Μπρους Μάγιερς
Ντιμπούκ
βασισμένο στο ομώνυμο έργο του Σαλόμ Άνσκι Μετάφραση: Λουίζα Μητσάκου Σκηνοθεσία-σκηνικός χώρος: Σωτήρης Χατζάκης Κοστούμια: Έρση Δρίνη Μουσική: Σαββίνα Γιαννάτου Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος Βοηθός σκηνοθέτη: Βίκη Χατζοπούλου Οργάνωση παραγωγής: Ροδή Στεφανίδου Διανομή Δημήτρης Παπανικολάου Άνδρας Δέσποινα Κούρτη Γυναίκα Διδασκαλία καμπαλιστικού περιεχομένου του κειμένου από τον καθηγητή Στέφανο Ροζάνη Ευχαριστούμε: Τον ραβίνο Μέντελ Χέντεν και την Νεχάμα Χέντελ για την εκμάθηση της αραμαϊκής γλώσσας καθώς και των γίντις Τη Ρίτα και τον Αλβέρτο Γκαμπάι για την εκμάθηση των εβραϊκών ύμνων Τη Μαρία Γκούτη για την εκμάθηση του χορού των ζητιάνων Οι ύμνοι που ακούγονται στην παράσταση είναι αυθεντικοί. Πρώτη παράσταση: 25 Δεκεμβρίου 2011, νέο Υπερώο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.
Σημείωμα σκηνοθέτη
Σημείωμα συγγραφέα
Ντιμπούκ: Μια ιστορία για την απουσία
Ένα Ντιμπούκ για δύο
Ένας άνδρας και μια γυναίκα πάλλονται από τους πανίσχυρους ρυθμούς του έρωτα. Επιζητούν την ένωση που τους οφείλει παλιός όρκος των γονιών τους. Όμως ο όρκος αθετείται. Ο άνδρας πεθαίνει από λύπη, μα η αδικημένη του ψυχή θα μπει στο σώμα της αγαπημένης του και θ’ αρνηθεί να βγει, παραβαίνοντας τους νόμους που χωρίζουν τους νεκρούς από τους ζωντανούς.
Ένα άντρας και μια γυναίκα έρχονται από μακριά με τσάντες και βαλίτσες. Κουβαλάνε ένα τραπέζι σπαστό και καρέκλες. Είναι κουρασμένοι, όπως μετά από μεγάλο ταξίδι. Φτάνουν σε μία αίθουσα διαλέξεων, όπου υπάρχει μονάχα μια εξέδρα στο μέσον του κοινού που παρακολουθεί το πρώτο Φεστιβάλ Γίντις, στο κέντρο Πομπιντού. Ο άντρας και η γυναίκα αφήνουν κάτω το τραπέζι και τις καρέκλες, ανοίγουν τις βαλίτσες και βγάζουν από μέσα ένα τραπεζομάντιλο, μαχαιροπίρουνα, ένα θερμός με σούπα, ένα πακέτο τούρκικο χαλβά, δύο κηροπήγια, κεριά και σπίρτα, ψωμί και μια μπουκάλα κρασί.
Έτσι αρχίζει η ιστορία του Ντιμπούκ, μια ιστορία που μιλά για τη δραματική παρουσία της αγάπης και του Θεού, μια ιστορία που δεν μιλά για την τραγική απουσία τους. Η ύπαρξη πέφτει στον κόσμο με τη γέννηση και, χάνοντας την ουσία της, κριματίζεται. Κάποια στιγμή θ’ αποκτήσει συνείδηση της απώλειας, θα νοσταλγήσει την αθωότητα και θα ποθήσει την καταστροφή, για να επιστρέψει στο μεγάλο Αρνητικό, στη μη ύπαρξη, στο θεϊκό κενό, που λυτρωμένο, εν τη απουσία μας, θ’ απλωθεί ξανά στην αρμονική του ενότητα. Αυτό είναι το τραγικό μυστικό που ψυχανεμίστηκε η ανθρώπινη σκέψη διαχρονικά, από τον Οιδίποδα και τον Ιώβ μέχρι τον Στρίντμπεργκ, τον Κάφκα και τον Μπέκετ. Αυτό διαισθάνονται με τον τρόπο τους οι ελληνικές παραλογές και τα μοιρολόγια, οι εκστατικές πτήσεις των σαμάνων, οι θρηνητικές περιστροφές των δερβίσηδων της Ανατολής, οι νηπτικές προσευχές και τα τεριρέμ της Ορθοδοξίας, οι ιστορίες των ευσεβών της χαράς στη χασιδική Καμπάλα.
Όσο λοιπόν απουσιάζει ο Θεός, τόσο αυξάνεται η θρησκευτικότητα της ύπαρξής μας, γιατί γινόμαστε διάφανοι από τη μοναχικότητα και φωτιζόμαστε από την απελπισία. Κάπως έτσι αντιλαμβάνομαι τον έρωτα του Χανάν και της Λέας στο Ντιμπούκ, σαν έναν θρήνο για τη μεγάλη απουσία. Μήπως όμως κι αυτός ο ίδιος ο έρωτας δεν πεθαίνει άμα τη εμφανίσει του; Άρα ο έρωτας θρηνεί τον εαυτό του, όπως το παιδί που κοιτά τον αφαλό του στο End Game του Μπέκετ; Οι ηθοποιοί ας τ’ ακούσουν αυτά και μετά πρέπει να τα ξεχάσουν, γιατί μόνο έτσι θα τα θυμούνται. Για να μας αφηγηθούν αυτήν την εβραϊκή εκδοχή του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, όπως τη γέννησε ο ιουδαϊκός μυστικισμός και η Καμπάλα. Ελπίζω η έκσταση που απαιτεί η τελετουργία να πυρπολήσει τις ψυχές τους κατά τη διάρκεια της παράστασης. Ευχαριστώ τον Μπρους Μάγιερς για τις πολύτιμες συνομιλίες μας, καθώς και τον Στέφανο Ροζάνη για τη διδασκαλία του καμπαλιστικού περιεχομένου του κειμένου. Εύχομαι, τέλος, στους θεατές, όσα δεν καταλάβουν με το μυαλό να τα νιώσουν με το σώμα, γιατί ο Θεός, ο έρωτας και η απουσία τους γεννιούνται και ανθίζουν μες στα σπλάχνα μας.
Σωτήρης Χατζάκης
Μόλις στρώσουν το τραπέζι, ο άντρας αρχίζει να τραγουδά στα εβραϊκά: «Ποιος μπορεί να βρει ενάρετη γυναίκα, είναι πιο πολύτιμη κι απ’ τα ρουμπίνια», γιατί το Σάββατο γιορτάζεται η αναγνώριση της παρουσίας της θηλυκής πλευράς του Θεού. Ψάλλει εδάφια από τη Βίβλο, πάλι στα εβραϊκά: «Και κατέπαυσεν τη ημέρα τη εβδόμη από πάντων των έργων αυτού ων εποίησεν». Ευλογεί το ψωμί και το κρασί, και αρχίζουν και οι δυο να τρώνε. Υπάρχει τρυφερότητα και στοργή ανάμεσά τους, αλλά κάτι δεν πάει καλά. Ξαφνικά ο άντρας μελαγχολεί και θυμάται ένα ποίημα στο οποίο η γυναίκα απαντά με την ιστορία του Ντιμπούκ. Παίζουν και οι δύο όλους τους ρόλους – κλαίνε, ουρλιάζουν, κραυγάζουν και πεθαίνουν, κατέχονται από πνεύματα, υφίστανται εξορκισμούς, χωρίς ν’ απομακρυνθούν ποτέ περισσότερο από πέντε βήματα από το τραπέζι της τραπεζαρίας τους. Στην πρώτη αυτή παράσταση με τη Ζοζιάν
Στολερύ, το 1979, μαζέψαμε τις καρέκλες και το τραπέζι και εγκαταλείψαμε το μέρος μ’ ένα φορτίο πολύ πιο βαρύ. Στις επόμενες παραστάσεις, στο Φεστιβάλ της Αβινιόν, στη Νέα Υόρκη, στην Αυστραλία, στις Βρυξέλλες, στο Παρίσι, στη Ρώμη και στο Λονδίνο, συντομεύσαμε το ταξίδι. Το έργο άρχιζε και τελείωνε κατευθείαν στην τραπεζαρία τους, και το ζευγάρι εγκατέλειπε τη σκηνή γιατί «ήταν» Παρασκευή βράδυ και είχε ιερό καθήκον να κάνει έρωτα. Το να έχεις για πλαίσιο αυτό το ζευγάρι που κάνει το τελετουργικό της νύχτας της Παρασκευής είναι και ένα απλό θεατρικό κόλπο και ένας ψυχολογικός πλούτος για τους ηθοποιούς. Κατά τη διάρκεια των παραστάσεων αναπτύξαμε την περίπλοκη σχέση ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα, καθώς και την περίπλοκη σχέση ανάμεσα στους δύο ηθοποιούς, που είχαν διαφορετικές απόψεις απέναντι στον Νόμο και την Ιουδαϊκή Παράδοση. Οι παραστάσεις ήταν άλλοτε πολύ πυκνές, άλλοτε τρομαχτικές και άλλοτε εντελώς γελοίες. Αυτή η φόρμα που μας έδωσε τη δυνατότητα ν’ αυτοσχεδιάζουμε ελεύθερα είχε μερικά εκπληκτικά αποτελέσματα στο κοινό. Σ’ ένα γηροκομείο στο Μπρούκλυν, μια γυναίκα έβγαλε έξω από την αίθουσα τους γέροντες που είχε στην επίβλεψή της, δηλώνοντας: «Ένα ντιμπούκ είναι πολύ επικίνδυνο πράγμα, φεύγουμε». Μια μέρα, και ενώ η ηθοποιός δεν είχε ξαναβρεί εντελώς την ηρεμία της μετά τον εξορκισμό, μια κυρία φώναξε: «Το ντιμπούκ δεν έχει φύγει! Δεν έχει φύγει». Αναγκαστήκαμε να ξανακάνουμε όλον τον εξορκισμό κι έτσι η κυρία ηρέμησε. Στην Αυστραλία, έγινε ένα μικρό λάθος, το έργο είχε ανακοινωθεί και προγραμματιστεί ως μεταμεσονύχτιο «θέαμα καμπαρέ». Οι εννιακόσιοι νεαροί θεατές δεν σταματούσαν να γελάνε ακόμα και στις πιο ιερές στιγμές. Ήταν από τις καλύτερες παραστάσεις μας.
Οι θεατές που γνωρίζουν τις προσευχές τις λένε μαζί μας, οι θεατές που δεν τις γνωρίζουν ρωτάνε τους διπλανούς τους, αλλά, κι αν ακόμα δεν τις γνωρίζουν, δεν έχει καμία σημασία, γιατί μπροστά στα μάτια τους παίζεται μια υπέροχη ιστορία, μια ιστορία για την κίνηση των ψυχών, την αναζήτηση της Καμπάλα, την τρέλα, την κατοχή του άλλου, τον εξορκισμό και τον έρωτα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μία ερωτική ιστορία με «χάπι εντ». Δύο ηθοποιοί παίζουν τους ρόλους δύο ανθρώπων που αγαπιούνται που παίζουν τους ρόλους δύο ανθρώπων που αγαπιούνται. Μπρους Μάγιερς Μετάφραση: Λουίζα Μητσάκου