Skip to main content

Το Σημάδι της Οχιάς

Page 1

140 × 210

9 786182 057032

FLAPS: 80

Βασίλειος Σ.

ISBN 978-618-205-703-2

Παπαΐδης

Ο

Κίμων, μια αδάμαστη και γενναία ψυχή, γεννημένος στην Αθήνα την ταραγμένη εποχή του Πελοποννησιακού Πολέμου, προσπαθεί να ακολουθήσει τον άνεμο που του ψιθυρίζει και εμπλέκεται σε κάθε είδους περιπέτεια. Από μικρό παιδί ήταν διαφορετικός από τους συνομηλίκους του κι αυτό έμελλε να παίξει ρόλο στην πολυτάραχη ζωή του αλλά και στη ζωή της αγαπημένης του αδερφής Ξανθίππης. Αυτή ήταν η μοναδική σταθερά που τον συνέδεε με την τρομακτική πραγματικότητα της εποχής του και το μοναδικό άτομο που κατάφερνε κάποιες στιγμές να γαληνέψει την τρικυμισμένη του ψυχή. «Ο μόνος δίκαιος κριτής είναι ο Χάρος» ήταν σκαλισμένο στη λαβή της κοπίδας του και ήταν κάτι που αποδείχτηκε σοφό. Το είδε να ισχύει σε όλο τον γνωστό κόσμο που ταξίδεψε. Αυτός ήταν ο μοναδικός και απαράβατος νόμος όταν κάποιος ανήκε στις Οχιές. Το τατουάζ της οχιάς στο δεξί στήθος ήταν το σημάδι που αποτελούσε την ταυτότητα αυτού που το είχε. Του έδινε το δικαίωμα να κάνει αυτό που «έπρεπε» χωρίς καθόλου τύψεις, ακόμη κι αν απέναντί του είχε κάποιον όμοιο. Ήταν μάλιστα υποχρέωσή του να κάνει αυτό που «έπρεπε» όταν ο περιστασιακός αντίπαλος έφερε αυτό το σημάδι. Ο Κίμων λοιπόν τα έζησε όλα. Ρούφηξε τη ζωή του μισθοφόρου μέχρι την τελευταία σταγόνα. Μέχρι που «ο πιο δίκαιος κριτής» τον ειδοποίησε ότι η ώρα της απονομής δικαιοσύνης ήταν πολύ κοντά. Και ο Κίμων επέστρεψε στη σίγουρα ζεστή και αεικίνητη αγκαλιά της αδερφής του, της δέσποινας Ξανθίππης, για να διηγηθεί μια ολόκληρη ζωή. Της το χρωστούσε. Η Ξανθίππη στάθηκε δυνατή μέχρι το τέλος. Κανένα κύμα, όσο τεράστιο κι αν ήταν, δεν κατάφερε να τη μετακινήσει ούτε ένα εκατοστό από τις βασικές αρχές της αγάπης της. Και, ίσως, ευλογήθηκε από τους θεούς να δει και τη συνέχεια.

SPINE: 27.6

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη το 1969, στην καρδιά της σκληρά δοκιμαζόμενης εργατικής τάξης. Οι γονείς μου κατέβαλαν υπεράνθρωπες προσπάθειες να μου προσφέρουν όλα τα απαραίτητα εφόδια για να ξεφύγω από αυτή τη δύσκολη θέση, αλλά… Η φαντασία μου ξεχείλιζε και το κριτήριό μου δεν ήταν να ανέβω «ένα σκαλοπάτι παραπάνω», όπως με συμβούλευε ο πατέρας μου. Δούλεψα σε κάθε είδους χαμάλικη δουλειά, αλλά δεν με ένοιαζε. Τα όνειρά μου και τα βιβλία που διάβαζα με κρατούσαν όρθιο και δυνατό. Η μουσική και η συγγραφή στίχων ήταν ο πρώτος μου έρωτας μέχρι που βρήκα τη δουλειά που μου ταίριαζε. Σοφέρ, όπως με έλεγε μια κυρία που ανέβαινε στο λεωφορείο που δούλευα. Κι αυτό ήταν τίτλος τιμής για εμένα. Ως σοφέρ λοιπόν ταξίδεψα σχεδόν σε όλα τα μέρη της πατρίδας μου, είδα απίστευτα τοπία, γνώρισα ανθρώπους, βίωσα καταστάσεις και τα ατέλειωτα χιλιόμετρα άφηναν τη φαντασία μου να οργιάζει. Τα τοπία που αντίκριζα τα αποτύπωνα ανεξίτηλα στο μυαλό μου και πάνω σ’ αυτά έγραφα ό,τι γεννούσε η φαντασία μου, γιατί το γράψιμο με απελευθέρωνε.


Το Σημάδι Της Οχιάς


Τιτλος

Το Σημάδι της Οχιάς Συγγραφέας

Βασίλειος Σ. Παπαΐδης Σειρα

Λογοτεχνία [1358] 0225/06 Επιmελεια - Διορθωση

Δέσποινα Αγγελοπούλου Layout - Design Myrtilo, Λένα Παντοπούλου Copyright© 2025 Βασίλειος Σ. Παπαΐδης Πρώτη Εκδοση

Αθήνα, Φεβρουάριος 2025 ISBN 978-618-205-703-2

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | Τηλ.: 210 64 31 108

ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.


Βασίλειος Σ. Παπαΐδης

Ιστορικό μυθιστόρημα

—Αθήνα 2025—


Στη Μούσα μου, που σκόρπισε όλα τα σκοτάδια μου και μου έδωσε την ελευθερία να γίνω αυτός που είμαι. Στα παιδιά μου Στέλιο και Βαγγέλη, γιατί υπάρχουν στη ζωή μου και την κάνουν πιο φωτεινή.

—5—


1

Κίμων

Η

δέσποινα Ξανθίππη καθόταν κάτω από ένα τεράστιο πεύκο, στο σκαμνάκι της, και κοιτούσε γύρω σαν στρατηγός που επιθεωρεί το πεδίο της μάχης. Τα καλοκαίρια όλη η οικογένεια ερχόταν στην Πάρνηθα για να ελέγξουν το κτήμα τους και να γλιτώσουν από την αφόρητη ζέστη της Αθήνας. Ήταν μια απόφαση της δέσποινας Ξανθίππης, η οποία ήταν η αδιαφιλονίκητη αρχηγός της οικογένειας και ο αποκλειστικός εκπρόσωπός της εδώ και πενήντα χρόνια στο συμβούλιο της φυλής των Λεοντιδών όπου ανήκαν. Ήταν αυτή που σκεφτόταν, αποφάσιζε, οργάνωνε και επέβαλλε την άποψή της στους τέσσερις γιους, στις ισάριθμες νύφες, στα οχτώ εγγόνια της και σε όσους είχε στη δούλεψή της. Κανείς δεν στεκόταν απέναντί της να την αμφισβητήσει ανοιχτά, όχι γιατί φοβόντουσαν τη σωματική της ρώμη, αλλά γιατί έτρεμαν το βλέμμα της, σέβονταν τον ελεύθερο και ατίθασο χαρακτήρα της, ήξεραν τα όσα είχε ζήσει και θαύμαζαν το πώς άντεχε ακόμη έχοντας ήδη περάσει την ογδοηκοστή δεκαετία της ζωής της. Όλοι γνώριζαν την αγάπη της για τα άλογα. Το όνομά της εξάλλου αυτό σήμαινε: η ξανθή ιππεύτρια. Την υποβάσταζαν οι γιοι της μέχρι το λιβάδι του κτή—7—


ΒΑ ΣΙΛΕΙΟΣ Σ. ΠΑΠΑΪΔΗΣ

ματος, έστηναν το σκαμνάκι της στη σκιά του μεγάλου πεύκου και την άφηναν μόνη της να κοιτάζει τα δύο μοναδικά άλογα που κατάφερναν να συντηρούν, κι αυτό για χάρη της, για να ταξιδεύει εκεί που πηγαίνει πάντα ο νους των ηλικιωμένων. Στο παρελθόν. Και η δέσποινα Ξανθίππη είχε μεγάλο και βαρύ παρελθόν. Κοιτούσε τα οχτώ εγγόνια της που έπαιζαν εκεί κοντά σ’ ένα μικρό ρυάκι. Ξαφνικά το μικρότερο απ’ όλα πλησίασε το ένα άλογο και σταμάτησε δίπλα του απότομα όταν εκείνο χλιμίντρισε απειλητικά. «Κίμωνα, πρόσεχε!» κατάφερε να φωνάξει με τη στεντόρεια φωνή της. Ο μικρός γύρισε και την κοίταξε μ’ εκείνα τα μεγάλα μαύρα μάτια του που δεν πρόδιδαν κανέναν φόβο και μετά της χαμογέλασε. Αυτό ήταν. Αυτό το χαμόγελο. Τα γαλάζια μάτια της δέσποινας Ξανθίππης, που είχαν αρχίζει να γκριζάρουν λόγω της ηλικίας της, γέμισαν δάκρυα. Αυτό το χαμόγελο ξύπνησε μέσα της όλες εκείνες τις σκέψεις που είχε φυλαγμένες και περίμενε την κατάλληλη στιγμή και τον κατάλληλο άνθρωπο για να τις βγάλει από μέσα της. Αυτός ήταν ο κατάλληλος. Ο Κίμωνας. Αυτός ήταν σίγουρα. Είχε ξανάρθει. Το όνομά του το είχε πάρει από επιμονή της δέσποινας. Οι γονείς του ήθελαν να τον ονομάσουν αλλιώς, αλλά η δέσποινα Ξανθίππη επέμενε ότι η θεά Αθηνά είχε φανερωθεί στον ύπνο της και ονόμασε το παιδί Κίμωνα. Οπότε δεν υπήρχε εναλλακτική. Το πείσμα της δέσποινας και η θέληση μιας θεάς δεν ήταν κάτι που μπο-

—8—


ΤΟ ΣΗΜ Α ΔΙ ΤΗΣ ΟΧΙΑ Σ

ρούσες να παραβλέψεις. Ειδικά το πείσμα της δέσποινας Ξανθίππης. «Εσύ είσαι λοιπόν» σκέφτηκε. «Ξαναγύρισες. Ούτε ο Άδης δεν σε άντεξε…» Τον φώναξε κοντά της και συνέχισε να ζει σε ονειρική κατάσταση καθώς εκείνος υπάκουσε και τρέχοντας στάθηκε μπροστά της και συνέχισε να της χαμογελά μ’ εκείνο το στραβό, βεβιασμένο, σχεδόν ψεύτικο χαμόγελο. Σαν να μην ήξερε πώς να το κάνει και προσπαθούσε απλώς να μιμηθεί τους άλλους που χαμογελούσαν. Τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια και του χάιδεψε τις μπούκλες των πολύ σγουρών μαλλιών του. «Εσύ είσαι;» ψιθύρισε. «Ναι, δέσποινα. Ο Κίμωνας είμαι!» είπε ο μικρός ζωηρά. Το στόμα της έτρεμε, όπως και τα χέρια της, όπως και η σκέψη της. «Ναι! Εσύ είσαι». Τώρα πια η αποστολή της είχε γίνει φανερή. Κατάλαβε γιατί οι θεοί την κράτησαν ζωντανή έπειτα από όλες τις καταστροφές και τις τραγωδίες που είχε ζήσει. Σε όλη της τη ζωή πίστευε ότι οι θεοί την είχαν καταραστεί αργώντας να τη στείλουν στον Άδη μαζί με τους αγαπημένους της. Μαζί μ’ εκείνον που έζησε μια ζωή γεμάτη περιπέτειες, όπως φανταζόταν, κι εκείνη δεν μπορούσε να τον ακολουθήσει. Αργότερα κατάλαβε ότι οι περιπέτειες δεν ήταν αυτό που φανταζόταν. Ήταν σκέτη τραγωδία. Η τραγωδία ενός ανθρώπου που ο χαρακτήρας του ήταν τόσο αδέσμευτος, ανεξάρτητος, ελεύθερος από προκαταλήψεις, που τον έμπλεξε σε άσχημες και επίπονες καταστάσεις. Να καταλάβει πώς είναι να ψάχνει κάποιος

—9—


140 × 210

9 786182 057032

FLAPS: 80

Βασίλειος Σ.

ISBN 978-618-205-703-2

Παπαΐδης

Ο

Κίμων, μια αδάμαστη και γενναία ψυχή, γεννημένος στην Αθήνα την ταραγμένη εποχή του Πελοποννησιακού Πολέμου, προσπαθεί να ακολουθήσει τον άνεμο που του ψιθυρίζει και εμπλέκεται σε κάθε είδους περιπέτεια. Από μικρό παιδί ήταν διαφορετικός από τους συνομηλίκους του κι αυτό έμελλε να παίξει ρόλο στην πολυτάραχη ζωή του αλλά και στη ζωή της αγαπημένης του αδερφής Ξανθίππης. Αυτή ήταν η μοναδική σταθερά που τον συνέδεε με την τρομακτική πραγματικότητα της εποχής του και το μοναδικό άτομο που κατάφερνε κάποιες στιγμές να γαληνέψει την τρικυμισμένη του ψυχή. «Ο μόνος δίκαιος κριτής είναι ο Χάρος» ήταν σκαλισμένο στη λαβή της κοπίδας του και ήταν κάτι που αποδείχτηκε σοφό. Το είδε να ισχύει σε όλο τον γνωστό κόσμο που ταξίδεψε. Αυτός ήταν ο μοναδικός και απαράβατος νόμος όταν κάποιος ανήκε στις Οχιές. Το τατουάζ της οχιάς στο δεξί στήθος ήταν το σημάδι που αποτελούσε την ταυτότητα αυτού που το είχε. Του έδινε το δικαίωμα να κάνει αυτό που «έπρεπε» χωρίς καθόλου τύψεις, ακόμη κι αν απέναντί του είχε κάποιον όμοιο. Ήταν μάλιστα υποχρέωσή του να κάνει αυτό που «έπρεπε» όταν ο περιστασιακός αντίπαλος έφερε αυτό το σημάδι. Ο Κίμων λοιπόν τα έζησε όλα. Ρούφηξε τη ζωή του μισθοφόρου μέχρι την τελευταία σταγόνα. Μέχρι που «ο πιο δίκαιος κριτής» τον ειδοποίησε ότι η ώρα της απονομής δικαιοσύνης ήταν πολύ κοντά. Και ο Κίμων επέστρεψε στη σίγουρα ζεστή και αεικίνητη αγκαλιά της αδερφής του, της δέσποινας Ξανθίππης, για να διηγηθεί μια ολόκληρη ζωή. Της το χρωστούσε. Η Ξανθίππη στάθηκε δυνατή μέχρι το τέλος. Κανένα κύμα, όσο τεράστιο κι αν ήταν, δεν κατάφερε να τη μετακινήσει ούτε ένα εκατοστό από τις βασικές αρχές της αγάπης της. Και, ίσως, ευλογήθηκε από τους θεούς να δει και τη συνέχεια.

SPINE: 27.6

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη το 1969, στην καρδιά της σκληρά δοκιμαζόμενης εργατικής τάξης. Οι γονείς μου κατέβαλαν υπεράνθρωπες προσπάθειες να μου προσφέρουν όλα τα απαραίτητα εφόδια για να ξεφύγω από αυτή τη δύσκολη θέση, αλλά… Η φαντασία μου ξεχείλιζε και το κριτήριό μου δεν ήταν να ανέβω «ένα σκαλοπάτι παραπάνω», όπως με συμβούλευε ο πατέρας μου. Δούλεψα σε κάθε είδους χαμάλικη δουλειά, αλλά δεν με ένοιαζε. Τα όνειρά μου και τα βιβλία που διάβαζα με κρατούσαν όρθιο και δυνατό. Η μουσική και η συγγραφή στίχων ήταν ο πρώτος μου έρωτας μέχρι που βρήκα τη δουλειά που μου ταίριαζε. Σοφέρ, όπως με έλεγε μια κυρία που ανέβαινε στο λεωφορείο που δούλευα. Κι αυτό ήταν τίτλος τιμής για εμένα. Ως σοφέρ λοιπόν ταξίδεψα σχεδόν σε όλα τα μέρη της πατρίδας μου, είδα απίστευτα τοπία, γνώρισα ανθρώπους, βίωσα καταστάσεις και τα ατέλειωτα χιλιόμετρα άφηναν τη φαντασία μου να οργιάζει. Τα τοπία που αντίκριζα τα αποτύπωνα ανεξίτηλα στο μυαλό μου και πάνω σ’ αυτά έγραφα ό,τι γεννούσε η φαντασία μου, γιατί το γράψιμο με απελευθέρωνε.


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Το Σημάδι της Οχιάς by Εκδόσεις Οσελότος - Issuu