140 × 210
SPINE: 5.3
FLAPS: 80
Αδαμαντινή Καβαλλιεράτου
Πώς να ξεκινήσεις Δ Ι ΗΓ ΉΜ ΑΤΑ Αδαμαντινή Καβαλλιεράτου
Η Αδαμαντινή Καβαλλιεράτου γεννήθηκε το 1979 στην Αθήνα, όπου και ζει. Διηγήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογές και έχουν δημοσιευτεί στο διαδίκτυο.
• Πώς να ξεκινήσεις
«Κάτι συμβαίνει εδώ», λέω στη γυναίκα. Εκείνη έρχεται πλάι μου όσο πιο γρήγορα μπορεί, προσπαθεί να καθίσει στα γόνατα. «Κάτσε δίπλα μου», μου λέει. Θέλω ν’ αρχίσω να τρέχω προς την έξοδο. Δεν το κάνω. «Κάτσε γρήγορα», επαναλαμβάνει, «πνίγεται. Άκου ό,τι σου λέω και κάν’ το». «Όχι», ψελλίζω, «δεν νομίζω ότι μπορώ». «Κάν’ το», φωνάζει, «δεν έχουμε χρόνο. Άνοιξέ του το στόμα, βιάσου, σταμάτησε ν’ αναπνέει. Βλέπεις στο βάθος του λαιμού του εκείνο το αντικείμενο; Αυτό. Μοιάζει με μικρό κομμάτι ξύλο. Μάλλον θα το βρήκε στη βεράντα. Μπορείς να το φτάσεις; Μπράβο. Κράτα του τη γλώσσα με το ένα δάχτυλο και το άλλο κάν’ το αγκίστρι, και τράβα το ξύλο προς τα έξω… Αυτό είναι. Είδες; Δεν ήταν δύσκολο. Τώρα βάλ’ τον στο πλάι. Ωραία. Κλείσ’ του το στόμα και κράτα το με το χέρι σου, σκύψε πάνω από τη μύτη του και φύσα. Όμως όχι πολύ δυνατά… Τώρα. Ωραία. Γεμίζουν τα πνευμόνια του. Βλέπεις; Πάλι. Ξανά. Ξανά. Ξανά. Άλλη μία. Μπράβο. Κι άλλη μία. Εντάξει», λέει και παίρνει κι η ίδια μια βαθιά ανάσα. «Αυτό ήταν». Ο γάτος αρχίζει να αναπνέει ρυθμικά. Τον βλέπω καθώς ανοίγει μια στιγμή τα ματάκια του, νιαουρίζει, κι έπειτα τα κλείνει ξανά κι αποκοιμιέται. Πέφτω ανάσκελα στα πλακάκια και βάζω τα κλάματα. Τα δάχτυλά μου τσαλαβουτάνε σε μια λιμνούλα από λάδι κονσέρβας, αλλά δεν με νοιάζει τίποτα.
ISBN 978-618-205-240-2
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr
Εξώφυλλο: Νίκος Αρτέμης, «Σύρματα» (lightbox)
Πώς να ξεκινήσεις
Αδαμαντινή Καβαλλιεράτου
Πώς να ξεκινήσεις
ΔΙΗΓΉΜΑΤΑ
— ΑΘΗΝΑ 2022 —
ΤΙΤΛΟΣ
Πώς να ξεκινήσεις ΣΥΓΓΡΑΦΈΑΣ
Αδαμαντινή Καβαλλιεράτου ΕΞΩΦΥΛΛΟ
Νίκος Αρτέμης, «Σύρματα» (lightbox) ΣΕΙΡΑ
Ελληνική λογοτεχνία [1358] 0222/07 ΕΠΙMΕΛΕΙΑ - ΔΙΟΡΘΩΣΗ
Όλγα Παλαμήδη LAYOUT - DESIGN Myrtilo, Λένα Παντοπούλου COPYRIGHT© 2022 Αδαμαντινή Καβαλλιεράτου ΠΡΏΤΗ ΕΚΔΟΣΗ
Αθήνα, Φεβρουάριος 2022 ISBN 978-618-205-240-2
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108
ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr
Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.
Για τη Μαριγώ
Περιεχόμενα
Ψυχρά κι ανάποδα �������������������������������������������������������� 9 Χρυσόψαρο ������������������������������������������������������������������ 23 Κάπου ψηλά ������������������������������������������������������������������ 35 Μη γυρίσεις πίσω �������������������������������������������������������� 43 Στον πάγκο της κουζίνας �������������������������������������������� 48 Πώς να ξεκινήσεις ������������������������������������������������������� 51 Παντού νερό ���������������������������������������������������������������� 60 Ανάμεσα ����������������������������������������������������������������������� 62 Πολικός Αστέρας �������������������������������������������������������� 73
—7—
Ψυχρά κι ανάποδα
Μ
ε το ένα μου χέρι τη χτυπάω δυνατά στην πλάτη, ενώ με το άλλο αρπάζω το σακίδιο και το ανοίγω. Βγάζω το Crilen, τα μωρομάντιλα, μια αλλαξιά ρούχα, ένα πακέτο ρυζογκοφρέτες, ώσπου εντοπίζω το παγουρίνο και της το χώνω στο στόμα. Την κοιτάζω με κομμένη ανάσα καθώς καταπίνει το νερό γουλιά γουλιά και βλέπω το χρώμα να επανέρχεται στα μάγουλά της. Νιώθω τα γόνατά μου να λυγίζουν και κάθομαι στο παγκάκι πλάι της, της αρπάζω το σακουλάκι με τους ξηρούς καρπούς από τα χέρια και το πετάω απέναντι, στον κάδο με τα σκουπίδια. «Δεν τρέχουμε σαν τρελοί όταν τρώμε αμύγδαλα», της φωνάζω. «Γιατί δεν μ’ ακούς όταν σου μιλάω, γαμώτο!» Εκείνη με κοιτάζει ατάραχη. Ήταν δική μου δουλειά να την προσέχω, μου λέει. «Μα αφού σ’ το είπα», της απαντάω, «και τσίριζες για ένα δεκάλεπτο». «Δεν φταίω εγώ που μου το επέτρεψες τελικά», μου λέει. Αισθάνομαι το αίμα να μου ανεβαίνει στο κεφάλι, όμως ξέρω πως δεν έχω πολλές πιθανότητες να κερδίσω τη μάχη με ένα εξάχρονο. Για τα επόμενα δύο λεπτά καθόμαστε μουτρωμένοι, o ένας πλάι στον άλλον, ώσπου μου λέει: «Η μαμά θα φρικάρει αν ακούσει ότι είπες τη λέξη από γάμα». «Μήπως λοιπόν να μην το μάθει;» τη ρωτάω ενώ την κοιτάζω δήθεν αυστηρά. «Ουάου», ψιθυρίζει εκείνη, «η μαμά θα φρικάρει αν ακούσει ότι μου ζήτησες να μην της το πω». Μόλις φτάνουμε στο αυτοκίνητο, τη βάζω στο καρεκλάκι της και της δένω τη ζώνη. Κάθομαι στη θέση μου —9—
ΠΩΣ ΝΑ ΞΕΚΙΝΗΣΕΙΣ
και ξεκινάω. Στη διαδρομή μέχρι το σπίτι της μάνας της, αποφασίζω να της φτιάξω το κέφι. Δεν θα βρεθούμε ξανά μέχρι την ερχόμενη Κυριακή που είναι τα γενέθλιά της και δεν θέλω να χωριστούμε τσακωμένοι. Της βάζω το CD με τo σάουντρακ από το «Ψυχρά κι ανάποδα». Τραγουδάμε μαζί το τραγούδι της Έλσας. Όταν τελειώνει για τρίτη φορά, το χαμηλώνω και τη ρωτάω τι δώρο θέλει για τα γενέθλιά της. Μα αφού ξέρω, μου λέει, τι θέλει· θέλει να γυρίσω πίσω στο σπίτι. «Α, όχι», της απαντάω, αυτό δεν την αφορά. Δεν είναι δικό της θέμα, είναι δουλειά των μεγάλων. Μπορεί όμως να ζητήσει κάτι άλλο, οτιδήποτε. «Εντάξει λοιπόν», απαντάει, «θέλω ένα κουτάβι». «Μα αφού ξέρεις», της λέω, «ότι η μαμά δεν θέλει σκύλο στο σπίτι». «Να τον πάρεις τότε για το δικό σου σπίτι», μου λέει. Σκέφτεται ότι αυτό θα βοηθούσε πολύ τα πράγματα ανάμεσά μας, αλλά δεν μπορώ να το κάνω γιατί η κοπέλα μου η Νατάσα είναι αλλεργική στο τρίχωμα των ζώων, αν κι αυτό το χαρτί δεν μπορώ να το παίξω γιατί η μικρή δεν ξέρει ότι έχω σπιτωθεί με μια γυναίκα μόλις δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερή της. «Τη μια μου ζητάς να επιστρέψω στο σπίτι της μαμάς, την άλλη θες να πάρω κατοικίδιο, που σημαίνει ότι θα πρέπει να παραμείνω στο δικό μου για να το φροντίζω», της λέω και σκέφτομαι πως επιτέλους της την έφερα. «Α, άρα, θα γυρίσεις σπίτι», φωνάζει και χτυπάει παλαμάκια. «Όχι, δεν… Γαμώτο!» λέω και χτυπάω το χέρι μου στο τιμόνι. «Δεν βγάζουμε άκρη», φωνάζω, και τη βλέπω από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου να με κοιτάζει με ένα κουτσοδόντικο θριαμβευτικό χαμόγελο. ***
— 10 —
Ψυχρά κι ανάποδα
Ανεβαίνουμε τη σκάλα και μόλις φτάνουμε στο πλατύσκαλο, βλέπω τη γυναίκα μου να μας περιμένει στην είσοδο με ένα κοντό τζιν σορτς και άσπρο φανελάκι χωρίς σουτιέν. Όσο ζούσαμε μαζί, κυκλοφορούσε με φαρδιές φόρμες και μια μελιτζανί ρόμπα που σιχαινόμουνα. Έπειτα παραιτήθηκα από την εταιρία του πατέρα της, κι αυτή χωρίς δεύτερη σκέψη με έδιωξε κι απ’ το σπίτι. Όταν όμως έτυχε, σε μια απρόσμενη επίσκεψή της στο σπίτι μου για να ζητήσει λεφτά, να δει τη Νατάσα, ξεκίνησε δίαιτα και γυμναστήριο και κάθε φορά που της φέρνω πίσω το παιδί, με περιμένει ημίγυμνη στην είσοδο. Όσο όμως κι αν με προκαλεί, όσο και να με βάζει σε πειρασμό, ξέρουμε κι οι δύο ότι ποτέ δεν θα με άφηνε να την αγγίξω προτού ενδώσω. Και το να ενδώσω σημαίνει να ρίξω τα μούτρα μου, να ζητήσω συγγνώμη στον πεθερό μου και να γυρίσω πίσω στη δουλειά και στα ογδόντα χιλιάρικα τον χρόνο. Από τα είκοσι πέντε μου δούλευα στην εταιρία του, εκεί γνώρισα την κόρη του. Ανάμεσα σε συναντήσεις και ισολογισμούς τού είπα ότι θέλω να την παντρευτώ. Μέρα δεν υπήρξε να μην ξημεροβραδιαστώ στο γραφείο, Σαββατοκύριακο να μη χτυπήσει το τηλέφωνο. Κι όταν εκείνος αποφάσισε να πάρει σύνταξη, έβαλε στο πόδι του τον γιο του, που κοπροσκύλιαζε δέκα χρόνια, δήθεν σπουδάζοντας στο Λονδίνο, χωρίς να έχει κολλήσει ποτέ του ούτε ένα ένσημο. Τα βρόντηξα κι εγώ κάτω, κι αφού δεν βρίσκω άλλη δουλειά, ζω το νεανικό μου όνειρο· παίζω μουσική σ’ ένα συνοικιακό μπαράκι ενός φίλου στον Χολαργό από Τετάρτη μέχρι Σάββατο για σαράντα ευρώ το νυχτοκάματο. Τα χρήματα είναι ελάχιστα, αλλά δεν χαλάω και τίποτα. Όσο για το παιδί, μέχρι στιγμής δίνω από τα έτοιμα. Ευτυχώς έτυχε την περίοδο που με πέταξε έξω η Λίνα, να είναι ξενοίκιαστο το σπίτι που κληρονόμησα από τους δικούς μου στα Πατήσια. Η μικρή, προτού περάσει το κατώφλι της πόρτας, ξε— 11 —
140 × 210
SPINE: 5.3
FLAPS: 80
Αδαμαντινή Καβαλλιεράτου
Πώς να ξεκινήσεις Δ Ι ΗΓ ΉΜ ΑΤΑ Αδαμαντινή Καβαλλιεράτου
Η Αδαμαντινή Καβαλλιεράτου γεννήθηκε το 1979 στην Αθήνα, όπου και ζει. Διηγήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογές και έχουν δημοσιευτεί στο διαδίκτυο.
• Πώς να ξεκινήσεις
«Κάτι συμβαίνει εδώ», λέω στη γυναίκα. Εκείνη έρχεται πλάι μου όσο πιο γρήγορα μπορεί, προσπαθεί να καθίσει στα γόνατα. «Κάτσε δίπλα μου», μου λέει. Θέλω ν’ αρχίσω να τρέχω προς την έξοδο. Δεν το κάνω. «Κάτσε γρήγορα», επαναλαμβάνει, «πνίγεται. Άκου ό,τι σου λέω και κάν’ το». «Όχι», ψελλίζω, «δεν νομίζω ότι μπορώ». «Κάν’ το», φωνάζει, «δεν έχουμε χρόνο. Άνοιξέ του το στόμα, βιάσου, σταμάτησε ν’ αναπνέει. Βλέπεις στο βάθος του λαιμού του εκείνο το αντικείμενο; Αυτό. Μοιάζει με μικρό κομμάτι ξύλο. Μάλλον θα το βρήκε στη βεράντα. Μπορείς να το φτάσεις; Μπράβο. Κράτα του τη γλώσσα με το ένα δάχτυλο και το άλλο κάν’ το αγκίστρι, και τράβα το ξύλο προς τα έξω… Αυτό είναι. Είδες; Δεν ήταν δύσκολο. Τώρα βάλ’ τον στο πλάι. Ωραία. Κλείσ’ του το στόμα και κράτα το με το χέρι σου, σκύψε πάνω από τη μύτη του και φύσα. Όμως όχι πολύ δυνατά… Τώρα. Ωραία. Γεμίζουν τα πνευμόνια του. Βλέπεις; Πάλι. Ξανά. Ξανά. Ξανά. Άλλη μία. Μπράβο. Κι άλλη μία. Εντάξει», λέει και παίρνει κι η ίδια μια βαθιά ανάσα. «Αυτό ήταν». Ο γάτος αρχίζει να αναπνέει ρυθμικά. Τον βλέπω καθώς ανοίγει μια στιγμή τα ματάκια του, νιαουρίζει, κι έπειτα τα κλείνει ξανά κι αποκοιμιέται. Πέφτω ανάσκελα στα πλακάκια και βάζω τα κλάματα. Τα δάχτυλά μου τσαλαβουτάνε σε μια λιμνούλα από λάδι κονσέρβας, αλλά δεν με νοιάζει τίποτα.
ISBN 978-618-205-240-2
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr
Εξώφυλλο: Νίκος Αρτέμης, «Σύρματα» (lightbox)