160 × 230 SPINE: 13.3 FLAPS: 70
Διαβάστε επίσης
4
8 + Φ Α Ν Τ Α Σ Ι Α Σ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ο σ ε λ ότ ο ς
Π Ε Ρ Ι Π Ε Τ Ε Ι Α
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr
Ο Ροδής και οι σύμμαχοι
ISBN 978-618-205-211-2
Άννα-Φλώρα Καψή-Μπελεξή
Η
Μιλνόν καταφέρνει να ελευθερωθεί μέσα από τον καθρέφτη των δύο όψεων και κυριεύει το σώμα του ξωτικού. Διψασμένη για εκδίκηση κατευθύνεται προς τη Χώρα των Μονοκέρατων, για να αφανίσει αυτήν και ό,τι άλλο μπει εμπόδιο στον δρόμο της. Η προφητεία του σιντριβανιού δεν είναι καθόλου αισιόδοξη: «Αν έρθουν τα βασιλόπουλα μαζί με τους Πένητες, ίσως...» Ο Ροδής και ο Έβενος αναλαμβάνουν να συγκεντρώσουν τους συμμάχους, εγχείρημα που αποδεικνύεται δύσκολο. Ο ανταγωνισμός, η εξουσία και ο φόβος κυριαρχούν, και η συμμαχία μεταξύ των λαών φαίνεται ακατόρθωτη. Κανένας δεν παραδέχεται τις ικανότητες του άλλου. Οι σύμμαχοι διαιρούνται σε δύο αντιμέτωπα στρατόπεδα: σε αυτούς που πιστεύουν ότι μόνο με την πονηριά θα τη νικήσουν και σε εκείνους που θέλουν έναν κατά μέτωπο πόλεμο. Εάν δεν καταφέρουν να συνεργαστούν, τότε τα τέσσερα βασιλόπουλα, το ξωτικό, η Χώρα της Πενίας και η Χώρα των Μονοκέρατων είναι καταδικασμένοι.
Η Άννα-Φλώρα Καψή-Μπελεξή γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949, αλλά μεγάλωσε και τελείωσε το σχολείο στο Κάιρο της Αιγύπτου. Επέστρεψε στην Ελλάδα για να συνεχίσει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, όπου και αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, στο Τμήμα Αρχαιολογίας. Παρόλο που το όνειρό της ήταν να ασχοληθεί ακαδημαϊκά με μικρά παιδιά/νήπια, δεν κατόρθωσε να το εκπληρώσει και εργάστηκε ως ιδιωτικός υπάλληλος σε αεροπορική εταιρεία. Καθότι άνθρωπος που πιστεύει στην προσωπική εξέλιξη και πρόοδο του ατόμου σε οποιαδήποτε ηλικία, μετά τη συνταξιοδότησή της, το 2000, ασχολήθηκε με την τέχνη και τη συγγραφή παραμυθιών ερασιτεχνικά. Προετοιμάστηκε για τις κατατακτήριες εξετάσεις στη Σχολή Καλών Τεχνών, αλλά λόγοι υγείας την ανάγκασαν να εγκαταλείψει αυτό το όνειρο. Έτσι, αφοσιώθηκε κυρίως στη συγγραφή παραμυθιών για παιδιά από οχτώ ετών και πάνω. Μέχρι σήμερα ζει με τον σύζυγό της Ελευθέριο Μπελεξή στην Αθήνα, έχει μία κόρη και δύο εγγόνια, από τους οποίους εμπνέεται για τη συγγραφή των παραμυθιών.
Τα τέσσερα βασιλόπουλα ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Ο Ρoδής και οι σύμμαχοι
ΤΙΤΛΟΣ
Τα τέσσερα βασιλόπουλα Βιβλίο Tέταρτο Ο Ροδής και οι σύμμαχοι ΣΥΓΓΡΑΦΈΑΣ
Άννα - Φλώρα Καψή - Μπελεξή ΣΕΙΡΑ
Παιδική λογοτεχνία [3358] ΕΠΙMΕΛΕΙΑ - ΔΙΟΡΘΩΣΗ
Όλγα Παλαμήδη LAYOUT - DESIGN Myrtilo, Λένα Παντοπούλου COPYRIGHT© 2022 Άννα - Φλώρα Καψή - Μπελεξή ΠΡΏΤΗ ΕΚΔΟΣΗ
Αθήνα, Ιανουάριος 2022 ISBN 978-618-205-211-2
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108
ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr
Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.
ΆΝΝΑ - ΦΛΏΡΑ ΚΑΨΉ - ΜΠΕΛΕΞΉ
Τα τέσσερα βασιλόπουλα ΒΙΒΛΙΟ TETAΡTO
Ο Ροδής και οι σύμμαχοι
Στον σύζυγό μου Ελευθέριο, ο οποίος είχε την υπομονή να ακούσει την αφήγηση αυτού του βιβλίου και στην κόρη μου Αρετή, για την ουσιαστική συμμετοχή της και αμέριστη συμπαράστασή της. Επίσης στη πολυαγαπημένη μου ανιψιά Άντα Δέρβα η οποία όχι μόνο διάβασε όλη τη σειρά των βιβλίων αλλά μου έκανε και εύστοχα, θετικά σχόλια.
Ευχαριστήρια στης επιστήθιες φίλες μου, οι οποίες είχαν την ευγενή καλοσύνη να το διαβάσουν.
Εισαγωγή Τα τέσσερα βασίλεια
ια φορά κι έναν καιρό, πολύ μακριά από εμάς, υπήρχαν τέσσερα βασίλεια που συνόρευαν μεταξύ τους και οι κάτοικοί τους ζούσαν αρμονικά και αγαπημένα. Το πρώτο βασίλειο ήταν η Χρυσαφένια Χώρα. Εκεί ζούσε ο βασιλιάς Χρυσός, η βασίλισσα Χρυσαφιά και ο γιος τους ο Χρυσαφένιος. Η χώρα τους πήρε το όνομά της από τον χρυσαφή ήλιο, που την έλουζε κάθε μέρα διώχνοντας τη νύχτα και το κρύο. Οι κάτοικοί της ήταν ψηλοί και γεροδεμένοι. Το δέρμα τους ήταν μελαμψό και τα μάτια τους καταγάλανα σαν τον ουρανό τους. Το κεφάλι τους το στόλιζαν πλούσιες πυκνές, σαν δαχτυλίδια, μπούκλες. Η Χρυσαφένια Χώρα είχε πολύ φιλικές σχέσεις με την Ασημί Χώρα, με την οποία συνόρευε. Αυτή ήταν το δεύτερο και πιο κοντινό της βασίλειο. Ένα μεγάλο βουνό ξεκινούσε από την Ασημί Χώρα και κατέληγε μέχρι ένα σημείο στη Χρυσαφένια Χώρα, δημιουργώντας ένα φυσικό σύνορο μεταξύ τους. Μέσα του έκρυβε χρυσό και ασήμι. Οι κάτοικοι των δύο χωρών το έβγαζαν από εκεί και το μοιράζονταν δίκαια, χωρίς να τσακώνονται. Οι κάτοικοι της Ασημί Χώρας ήταν νυχτόβιοι. Ήταν ψηλόλιγνοι και το δέρμα τους είχε το χρώμα του λευκού φεγγαριού όταν εκείνο βρίσκεται στη μέση του ουρανού τα μεσάνυχτα. Τα μαλλιά τους, μακριά, έπεφταν ολόισια και γυάλιζαν κάτω από το φως του φεγγαριού, σαν ασημένια βροχή, ενώ τα μάτια τους, ολόμαυρα σαν το κάρβουνο, έλαμπαν. Ο βασιλιάς Ασημένιος, με τη γυναίκα του την Ασήμια και την κόρη τους την Ασημένια οργάνωναν συχνά γιορτές και καλούσαν τις οικογένειες από τα γειτονικά βασίλεια. Ο Χρυσαφένιος και η Ασημένια γνωρίζονταν από μικροί.
Μ
7
Έπαιζαν ατελείωτες ώρες μαζί και τα έβρισκαν απόλυτα μεταξύ τους. Όταν έφτασαν στην εφηβεία, ήταν πλέον φανερό πως ήταν ερωτευμένοι ο ένας με τον άλλον. Οι γονείς τους τους καμάρωναν και πίστευαν ότι δεν θα υπήρχε πιο ταιριαστός γάμος από τον δικό τους. Έτσι, όταν ενηλικιώθηκαν, παντρεύτηκαν. Μετά τον γάμο, τα δύο βασίλεια ενώθηκαν καταργώντας τα σύνορά τους και οι κάτοικοι πηγαινοέρχονταν ελεύθερα. Οι δύο βασιλικές οικογένειες αποφάσισαν να παραχωρήσουν στους νεόνυμφους μέρος από τα εδάφη τους και τους έχτισαν, μεταξύ των δύο χωρών, ένα καινούριο παλάτι· το ασημοχρυσαφί παλάτι. Οι δύο αυτές χώρες συνόρευαν και διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με άλλες δύο, τη Χώρα του Τοπάζ και τη Χώρα των Ρόδων. Η Χώρα του Τοπάζ ήταν το μεγαλύτερο βασίλειο απ’ όλα. Πήρε το όνομά της από τα πολλά γαλάζια βουνά, τις γαλάζιες λίμνες και το χρώμα των κατοίκων της. Οι άνθρωποι εκεί ήταν μέτριου αναστήματος, με μεσογειακές καμπύλες και είχαν κατάλευκο δέρμα, σαν τον αφρό της θάλασσας. Τα μάτια τους ήταν ταιριαστά με το χρώμα των μαλλιών τους, που ήταν κυματιστά και ο καθένας είχε τη δική του απόχρωση σε μπλε. Όταν προχωρούσαν, νόμιζες ότι έβλεπες μια θάλασσα, πότε γαλήνια και πότε να κυματίζει αφρισμένη. Στη Χώρα του Τοπάζ βασίλευε ο βασιλιάς Τοπάζης, η βασίλισσα Τοπάζια και η κόρη τους η Τοπαζένια. Το τέταρτο και τελευταίο βασίλειο ήταν η Χώρα των Ρόδων. Αυτό το βασίλειο ήταν το πιο μικρό απ’ όλα – έμοιαζε σαν να ήταν η ουρά του Βασιλείου του Τοπάζ. Ονομάστηκε έτσι γιατί εκεί άνθιζαν όλο τον χρόνο τα πιο σπάνια είδη τριαντάφυλλων. Το έμβλημά της ήταν ένα μπουκέτο από πέντε μοβ τριαντάφυλλα. Οι κάτοικοί της ήταν μέτριου αναστήματος, αδύνατοι, με απαλό ροζ δέρμα, με μαλλιά ολόισια σε όλες τις αποχρώσεις του μοβ –από το πιο ανοιχτό λιλά έως το πιο σκούρο μελιτζανί– και γκρίζα μάτια. Τους άρεσε ο αθλητισμός και οι πολεμικές τέχνες. Εκεί βασιλιάς ήταν ο Ρόδιος, βασίλισσα η Ρόζα και πριγκιπόπουλο ο γιος τους ο Ροδής. Ο Ροδής είχε κάτι που δεν είχε κανένας άλλος κάτοικος της χώρας: ένα
8
σκληρό μέτωπο σαν καύκαλο, που κατέληγε σε ένα μικρό εξόγκωμα σαν κέρατο. Τα πριγκιπόπουλα μεγάλωναν το καθένα με διαφορετικό τρόπο ζωής, διαμορφώνοντας τον χαρακτήρα και την προσωπικότητά τους. Στην εφηβεία οι δρόμοι τους χωρίστηκαν, μα ξαναέσμιξαν όταν μεγάλωσαν. Το καθένα χάραξε τη δική του πορεία και έφτιαξε τη δική του ιστορία, όμως και οι τέσσερις είχαν να αντιμετωπίσουν έναν κοινό και αδυσώπητο εχθρό. Τη Σερς, τη βασίλισσα της Χώρας των Μονοκέρατων. Αυτή δεν ήθελε να παραδεχτεί την ηλικία της και ότι γέρασε. Αρνήθηκε να παραδώσει τον θρόνο της, όπως επιβαλλόταν. Οι μονοκέρατοι αναγκάστηκαν να την εκθρονίσουν και να εκλέξουν αρχηγό της χώρας τον Κέρας. Εκείνη εξαγριώθηκε και ορκίστηκε να πάρει εκδίκηση για την ταπείνωση στην οποία την υπέβαλαν. Κάλεσε τις σκοτεινές δυνάμεις να τη βοηθήσουν να ξαναβρεί τη χαμένη νιότη της και να αποκτήσει δύναμη. Η επιθυμία της πραγματοποιήθηκε με κάποια ανταλλάγματα. Οι σκοτεινές δυνάμεις τής χάρισαν το μαγικό μαύρο γυαλιστερό φουστάνι, για να κολλήσει επάνω του τα κομμάτια που θα μάζευε από τις ψυχές των ανθρώπων. Η Σερς δεν δυσκολεύτηκε καθόλου. Άλλαζε μορφή και όνομα, ξεγέλαγε τους λαούς από τα κράτη που πέρναγε με ψεύτικες υποσχέσεις και αντάλλασσε τις υπηρεσίες που θα τους πρόσφερε με κομμάτια από τις ψυχές τους. Όταν έφευγε, άφηνε πίσω της τον όλεθρο. Έγινε η κυρία Σεβέρ, η Νουδούτια, η Πρέση και η Ζιχάν, ενώ αυτοαποκαλέστηκε «Μιλνόν η Χιλιονόματη». Γέμισε το φουστάνι της με τα κομμάτια από τις ψυχές των ανθρώπων και απέκτησε νιάτα, ομορφιά, μοχθηρία και τεράστια δύναμη. Ίδρυσε δική της χώρα, τη Μιλνόνια, και προσπαθούσε χρόνια τώρα να βρει το μυστικό πέρασμα για τη Χώρα των Μονοκέρατων για να τους αφανίσει.
9
Περίληψη πρώτου, δεύτερου και τρίτου βιβλίου
Βιβλίο πρώτο Η κακομαθημένη Τοπαζένια, η πριγκίπισσα του Βασιλείου του Τοπάζ, ονειρευόταν για άνδρα της τον Χρυσαφένιο. Όταν διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να τον κλέψει από τη γυναίκα του, αποφάσισε να πάει στη Χώρα των Μονοκέρατων, να πάρει το μαγικό νερό της μεταμόρφωσης, να μεταμορφωθεί σε Ασημένια και να μεταμορφώσει την Ασημένια σε Τοπαζένια. Τα πράγματα όμως δεν πήγαν όπως τα περίμενε. Όταν πέταξε το μαγικό νερό της μεταμόρφωσης στο πρόσωπο της Ασημένιας, αστόχησε και το νερό χύθηκε στο πάτωμα. Η Ασημένια έκανε δύο βήματα πίσω, σκόνταψε και έπεσε με την πλάτη επάνω στη γάτα που έτυχε να περνάει εκείνη τη στιγμή. Το ασημί σακίδιό της μεταμορφώθηκε σε γάτα και στην πλάτη της κόλλησε ένα ζωντανό γατίσιο σακίδιο. Οι φρουροί του παλατιού κυνήγησαν την Τοπαζένια, αλλά εκείνη πρόλαβε να χτυπήσει τη μαγική οπλή κάτω, για να εμφανιστεί η Γέφυρα της Ταχύτητας και να τη μεταφέρει στη Χώρα των Μονοκέρατων εν ριπή οφθαλμού. Στη βιασύνη της, της έπεσε η μαγική οπλή και θάφτηκε στο χώμα κοντά στον τοίχο της βεράντας, ζωντανεύοντας όλους τους τοίχους του παλατιού. Καθώς δεν σκέφτηκε κάτι άλλο, παρά μόνο να φτάσει στη Χώρα των Μονοκέρατων, γιατί μόνο εκεί αισθανόταν ασφάλεια, μεταμορφώθηκε σε ό,τι κρατούσε. Έτσι, έφτασε στη Χώρα των Μονοκέρατων μεταμορφωμένη σ’ έναν γυάλινο μονόκερο. Ο Χρυσαφένιος πλατσούρισε στο μαγικό νερό. Η αγωνία τού είχε παγώσει κάθε σκέψη και έτσι το σώμα του έγινε αόρατο.
11
Βιβλίο δεύτερο Η Ασημένια από την ντροπή της ζήτησε από τον καθρέφτη της εισόδου, τον κύριο Έντρανς, να την κρύψει κάπου. Εκείνος την ενημέρωσε ότι για να γυρίσει πίσω, έπρεπε να βρει τους τρεις μαγικούς καθρέφτες, να τους ενώσει, και να πει τα μαγικά λόγια. Ο ίδιος ήταν ο πρώτος καθρέφτης. Η Ασημένια δέχτηκε και εκείνος την έκρυψε μέσα του. Η Ασημένια γνωρίστηκε με τα πλάσματα μέσα στους τοίχους του παλατιού και συμφιλιώθηκε μαζί τους. Συναντήθηκε με τον δεύτερο καθρέφτη, τον κύριο Μιρορούμ, και έμαθε ότι η νταντά της η κυρία Σεβέρ ήταν μια μοχθηρή μάγισσα, και ότι αυτή είχε τον τρίτο καθρέφτη, τον καθρέφτη της ψυχής, κρεμασμένο στον λαιμό της. Μέσα του είχε φυλακίσει κάτι δικό της· το χαμόγελο της ψυχής της. Η Ασημένια αποφάσισε να τη βρει και να πάρει πίσω ό,τι της ανήκε. Τα πλάσματα μέσα στους τοίχους τη βοήθησαν δείχνοντάς της τον δρόμο απ’ όπου έφυγε η νταντά της. Εκείνη τον ακολούθησε και βρέθηκε στη Χώρα της Πενίας, όπου όλοι οι άνθρωποι ήταν σαν και εκείνη – μισοί άνθρωποι και μισοί ζώα. Εκεί έμαθε ότι η νταντά της τους είχε παρουσιαστεί με διαφορετικό όνομα και τους είχε κλέψει κομμάτια του εαυτού τους. Τώρα αυτοαποκαλέστηκε Μιλνόν και είχε ιδρύσει τη δική της χώρα, τη Μιλνόνια. Οι κάτοικοι της Πενίας, με αρχηγό την Ασημένια, αποφάσισαν να την πολεμήσουν. Η νίκη ήταν δική τους, η Μιλνόν φυλακίστηκε και η Ασημένια πήρε πίσω τον τρίτο καθρέφτη. Οι κάτοικοι της Πενίας επέστρεψαν ο καθένας στη χώρα του, αφού ορκίστηκαν διά βίου φιλία και αλληλεγγύη. Στην επιστροφή της μέσα από τους τοίχους, η Ασημένια συνάντησε ένα αλυσοδεμένο σαρκοβόρο ξωτικό, τον Μικρό Δούλο, και το ελευθέρωσε. Όταν προχώρησε μέσα στους τοίχους προς την έξοδο, ήρθε αντιμέτωπη με τον πρίγκιπα του Μαύρου Βασιλείου, τον Λε Νουάρ, που την αιχμαλώτισε και απείλησε να τη σκοτώσει αν δεν του έδειχνε τον δρόμο για να βγει στο αληθινό παλάτι της και να το κατακτήσει. Ο δεύ12
τερος καθρέφτης, ο κύριος Μιρορούμ, αποφάσισε να τη σώσει. Όμως δεν είχε πού να την κρύψει, κι έτσι τη ρούφηξε μέσα του. Οι αναμνήσεις του όμως στοίχειωναν τους ιδιοκτήτες των αναμνήσεων όταν κολλούσαν μέσα του. Η Ασημένια είδε τα κουτιά των αναμνήσεών της να ανοίγουν ένα ένα και από μέσα τους να βγαίνουν κάτι σκιές και να προχωρούν απειλητικά προς το μέρος της. Προσπάθησε να βγει από τον καθρέφτη, αλλά δεν μπορούσε. Απελπισμένη, γαντζώθηκε στην πλάτη του κυρίου Μιρορούμ και καλούσε τον άνδρα της να πάει να τη σώσει πριν τη στοιχειώσουν και την ίδια οι αναμνήσεις της.
Βιβλίο τρίτο Το παλάτι του Χρυσαφένιου θεωρήθηκε καταραμένο και ο ίδιος κυκλοφορούσε μόνος και αόρατος. Οι ζωντανοί τοίχοι και ό,τι ήταν επάνω τους, μπορούσαν να δουν το περίγραμμά του και ν’ ακούσουν τον απόηχο της φωνής του μόνο αν ακουμπούσε επάνω τους. Ο καθρέφτης της εισόδου, ο κύριος Έντρανς, μόλις έλαβε τα άσχημα νέα για τη φυλάκιση της Ασημένιας μέσα στον κύριο Μιρορούμ και ότι ο πρίγκιπας του Μαύρου Βασιλείου, ο Λε Νουάρ, κατέστρεφε το παλάτι μέσα στους τοίχους του παλατιού της Ασημένιας, ενημέρωσε τον Χρυσαφένιο ότι ήταν ο μόνος που μπορούσε να μπει στο δικό της εσωτερικό παλάτι και να τη σώσει, γιατί αν η Ασημένια έμενε παραπάνω απ’ ό,τι έπρεπε μέσα στον καθρέφτη των αναμνήσεων του κυρίου Μιρορούμ, θα στοίχειωνε. Ο Χρυσαφένιος έπρεπε να ακολουθήσει συγκεκριμένες διαδικασίες και να πολεμήσει τον Λε Νουάρ. Η μεγάλη αγάπη του για τη γυναίκα του έκανε τον αναποφάσιστο Χρυσαφένιο να πάρει την πιο γρήγορη απόφαση της ζωής του. Από ξεροκεφαλιά όμως δεν ακολούθησε αμέσως τις διαδικασίες που έπρεπε και αργοπορούσε. Κατάφερε να νικήσει τον Λε Νουάρ με τη βοήθεια του ξωτικού, του Μικρού Δούλου, και να ελευθερώσει την Ασημένια από τον
13
κύριο Μιρορούμ. Όμως ήταν ήδη αργά και η Ασημένια είχε στοιχειώσει. Στο αληθινό τους παλάτι, ζήτησε τη βοήθεια του κυρίου Έντρανς. Εκείνος τον ενημέρωσε ότι μόνο τα λόγια της καρδιάς του μπορούσαν να τη ζωντανέψουν, ο χρόνος του όμως ήταν περιορισμένος. Είχε περιθώριο μέχρι τα μεσάνυχτα της τρίτης ημέρας. Μετά θα κατέφταναν τα στοιχειά να την πάρουν μαζί τους για πάντα. Ο Χρυσαφένιος παρακάλεσε όλα τα ζωντανά αντικείμενα του παλατιού να του πουν κάποια λόγια καρδιάς για να τα πει. Κανένας όμως δεν μπορούσε να τον βοηθήσει – τα λόγια της καρδιάς είναι προσωπική υπόθεση. Η Ασημένια άκουσε τα στοιχειά να την καλούν και αποφάσισε να πάει μαζί τους. Το γατίσιο σακίδιο, κολλημένο στην πλάτη της, από την τρομάρα του έτρεξε και κρύφτηκε μέσα σ’ έναν θάμνο του κήπου. Τελικά ο Χρυσαφένιος την τελευταία στιγμή βρήκε τη γυναίκα του, και πριν χτυπήσει και το τελευταίο «ντον» του ρολογιού, της είπε τα λόγια αγάπης βγαλμένα μέσα από την καρδιά του και την έσωσε. Τα μάγια όμως δεν λύθηκαν. Γύρισαν στο παλάτι μαζί, αλλά εκείνος εξακολουθούσε να είναι αόρατος κι εκείνη να έχει ένα γατίσιο σακίδιο κολλημένο στην πλάτη της.
14
ΒΙΒΛΊΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Ο Ροδής και οι σύμμαχοι
Εισαγωγή
ο δέρμα της Μιλνόν με τη μορφή του ξωτικού, τεντωμένο επάνω στο σώμα της, έμοιαζε με φρικιαστικό, γιγάντιο χαλκοπράσινο μπαλόνι φουσκωμένο μέχρι τέρμα, έτοιμο να σκάσει. Ήταν πανύψηλη, δύο φορές το ύψος του ψηλότερου κυπαρισσιού, και περπατούσε. Στο πέρασμά της η γη έτρεμε σαν να γινόταν σεισμός, κάνοντας να χοροπηδάει ό,τι υπήρχε γύρω της. Το κυπαρίσσι, που βρισκόταν έξω από την είσοδο της σπηλιάς, ταρακουνήθηκε. Τα κλαδιά του μαζεύτηκαν από την τρομάρα του, έτριξαν όλα μαζί μεταξύ τους και έβγαλαν κραυγές τρόμου, που αντήχησαν σ’ όλη τη Χώρα της Πενίας. Τα πιο εύρωστα ανέλαβαν να ταξιδέψουν τις κακές ειδήσεις από δέντρο σε δέντρο, έξω από τη χώρα. Έφτασαν στα απάτητα δάση και εκεί παρέδωσαν την τελευταία τους σκυτάλη με το μήνυμα «Ενημερώστε τους μονοκέρατους! Το αναπόφευκτο συνέβη! Η Σερς είναι ζωντανή και ψάχνει να μας βρει για να μας αφανίσει» στη μάγισσά τους, την Κυπάρ. Εκείνη με τη σειρά της το παρέδωσε στα Δίδυμα Βουνά. Στη χώρα των μονοκέρατων επικράτησε πανικός γιατί η αντιμετώπιση της Μιλνόν ή Σερς ήταν πάνω από τις δυνάμεις τους και οι προφητείες του Σιντριβανιού των Προφητειών αποτελούσαν για αυτούς γρίφο. Ήταν συγχρόνως δυσοίωνες και ελπιδοφόρες.
Τ
17
Οι κακές ειδήσεις φτάνουν στη Χώρα των Μονοκέρατων
ο δέρμα της Μιλνόν με τη μορφή του ξωτικού, τεντωμένο επάνω στο σώμα της, έμοιαζε με φρικιαστικό, γιγάντιο χαλκοπράσινο μπαλόνι, φουσκωμένο μέχρι τέρμα και έτοιμο να σκάσει. Ήταν πανύψηλη, περίπου δύο φορές το ύψος του ψηλότερου κυπαρισσιού, και περπατούσε. Τα μεγάλα βαριά βήματά της άφηναν ένα βαθύ αποτύπωμα λακκούβας. Στο πέρασμά της η γη έτρεμε σαν να γινόταν σεισμός, κάνοντας να χοροπηδάει ό,τι υπήρχε γύρω της. Το κυπαρίσσι, που βρισκόταν έξω από την είσοδο της σπηλιάς, ταρακουνήθηκε. Κόντεψε να ξεριζωθεί. Τα κλαδιά του πανικόβλητα μαζεύτηκαν, σφίχτηκαν το ένα δίπλα στο άλλο και έτριζαν όλα μαζί. «Χου! Ρου! Ου!» έβγαλαν κραυγές τρόμου, που αντήχησαν σε όλη τη Χώρα της Πενίας. Τα πιο εύρωστα και γενναία δέντρα, παρ’ όλη την τρομάρα τους, κατάφεραν και δεν έριξαν τα φύλλα τους. Με τόλμη και ηρωισμό –γιατί κινδύνευαν να ξεριζωθούν από τη Μιλνόν αν καταλάβαινε την αποστολή τους– ανέλαβαν να ταξιδέψουν τις κακές ειδήσεις με ταχύτητα φωτός. Από δέντρο σε δέντρο τις πέρασαν έξω από τη χώρα, μέχρι που έφτασαν στα απάτητα δάση. Τρομοκρατημένα παρέδιναν το μήνυμα το ένα στο άλλο τρίζοντας δυνατά και σπάζοντας τα κλαδιά τους. Τα τελευταία δέντρα στα απάτητα δάση πήραν το μήνυμα και παρέδωσαν την τελευταία τους σκυτάλη στη μάγισσά τους, την Κυπάρ. «Ενημερώστε τους μονοκέρατους! Το αναπόφευκτο συνέβη!» ούρλιαζαν και θρηνούσαν από τον τρόμο τους. Εκείνη έντρομη, με τα πράσινά της μάτια διάπλατα ανοιχτά από τη φρίκη, και την ανάσα της κομμένη, παρέδωσε η ίδια το μήνυμα στα Δίδυμα Βουνά. «Η Σερς, η βασίλισσά μας
Τ
18
–την οποία θεωρούσαμε νεκρή– είναι ζωντανή και ψάχνει να μας βρει για να μας αφανίσει». Ο αρχηγός των μονόκερων, ένας μαύρος φτερωτός μονόκερος, ο Έβενος, είχε το χάρισμα να καταλαβαίνει το νόημα κάθε ήχου. Εδώ και κάποιες μέρες έστεκε μπροστά στην είσοδο των Δίδυμων Βουνών και αφουγκραζόταν. Τα Δίδυμα Βουνά είχαν κλείσει τη σχισμή τους ερμητικά και η πέτρινη καρδιά τους χτυπούσε ρυθμικά, σαν «Ταμ Ταμ», παραδίνοντας το μήνυμα που είχαν παραλάβει από την Κυπάρ συλλαβιστά αλλά καθαρά. Ο Έβενος πέταξε από την είσοδο των Δίδυμων Βουνών και παρουσιάστηκε μπροστά στο αρχοντικό του Κέρας, του αρχηγού των μονοκέρατων. «Άρχοντα Κέρας, έλαβα το εξής μήνυμα: Η Σερς, γνωστή πλέον ως Μιλνόν, ξαναζωντάνεψε. Η Κυπάρ μας ειδοποίησε ότι έρχεται να μας εκδικηθεί. Να καταλάβει τη χώρα μας, να την καταστρέψει και να ιδρύσει μια νέα χώρα, τη Μιλνόνια των Μαύρων Χρόνων». «Πώς μας βρήκε; Η χώρα μας είναι αόρατη». «Η Κυπάρ ειδοποιήθηκε από τα δέντρα ότι η πρώην βασίλισσά μας, η Σερς, μεταλλάχτηκε με το μαγικό νερό της μεταμόρφωσης που είχε πάρει από εμάς όταν έφυγε. Είναι πλέον θεόρατη και δυνατή. Τα δέντρα της Χώρας της Πενίας την άκουσαν να ζητάει δύναμη ν’ ανοίξει τα Δίδυμα Βουνά μας. Η Σερς ή Μιλνόν, όπως μετονομάστηκε, έχει κυριεύσει το σώμα ενός περίεργου ξωτικού, το οποίο έχει αναμνήσεις από τότε που όλα τα ξωτικά πέταγαν ελεύθερα στη χώρα μας και όπου αλλού ήθελαν». «Αυτές οι πληροφορίες δηλώνουν ότι πολύ σύντομα θα φτάσει έξω από τη χώρα μας», διαπίστωσε ο Κέρας, κουνώντας το κεφάλι του προβληματισμένος. Μετά, έσφιξε το μικρό κέρατο στο μέτωπό του και σφύριξε δυνατά τον ήχο του συναγερμού. «Ου! Ι! Α! Ου! Α! Συναγερμός! Συναγερμός!» Η γυναίκα του η Κόρνο έτρεξε πρώτη. «Ποιο είναι το τρομερό νέο του συναγερμού σου;» τον ρώτησε. 19
160 × 230 SPINE: 13.3 FLAPS: 70
Διαβάστε επίσης
4
8 + Φ Α Ν Τ Α Σ Ι Α Σ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ο σ ε λ ότ ο ς
Π Ε Ρ Ι Π Ε Τ Ε Ι Α
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr
Ο Ροδής και οι σύμμαχοι
ISBN 978-618-205-211-2
Άννα-Φλώρα Καψή-Μπελεξή
Η
Μιλνόν καταφέρνει να ελευθερωθεί μέσα από τον καθρέφτη των δύο όψεων και κυριεύει το σώμα του ξωτικού. Διψασμένη για εκδίκηση κατευθύνεται προς τη Χώρα των Μονοκέρατων, για να αφανίσει αυτήν και ό,τι άλλο μπει εμπόδιο στον δρόμο της. Η προφητεία του σιντριβανιού δεν είναι καθόλου αισιόδοξη: «Αν έρθουν τα βασιλόπουλα μαζί με τους Πένητες, ίσως...» Ο Ροδής και ο Έβενος αναλαμβάνουν να συγκεντρώσουν τους συμμάχους, εγχείρημα που αποδεικνύεται δύσκολο. Ο ανταγωνισμός, η εξουσία και ο φόβος κυριαρχούν, και η συμμαχία μεταξύ των λαών φαίνεται ακατόρθωτη. Κανένας δεν παραδέχεται τις ικανότητες του άλλου. Οι σύμμαχοι διαιρούνται σε δύο αντιμέτωπα στρατόπεδα: σε αυτούς που πιστεύουν ότι μόνο με την πονηριά θα τη νικήσουν και σε εκείνους που θέλουν έναν κατά μέτωπο πόλεμο. Εάν δεν καταφέρουν να συνεργαστούν, τότε τα τέσσερα βασιλόπουλα, το ξωτικό, η Χώρα της Πενίας και η Χώρα των Μονοκέρατων είναι καταδικασμένοι.
Η Άννα-Φλώρα Καψή-Μπελεξή γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949, αλλά μεγάλωσε και τελείωσε το σχολείο στο Κάιρο της Αιγύπτου. Επέστρεψε στην Ελλάδα για να συνεχίσει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, όπου και αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, στο Τμήμα Αρχαιολογίας. Παρόλο που το όνειρό της ήταν να ασχοληθεί ακαδημαϊκά με μικρά παιδιά/νήπια, δεν κατόρθωσε να το εκπληρώσει και εργάστηκε ως ιδιωτικός υπάλληλος σε αεροπορική εταιρεία. Καθότι άνθρωπος που πιστεύει στην προσωπική εξέλιξη και πρόοδο του ατόμου σε οποιαδήποτε ηλικία, μετά τη συνταξιοδότησή της, το 2000, ασχολήθηκε με την τέχνη και τη συγγραφή παραμυθιών ερασιτεχνικά. Προετοιμάστηκε για τις κατατακτήριες εξετάσεις στη Σχολή Καλών Τεχνών, αλλά λόγοι υγείας την ανάγκασαν να εγκαταλείψει αυτό το όνειρο. Έτσι, αφοσιώθηκε κυρίως στη συγγραφή παραμυθιών για παιδιά από οχτώ ετών και πάνω. Μέχρι σήμερα ζει με τον σύζυγό της Ελευθέριο Μπελεξή στην Αθήνα, έχει μία κόρη και δύο εγγόνια, από τους οποίους εμπνέεται για τη συγγραφή των παραμυθιών.