Skip to main content

Λάχεση

Page 1

140 × 210

SPINE: 8

FLAPS: 70

Βικτώρια Σαμαρά

ISBN 978-618-205-301-0

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

Λάχεση

Αυτό το όνειρο ήταν πολύ καλό για να είναι αληθινό.

Λάχεση Βικτώρια Σαμαρά

[…] Στέκομαι στην πόρτα του σαλονιού, σημαδεύω με την καραμπίνα πρώτα εκείνη, πετάγεται από το κώμα, μαζί και τα λουλούδια της ταλαιπωρημένης πολυθρόνας, μαζί και τα φτερά του παγονιού από τη βεντάλια της, γεμίζει ο τόπος όλος πράσινα φτερά και μετά σημαδεύω τον Μίλτο, μια έκπληκτη κραυγή ακούγεται μόνο και μετά σιωπή και μετά η κάννη της καραμπίνας βολεύεται κάτω από το σαγόνι μου και τινάζω στο φριχτό χρώμα της ταπετσαρίας το κεφάλι μου και μετά σιωπή. […]

Η Βικτώρια Σαμαρά γεννήθηκε το 1961 στον Βόλο και ενηλικιώθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Ψυχολογία στη Γαλλία. Το 2018 συμμετείχε στην έκδοση του συλλογικού έργου «9 ήρωες, 8 ιστορίες» (εκδόσεις Εύμαρος).


Λάχεση


ΤΙΤΛΟΣ

Λάχεση ΣΥΓΓΡΑΦΈΑΣ

Βικτώρια Σαμαρά ΣΕΙΡΑ

Λογοτεχνία [1358] 0622/17 ΕΠΙMΕΛΕΙΑ - ΔΙΟΡΘΩΣΗ

Δέσποινα Αγγελοπούλου LAYOUT - DESIGN Myrtilo, Λένα Παντοπούλου COPYRIGHT© 2022

Βικτώρια Σαμαρά ΠΡΏΤΗ ΕΚΔΟΣΗ

Αθήνα, Ιούνιος 2022 ISBN 978-618-205-301-0

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108

ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.


Βικτώρια Σαμαρά

Λάχεση


Ὦ φωνή, ὦ μητέρα, Ὦ τῶν πρώτων μου χρόνων Σταθερὰ παρηγόρησις.

Ὠδὴ εἰς θάνατον (στροφή κε)

Ἀνδρέας Κάλβος


Καταφύγιο τότε και πάντα

Εκείνο το πρωινό της Τρίτης που κάηκα στο αριστερό μου χέρι πήρα την απόφαση. Θα τη σκότωνα. Για τις επιπτώσεις θα νοιαζόμουν αργότερα. Για τις τύψεις, πάλι, ποτέ. Ένα σχέδιο χρειαζόμουν μόνο. Γιατί το τέλειο έγκλημα δεν συνέβαινε ούτε στα βιβλία. Θα έκανα την ανατροπή λοιπόν. Επειδή κατά βάθος ήμουν ένας καλός άνθρωπος, που όμως είχα κι άλλα καψίματα εκτός από αυτό στο αριστερό χέρι. Και η φωτιά δεν φημίζεται για τις καλές της προθέσεις. Εκείνο το πρωί ήταν πολύ πρωί όταν κατέβηκα στο εργαστήριο, δύο ορόφους πιο κάτω από το σπίτι μου κι έναν κάτω από τη γη, για να τελειώσω την παραγγελία με θέμα «Πεταλούδες σε χρυσό και ασήμι». Τις έφτιαξα να κάθονται πάνω σε κλαδί γυρισμένο γύρω από τον λαιμό, να κρύβουν αποτυπώματα από φιλιά. Πάνω σε κρίκο περασμένο σε δάχτυλο, να περιμένουν ένα άγγιγμα για να πετάξουν. Τις έβαλα πάνω σε λοβούς αυτιών να ακουμπούν το ένα τους φτερό. Μα πόσο αργούσε να φτάσει η άνοιξη; Ποτέ δεν πίστεψα στη χρονική εναλλαγή των εποχών. Το απέκλεια ο χειμώνας να κρατάει τρεις μήνες. Το ίδιο και το καλοκαίρι. Νομίζω πως ο χειμώνας κράτησε τους έξι και το καλοκαίρι τους υπόλοιπους έξι για ιδιοχρησία. Έτσι εξηγούνταν το πολικό ψύχος που έκανε μέσα στο δωμάτιο, με το σώμα λαδιού να αγωνίζεται να ζεστάνει τουλάχιστον τα δάχτυλά μου. Αυτά χρειαζόμουν κι αυτά

ΛΑΧΕΣΗ

7


ήταν άκαμπτα. Ούτε το χνώτο των μοσχαριών μέσα στη φάτνη δεν θα κατάφερνε να τα λυγίσει. Βρισκόμουν σε ένα από τα πέντε δωμάτια μιας πολυκατοικίας, όπου είχα εγκαταστήσει το εργαστήριο κοσμημάτων. Στο καταφύγιο. Δεν θα άλλαζα με τίποτα το μέρος αυτό. Η πολυκατοικία ήταν χτισμένη στις αρχές της δεκαετίας του ’50, λίγα χρόνια μετά τον πόλεμο. Οι περισσότερες πολυκατοικίες εκείνης της εποχής διέθεταν καταφύγιο από τον φόβο κάποιου καινούργιου πολέμου. Δεν υπήρχε άλλος λόγος, φαντάζομαι, να φτιάχνουν έναν τεράστιο χώρο που δεν χρησίμευε σε τίποτα. Έπαιζαν κρυφτό τα παιδιά των ιδιοκτητών στα πέντε δωμάτια. Δεν υπήρχαν διάδρομοι ενδιάμεσα, ούτε πόρτες, γι’ αυτό το παιχνίδι γινόταν πιο μαγικό. Στο κέντρο της Αθήνας ήταν συνηθισμένο οι αλάνες να μεταφέρονται με λίγη φαντασία οπουδήποτε αλλού. Αναγκαστικά λοιπόν τα παιδικά γέλια έφταναν εδώ κάτω. Τώρα δεν ακούγεται καμιά φωνή, μόνο η γάτα της κυρίας Λιλής του πέμπτου φτάνει μέχρι την πόρτα και κάνει γρήγορα μεταβολή ανεβαίνοντας δυο-δυο τα φθαρμένα σκαλιά. H Λιλή με το κατακόκκινο κραγιόν και ένα μόνιμα ξεχασμένο τσιγάρο στα χείλη της έπαιξε τον ρόλο της μεσίτριας, με τον όρο να μη βάλω φωτιά στο οίκημα. Από τον φεγγίτη έβλεπα μόνο το σχέδιο των παπουτσιών όσων περνούσαν από μπροστά. Κανένας δεν σταματούσε. Μόνο ο ήχος των βημάτων τους αντανακλούσε για λίγο στο τζάμι και μετά σταματούσε κι αυτός. Οι περισσότεροι τοίχοι έγραφαν «Γαμιέσαι Ελόνα» και η ηθική των ιδιοκτητών αναγκάστηκε να το καλύψει με ένα παχύ στρώμα ασβέστη. Η Ελόνα ήταν μια Ρουμάνα ένοικος του υπογείου και δούλευε σε ένα μπαρ στο Πεδίο του Άρεως. Έφυγε μάλλον από ντροπή, όταν ένα βράδυ που γύριζε την πλάκωσαν στο ξύλο στην είσοδο της πολυκατοικίας δύο τύποι της ίδιας εθνικότητας. Ο λόγος του ξυ-

8

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΣΑΜΑΡΑ


λοδαρμού πήρε υποθετικές εκδοχές από διαμέρισμα σε διαμέρισμα με απίθανα σενάρια. Μια εποχή ζούσε με έναν συντοπίτη της μόνιμα μεθυσμένο, που κατουρούσε στη μία και μοναδική γλάστρα του ακάλυπτου, η οποία κατά έναν περίεργο τρόπο δεν μαραινόταν, αλλά άνθιζε. Ίσως να έφταιγε η ρουμάνικη αμμωνία. Δυο-τρεις φορές τον είδα από το παράθυρο ενώ άπλωνα τα ρούχα μαύρα μεσάνυχτα. Του πέταξα ένα μανταλάκι. Καθόλου δεν πτοήθηκε, απλώς άλλαξε για δευτερόλεπτα τροχιά το κίτρινο υγρό κοιτώντας προς τη μεριά μου. Βία. Μέσα στους ασπρισμένους τοίχους του εργαστηρίου μια άλλη έκφραση βίας πήγε και καρφώθηκε στο μυαλό μου. Με τρόμο. Και δεν αφορούσε βέβαια τον Ρουμάνο. Βία. Ποιο είναι το ιστορικό σου, από πού προέρχεσαι, ποια ήταν τα παιδικά σου χρόνια, ποια ανάγκη εξυπηρετεί η εξωστρέφειά σου, γιατί ρίχνεις μπουνιές στα τυφλά, κλωτσάς πόρτες για ν’ ανοίξουν χωρίς κλειδί, φτύνεις λέξεις προσβλητικές όπως τις ροχάλες, γιατί γράφεις πως γαμιέται η Ελόνα, γιατί κατουράς στις γλάστρες, γιατί βγάζεις στην επιφάνεια τον σκοτεινό εαυτό και τον βάφεις μαύρο; Τι διάολο τρέχει με σένα και θέλεις και οπαδούς, σαν να είσαι αίρεση; Δεν πιστεύω σε κανέναν θεό πια. Πώς έγινε και με παραμύθιασες να σ’ ακολουθήσω, να γίνω συνένοχη, να σε σκέφτομαι από εκείνη την Τρίτη το πρωί που κάηκα και να μη θέλεις να φύγεις από το μυαλό μου, λες και έχεις αντικαταστήσει τον έρωτα; Εσύ μ’ έκαψες περισσότερο κι από το φλόγιστρο. Βία. Δεν έχεις καν άσχημο όνομα. Να σου συστηθώ. Με λένε Ήρα.

ΛΑΧΕΣΗ

9


140 × 210

SPINE: 8

FLAPS: 70

Βικτώρια Σαμαρά

ISBN 978-618-205-301-0

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

Λάχεση

Αυτό το όνειρο ήταν πολύ καλό για να είναι αληθινό.

Λάχεση Βικτώρια Σαμαρά

[…] Στέκομαι στην πόρτα του σαλονιού, σημαδεύω με την καραμπίνα πρώτα εκείνη, πετάγεται από το κώμα, μαζί και τα λουλούδια της ταλαιπωρημένης πολυθρόνας, μαζί και τα φτερά του παγονιού από τη βεντάλια της, γεμίζει ο τόπος όλος πράσινα φτερά και μετά σημαδεύω τον Μίλτο, μια έκπληκτη κραυγή ακούγεται μόνο και μετά σιωπή και μετά η κάννη της καραμπίνας βολεύεται κάτω από το σαγόνι μου και τινάζω στο φριχτό χρώμα της ταπετσαρίας το κεφάλι μου και μετά σιωπή. […]

Η Βικτώρια Σαμαρά γεννήθηκε το 1961 στον Βόλο και ενηλικιώθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Ψυχολογία στη Γαλλία. Το 2018 συμμετείχε στην έκδοση του συλλογικού έργου «9 ήρωες, 8 ιστορίες» (εκδόσεις Εύμαρος).


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Λάχεση by Εκδόσεις Οσελότος - Issuu