140 × 210 SPINE: 12.3 FLAPS: 70
Β. Μπακογιάννης
Γ
Ο Φορτωτής Βασίλης Μπακογιάννης
ια δυο βράδια δεν κοιμόταν. Ξάπλα χάζευε την παλιά μπογιά στο ταβάνι που είχε ξεφτίσει από την τελευταία φορά που το έβαψε, δεκαετίες πριν. Αλλά ούτε αυτό τον ένοιαζε, ούτε η γυμνή λάμπα που όταν άναβε προκαλούσε πονοκέφαλο, ούτε ο στραβός σοβάς που φούσκωνε ανά χρόνο σαν καρούμπαλο στον τοίχο. Τι θα γίνουν οι φορτωτές αναρωτιόταν μόνο. Ίσως τα οξυγόνα του σκραπατζή να τους έκαναν κομματάκια ή να τους άνοιγαν για να πουλήσουν εξαρτήματα, σαν εμπόριο οργάνων, ή ίσως ακόμα να τους πουλούσαν ολόκληρους σε κάποια κορόιδα που ήθελαν να κάνουν τους εργολάβους με παλιό μηχάνημα. Πόσο να το δίνουν άραγε; Έτριβε το σαγόνι και σκεφτόταν τα ποσά. «Εκείνος ο σπαγκοραμμένος ο διευθυντής δεν θα το αφήσει να φύγει χωρίς να βγάλει κάτι» σκέφτηκε φωναχτά κι η Βασιλική γύρισε από τον ύπνο να δει τι ήταν αυτή η μουρμούρα.
Ο Φορτωτής
ISBN 978-618-205-179-5
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr
Ο Φορτωτής
ΤΙΤΛΟΣ
Ο Φορτωτής ΣΥΓΓΡΑΦΈΑΣ
Βασίλης Μπακογιάννης ΣΕΙΡΑ
Λογοτεχνία [1358] 1121/15 ΕΠΙMΕΛΕΙΑ - ΔΙΟΡΘΩΣΗ
Δέσποινα Αγγελοπούλου LAYOUT - DESIGN Myrtilo, Λένα Παντοπούλου COPYRIGHT© 2021 Βασίλης Μπακογιάννης ΠΡΏΤΗ ΕΚΔΟΣΗ
Αθήνα, Νοέμβριος 2021 ISBN 978-618-205-179-5
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108
ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr
Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.
ΒΑΣΊΛΗΣ ΜΠΑΚΟΓΙΆΝΝΗΣ
Ο Φορτωτής
ΕΚΔΟΣΕΙΣ
οσελότος
Ευχαριστώ θερμά τη Μαρία Μαρκαντωνάτου για την καθοδήγηση
1
Η
πρωινή πάχνη έλιωνε κι οι στάλες της κυλούσαν κατάχαμα νοτίζοντας όλη τη γη. Στο τέρμα του χωματόδρομου έστεκε μια πέτρινη πύλη με αυλόπορτα από γκρίζα σανίδια. Οι μεντεσέδες της έτριξαν και, μόλις άνοιξε, το κουδουνάκι στο κεραμωτό κατώφλι χτύπησε τρεις φορές κι έπειτα έμεινε σιωπηλό ξανά πάνω από το αφεντικό του. Λεπτή φιγούρα, χωμένη σε φαρδιά ρούχα, ταλαιπωρημένη, σκεβρωμένη, με μια τραγιάσκα να κρέμεται μπροστά στο μέτωπο. Στάθηκε χωρίς να θέλει να συνεχίσει. Ακίνητος, κοίταζε το υγρό χώμα που έπρεπε να διαβεί. Μόνο οι ανάσες είχαν ροή, αναγκασμένες να ρουφιούνται στα πνευμόνια και να διαλύονται άσπρες, αδύναμα σύννεφα στον αέρα. Έκλεισε το μάλλινο σακάκι ρίχνοντας μια ματιά πίσω, σαν να πίστευε ότι άφηνε το σπίτι του για πάντα. Πήρε μια ανάσα και κατάπιε το σάλιο του. Στο πρώτο βήμα βούλιαξαν τα παπούτσια έναν πόντο στη λάσπη ανασηκώνοντάς τη σαν πηλό. Βαστήχτηκε από τη χορταριασμένη ξερολιθιά στο πλάι να σύρει μέχρι τη διασταύρωση με τον τσιμεντένιο δρόμο, εκείνον που είχε χαρακωθεί σαν ψαροκόκαλο. Ίσα που ο ήλιος χτύπησε τα υγρά λιθάρια κι αυτά λαμποκόπησαν σαν σκόρπια κρύσταλλα. Μια γριά πιασμένη από την πενηντάρα κόρη της ερχόταν λίγα μέτρα ξοπίσω. «Να ζήσεις να τη θυμάσαι, Θύμιο» είπε η γριά. «Συλλυπητήρια, κυρ-Θύμιο» έκανε κι η κόρη της. Γύρισε το κεφάλι και ίσα που το σήκωσε να δει τα πρόσωπά τους, να ξέρει ποιος τον συλλυπούνταν. Το κούνησε Ο ΦΟΡΤΩΤΗΣ
7
πάνω-κάτω αντί για κουβέντα και τις άφησε να τον προσπεράσουν. Τα πόδια του δεν βαστούσαν να κάνει γρήγορα, όχι γιατί τον δυσκόλευαν τα χρόνια, αλλά γιατί κείνος ο ανήφορος έμοιαζε Γολγοθάς. «Στις δέκα δεν έλεγε το χαρτί της κηδείας;» ψιθύρισε η κόρη στη γριά μάνα, που κούνησε τους ώμους. «Έχει πάει δέκα μισή και τώρα πάει αυτός». «Τι περιμένεις απ’ αυτόν τον άνθρωπο; Μια ζωή έτσι. Μπας κι είχε πάει να κ’μανταρήσει τα ζωντανά του; Ούτε ένα παντελόνι της προκοπής. Μες στις λάσπες είναι, τον είδες;» «Σουτ, μάνα, ακουγόμαστε…» είπε και την τράβηξε ν’ ανοίξουν το βήμα τους. Οι ψαλμωδίες ακούγονταν ήδη έξω από την εκκλησία. Στάθηκε με το χέρι στον πέτρινο τοίχο της να πάρει μια ανάσα και κατέβασε την τραγιάσκα. Το άσπρο μαλλί του είχε ανακατευτεί. Ένα σωρό πλάτες τον εξέταζαν όσο προσπαθούσε να περάσει ανάμεσα από τους δυο-τρεις πρώτους όρθιους στον προθάλαμο του ναού. Λίγα συλλυπητήρια ακούγονταν σαν θρόισμα και χέρια τον ακουμπούσαν στους ώμους. Το ανοιγμένο φέρετρο φάνηκε μπροστά του, τα δυο παιδιά με τα πέντε εγγόνια του το περικύκλωναν και στην κεφαλή, ο παπάς διάβαζε κι έψελνε μαζί με τους ψάλτες. Η γυναίκα του ήταν ξαπλωμένη μέσα, σαν να κοιμόταν, με ένα γαρύφαλλο στα μαλλιά από τη μικρότερη εγγονή. Ο γιος του του έριξε ένα βαρύ βλέμμα κι η κόρη ούτε που γύρισε να τον δει. Στάθηκε δίπλα τους ασθμαίνοντας με την τραγιάσκα στα χέρια. «Πάλι καλά που ήρθε» άκουσε έναν ψίθυρο πίσω του. «Ακόμα και στην κηδεία είναι στον κόσμο του» είπε ένας άλλος. «Λες να τα ’χει χάσει;»
8
Ο ΦΟΡΤΩΤΗΣ
νε.
Κούνησε λίγο το κεφάλι, να δείξει ότι τους καταλάβαι-
«Μίζερος, μέσα στη λάσπη είναι. Από το κτήμα θα ’ρθε. Χαμένο το ’χει, δεν τον ’λέπεις; Δεν τον νοιάζει τίποτα». «Τον ένοιαζε που ήταν άρρωστη; Ούτε ένα φαΐ δεν της έδινε λένε. Όλο η κόρη του την τάιζε στα τελευταία. Τώρα θα τον νοιάξει, που ησύχασε η γυναίκα;» «Τι αρρώστια κι αυτή, βρε παιδί μου!» Ο παπάς έψαξε τους ψίθυρους με το βλοσυρό του βλέμμα κι έσυρε ένα αυστηρό «Σσσστ» κάτω από τα παχιά μουστάκια του. «Πάρε τα παιδιά έξω» είπε ο γιος στη γυναίκα του. «Πάρε και τα ξαδέρφια τους, αρκετά έκατσαν». «Οι μεγάλες ας κάτσουν αν θέλουν». «Πάρ’ τες έξω» της έγνεψε. «Τελειώνει». Τα χέρια του Θύμιου απλώθηκαν νωθρά να χαϊδέψουν τα μαλλιά τους. Έριξε ένα βλέμμα στη νύφη του παρακαλώντας τη να μην τα πάρει από κει. Του κούνησε μονάχα το κεφάλι, σαν να έλεγε πως δεν φταίει αυτή. Έμεινε με τις παλάμες σταυρωμένες να παρακολουθεί την ακολουθία και να κοιτάζει το παγωμένο ύφος της γυναίκας του. Το σαγόνι της είχε χαλαρώσει και το στόμα θα άνοιγε αν δεν το είχε ράψει ο νεκροθάφτης. Τα δάχτυλά της, μπλεγμένα μεταξύ τους στο στέρνο, πρησμένα από τους ορούς στο νοσοκομείο. Θα μπορούσε να είναι κάποια άλλη έτσι παραλλαγμένη που ήταν. «Μακάρι να ήταν κάποια άλλη…» σκέφτηκε. Ο σβέρκος του έχανε τη δύναμή του και το κεφάλι του έπεφτε όλο και πιο κάτω. Τέσσερις άνδρες έκλεισαν το καπάκι και φορτώθηκαν το φέρετρο. «Έλα, πατέρα, πάμε» τον έπιασε από το μπράτσο η κόρη κι αυτός πέταξε το βλέμμα να κατατοπιστεί στον χώρο, σαν να ξύπνησε καταμεσής του ναού. Ο ΦΟΡΤΩΤΗΣ
9
Ήταν στα σαράντα τρία, πολύ λεπτή και με ίσιο καστανό μαλλί μέχρι τον λαιμό. Χωρισμένη με δυο παιδιά, ένα αγόρι οχτώ χρόνων κι ένα κορίτσι έξι. Βγήκαν πριν το φέρετρο και περίμεναν να το φορτώσουν στη νεκροφόρα σαν να ήταν εμπόρευμα. «Πώς έχεις γίνει έτσι; Πού ήσουνα τόση ώρα;» έδειξε το παντελόνι του ο γιος – κι αυτός ήταν ψηλός, με μακριά λεπτά πόδια και κοιλιά που είχε αρχίσει να πετάγεται από την καθιστική ζωή και τα σαράντα δύο χρόνια. «Έλα, άσ’ τον τώρα, πάμε» τον τράβηξε η κόρη να περπατήσουν μέχρι το νεκροταφείο, μισό χιλιόμετρο μακριά. «Όλο τα ίδια» έκανε ξινισμένος ο γιος σαν να τον μούντζωνε. Στεκόντουσαν λες και κοιτούσαν την άβυσσο καθώς οι τέσσερις νεκροθάφτες αμολούσαν τα σκοινιά στον πάτο της τρύπας που θα κατάπινε τη γιαγιά, μάνα και σύζυγο για πάντα. Αγκομαχούσαν να το κατεβάσουν οριζόντια, μην τυχόν και τους φύγει η νεκρή, κουτρουβαλιαστεί και σπάσει κάνα πλευρό. Όχι ότι θα ένοιαζε την ίδια. Μόνο τους δικούς της, που θα γίνονταν ρεζίλι. Ο ένας από τους μπροστινούς, αυτός ο παχουλός που έβλεπε η μεγάλη εγγονή, ίδρωνε και ξεΐδρωνε, σφιγγόταν και φούσκωνε τα μάγουλα όσο τα χέρια του άφηναν λίγο-λίγο τα μπόσικα να πάρουν το βάρος. «Δεν κάνει γι’ αυτή τη δουλειά, τι τη θέλει τόσα χρόνια;» σκέφτηκε. Έτρεμαν τα χέρια του πια. «Πάμε μέσα» είπε ο γιος μόλις καλύφθηκε ο λάκκος με χώμα, σφραγίζοντάς τη για πάντα, μη θελήσει κάποτε να βγει χωρίς άδεια. «Ντύσου, Βάσω!» έκανε στη μεγάλη κόρη του που, όπως και τα σαστισμένα αδέρφια και ξαδέρφια της, πρώτη φορά αντίκριζε νεκρό. Στο καφενείο, οι καρέκλες της οικογένειας είχαν στηθεί η μία δίπλα στην άλλη, χωρίς τραπέζι μπροστά τους, 10
Ο ΦΟΡΤΩΤΗΣ
λες και θα στηνόταν κομπανία να πιάσει το τραγούδι. Λίγοι συγγενείς και γείτονες πέρασαν να δώσουν τα συλλυπητήρια στη σειρά. Πρώτος ο γιος με τη σύζυγο, δεύτερη η κόρη, μετά ο Θύμιος με τα εγγόνια. Οι καφέδες ακούστηκαν να ρουφιούνται μαζικά, σαν ανατριχιαστική χορωδία ένα πράμα, μέσα από τα σουφρωμένα χείλη τους. Όλα ξεχάστηκαν από τους χωριανούς, σαν να ήταν άλλη μία φυσιολογική μέρα. Ακόμα ένας άνθρωπος έφυγε και κανένας νέος δεν ήρθε. Το μακρύ και χοντρό κλειδί γύρισε στην παμπάλαια κλειδαριά της πόρτας του σπιτιού και ένας-ένας πέρασαν στο σαλονάκι. Ένα απλό δωμάτιο με μια πανίσχυρη στόφα σαν καμίνι, το τετράγωνο τραπέζι με τον μουσαμά, δυο πλαστικές καρέκλες και έναν ξύλινο καναπεδάκο που άνοιγε για να βάζουν υφάσματα κάτω από το κάθισμά του, ντιβανοκασέλα ή ντιβάνι που έλεγε κι ο Θύμιος. Στην οροφή, το δοκάρι που την κρατούσε ήταν ένας ατόφιος κορμός από έλατο, ολόισιος, αποφλοιωμένος και γυαλιστερός απ’ άκρη σ’ άκρη. Κάτω, στρωμένες γκρίζες κουρελούδες με ξεφτισμένα σγουρά κρόσσια. Ο γιος ξεφύσησε μπαίνοντας στο πατρικό του και άφησε το σακάκι στην κρεμάστρα. Ο πατέρας του έβαλε αμέσως ξύλα στη στόφα χωρίς καν να ξεκουμπώσει το πανωφόρι. Σε δυο λεπτά η φωτιά έκαιγε και τα μαντεμένια τοιχώματα εξέπεμπαν μια γλυκιά ζέστη, τόσο δυνατή που έφτανε να τους ξεγυμνώσει από τα μακρυμάνικα. «Δεν καθόμαστε λίγο, Νίκο μου;» είπε η γυναίκα του. «Ας φάμε μαζί σήμερα». «Άσε με, ρε Γιάννα. Μάζεψέ τα να φύγουμε». «Εσείς θα φύγετε, Μαρία;» ρώτησε την κόρη. «Πρέπει να φύγω. Είναι τρεις ώρες ταξίδι, δεν θέλω να με πιάσει η νύχτα». Ο ΦΟΡΤΩΤΗΣ
11
140 × 210 SPINE: 12.3 FLAPS: 70
Β. Μπακογιάννης
Γ
Ο Φορτωτής Βασίλης Μπακογιάννης
ια δυο βράδια δεν κοιμόταν. Ξάπλα χάζευε την παλιά μπογιά στο ταβάνι που είχε ξεφτίσει από την τελευταία φορά που το έβαψε, δεκαετίες πριν. Αλλά ούτε αυτό τον ένοιαζε, ούτε η γυμνή λάμπα που όταν άναβε προκαλούσε πονοκέφαλο, ούτε ο στραβός σοβάς που φούσκωνε ανά χρόνο σαν καρούμπαλο στον τοίχο. Τι θα γίνουν οι φορτωτές αναρωτιόταν μόνο. Ίσως τα οξυγόνα του σκραπατζή να τους έκαναν κομματάκια ή να τους άνοιγαν για να πουλήσουν εξαρτήματα, σαν εμπόριο οργάνων, ή ίσως ακόμα να τους πουλούσαν ολόκληρους σε κάποια κορόιδα που ήθελαν να κάνουν τους εργολάβους με παλιό μηχάνημα. Πόσο να το δίνουν άραγε; Έτριβε το σαγόνι και σκεφτόταν τα ποσά. «Εκείνος ο σπαγκοραμμένος ο διευθυντής δεν θα το αφήσει να φύγει χωρίς να βγάλει κάτι» σκέφτηκε φωναχτά κι η Βασιλική γύρισε από τον ύπνο να δει τι ήταν αυτή η μουρμούρα.
Ο Φορτωτής
ISBN 978-618-205-179-5
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr