιτάνε και ακολουθούν μια άγνωστη σκιά, που κατοικεί μέσα τους κι ας μην τη γνωρίζουν.
ΤΙΤΛΟΣ
Σκοτεινή Πλευρά ΣΥΓΓΡΑΦΈΑΣ
Κωνσταντίνος Δέδες ΣΕΙΡΑ
Ελληνική λογοτεχνία [1358]1119/26 ΕΠΙMΕΛΕΙΑ - ΔΙΟΡΘΩΣΗ
Δέσποινα Παρασκευά-Βελουδογιάννη LAYOUT - DESIGN Myrtilo, Λένα Παντοπούλου COPYRIGHT© 2019
Κωνσταντίνος Δέδες ΠΡΏΤΗ ΕΚΔΟΣΗ
Αθήνα, Νοέμβριος 2019 ISBN 978-960-564-859-6
Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ:
Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα ΤΗΛ.: 210 6431108 ocelotos@ocelotos.gr www.ocelotos.gr
Κωνσταντίνος Δέδες
ΒΑΣΙΣΜΕΝΟ ΣΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Στην αρχή του κόσμου συναντήθηκαν η ζωή και ο θάνατος και η ζωή τον ρώτησε: «Γιατί όλοι αγαπούν εμένα και μισούν εσένα;» και ο θάνατος της απάντησε: «Γιατί εσύ είσαι ένα ευχάριστο ψέμα, ενώ εγώ μια οδυνηρή αλήθεια».
Ακόμα ένα επισκεπτήριο
Π
ερίμενε καρτερικά στο σαλόνι της κλινικής μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο, όπως σε κάθε επισκεπτήριο, τόσους μήνες, κάθε Τετάρτη και Κυριακή εκεί. Είχε γνωριστεί με όλους τους συγγενείς και το προσωπικό, έτσι όταν άνοιξε η πόρτα δεν του έκαναν καν τον τυπικό έλεγχο όπως στους άλλους. Είπε μόνο μια ψυχρή «καλημέρα» και συνέχισε προς το δωμάτιό της. Το γραφείο της προϊσταμένης του ορόφου ήταν η στάση που συνήθιζε να κάνει πριν φτάσει εκεί. «Πώς είναι σήμερα;» ρώτησε σκυθρωπός. «Δεν μας μιλάει ακόμη. Και η θερμοκρασία της, καμία βελτίωση», του απάντησε εκείνη χωρίς καν να τον κοιτάξει, και συνέχισε: «Αν βγείτε στον κήπο, περάστε να σας δώσω άλλη μια κουβερτούλα να μην κρυώσει». «Έχει ωραία ζέστη έξω τώρα. Η άνοιξη μπήκε φουριόζα», ήταν η απάντησή του καθώς απομακρυνόταν. Έκανε πάντα ό,τι κάθε φορά στο επισκεπτήριό της. Πέταξε από το βαζάκι στο κομοδίνο το τριαντάφυλλο και το αντικατέστησε μ’ ένα φρέσκο κόκκινο που κρατούσε. Τράβηξε τις κουρτίνες να μπει φως και τη φίλησε στο μάγουλο. Έβγαλε από το συρτάρι τη χτένα κι έκατσε δίπλα της στην άκρη του κρεβατιού. «Πώς είναι το κορίτσι μου σήμερα;» τη ρώτησε. —7—
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΕΔΕΣ
Η μεγάλη οδύνη όμως είναι σιωπηλή, το ίδιο κι εκείνη. Tόσους μήνες, σ’ αυτή την κατάσταση, σ’ εκείνο το δωμάτιο από τότε που είχαν ξεκινήσει όλα αυτά. Της χάιδεψε το κεφάλι και άρχισε σταδιακά να τη χτενίζει απαλά. Τα μαύρα μεταξένια μαλλιά της είχαν ξεθωριάσει, ενώ οι άσπρες τρίχες άρχισαν να γίνονται πλέον πολύ έντονες. Κι εκείνη η ρυτίδα στα χείλη της, πόσο του άρεσε όταν χαμογελούσε! Τώρα όμως έμοιαζε σαν ένα χάσμα ανάμεσα στον παλιό της εαυτό και στη σκιά που είχε μετατραπεί. Έριξε στην πλάτη της τη μάλλινη ρόμπα και τη σήκωσε αγκαζέ για να βγουν έξω. Ο μακρύς διάδρομος μέχρι την έξοδο έμοιαζε ένα ατελείωτο βασανιστήριο, με τους ασθενείς του ψυχιατρείου να πηγαινοέρχονται νευρικοί, άλλοι να ζητάνε τσιγάρο, άλλοι να παραμιλάνε και κάποιοι καθισμένοι στις καρέκλες αριστερά και δεξιά να κοιτάζουν μονίμως το άπειρο. Ήταν τέλη Μάρτη, έπειτα από έναν βαρύ χειμώνα με κρύο και τα περιστατικά που περιέπλεξαν τη ζωή τους. Ο ήλιος όμως έλαμπε και η θερμοκρασία ήταν υψηλή, ενώ τα πουλιά πετούσαν από δέντρο σε δέντρο τραγουδώντας την περίεργη ωδή που συνοδεύει την ιεροτελεστία της άνοιξης. Οι μίσχοι από τα κλαδιά πάσχιζαν να ξεβλαστώσουν και να αγγίξουν τον ουρανό, σαν τα χέρια που κάνουν δέηση προς τις ουράνιες θεότητες. Στον κήπο υπήρχε αρκετός κόσμος, ασθενείς με τους συγγενείς τους που πηγαινοέρχονταν, νοσηλευτές που μετέφεραν υπερήλικες με τα αμαξίδια, και αρκετοί που είχαν ξαπλώσει στο γρασίδι. Οι δυο τους κάθισαν στο παγκάκι δίπλα στο πε—8—
ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΛΕΥΡΑ
τρόχτιστο πηγάδι. Ο Σέργιος έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό σέικερ και αφού έβαλε ένα καλαμάκι έδωσε στην Ίριδα να πιει. «Είναι ο αγαπημένος σου χυμός. Εκείνος που σου έκανα τα πρωινά», της είπε τρυφερά. Εκείνη δεν του απάντησε. Απλώς ανοιγόκλεισε τα μάτια της. Μηχανικά άρχισε να ρουφάει μικρές γουλιές από το καλαμάκι. Λίγο μετά, μια σταγόνα από τα χείλη της έτρεξε και πριν φύγει από το πρόσωπό της, ο Σέργιος τη σκούπισε με μια χαρτοπετσέτα. «Σου άρεσε;» τη ρώτησε, μα δεν έλαβε καμία απόκριση· ούτε ένα νεύμα, τίποτα. Έσκυψε στο αφτί της και ψιθύρισε: «Σου είχα πει ότι θα είμαι μαζί σου για πάντα και θα σε προσέχω. Και θα περιμένω μέχρι να έρθεις πάλι στο σπίτι». Τα μαύρα κουρασμένα της μάτια σκοτείνιασαν και το πρόσωπό της θόλωσε. Ένα δάκρυ έκανε να εμφανιστεί, αλλά κάποιο αόρατο χέρι το συγκράτησε και το επανέφερε στον βολβό των ματιών. «Τι είδες, Ίριδα; Τι σου συνέβη; Γιατί το έκανες αυτό;» συνέχισε με φωνή θρυμματισμένη από τη θλίψη που τον έπνιγε, και τα ερωτήματα αυτά να του σκίζουν την ψυχή και να παραμένουν μονίμως αναπάντητα. Ο επικεφαλής γιατρός τούς πλησίασε και τους καλημέρισε. «Έχουμε καμιά εξέλιξη, γιατρέ;» τον ρώτησε απότομα ο Σέργιος. Ο γιατρός ξεροκατάπιε και τον κοίταξε με οίκτο: —9—
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΕΔΕΣ
«Είναι από τις περιπτώσεις για τις οποίες η επιστήμη δεν έχει ούτε εξηγήσεις, ούτε λογικά επιχειρήματα. Η θεραπευτική αγωγή δεν έχει καμία απολύτως επίδραση πάνω της. Η περίπτωσή της μας προβληματίζει κάθε μέρα και περισσότερο. Και εξάλλου είναι και όλα αυτά τα ευρήματα… Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα αποτελέσει μελέτη περίπτωσης που θα ενδιαφέρει ιδιαίτερα την επιστημονική κοινότητα». Της έπιασε το χέρι και της μέτρησε τον σφυγμό. Έκανε νόημα στον Σέργιο κι εκείνος τον ακολούθησε. «Εξακολουθεί να είναι σαν ζωντανή-νεκρή. Την παρακολουθώ από την πρώτη μέρα που τη φέρατε εδώ, γνωρίζοντας και όλη την ιστορία. Πίστευα πως με τη φαρμακευτική αγωγή κάτι θα καταφέρναμε, δυστυχώς όμως δεν αντιδρά σε τίποτα. Υπομονή χρειάζεται», είπε χαμηλόφωνα και τον χτύπησε στον ώμο. Η επιστροφή στο δωμάτιο του ήταν πάντα δυσάρεστη. Δεν ήθελε να την αποχωρίζεται, αλλά το επισκεπτήριο διαρκούσε συγκεκριμένες ώρες και δεν του επέτρεπαν να μείνει περισσότερο. Την έβαλε να καθίσει στην πολυθρόνα απέναντι από το παράθυρο, τη βοήθησε να απλώσει τα πόδια της στο υποπόδιο που της είχε αγοράσει και τη σκέπασε με μια χρωματιστή κουβέρτα. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό του. Στην προσπάθειά του να το βγάλει από το παλτό, γλίστρησε από τα χέρια του και βρέθηκε στο πάτωμα: «Μάλλον το έχει το κινητό μου να πέφτει από τα χέρια μου όταν είμαι κοντά σου. Όπως εκείνη τη μέρα που πρωτογνωριστήκαμε. Θυμάσαι; Εκείνη την ατέλειωτη μέρα». — 10 —
ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΛΕΥΡΑ
Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της, η πρώτη αντίδραση σε κάτι, έστω και με αυτή την ακαριαία σύσπαση μυός, ύστερα από πολύ καιρό, συνοδευόμενη από δάκρυα χαράς στα μάτια του Σέργιου.
— 11 —
Εκείνη η μέρα, η ατελείωτη
Ο
ι πρώτες αχτίδες του ανοιξιάτικου ήλιου προσπαθούσαν να κάνουν την εμφάνισή τους ανάμεσα στα τελευταία μεγάλα γκρίζα σύννεφα και την ασημένια τους φόδρα που σκέπαζαν τον παριζιάνικο ουρανό. Αν και μέσα Μαρτίου, η χτεσινοβραδινή βροχή που συνεχίστηκε μέχρι τα ξημερώματα είχε αφήσει πίσω της έντονη τη μυρωδιά της υγρασίας, που πάλευε να κυριαρχήσει στην ατμόσφαιρα με τα αρώματα που αναδίδονταν από τα βρεγμένα πέταλα των λουλουδιών και τα λασπωμένα φύλλα των δέντρων που είχαν κολλήσει στις άκρες των δρόμων. Η κυκλοφορία στην Και ντε Ζεμμάπ ήταν περιορισμένη, μιας και τα πρωινά του Σαββάτου οι Παριζιάνοι κυκλοφορούσαν μετά τις έντεκα, κι έτσι επικρατούσε σχετική ησυχία· μόνο ο θόρυβος από τα ποδήλατα που περνούσαν από το πλακόστρωτο στην άκρη του ποταμού ακουγόταν, όπως και τα βήματα όσων έκαναν την πρωινή τους γυμναστική. Ο Σέργιος κοίταξε για πολλοστή φορά το ρολόι του. Ήθελε περίπου είκοσι λεπτά ποδαρόδρομο μέχρι τον σιδηροδρομικό σταθμό, και γι’ αυτό αποφάσισε να φύγει. Έβαλε το παλτό του και τυλίχτηκε στο ζεστό του κασκόλ. Απαραίτητα τραγιάσκα, και τελευ— 12 —
ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΛΕΥΡΑ
ταίος έλεγχος στις τσέπες ότι τα είχε όλα: κινητό, πορτοφόλι, τα κλειδιά του σπιτιού στο χέρι και στον ώμο την τσάντα που κουβαλούσε πάντα στα ολιγοήμερα ταξίδια του. Στην είσοδο της πολυκατοικίας καλημερίστηκε με τον επιστάτη, τον υπερήλικα Σενεγαλέζο Σαρτέν, που καθάριζε την ταμπέλα με το νούμερο της πολυκατοικίας. Το 122 φαινόταν λίγο μουντό σε σχέση με το υπόλοιπο κτίριο, αλλά η ταμπέλα από πλεξιγκλάς δεν είχε επάνω της ούτε κόκκο σκόνης. Είχε μόλις έξι μήνες που μετακόμισε στο μικρό διαμέρισμα του αριθμού 122 σε αυτή την πλευρά του Παρισιού, μιας και τα οικονομικά του τώρα του το επέτρεψαν, αφού ξεκίνησε πλέον να εργάζεται ως σου-σεφ στην μπρασερί Λε Βωντβίλ, δίπλα στους διάσημους σεφ που κατά καιρούς έρχονταν και δημιουργούσαν τα περίφημα πιάτα τους. Κοντοστάθηκε στην άκρη της προκυμαίας και κοίταξε γι’ άλλη μια φορά το ρολόι του. Είχε δύο επιλογές για να φτάσει πεζός στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό, είτε από την κεντρική οδό είτε από τα αγαπημένα του στενά και τα καφέ, έτσι ξεκίνησε να περπατάει στο βρεγμένο πλακόστρωτο με βήμα βαριεστημένο. Έφτασε στην πέτρινη γέφυρα και ανέβηκε τα σκαλιά στηριζόμενος στα κάγκελα. Στο κατάστρωμά της, κοντοστάθηκε πάνω από το ποτάμι, έκλεισε τα μάτια και πήρε βαθιά ανάσα, γεμίζοντας τα πνευμόνια του με οξυγόνο, τη μυρωδιά του ποταμιού και το αργόσυρτο σάπισμα των μουσκεμένων φύλλων από τα δέντρα που βρίσκονταν και στις δυο πλευρές της γέφυρας. Ήταν μια στιγμιαία ανάταση, μια ανάσα δικαί— 13 —
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΕΔΕΣ
ωσης για όλες του τις επιλογές. Σήκωσε τα χέρια του ψηλά, σαν αρχέγονη επίκληση στους θεούς και παρέμεινε έτσι για μερικά δευτερόλεπτα, ενώ ο κόσμος τον προσπερνούσε σκυθρωπός. Άρχισε πάλι να περπατάει, με διαφορετικό ρυθμό αυτή τη φορά, σαν κάποιο αόρατο χέρι να του έκανε ένεση αυτοπεποίθησης όσο βρισκόταν πάνω στη γέφυρα. Σχεδόν χαμογελώντας, έφτασε στο καφέ Α, το αγαπημένο του στέκι από τότε που μετακόμισε εκεί, και η κλεφτή ματιά που έριξε από την πόρτα ήταν αρκετή για να εντοπίσει την Ντορίς, που τοποθετούσε τις καρέκλες στη θέση τους. Στα ρουθούνια του έφτασε το άρωμα του καφέ και κάλυψε τη μυρωδιά του καθαριστικού, που έκανε το φρεσκοσφουγγαρισμένο πάτωμα να γυαλίζει. «Νο, νο, νο», τον απείλησε η Ντορίς με τη σφουγγαρίστρα μόλις τον είδε να κοντοστέκεται στην πόρτα. Εκείνος της χαμογέλασε και της ζήτησε παρακλητικά έναν καφέ. Του έδωσε τη σφουγγαρίστρα στο χέρι και απομακρύνθηκε μουρμουρίζοντας κάτι στα γαλλικά. Χάθηκε πίσω από το μεγάλο ξύλινο μπαρ κι επέστρεψε κρατώντας μια αχνιστή κούπα με μοσχομυριστό καφέ. Την ακούμπησε στον πάγκο και κάλεσε τον Σέργιο να περάσει μέσα. Οι δυο τους κάθισαν στα ψηλά σκαμπό δίπλα στην τσιμεντένια κολόνα με το περίεργο ντεκόρ – ένα γκράφιτι με μαύρο μαρκαδόρο. Το κακό με τους Γάλλους είναι ότι δεν μιλάνε τίποτε άλλο εκτός από γαλλικά. Το χειρότερο είναι ότι, αν ακούσουν κάποιον ξένο να μιλάει έστω και λίγο — 14 —
ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΛΕΥΡΑ
τη γλώσσα τους, του απευθύνονται σαν να είναι ντόπιος. Έτσι ο Σέργιος κατέβαλλε πολύ μεγάλη προσπάθεια να καταλάβει τι έλεγε η Ντορίς, πράγμα που την εκνεύριζε και την ανάγκαζε να χρησιμοποιεί τα λίγα αγγλικά που είχε μάθει ως καμαρότος στα φεριμπότ που έκαναν το δρομολόγιο Ντόβερ-Καλαί. Κάθε φορά που έβλεπε τον Σέργιο, η Ντορίς ζητούσε τη βοήθειά του στη δημιουργία νέων κρύων πιάτων για το μαγαζί. Δεν μπορούσε παρά να της υποσχεθεί ότι μόλις επέστρεφε από το Βέλγιο θα της ετοίμαζε μερικά πιάτα για δοκιμή. Έκανε να βγάλει το πορτοφόλι του, αλλά η Ντορίς αρνήθηκε να πάρει λεφτά, του πήρε το φλιτζάνι, τον φίλησε στο μάγουλο και χάθηκε πίσω από το ξύλινο μπαρ. Ο Σέργιος τής φώναξε ένα «ω ρεβουάρ» και βγήκε με γοργό βήμα στο πλακόστρωτο. Ο ήλιος πλέον είχε ξεπροβάλει για τα καλά στον παριζιάνικο ουρανό και, όπως ένας ψεύτης, μεγαλοποιούσε όσα άγγιζε. Η είσοδος του κεντρικού σταθμού φάνταζε θεόρατη. Αν και την είχε διαβεί τόσες φορές, σήμερα για κάποιον περίεργο λόγο αισθανόταν δέος. Νόμιζε ότι τα αγάλματα στην πρόσοψη τον κοιτούσαν με υπεροψία έτσι ψηλά όπως βρίσκονταν, ενώ οι αντανακλάσεις από τα τζάμια έμοιαζαν με πολύχρωμο καρουζέλ. Στάθηκε στις μεγάλες οθόνες κοντά στην είσοδο, ώστε να επιβεβαιώσει την ώρα αναχώρησης του τρένου του. Έβγαλε το εισιτήριο και το κοίταξε: «09:55». Ξανακοίταξε τις οθόνες αναζητώντας την πλατφόρμα στην οποία θα έπρεπε να κατευθυνθεί. Με μισή ώρα — 15 —
143 × 210 SPINE: 28.2 FLAPS: 80
Διαβάστε επίσης...
Δ
υο αντίπαλοι κόσμοι... Μια σταυροφορία με πολλά θύματα αθώα και μη... Το πουλόβερ της παγκόσμιας πανθρησκείας που είχε αρχίσει να υφαίνεται... και εξακολουθεί ακόμη. Ποια είναι η πραγματική βάση των θρησκειών; Ο Θεός; Οι τελετουργίες; Οι κανόνες για υπακοή; Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα μέσα από τον καταιγιστικό ρυθμό το βιβλίο εξερευνά τον ρόλο του θανάτου και το πέρασμα στη Σκοτεινή Πλευρά. Την πλευρά όπου δεν επέστρεψε κανείς. Ή μήπως όχι;
ISBN 978-960-564-859-6
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr
Ξ
εκινώντας να χαράσσω την πορεία της ζωής μου, χρειάστηκα τα κατάλληλα εργαλεία. Τα κουμπάσα και τους χάρτες για να βγάλω τη ρότα, και τον εξάντα για να ελέγχω ότι είμαι πάνω σε αυτή. Τα πρώτα μου εφόδια στη σχολή πλοιάρχων. Για να φτάσω στο λιμάνι τ’ ουρανού έπλεα πότε με ευνοϊκό και πότε με κόντρα τον άνεμο. Αυτός με έριχνε πότε στις καταφώτιστες μεγαλουπόλεις της Αμερικής και της Αγγλίας και πότε στο πλοίο της γραμμής που με πήγαινε στη Χίο για πιο πολλά πτυχία. Πάντα όμως δίπλα στη θάλασσα. Χρειάστηκε και μια πράξη καταστροφής για να φτάσω σε μια πράξη δημιουργίας. Δημιουργώ χωρίς να σκέφτομαι, εμπιστευόμενος πρώτα απ’ όλα το ένστικτό μου. Δεν γράφω για να προσελκύσω το κοινό κι ούτε επιλέγω να στριμώξω την συγγραφή μέσα στα μίζερα καλούπια της αγοράς, έτσι είναι σαν να λες ψέματα. Σαν να βάζεις ψεύτικο χρώμα πάνω στα πέταλα των φυτών για να προσελκύσεις τα έντομα. Ανήκω σε αυτούς που συνθέτουν χωρίς να γράφουν, που υπακούν στις προσταγές ενός εσωτερικού εγώ. Σαν τα παιδιά που κρυφοκοιτάνε και ακολουθούν μια άγνωστη σκιά, που κατοικεί μέσα τους κι ας μην τη γνωρίζουν.