Skip to main content

Αποδέκτες

Page 1

143 × 210  SPINE: 27  FLAPS: 80

Όταν οι ποντικοί φεύγουν Τα σώματα προς βελονισμό εμφανίζονται Οι ψυχές δοκιμάζονται. Οι χειρουργοί μοιάζουν με γευσιτρόφοι ψυχής. Οι χειρουργοί έρχονται, χαρακώνουν, δοκιμάζουν και φεύγουν. Οι ψυχές αλληλοπροσαρμόζονται. Και ελευθερώνονται και φεύγουν. Μετά έρχονται οι κατσαρίδες. Μοιάζουν παγιδευμένες κάτω από τόνους χαρτιά. Οι ήχοι κατσαρίδων ακούγονται «Χρχρτσχρ», κάτι τρώνε. Κάτι αναμοχλεύουν και δικαιώνονται.

Η

Μίντα ανακαινίζει την έπαυλη «Μέργντντοξ» με σκοπό να συγκεντρώσει τους αγαπημένους της ανθρώπους κοντά της – ανθρώπους που κάποτε συνδέονταν στενά μεταξύ τους. Αυτή της η κίνηση θα σταθεί η αιτία να βγουν στην επιφάνεια μυστικά καλά κρυμμένα, γκρεμίζοντας σαν ντόμινο τις φαινομενικά τακτοποιημένες ζωές τους. Ζωές που στιγματίστηκαν από ένα σκοτεινό παρελθόν. Και καθώς το παζλ συμπληρώνεται και οι αποκαλύψεις διαδέχονται η μία την άλλη, όλοι τους θα αναγκαστούν να πάρουν θέση στο ξεκαθάρισμα αυτού του παρελθόντος, αλλά και να επιλέξουν, συνειδητά πλέον, την πορεία τους στο μέλλον.

ΗΛΙΑΣ ΑΝΕΖΙΝΟΣ

Λόγια και ψίθυροι ποντικών Το υψηλό τακούνι του δομικού Σώματος Η υπεροχή ύψους, επιβάλλεται.

Ο Ηλίας Ανεζίνος γεννήθηκε το 1971 στη Μυτιλήνη, όπου και ζει. Σπούδασε Λογιστική, είναι γνώστης της αγγλικής και της ισπανικής γλώσσας, καθώς και απόφοιτος της γλώσσας «C» στην Πληροφορική. Έχει παρακολουθήσει αρκετά σεμινάρια του Πανεπιστημίου Αιγαίου που αφορούν τον κλάδο του. Συνήθως χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο «Αυλαίας» η «Χάρακας». Οι Αποδέκτες αποτελούν τη συνέχεια του βιβλίου του Λαχείου Δίκη (2011, myedition – Γκιούρδας Εκδοτική).

ISBN 978-960-564-835-0

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς


ΤΙΤΛΟΣ

Αποδέκτες ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Ηλίας Ανεζίνος ΣΕΙΡΑ

Λογοτεχνία [1358]1019/21 ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ - ΔΙΟΡΘΩΣΗ

Όλγα Παλαμήδη LAYOUT - DESIGN Myrtilo, Λένα Παντοπούλου COPYRIGHT© 2019

Ηλίας Ανεζίνος

ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ

Αθήνα, Οκτώβριος 2019 ISBN 978-960-564-835-0

Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ:

Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα ΤΗΛ.: 210 6431108 ocelotos@ocelotos.gr www.ocelotos.gr


ΗΛΊΑΣ ΑΝΕΖΊΝΟΣ


ΠΡΆΞΗ ΠΡΏΤΗ

Η Εγκατάστασή μας στο «Μέργντντοξ»

ΑΠΟΔΕΚΤΕΣ

5


ΚΕΦΆΛΑΙΟ ΠΡΏΤΟ

Σιδηρόδρομος του Νου

Τ

ο τρένο είχε ξεκινήσει. Δεν ήξερα πού πήγαινα, ίσως δεν θυμόμουν. Ίσως ήθελα απλώς κάπου να πάω και δεν μ’ ένοιαζε το πού. Ίσως δεν είχα προορισμό. Βαθιά μέσα μου αισθανόμουν φθηνός. Κάποιοι περίμεναν κάτι από εμένα. Έπρεπε να ξυπνήσω, το ένιωθα, το ήθελα και το κατάφερα. Το τρένο κουνιόταν, προχωρούσε ασταμάτητα. Ήταν τόσο περίεργο, λες και ήθελε να μου προκαλέσει εμετό. Ήμουν μόνος στο κουπέ μου, φτωχά ντυμένος σαν άφραγκος. Πίστευα πως ό,τι ήθελα, το είχα πάντοτε δικό μου στη διάρκεια της χιλιόχρονης ζωής μου, τώρα όμως έβλεπα ότι αυτό δεν ήταν αλήθεια, απλώς μου άρεσε να ζω στην ουτοπία μου. Έφτιαχνα ένα ψέμα και ζούσα μέσα του. Και ποτέ δεν το παρουσίαζα στην πραγματική του μορφή ή στη μορφή την οποία βίωνα, μα πάντα στην αντίθετή του. Δυο άνθρωποι θα περίμεναν στον σταθμό την άφιξή μου, στον προορισμό μου. Υπέθετα ότι ο ένας θα ήταν η γυναίκα μου. Ένιωθα πολλές φορές να ξεχνάω ακόμα και το πρόσωπό της. Και για να τη θυμηθώ, φανταζόμουν μια οποιαδήποτε γυναίκα. Αγωνιζόμουν να θυμηθώ, αλλά υπήρχαν φορές που δεν τα κατάφερνα. Ο άλλος, ήταν άνδρας. Ένας φίλος. Μόνο που κάθε φορά που τον έβλεπα, είχα την εντύπωση πως έλειπε κάποιος άλλος από την παρέα μας – η παρουσία του έκανε αισθητή την απουσία κάποιου άλλου. Αυτός που έλειπε ήταν ο γιος μου ο Γιώργος και έριχνα ευθύνες στον εαυτό μου για την απουσία του. Και ο άνθρωπος που με περίμενε στον σταθμό, μου τον θύμιζε. Μου έφερνε στον νου αναμνήσεις, ιστορίες, αποτυχίες, λάθη, προσπάθειες για ευτυχία. Ήμουν εβδομήντα πέντε ετών και η σύντροφος

6

ΗΛΙΑΣ ΑΝΕΖΙΝΟΣ


της ζωής μου, η Θεία Μέκκα, φορούσε μαύρα – πενθούσε τον χαμό του παιδιού μας. Του παιδιού που μεγαλώσαμε και αναθρέψαμε και είχε φύγει τόσο γρήγορα από τη ζωή. Μα είχα κάτι πολύ δικό του, να μου τον θυμίζει αιώνια, ακόμη κι αν εγώ αποφάσιζα να απαρνηθώ τούτον τον μάταιο κόσμο· είχα τα παιδιά του. Κάθε φορά που κοιτούσα τα δυο μικρά μου αγόρια, τον Ροδρίγο και τον Αουρέλιο, σκεφτόμουν πόσο σκληρά τους είχε φερθεί ο Θεός που τους πήρε τον πατέρα τους. Και οι δυο τους ήταν πανέμορφα παιδιά. Η σκέψη μου ξαναγύρισε στη γυναίκα μου και στον Πίτζερ, που με περίμεναν στον σταθμό. Περισσότερο όμως σκεφτόμουν εκείνον. Ήταν παλιός και καλός φίλος του γιου μου –ήταν συνομήλικοι–, και είχε αναλάβει μαζί με τη γυναίκα του τη Μοντάνα να αναθρέψουν τα εγγόνια μου. Όταν κατάλαβα ότι αδυνατούσα να τα μεγαλώσω εγώ, η προσφορά τους με γέμισε χαρά. Δεν τους τα πούλησα, ούτε τους τα χάρισα. Ποτέ δεν το σκέφτηκα έτσι, ούτε και εκείνοι, απλώς μου πρόσφεραν τη βοήθειά τους. Μου ήταν αδύνατον στην ηλικία μου να μεγαλώσω τα εγγόνια μου. Ο Γιώργος δεν ήταν πραγματικός μου γιος, ήταν γιος της αδελφής της Θείας Μέκκας. Εκείνη κι εγώ, όπως ο Πίτζερ με τη Μοντάνα, δεν καταφέραμε ποτέ να αποκτήσουμε δικά μας παιδιά. Το τρένο δεν με ενδιέφερε καθόλου, έφευγε από την έννοια μου. Ένιωθα να ταξιδεύω εντελώς μόνος μου. Σαν να ήμουν ο μοναδικός επιβάτης, κι ας ήταν γεμάτο. Αναλογιζόμουν την όλη κατάντια μου, τα γηρατειά μου. Αισθανόμουν τόσο μόνος, Θεέ μου… Είχα τη γυναίκα μου, που θα με περίμενε στον σταθμό, τους φίλους μου Πίτζερ και Μοντάνα, να με φροντίζουν στο χωριό, να στέκονται πλάι μου ό,τι κι αν μου συμβεί, τα παιδιά του θετού μου γιου να με φωνάζουν «παππού», κι ας μην ήμουν ο παππούς τους, κι όμως ένιωθα μόνος. Τη σκέψη μου μονοπωλούσε ο Γιώργος, που είχε πεθάνει μες στην αγκαλιά μου.

ΑΠΟΔΕΚΤΕΣ

7


Υπήρχαν άλλοι δυο άνθρωποι που τους θεωρούσα δικούς μου. Ο ένας ήταν η Μίντα, η γυναίκα του Γιώργου, και βρισκόταν στο διπλανό κουπέ. Μόλις έναν χρόνο πριν είχε αποφυλακιστεί από τις κεντρικές φυλακές της Μαδρίτης. Ο άλλος, ένας επίσης πολύ καλός φίλος του θετού μου γιου, να δεις πώς ήταν το όνομά του… Δεν θυμάμαι. Πόσο σκληρό είναι να ζεις σαν γέρος! Έχω αρχίσει να ξεχνάω τόσα πράγματα! Εκείνη ήταν μια γυναίκα αρκετά φτωχή τώρα πια. Το ίδιο φτωχός ήταν και ο φίλος του γιου μου, αυτός που δεν θυμόμουν ακόμη το όνομά του. Πρέπει να είχαν αποφυλακιστεί μαζί, αλλά δεν είμαι σίγουρος, έχει περάσει τόσος καιρός άλλωστε! Πλέον το ένα εγγόνι μου, το μικρότερο, είχε πάλι τη μητέρα του κοντά του· το άλλο είχε άλλη μητέρα. Η σύζυγος του νεκρού γιου μου είχε αρχίσει να δουλεύει όπως παλιά. Ήθελε να αποκτήσει φήμη και καλή πελατεία, και εργαζόταν σκληρά γι’ αυτά. Έμοιαζε τόσο νέα, πρέπει να ήταν γύρω στα τριάντα πέντε. Κάποτε ήξερα την ηλικία της. Τώρα που έχω αρχίσει να ξεχνώ, δεν είμαι βέβαιος για ό,τι θυμάμαι, αν είναι σωστό. Αρχικά ξεκίνησε να δουλεύει στην πρωτεύουσα. Πίστευε ότι εκεί θα μπορούσε πιο εύκολα να φτιάξει τη φήμη και την καλή πελατεία της. Αργότερα, όταν αποκτούσε πολλά χρήματα, σκόπευε να έρθει πίσω στο χωριό, εκεί που έμενα εγώ, τα εγγόνια μου και οι φίλοι μας. Συνταξιδεύαμε. Έκανε μια μικρή διακοπή από τη δουλειά της για να δει τον γιο της, τους φίλους μας, εμένα και τη γυναίκα μου. Δεν ήθελε να πάρει τον μικρό μαζί της στην πόλη – να μην του αλλάξει απότομα περιβάλλον. Ο γιος της ήταν δεκατριών χρονών και το πρόσωπό του της θύμιζε τον άνδρα της. Ο άλλος μου φίλος, εκείνος που αποφυλακίστηκε μαζί της, πάντα έμοιαζε περίεργος, κάτι σαν τρελός. Είχε πάθει αμνησία παλιότερα, αλλά ήταν καλά τώρα, αν και ανέκαθεν έδειχνε απροσάρμοστος. Όταν αποφυλακίστηκε, στην αρχή ήθελε να μείνει στην πόλη, να ψάξει για δουλειά. Μόλις όμως είδε πως κάτι τέτοιο

8

ΗΛΙΑΣ ΑΝΕΖΙΝΟΣ


ήταν δύσκολο, ήρθε στο χωριό και άρχισε να δουλεύει στα χωράφια. Εργαζόταν σκληρά και μάζευε λεφτά με σκοπό να μπορέσει να κατέβει κάποτε πίσω στην πόλη. Ξαφνικά το τρένο σταμάτησε, όμως δεν ήταν η στάση μου. Απογοητεύτηκα καθώς δεν μπορούσα να καταλάβω πού βρισκόμασταν. Λίγο μετά ξεκίνησε πάλι. Το ένιωθα να αργεί πολύ να φτάσει εκεί που ήθελα εγώ, κι ας μη θυμόμουν πού. Όταν θα έφτανε, θα αναγνώριζα το μέρος – το έλπιζα και γέμιζα την ψυχή μου με σιγουριά. Άραγε πόσες στάσεις να έμεναν ακόμη; Παλιά, όταν ήμουν νέος, μπορούσα να τις μετρώ. Το έκανα, το θυμάμαι, κάπως αμυδρά βέβαια. Άραγε πήγαινα σε πόλη ή σε χωριό; Μα τι λέω; Σίγουρα πήγαινα σε χωριό. Αυτός ήταν ο προορισμός μου, η πατρίδα μου. Κι αν και δεν θυμάμαι τη μέρα που γεννήθηκα, ξέρω ότι γεννήθηκα, μεγάλωσα και έζησα όλη τη ζωή μου εκεί. Δεν το θυμάμαι, αλλά το ξέρω έτσι απλά. Ένιωθα τόσο απορροφημένος, βουλιαγμένος στο κάθισμά μου, που ήθελα να κάνω κάτι να ξεμουδιάσω τα χέρια, τα πονεμένα μέλη του κορμιού μου. Να πάψω να νιώθω την τόση αποχαύνωσή μου. Αλλά είμαι τόσο γέρος και λυπάμαι γι’ αυτό. Δεν έχω τη δύναμη να κάνω πολλά πράγματα πια όπως παλιά. Η γυναίκα εκείνη στο διπλανό κουπέ, γιατί δεν ήταν μαζί μου; Ήμουν αποκρουστικός; Ήξερα πως δεν ήμουν, πως με συμπαθούσε, όπως τη συμπαθούσα και εγώ. Τώρα που ο Γιώργος ήταν νεκρός, την ένιωθα σαν κόρη μου. Ίσως το είχα ανάγκη για να απαλύνω μέσα μου τον χαμό του γιου μου. Όλη η αγάπη για εκείνον, είχε γυρίσει πάνω της. Κι εκείνη το αντιλαμβανόταν, το χρειαζόταν και το αγαπούσε αυτό το συναίσθημα. Άκουσα το παράθυρο του διπλανού κουπέ να ανοίγει. Έκλεισα τα μάτια μου και είδα την εικόνα της. Την έβλεπα να ανοίγει το παράθυρο με απίστευτη ευκολία, σαν να ήταν ο άνεμος. Έβγαλε το κεφάλι της έξω από το παράθυρο κι ο αέ-

ΑΠΟΔΕΚΤΕΣ

9


ρας άρχισε να της ανακατεύει τα μαλλιά με συνεχόμενη μανία. Ένιωθε τον άνεμο να μπαίνει μέσα της, σαν να ήταν υλική οντότητα. Κι όμως όλα αυτά δεν ήταν στη φαντασία μου, αυτό ακριβώς είχε κάνει. Όντως είχε ανοίξει το παράθυρό της και είχε νιώσει ακριβώς έτσι. Τώρα κοιτούσε ανάμεσα σε δυο δέντρα απέναντι. Εκεί, έβλεπε τον άνδρα της, το φάντασμά του, την προτομή του. Αισθανόταν να ρουφάει τη εικόνα του. Βέβαια στην πραγματικότητα δεν ρουφούσε παρά τον αέρα, κρατώντας ανοιχτό το παράθυρο. Και ένιωθε τόσο ευχαριστημένη που τον είχε μέσα της. Ένιωθε την ανάγκη να κάνει κάτι αλλοπρόσαλλο. Δεν ήθελε να ξαναπαντρευτεί. Ήθελε να νιώσει εντελώς ανεξάρτητη και εφόσον το κατάφερνε, ίσως τότε και μόνο τότε –αν βρισκόταν κάποιος που θα μιλούσε στην καρδιά της–, να του δινόταν. Αλλά πίστευε ότι ήταν πολύ δύσκολο να ξανανιώσει κάτι για κάποιον άνδρα. Βέβαια, κάθε φορά που το συζητούσα μαζί της, δεν το παραδεχόταν ότι δεν ήθελε να ξαναφτιάξει τη ζωή της. Έλεγε ότι ο γιος μου ήταν ο καλύτερος άνδρας στον κόσμο και ότι δεν θα μπορούσε να βρει κάποιον αντάξιό του. Πίστευε ότι αν κάποιος πετύχαινε να την κάνει να τον ξεχάσει, θα είχε καταφέρει να την ξελογιάσει χωρίς εκείνη να το είχε καταλάβει. Σήκωσα το βλέμμα μου και σούφρωσα τα φρύδια μου – ήθελα ξαφνικά να νιώσω πιο ζωντανός. Μέσα στο μυαλό μου ζωγράφισα τα μάτια μου. Ήταν όμορφα, μεγάλα, στρογγυλά και γαλανά. Λίγο πιο πάνω ζωγράφισα τα φρύδια μου, άλλοτε μαύρα και τώρα με άσπρες τρίχες. Τα φρύδια μου ήταν πυκνά· τα θυμάμαι πάντα τόσο πυκνά. Σαν να γεννήθηκα έτσι, με όλες αυτές τις τρίχες. Η γυναίκα στο διπλανό κουπέ είχε πάντα μια έκφραση αναίδειας στο πρόσωπό της. Μια παρόμοια έκφραση είχα κι εγώ. Ίσως γι’ αυτό να υπήρχε τόσο μεγάλη συμπάθεια μεταξύ μας. Δεν μου άρεσε που έβγαζε τα φρύδια της, ούτε οι ψεύτικες βλεφαρίδες της. Αν είχα μουστάκι ή

10

ΗΛΙΑΣ ΑΝΕΖΙΝΟΣ


μούσι, ίσως και να το έβαφα. Όμως ποτέ δεν αποφάσισα να αφήσω ένα από τα δύο, ή και τα δύο. Η γυναίκα στο διπλανό κουπέ φορούσε ένα κοκκινόμαυρο βέλος. Όταν το πρωτοείδα, στην αρχή του ταξιδιού, προσπάθησα να καταλάβω αν ήταν κόκκινο που απλώς είχε μαυρίσει από την απλυσιά. Έτσι κρατούσε έναν ημιπένθιμο τόνο για τον χαμό του άνδρα της, αν και δικαιούνταν να πετάξει από πάνω της, ύστερα από τόσα χρόνια, όλο εκείνο το πένθος. Εκείνη όμως δεν αισθανόταν έτσι – ακόμη πενθούσε τον χαμό του. Εγώ ήθελα να δω κάποιον άνδρα στο πλάι της, να τη δω να νιώθει γυναίκα πάλι. Όταν την παρότρυνα να βρει κάποιον, θύμωνε μαζί μου. Τον αγαπούσε ακόμα τον Γιώργο. Θυμόμουν τότε που ήμουν ερωτευμένος με τη γυναίκα μου. Ούτε τότε ούτε τώρα μπορούσα να καταλάβω τον εαυτό μου. Την ήθελα τόσο, που τρόμαζα με τον εαυτό μου. Ακόμα και τώρα την ποθούσα. Κι ας ήταν μια γριούλα πια, τι σημασία είχε; Στα μάτια μου φάνταζε ακόμα παιδούλα, όσο γελοίο φαινόταν αυτό στα μάτια των νέων. Τα μαλλιά της Μίντα, της κοπέλας στο διπλανό κουπέ, ήταν μακριά. Θυμάμαι, πάντα την εκνεύριζαν, αλλά ποτέ δεν αποφάσιζε να τα κοντύνει έστω λίγο. Απλώς συχνά τα σήκωνε και τα έπιανε πάνω, σ’ έναν αυτοσχέδιο κότσο, με αποτέλεσμα λίγο μετά να αρχίζουν σιγά σιγά να πέφτουν. Μάλλον λάτρευε αυτό το πέσιμο των μαλλιών της. Αλλά ακόμα κι αν τα μάζευε πάνω, δεν κατάφερνε να αφήσει ακάλυπτα τα αυτιά της. Τα θυμάμαι, μικρά, όμορφα κι αστραφτερά από καθαριότητα. Και παρ’ όλα τα όσα είχε περάσει, δεν έδειχνε να μεγαλώνει. Έδειχνε ακόμη πολύ νέα. Σαν να μην είχε αλλάξει καθόλου από τη μέρα που την είχα πρωτογνωρίσει. Ήταν αρκετά κρυψίνους και συχνά ετοίμαζε εκπλήξεις, άλλοτε χαράς και άλλοτε λύπης. Ενώ ανάμεσα στις εκπλήξεις της –που πάντα έφερναν κάτι σαν σεισμό– υπήρχαν μεγάλες παύσεις γαλήνης, και στο πολύ παρελθόν ακόμα και ευτυχίας.

ΑΠΟΔΕΚΤΕΣ

11


143 × 210  SPINE: 27  FLAPS: 80

Όταν οι ποντικοί φεύγουν Τα σώματα προς βελονισμό εμφανίζονται Οι ψυχές δοκιμάζονται. Οι χειρουργοί μοιάζουν με γευσιτρόφοι ψυχής. Οι χειρουργοί έρχονται, χαρακώνουν, δοκιμάζουν και φεύγουν. Οι ψυχές αλληλοπροσαρμόζονται. Και ελευθερώνονται και φεύγουν. Μετά έρχονται οι κατσαρίδες. Μοιάζουν παγιδευμένες κάτω από τόνους χαρτιά. Οι ήχοι κατσαρίδων ακούγονται «Χρχρτσχρ», κάτι τρώνε. Κάτι αναμοχλεύουν και δικαιώνονται.

Η

Μίντα ανακαινίζει την έπαυλη «Μέργντντοξ» με σκοπό να συγκεντρώσει τους αγαπημένους της ανθρώπους κοντά της – ανθρώπους που κάποτε συνδέονταν στενά μεταξύ τους. Αυτή της η κίνηση θα σταθεί η αιτία να βγουν στην επιφάνεια μυστικά καλά κρυμμένα, γκρεμίζοντας σαν ντόμινο τις φαινομενικά τακτοποιημένες ζωές τους. Ζωές που στιγματίστηκαν από ένα σκοτεινό παρελθόν. Και καθώς το παζλ συμπληρώνεται και οι αποκαλύψεις διαδέχονται η μία την άλλη, όλοι τους θα αναγκαστούν να πάρουν θέση στο ξεκαθάρισμα αυτού του παρελθόντος, αλλά και να επιλέξουν, συνειδητά πλέον, την πορεία τους στο μέλλον.

ΗΛΙΑΣ ΑΝΕΖΙΝΟΣ

Λόγια και ψίθυροι ποντικών Το υψηλό τακούνι του δομικού Σώματος Η υπεροχή ύψους, επιβάλλεται.

Ο Ηλίας Ανεζίνος γεννήθηκε το 1971 στη Μυτιλήνη, όπου και ζει. Σπούδασε Λογιστική, είναι γνώστης της αγγλικής και της ισπανικής γλώσσας, καθώς και απόφοιτος της γλώσσας «C» στην Πληροφορική. Έχει παρακολουθήσει αρκετά σεμινάρια του Πανεπιστημίου Αιγαίου που αφορούν τον κλάδο του. Συνήθως χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο «Αυλαίας» η «Χάρακας». Οι Αποδέκτες αποτελούν τη συνέχεια του βιβλίου του Λαχείου Δίκη (2011, myedition – Γκιούρδας Εκδοτική).

ISBN 978-960-564-835-0

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Αποδέκτες by Εκδόσεις Οσελότος - Issuu