Skip to main content

Οι αγάπες πεθαίνουν αλλιώς

Page 1

140 × 210  SPINE: 8.2  FLAPS: 80

ΜΙΧΑΗΛ ΙΩΑΝΝΟΥ ΠΑΓΚΑΛΟΣ

Δεν είμαι συγγραφέας, απλώς γράφω τις σκέψεις μου. Θυμάμαι να γράφω από τα δεκατέσσερα· με πένες μελάνης που μ’ αρέσουν. Βρίσκω πάντα κείμενα σε συρτάρια, κούτες και σκόρπιες σελίδες. Αυτή είναι η πρώτη εκδοτική μου προσπάθεια και προέκυψε τυχαία, δεν το επεδίωξα. Μάλλον, ήταν η κατάλληλη στιγμή. Είμαι ευγνώμων γι’ αυτό.

Οι αγάπες πεθαίνουν αλλιώς

Μια παγκόσμια πανδημία, ένας ξεχασμένος έρωτας, μια αληθινή ιστορία… Ή μήπως πολλές αληθινές ιστορίες;

Μιχαήλ Ιωάννου Πάγκαλος

ISBN 978-618-205-203-7

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς


Οι αγάπες πεθαίνουν αλλιώς


ΤΙΤΛΟΣ

Οι αγάπες πεθαίνουν αλλιώς ΣΥΓΓΡΑΦΈΑΣ

Μιχαήλ Ιωάννου Πάγκαλος ΣΕΙΡΑ

Λογοτεχνία [1358] 1221/20 LAYOUT - DESIGN Myrtilo, Λένα Παντοπούλου COPYRIGHT© 2021 Μιχαήλ Ιωάννου Πάγκαλος ΠΡΏΤΗ ΕΚΔΟΣΗ

Αθήνα, Δεκέμβριος 2021 ISBN 978-618-205-203-7

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108

ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.


ΜΙΧΑΗΛ ΙΩΑΝΝΟΥ ΠΑΓΚΑΛΟΣ

Οι αγάπες πεθαίνουν αλλιώς


Στην γυναίκα· το πιο όμορφο πλάσμα τού κόσμου


Περιεχόμενα

Η Μπουμπουλίνα................................................................ 7 «Φτου ξελευτερία!».......................................................... 10 Γιορτή................................................................................. 14 Στο παλαιοπωλείο του Βέγγου....................................... 17 «Σ’ αγαπώ, να προσέχεις» ...............................................20 Απρόσμενη συνάντηση 1................................................23 SMS.....................................................................................28 Τηλεφώνημα 1................................................................... 31 Τηλεφώνημα 2...................................................................36 Τα μάτια λένε την αλήθεια, όχι το στόμα…................. 41 Απρόσμενη συνάντηση 2................................................50 Όνειρο................................................................................ 57 Αγωνία................................................................................60 Σχέδιο 1 – Η συνάντηση..................................................67 Η πρώτη βόλτα..................................................................72 Στο «Κύμα»........................................................................88 Χωρισμός..........................................................................104 Στο ταξί ............................................................................ 111 Σχέδιο 2 – Μακρινές αισθήσεις..................................... 114 Ταξίδι................................................................................ 118


Η Μπουμπουλίνα

Τ

ην είδε τυχαία μετά από καιρό, από χρόνια· φορούσε βέρα! Μα και πάλι δεν ήταν σίγουρος. Στεκόταν μπροστά σε μια βιτρίνα κρατώντας δυο καλαίσθητες τσάντες με ψώνια από επώνυμα καταστήματα, πανέμορφη, αγέρωχη, καλοφτιαγμένη, ντυμένη στα μαύρα όπως πάντα. «Μπουμπουλίνα» την έλεγαν ειρωνικά κάποιοι συνάδελφοι που δεν την χώνευαν και πολύ, πριν από χρόνια που ήρθε νεαρή ασκούμενη στη δουλειά, μα στα μάτια του ήταν η ομορφιά όλου του κόσμου. Ήταν όλα τα αρχαία αγάλματα, ήταν οι Καρυάτιδες που λείπουν, οι πριγκήπισσες στις τοιχογραφίες τής Κνωσσού. «Μπουμπουλίνα μου…» ψέλλισε μέσα από τα δόντια καθώς πήγε να την πλησιάσει· μα ξάφνου κοντοστάθηκε. Ένας μουσάτος, ψηλός, διπλάσιο μέγεθος απ’ αυτήν, που βγήκε από τον δίπλα φούρνο κρατώντας δύο κουλούρια και της έδωσε το ένα, πέρασε τρυφερά το χέρι του στους ώμους της. Κάτι του έδειξε εκείνη στη βιτρίνα, κάτι είπαν που δεν πολυκατάλαβε, κάτι σαν «ναι, καλό είναι, αγάπη μου», και μαζί μπήκαν στο κατάστημα. Του την έδινε στα νεύρα αυτή η νέα μόδα με τα μούσια· τα «μούσα», χωρίς γιώτα, όπως συνήθιζε να τα λέει ειρωνικά, και τώρα έβλεπε την αγαπημένη του με έναν τέτοιο. «Μα κι αυτή μουσάτο; Θα είναι καλό παιδί μάλλον, να ταιριάζει με την ψυχή της», σκέφτηκε προχωρώντας σαν χαμένος μέσα στον κόσμο. «Άργησες, φίλε, άργησες πολύ· δεκαεννιά χρόνια», είπε στον εαυτό του. Έφτασε Πατησίων 259, στο πάρκινγκ που είχε την μηχανή. Πλήρωσε τον υπάλληλο, του ευχήθηκε «καλή συνέχεια» φεύγοντας. ΟΙ ΑΓΑΠΕΣ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΑΛΛΙΩΣ

7


«Κύριε, είπαν ότι θα χαλάσει ο καιρός», του είπε το παιδί. Εκείνος τον κοίταξε και χαμογέλασε με συμπάθεια μέσα από το κράνος. Σήκωσε το χέρι, σήμα τού «ευχαριστώ». Σε πέντε λεπτά είχαν αρχίσει οι πρώτες ψιχάλες. Πήγαινε, πήγαινε… Δεν ήξερε για πού. Η βροχή είχε δυναμώσει τώρα. Η «μπεμβεδάρα» –έτσι την έλεγε– κατάπινε τα χιλιόμετρα άφοβα. Ήταν ασφαλής μηχανή· είχε γυρίσει όλη την Ευρώπη μ’ αυτήν. Είχε βραχεί γιατί δεν είχε φορέσει τα αδιάβροχα που είχε πάντα στην δεξιά βαλίτσα τής μηχανής, αλλά δεν τον ένοιαζε. Δεν αισθανόταν τίποτα μέσα στις σκέψεις του. «Η βέρα! Η βέρα!… Ο μουσάτος… Άργησες, φίλε, άργησες πολύ… “Ναι, καλό είναι, αγάπη μου, ας μπούμε να το δούμε”… “Αρθροπλαστική τού γόνατος”, “Από τον Δία στον Χριστό”», βιβλία που διάβαζε τελευταία. Το μυαλό του γύριζε με χιλιάδες στροφές! Μερικοί οδηγοί τού αναβόσβηναν τα φώτα, κάποιοι άλλοι τού κόρναραν κιόλας. «Πού πας, ρε τρελλέ, με τέτοιον καιρό;» σαν να έλεγαν. Το είχε ξαναζήσει το σκηνικό, στην Πολωνία, στην Ουγγαρία, στην Λιθουανία. Δεν τον ένοιαζε, απλώς πήγαινε, πήγαινε, πήγαινε… Βγήκε Σούνιο. Εκεί δεν πήγαινε άλλο· σταμάτησε. Ούτε που κατάλαβε πώς έφτασε εκεί. Κάθισε σε μια πέτρα και ατένιζε τον ορίζοντα. Η βροχή είχε σταματήσει· ήταν μούσκεμα, όπως και η ψυχή του. «Από δω δεν έπεσε ο Αιγέας;» σκέφτηκε. Κοίταξε δίπλα τον ναό τού Ποσειδώνος στο φόντο τού σκοτεινού ορίζοντα. «Τι ομορφιά, Θεέ μου!» Ξάφνου, άκουσε ένα θρόισμα στους δίπλα θάμνους και κάτι σαν κλάμα. Καθώς πλησίασε, ο θόρυβος σταμάτησε. Ψάχνει μέσα στον θάμνο και βλέπει ένα νεογέννητο σκυλάκι, βρεγμένο, τρομαγμένο, να τρέμει. Τον κοιτούσε με αυτά τα ματάκια τα γεμάτα αθωότητα και φόβο. «Ωχ, ψυχούλα μου! Πώς βρέθηκες σ’ αυτή την ερημιά;» Το πήρε στην αγκαλιά του προσπαθώντας να το ζεστά8

ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΓΚΑΛΟΣ


νει. Έτρεξε στην μηχανή. Από την δεξιά βαλίτσα, που είχε τον προσωπικό εξοπλισμό του –στην αριστερή είχε τα τεχνικά–, έβγαλε μια πετσέτα και άρχισε να το σκουπίζει. «Κάποιος σ’ εγκατέλειψε εδώ, δεν εξηγείται αλλιώς», μουρμούρισε. «Απάνθρωποι! Υπάνθρωποι! Να σας έπιανα στα χέρια μου! Μη φοβάσαι, μωρό μου, τα βάσανά σου τελείωσαν, θα σε πάρω σπίτι. Μα… για να δω, τι είσαι; Βρε… μουνάκι έχουμε εδώ; Κοριτσάκι είσαι, ψυχούλα μου; Πώς να σε βγάλω; Θα σε βγάλω… ε… το βρήκα! Θα σε βγάλω Μπουμπουλίνα!» Η βροχή άρχιζε πάλι σιγά. Άνοιξε το μπουφάν του και έβαλε μέσα το σκυλάκι. Ατένισε για λίγο ακόμη την ομορφιά τού ορίζοντα καθώς οι στάλες τής βροχής έπεφταν στο πρόσωπό του· δεν του έκανε όρεξη να φύγει. Σιγοτραγούδησε: «Έπιασε να βρέχει ζάχαρη και μέντα, σβήνουν διευθύνσεις στην παλιά ατζέντα». Ένας κόμπος ανέβηκε στον λαιμό του, μα κρατήθηκε. Κάθισε πάλι στην πέτρα. Το κουταβάκι καθόταν ήρεμο μέσα στην προστασία τού μπουφάν, έχοντας βγάλει ίσα-ίσα την μουσουδίτσα του. Κοίταξε προς τα πάνω, τον ουρανό, και τραγούδησε με σπασμένη φωνή: «Βρέξε, Θεέ μου, όσο μπορείς, οι αγάπες πεθαίνουν νωρίς…» Χάιδεψε τρυφερά το κεφαλάκι τού κουταβιού, τής Μπουμπουλίνας, και άρχισε να κλαίει…

ΟΙ ΑΓΑΠΕΣ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΑΛΛΙΩΣ

9


140 × 210  SPINE: 8.2  FLAPS: 80

ΜΙΧΑΗΛ ΙΩΑΝΝΟΥ ΠΑΓΚΑΛΟΣ

Δεν είμαι συγγραφέας, απλώς γράφω τις σκέψεις μου. Θυμάμαι να γράφω από τα δεκατέσσερα· με πένες μελάνης που μ’ αρέσουν. Βρίσκω πάντα κείμενα σε συρτάρια, κούτες και σκόρπιες σελίδες. Αυτή είναι η πρώτη εκδοτική μου προσπάθεια και προέκυψε τυχαία, δεν το επεδίωξα. Μάλλον, ήταν η κατάλληλη στιγμή. Είμαι ευγνώμων γι’ αυτό.

Οι αγάπες πεθαίνουν αλλιώς

Μια παγκόσμια πανδημία, ένας ξεχασμένος έρωτας, μια αληθινή ιστορία… Ή μήπως πολλές αληθινές ιστορίες;

Μιχαήλ Ιωάννου Πάγκαλος

ISBN 978-618-205-203-7

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Οι αγάπες πεθαίνουν αλλιώς by Εκδόσεις Οσελότος - Issuu