ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ
24 ΤΕΥΧΗ
ISBN: 978-618-5531-72-0
Η χ:ρ I Σ Η ΜΑΣΚΑ
Αφού φόρεσε τό μαγιό.- ό Δον Πάμττλο πέρασε στο κεφάλι του τή χρυσή μάσκα των ’Ίνκας.
Πειρατές του Άμαζονίου
Το
ΓΑΕΝΤΙ έχει άνάψει για καλά αυτό τό βρά δυ, στά πολυτελή σαλόνια τής Άθιέντα ντέλ Σόλ, (*), όπου παρευρίσκεται ό,τι κα λύτερο εχε\ νά επίδειξη ή κοινωνία τού Μανάους. Ό Δον Πάμπλο Ντελόρο, ό πλουσιώ(*) Άθιέντα λέγεται στη Βραζ'λί'α το αγρόκτημα.
τού "Άνω τερος κτηματίας Αμαζόνιου, είναι μοναδικός στο νά^ όργανώνη γλέντια. Καί, ενώ ή νεολαία χορεύει μέ κέφι τις πιο ζωηρές βραζιλιανικές σάμπες, ό Δον Πάμπλο κυκλοφορεί άνάμεσα στους ομίλους των καλεσμέ νων του κομψός, μέσα στο άσπρο' σμόκιν του, χαμογε λαστός, τέλειος τύπος κοσμι κού οικοδεσπότη. Κέντρο τού ενδιαφέροντος σ: έναν από τούς ομίλους ε κείνους είναι ό Μάριο Περέθ,
ΤΙΜΗ ΔΡΑΧ. #
4 ό αρχηγός τής αστυνομίας του Μανάους, Σφιγμένος μέ σα στην στολή του, ό άστυνό μος αγορεύει στο ακροατήριό του χειρ ονο μ ώντ α ς ζωη ρ ά καί, τη στιγμή πού ό Δον Ντελόρο πλησιάζει, τον α κούει να λέη: — Μην αμφιβάλλετε, κυρί ες^ μου. Πολύ γρήγορα ό γε λοίος αυτός τύπος πού αύτοτιτλοφορεΐται·· Ζορρό τής Ζούγ κλας, θά πέση στα χέρια τής αστυνομίας καί θά σταματήση ή εγκληματική του δράσις. — Άγοστητέ μου Περέθ, λέει χαμογελώντας ό δον Ντε λόρο. Φαίνεται πώς έτίμησες μέ ιδιαίτερη ορεξι τά ποτά μου καί άρχισες πάλι νά βλέπης παντού τον Ζορρό! Τί σου έκανε ό άνθρωπος, επί τέλους; Ό αστυνομικός γίνεται κόκκινος σάν βρασμένος α στακός καί ή φωνή του άκούγεται όμοια μέ μουγγρητό: —Τί μου έχει κάνει! βρυχάται. Καί τί μπορεί νά μου κάνη εμένα προσωπικά; Μα κάρι νά ξεγελιόταν νά βρεθή αντιμέτωπος μου. "Έχω εδώ —καί χτυπάει μέ έμφασι τη θήκη του υπηρεσιακού του πι στολιού — ένα επιχείρημα πού θά τον πείση αμέσως ότι δέν άστειεύομαι. — Μά τότε λοιπόν; Γιατί τον κυνηγάς; — Επειδή παίρνει τό νό μο στά χέρια του! Επειδή ξεσηκώνει τούς Ινδιάνους! " Επε ι δή επιτίθεται έναντ ί ον ,άνθρώπων εμφανιζόμενος δή$εν ώς προστάτης τών άδικη-
ΖΟΡΡΟ μένων. Καί, όπως θά ήξερες, κοώέ μου φίλε, άν δέν σέ άπ ©σχολούσε τόσο πολύ ή εν τομολογία, όλα αυτά αποτε λούν πράξεις πού τιμωρούν ται από τό νόμο! Ό Δον Ντελόρο χαμογε λάει. — Καλά- καλά! κάνει. Δέν ήθελα νά σέ συγχύσω. "Άλ λωστε, αυτή ή ύπόθεσις μέ άφίνει μάλλον αδιάφορο. Ευτυ χώς, ή εντομολογία είναι κά τι πού δέν απαγορεύεται α πό τό νόμο καί στή ζούγκλα του Άνω Άμαζονίου υπάρχ ουν τουλάχιστον διακόσιες χι λιάδες άγνωστα έντομα. Σου άφίνω λοιπόν τή δόξα τής συλ λήψεως τού Ζορρό καί περιο ρίζω τις φιλοδοξίες μου στή συλλογή εντόμων. — Αλήθεια, Δον Πάμπλο, λέει μιά νεαρή καλλονή δίπλα του, στίς έντομολογικές σας εκδρομές δέν έτυχε καμμιά φορά νά συναντήσετε αυτόν τον Ζορρό; — "Όχι, σενιορίτα, άπαν τά ό πλούσιος κτηματίας.Καί χαίρομαι πολύ γι’ αυτό, επει δή οφείλω νά ομολογήσω 6τ\ εγώ δέν έχω τό θάρρος τού φίλου μου τού Περέθ. — Αυτό δά νά λέγεται, ψιθυρίζει άνάμεσα στά δόν τια της μιά άλλη νέα πού στέκεται δίπλα στον άστυνόμο, κάνοντας τον τελευταίο νά γυρίση νά τήν κυττάξη έπιτιμητικά. "Αμέσως ύστερα αυτός στρέφει τό βλέμμα του στον οικοδεσπότη άνησοχώντας μή πως τά προσβλτγπκά λόγια
έφτασαν στ* αυτιά του. Ό Δον Ντελόρο, όμως δεν φαίνεται να έχη ακούσει την ειρωνική φράσι. Την ώρα πού ό αστυνόμος είχε γυρίσει τό κεφάλι του, αυτός είδε τον γέρο - Φερνάντο, τον υπηρέ τη του, πού του έκανε ένα άόιόρατο νεύμα από την πόρ τα της βιβλιοθήκης. Στην έκφρασί του, όμως δεν αλλάζει τίποτε. Καί, όταν άπομακρύ νετο,ι από τούς καλεσμένους του, εξακολουθεί νά είναι χα μογελαστός. Ό γέρο - Φερνάντο, ό πι στός υπηρέτης, πού είναι στην οικογένεια των Ντελόρο άιΓίό τότε πού θυμάται τον κόσμο ό Δον Πάμπλο, τον πε ριμένει μέσα στη βιβλιοθήκη μέ μια έκφρασι ανυπομονησί ας στο ρυτιδωμένο του πρό σωπο. — Π ατρόν! 5Αφεντ ικό!, λέει μόλις ή πόρτα κλείνει πί σω από τον Δον Πάμπλο. Στην Πούντα ντε Λος Καράκας φάνηκε τό πύρινο Ζήτα! Και τα τύμπανα των Ερυ θροδέρμων τής ζούγκλας κα λούν επειγόντως τον Ζορρό! Ή έκφρασί' τού προσώπου τού Δον Πάμπλο δεν αλλάζει καθόλου καί ή φωνή του εΐναι άπόλυτα ήρεμη δταν ρωτάη: — Καί τί λένε τά τύμπα να; -— 'Ότι οί δουλέμποροι χτύπησαν ξανά! Μια συμμο ρία από τρία χλωμά πρόσω πα καί πολλούς μιγάδες έπέδραμε σέ ένα χωριό των Ινδιάνων Κοοπολάτος. Οί συμ μορΐτες είχαν όλοι ραβδιά
ιτού φτύνουν φωτιά* Σκότω σαν τά γυναικόπαιδα καί τούς γέρους καί πήραν αιχμαλώ τους τούς άνδρες. Τό πρόσωπο τού Δον Πάμ πλο σκοτεινιάζει καί κάποια απειλητική νότα τρυπώνει στη φωνή του. — Προς τά πού τράβηξαν οί συμμορίτες, Φερνάντο; ρώ τησε. Λένε τίποτε τά τύμπα να; — Σί πατρόν! Να,ί, αφεν τικό! Μερικοί σερινγκουέρος στη Σιέρρα Πακαράϊμα εί δαν μιά συνοδεία νά περνάη βιαστικά άΗτό τη ζούγκλα στην περιοχή τους. Στο μετα ξύ δλοι οί Ινδιάνοι βρίσκον ται σέ συναγερμό καί παρα κολουθούν τίς Κινήσεις τους. — Καλά, Φερνάντο, λέει λακωνικά ό Δον Πάμπλο. Πή γαινε τώρα καί θά... — Μήπως σάς ενοχλώ άκούγεται μιά ηχηρή φωνή άπό την πόρτα τής βεράντας. Καί την επομένη στιγμή μπαίνει στο δωμάτιο ένας η λικιωμένος γκριζομάλλης άν τρας, μέ χαρακτηριστικά πού έχουν έπάνω τους τη σφραγΓ δα τής καλωσυνης. — Καλώς τό γιατρό, λέει μέ εγκαρδιότητα ό Δον Πάμ-^ πλο. Γιατί μόνος γιατρέ μου; Πού είναι ή δόνα Λετίτσια; —-Την άφησα νά κουτσομπολεύη μέ τη γυναίκα τού δικαστή, λέει ό γιατρός. Βγή κα νά πάρω λίγον αέρα στη βεράντα^ καί ακόυσα τά τύμ πανα των Ινδιάνων. Τί λές; Φαντάζεσαι δτι θά ένδιαφερθή ο Ζορρο για την τύχη αύ-
2©ΡΡί) ύά&Β4&χ&6^*ζΈ£τ;£α 4
τών των δυστυχισμένων; Τό ύψος του Δον Ντελόρο έίνα ι συλλογ ι σμένο. — Είναι το τρίτο κρούσμα επιδρομής τών δουλεμπόρων, λέει μέ βαρεία και ήρεμη φω νή. 'Έχω τή γνώμη λοιπόν, δτι καιρός είναι^νά έπέμβη ό Ζορρό. Γιατί, αν περιμένουν τα θύματά τους σωτηρία από τον φίλο μας τον σενιόρ Περέθ, τον αστυνόμο... — Θά πάνε κι* αυτοί να συναντήσουν τούς άλλους πρίν ό αστυνόμος κουνήση την κοιλιά του, συμπληρώνει ό γιατρός. — Ακριβώς, συμφωνεί κι5 ό Δον Πάμπλο. —- Τότε λοιπόν εύχομαι
•καλό κυνήγι στόν Ζορρό, λέει σοβαρά ό γκρίζομάλληζ μάν δρας. Καί ελπίζω νά είναι προσεκτικός. Ό δον Ντελόρο χαμογε λάει καί τό πρόσωπό του παίρνει νεανική, παιδική σχε δόν εκφρασι. — Μήν άνησυχήτε γιατρέ μου, λέει. Θά είναι πολύ προ σεκτικός. * * * Βγαίνοντας από τή βιβλιο θήκη ό δον Ντελόρο είναι ά-' γνώριστος. Τό πρόσωπό του έχει γίνει κατακίτρινο καί α πό τήν έκψρασί του είναι φα νερό δτι υποφέρει. Προχωρεί ώς τήν πόρτα τής βεράντας καί στέκεται νά πάρη μια βα-
'0 Πάντα© βλέποντας τό Ζορρό ένοιωσε άνσκασΦησι»
ΫΗΪ Ζ0Ϋί·ΚΑΑ£ θειά άνάσα. Στήν άρχή^ ο! καλεσμένοι του, δεν προσέχουν την ξαφνι κή μεταβολή πού έχει συμβή στον οικοδεσπότη. 3Αλλά ε κείνη ακριβώς τη στιγμή ό γιατρός μπαίνει άπό τή βε ράντα στο σαλόνι, και ή φω νή του κάνει τούς πιο πολ λούς άπό τούς καλεσμένους νά γυρίσουν με ενδιαφέρον προς τό μέρας του. — Δον Πάμπλο!, κάνει ό γιατρός ανήσυχα. Τί συμβαί νει; —- Τί... τίποτε, αρθρώνει ό Δον Ντελόρο με δυσκολία, έπειδή τά δόντια του χτυπάνε σαν νά βρίσκεται στο Βόρειο Πόλο. — Μά εσύ, παιδί μου, έ χεις ρίγος δυνατό, λέει ό για τρός φωναχτά. Σ3 έπιασε πά~ λ ι ή κ,ρίσ ι ς τής έλονοσίας! Στο κρεββάτι αμέσως! - ;— Μά... μάάά, λέει ό Δον Πάμπλο. ,—·}Δέν έχει^ μά καί ξεμά, λέει έπιταχτικά ό γιατρός Είσαι άρρωστος καί χρειά ζεσαι^ αμέσως κρεββάτωμα. Φερνάντο! ,— Όρίστε, γιατρέ μομ κάνει ό γέρος υπηρέτης πλη σιάζοντας βιαστικά. -— Πήγαινε τον κύριό σου στο δωμάτιό του. Βάλε τον στο κρεββάτι! — Σί σενιόρ, είπε ό Φερ νάντο καί μέ πατρική στορ γή παίρνει τό μπράτσο του νεαρού κυρίου του καί άπομα κρύνεται. μαζί του. — Ό Δον Πάμπλο παρα-
καλεΐ νά τόν συγχωρέσετε! φωνάζει ό γιοπ-ρός ατούς κα λεσμένους. Ό οικοδεσπότης μας έπαθε πάλι μιά κρίσι ε λονοσίας άπ3 αυτές πού τόν πιάνουν τόσο συχνά. Καί πρέ πει νά πλαγιάση. Βλέμματα καί λέξεις συ μπάθειας συνώδευσαν τόν άρ ρωστο, καθώς ό Φερνάντο τόν βοηθεΐ νά άνέβη στή σκάλα πού φέρνει στο επάνω πάτω μα. "Υστερα, οί καλεσμένοι αρχίζουν νά διαλύωνται. 3Από τούς πρώτους δμοος πού σπεύδουν νά φύγουν, εί ναι ό αστυνόμος Μάριο Περέθ. Περπατώντας μέ κατα πληκτική γιά τόν όγκο τοϋ ευκινησία,^ διασχίζει τούς ο μίλους των άλλων καλεσμέ νων καί βγαίνει στο προαύ λιο τής έπαύλεως. — Γρήγορα, διατάζει τόν αστυνομικό πού ανοίγει τήν πόρτα του υπηρεσιακού τοϋ του αυτοκινήτου. Γρήγορα στο αρχηγείο! — Πατέρα!, άκούγεταί μιά γυναικεία φωνή τή στι γμή πού ό οδηγός κάνει όπι σθεν γιά νά πάρη στροφή. Καί ό σενιόρ Περέθ γυρί ζοντας, βλέπει νά τρέχη προς τό αυτοκίνητο ή νέα πού είχε ψιθυρίσει τά προσβλητικά ε κείνα λόγια γιά τόν Δον Ντε λόρο. — Ροζίτα!, κάνει ό αστυ νόμος. 3Έλα, παιδί μου. Μέ συγχωρεΐς πού σέ ξέχασα, αλλά είμαι πολύ βιαστικός! Ή νέα κάθεται δίπλα του, καί τό αστυνομικό αύτοκίνη-
ΜΜ6 το όρμάει ατόν πλατύ έξοχι* κό δρόμο πού ώδηγέί στο Μα νάΟυς, ενώ ή σειρήνα του ουρλιάζει μέσα στη νύχτα. — Γιατί αυτή ή βιασύνη; ρωτάει τον πατέρα της ή Ρο ζέτα. — "Εχω την έντύπωσι ότι απόψε θά έχουμε δράσι τού Ζορρό, λέει μέ έξαψι ό χον τρός αστυνόμος. Καί ή τύχη μέ ευνοεί, θά του στήσωμε •μιά παγίδα περίφημη, από την οποία δέν φαντάζομαι νά ξεφύγη. ^ ^— Μά πώς τό ξέρεις; ρω τάει ή Ροζίτα. "Αν ό σενιόρ Περέθ βρι σκόταν σέ μικρότερη νευρικό τητα, θά πρόσεχε σίγουρα ότι ή φωνή της είναι κάπως αλλαγμένη. — Τό έμαθα οπό τά τύ μπανα!, δηλώνει θριαμβευ τικά ό πατέρας της. Αυτοί οι ηλίθιοι οί Ινδιάνοι καλούν τον Ζορρό σέ βοήθεια μέ τη συνθηματική γλώσσα τών ταμπουρίνος. Δέν ξέρουν ότι αυτός πιυ επικαλούνται είναι ίσως καί αρχηγός τής συμμο ρίας πού άπήγαγε τούς ιθα γενείς ! "Οπως καί ό Ζορρό δέν ξέρει ότι παρακολουθώ κι* εγώ τά μηνύματα τών Ιν διάνων.^ Κι5 έτσι, θά βρεθή στή φάκα! , Ή Ροζίτα δέν άπαντά. Α νάμεσα στα φρύδια της έχει σχηματισθή μιά βαθειά ρυ τίδα. Καί συλλογισμένη άκουμπάει τό κεφάλι της στή
ράχη του καθίσματος.
Μιά μυστηριώδης αλλαγή ΜόλΙΣ ή ττόοτα τής κρεβατοκάμαρας κλείνει, ό Δον Ντελόρο ανασαίνει μέ άνακούφισι. καί γυρίζει στον γέρο Φερνάντο. Ή φωνή του όμως, τώρα, δέν έχει τίποτε από το τραύλισμα τού ρί γους, καί τό σώμα του ορθώ νεται ευκίνητο καί δυνατό. ^— Έν τάξει, Φερνάντο, λέει. Καλά τά καταφέραμε. Πήγαινε τώρα. Δέ σέ χρειά ζομαι. Μένοντας μόνος, ό Δον Ντε λόρο κλειδώνει τήν πόρτα τού δωματίου. "Υστερα, πετάει τό άσπρο σακκάκι του. Πλη σιάζει τον τοίχο τού δωμα τίου πού βρίσκεται πίσω α πό τό κρεβάτι του καί απλώ νει τό χέρι του. Τό μεγάλο του δάχτυλο πιέζει δύο ση μεία τού σχεδίου τής ταπε τσαρίας. Καί, αμέσως, ένα μέρος τού τοίχου υποχωρεί εντελώς αθόρυβα, σάν πόρτα άψίνοντας νά φανή στο πάχος τού τοίχου ένα σκοτεινό ά νοιγμα. Αποφασιστικά ό Δον Ντε λόρο περνάει από τή μυστι κή πόρτα μπαίνει σ’ ένα υ πόγειο διάδρομο καί, ένα τέ ταρτο αργότερα, βαδίζοντας γοργά βρίσκεται σέ ένα κυ κλικό δωμάτιο πού σχηματί ζεται στο βράχο. Ό Δον Πάμπλο, μπαίνο ντας εκεί, σταματάει. Άκουμπάει τό φανάρι, του κάτω σ’
ένα ράψι του τοίχου και άπό
ΤΗΣ ΖΟΥΓΚΛΑΣ ένα κοίλωμα του βράχου, τραβάει ένα σάκκο άττό χον τρό αδιάβροχο πανί. Μέ γορ γές κινήσεις γδύνεται. Και στή θέσι των ρούχων του, φο ράει ένα μαγιό απτό δέρμα τζάγκουαρ. Τό χέρι του βυθί ζεται στον σάκκο για δεύτερη φορά και βγαίνει κρατώντας μια μάσκα. "Αλλά ή μάσκα αυτή, έχει αλλόκοτα χαρα κτηριστικά και είναι φτιαγ μένη άττό χρυσάφι. Πριν άττό πολλούς αιώνες, την φορούσε ό άρχιερεύς τών Η νίκα, πού λάτρευαν τον ήλιο στο μακρυνό Περού. Ό Δον Πάμπλο φορεΐ την μάσκα. Περνάει στή ζώνη του ένα βαρύ μα χαίρι, παίρνει στο χέρι του ένα κατάμα,υρο μακρύ μαστίγιο από δέρμα ίπποποτάμου καί έτοιμος τώρα προχωρεί πιο γρήγορα στον υπόγειο διάδροιμο. Μερικά λεπτά αρ γότερα ό Δον Πάμπλο Ντελόρο βρίσκεται σέ ένα υπό γειο δωμάτιΐο, μέ άραχνιασμένους τοίχους καί χαμηλό ταβάνι·. * * * Στην επαρχία τού Μανάους, δέν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος πού νά τολμάη νά πλησιάση την Κάζα ντές "Όμπρες, τό «Σπίτι τών Η σκιων», τον στοιχειωμένα πα λιό πύργο πού υψώνει τούς μαυρισμένους άπό την πολυ καιρία και ερειπωμένους τοί χους του σέ άπόστασι ένάμισυ χιλιόμετρο άπό την Άθι όντα ντέλ Σόλ. Χτισμένος ά γνωστο πριν άπό πόσους αι ώνες άπό τούς πρώτους Ι
9 σπανούς πού άνέβηκαν τον 5 Α μαζόνιο, φαντάζε ι σκυθ ρωπός και φοβερός ^πνιγμένος μέσα στην τροπική βλάστη ση και πολλοί εΐναι εκείνοι πού λένε δτι τις νύχτες στίς γκρεμισμένες επάλξεις του έχουν δή, φαντάσματα νά πη γαινοέρχονται ! Μόνο ένας παράξενος άν θρωπος, όχι μόνο δέν φοβά ται τον πύργο, άλλά και κα τοικεί εκεί. Είναι ένας μικρό σωμος άνθρωπάκσς, ^ πού οί κάτοικοι τής περιοχής όνομά ζουν Πάντσο Γίγαντα. "Ολοι πιστεύουν δτι ό Πάντσο τάχει καλά μέ τά στοιχειά άν δέν εΐναι κΓ ό ίδιος στοιχειό! "Απόψε, στή μέση ενός δω ματίου του πύργου, ένας πα ράξενος άνθρωπος κάθεται σέ μιά πολυθρόνα καί διαβά ζει. Διαβάζει δηλαδή, ο λό γος τό λέει. Μέ τό άδύνατο ικορμ,ί του γυρμένο μπροστά, έτοιμος, θαρρείς, νά τιναχτή όρθιος, ρίχνει μιά ματιά στο βιβλίο καί δέκα γύρω του. Πολλές φορές, τό χέρι του, στο άκουσμα κάποιου θορύ βου, τινάζεται προς τό τρα πέζι δίπλα του, όπου βρί σκεται ένα πιστόλι. Στή στά σι εκείνη, μένει μερικά δευτε ρόλεπτα, μέ τά μάτια του γουρλωμένα καί τό αυτί του στημένο. Καί μόνο όταν βε βαιώνεται πώς ό θόρυβος δέν έχει τίποτε τό ύποπτο, άφίνει τό πιστόλι καί γυρίζει στο βιβλίο του, άπ" όπου διαβά ζει, συλλαβίζοντας μέ δυσκο λία τίς λέξεις φωναχτά. — Μπράβο!, φωνάζει σέ
10
μια στιγμή. Ωραία τούς την κατάφερες, παλληκάρι μου. Μωρέ νά μην είμαι μαζί^ σου να τους κάνω λυώμα τούς ά τιμους ! Καί, παρασυρμένος οστό πολ ε μ ικο μένος, σηκώνετ α1 και αρχίζει νά πηγαινοέρχεται στο δωμάτιο' κάνοντας κω μικούς μορφασμούς και γουρ λώνοντας τά μάτια του απει λητικά. Εκείνη τη στιγμή, δεν είναι 6 Πάντσο ό Γίγα ντας, όπως τον άποκαλοΰν ει ρωνικά οι χωριανοί τής περιο^ς· , Στη φαντασία του, βρί σκεται με τον ηρώα του μυθι στορήματος καί αγωνίζεται μαζί του εναντίον δέκα φοβε ρών κακούργων. — Μιά γροθιά στο στομά χι καί πάει ό ένας! μονολο γεί. "Έτσι, άιπό αριστερά στά δεξιά — καί κουνάει τό κα λαμένιο «μπράτσο του - βίαια — καί θά του έρθη ό ουρα νός σφοντήλι. Ταυτόχρονα, μέ τον αγκώνα, ένα χτύπημα στο στόμα του δευτέρου πού θά του σπάση τά δόντια. Α νοίξαμε κενό στον κλοιό... 5Αλ λά αυτός ό άτιμος μέ αρπά ζει από κάτω! Σκύβω άπότο μα όμως, καί τό"/ πετάω τρία μέτρα, μέ σπασμένο τό σβέρ κο! Τώρα, σάς έχω καλά, πα λιάνθρωποι. Νομίσατε πώς μπορείτε νά τά βάλετε μέ τον Πάντσο ! Απότομα όμως, ό ήρωϊ κός πόλεμος σταματάει. Ό μ ΐικροσκοπ ιικός άνθρωπάκος γίνεται κατάχλωμος. Γ ιατί, από κάπου, έξω από την πόρ
ΖΟΡΡΟ τα του δωματίου του, ακούσε κάποιο θόρυβο. ΚΓ αυτή τη φορά δέν κάνει λάθος. Δεν γε λιέται! "Όχι! Είναι θόρυβος βημάτων! — Μάντρε ντέ Ντίο! Μη τέρα του Θεού!, κάνει ξεψυχισμένος καί τά χέρια του α νεβαίνουν στο λαιμό του, πού νοιώθει, κάτι νά τον πνίγη. Θέλει νά τρέξη νά άρπάξη τό πιστόλι από τό τραπέζι, αλ λά τά γόνατά του λυγίζουν καί πέφτει κάτω λιπόθυμος. Συνέρχεται από ένα γερό χαστούκι καί άντικρύζει από πάνω του ένα παράξενο πλά σμα. Ό σενιορ Περεθ θά^ έ δινε πολλά γιά νά μπόρεση νά βρεθή τόσο κοντά όσο ό Πάντσο στον υψηλό εκείνο άντρα, πού γιά μοναδικό του ρούχο έχει ένα μαγιό από δέο μα τζάγκουαρ καί πού τό προ σωπό του είναι σκεπασμένο από μιαν ολόχρυση μάσκα. Ό Πάντσο ωστόσο, πού μπορούσε νά λιποθυμήση στο τρίξιμο κάποιου σανιδιού τού πατώματος, δέν τρομάζει άντι κράζοντας την αλλόκοτη ολό χρυση μορφή. Αντίθετα, από τό πρόσωπό του περνάει μιά έκφρασι άνακουφίσεως πού παραχωρεί άμέσως τη θέσι. της σέ ένα απειλητικό μορφς σμό. — Ζορρό!, φωνάζει. Πού είναι; Πού πήγαν οί άτιμοι; νά κυριεύσουν τον πύργο! — Τί συνέβη; Ποιόν γυ ρεύεις; ρωτάει ό άνθρωπος μέ τή χρυσή μάσκα. — Οι κακούργοίι! Ήρθαν Τούς άκουσα όμως, καί ώρ-
ΤΗ2 ΖΟΥΓΚΛΑΣ μησα εναντίον τους. Πρέπει νά ήταν πολλοί. Δεν τούς είδα στο σκοτάδι καλά, αλλά τσά κισα τουλάχιστον πέντε απ’ αυτούς. Μέσα στη βιασύνη μου, ξέχασα νά πάρω τό πι στόλι μου, άλλα χρησιμοποί ησα τις γροθιές μου. Κάπου εδώ πρέπει νά τούς βρούμε αναίσθητους. Φαίνεται, όμως, στι- κάποιος πέρασε πίσω μου καί μέ χτύπησε ύπουλα στο κεφάλι· — ΕΤμα. βέβαιος πώς στην επομένη φορά δεν θά σου ξεφύγουν λέει ό Ζορρό. Προς τό παρόν όμως, έχουμε δου λειά. Ό Ζορρό θά βγή κυνή γι απόψε. Ετοίμασε τό με γάλο πουλί. — Αμέσως!, κάνει πρό θυμος ό άνθρωπάκος. Καί προχωρεί πρός^ την πόρτα. 3Αντικρίζοντας όμως τά σκοτάδια πού επικρατούν έξω σταματάει διατακτικός. —Δεν πάμε καλύτερα μα ζί λέεκ Γιατί νομίζω δτι πρέ πει νά έπιθεωρήσης τη μη χανή πριν τό ανεβάσω επά νω. Ό Ζορρό χαμογελάει πί σω από τη χρυσή του μάσκα. — "Έχεις δίκιο, Πάντσο. Καί προχωρεί. Οι δύο άνδρες, διασχίζον τας τά ερείπια, φτάνουν σε λίγο στον κεντρικό πύργο τού παλιού κάστρου. Ή κατα σκευή τού πύργου θυμίζει έσωτερικώς καπνοδόχο. "Αλλά στο πάτωμα τού πύργοι, ψτια γμένο από ατσάλινη λαμαρί να, εΐναι* ένα ελικόπτερο πού από τήν κατασκευή του φαί
11
νεται νά έχη εξαιρετικά ισχύ ρή μηχανή. Τά δυο ελικόπτερα ^0 ΖΟΡΡΟ
προχοορεΐ
σέ μια συσκευή βιδωμένη στο ατσάλινο-πάτωμα καί τό χέ ρι* του σέρνει ένα μοχλό. "Α μέσως, ένα ελαφρό βουητό άκούγεται καί τό πάτωμα μέ τό ελικόπτερο καί τούς δύο άνδρες, αρχίζει νά^ άνεβαίνη προς τό ταβάνι τού πύργου. Μόλις φτάνουν όμως σέ άπόστασι δύο μέτρων περί που από τήν κορυφή τού πύρ γου, τά φώτα τής ατσάλινης πλατφόρμας σβύναυν αυτομά τως καί τήν ίδια στιγμή, λει τουργώντας μέ τον ίδιο δια κόπτη, ή οροφή πού είναι φτιαγμένη από άτσάλινη λα μαρίνα καί αυτή, ανοίγει έπι τρέποντας στούς δύο άνδρες νά άντικρύσουν τον άστρο φώτιστο νυχτερινό ουρανό. Μερικά δευτερόλεπτα αργό τέρα, ή κίνησις τής πλατφόρ μας σταματάει. Γύρω, φ-αίνον ταπ οί μισογκρεμισμένες έπάλ ξεις καί, πιο πέρα, ή αδια πέραστη μαύρη μάζα τής ζούγκλας. Ό Ζορρό χτυπάει στη ρά χη τον μικροσκοπικό σύνεργά τη του. — Γειά χαρά, Πάντσο, τού λέειι. Καί, προσοχή, σέ σένα έμπιστεύομαιι τό καταφύγιό μου. Ό αδύνατος άνθρωπάκος χαμογελάει εύχαρ ι στη μένος. — "Εν τάξει, κάνει. Καί
12 μπορείς νά είσαι σίγουρος ό τι τό καταφύγιο φρουρεΐται καλά. "Ας τολμήση οποίος του βαστάη νά ζυγώση και τότε θά... θά... ” Ενα κλωνάρ ι άναρρ ιχητικου φυτού, πού κουνήθηκε στον νυχτερινό αέρα του κό βει* την ανάσα και! τή φράσι στη μέση. Ό άνίθρωπάκος νοιώθει την καρδιά του νά χοροπηδάη άγρια στο θώρακά του και μέ ενστικτώδη κίνησι αρπάζει τό χέρι του Ζορρό. ’Άν ήταν εκείνη τή στιγμή μόνος του, σίγουρα θά λιπο θυμούσε. "Αλλά ή σκέψι δτι έχει τήν εμπιστοσύνη του με γάλου του φίλου, του δίνει κου
ιορρϋ ιράγιιο. Παίρνει βαθειά ανα πνοή και καταφέρνει νά συμπληρώση: — Θά δής' τότε τι μακελλειό έχει νά γίνη! Ό Ζορρό του οτφίιγει τό χέ ρι, χωρίς νά δείξη δτι κατά λαβε και ανεβαίνει* με ευκι νησία στήν θέσι του πιλότου. Μέ σταθερό χέρι τραβάει τό μοχλό κι* αμέσως ή τέλεια συγχρονισμένη μηχανή παίρ νει μπροστά. ’Αλλά ή μηχα νή αυτή εΐναι πολύ περίεργη. Αντίθετα προς τά συνηθισμέ να ελικόπτερα, ό θόρυβός της δέν είναι μεγαλύτερος από ψίθυρο. Τήν επόμενη στιγμή τό έ-
40 Έλ Ρέϋ, ψιθυρίζει κατάπληκτος, ό διοικητής τής αστυνομίας
ΤΗΣ ΖΟΥΓΚΛΑΣ
λιικόπτερο υψώνεται κατακόρυφα καί μαλακά και χάνεται μέσα στον ουρανό. * λ * Την στιγμή πού τό ελικό πτερο του Ζορρό απογειώνε ται από την ατσάλινη πλατ φόρμα του και χάνεται, προς την καπεύθυναι τής Σιέρρα ΓΙακαράϊμα χωρίς να κάνη τον παραμικρό θόρυβο από την ταράτσα του μεγάρου τής Διοικήσεως τής αστυνομίας απογειώνεται ένα άλλο ελι κόπτερο μέ τρομερό θόρυβο πού κάνει νά τρίζουν τά τζά μια του κτιρίου.
£τσ τέσσερα καθίσματα,
13
πού είναι πίσω από τίς θέ σεις τού πιλότου και τού παρατηρητοΰ, είναι καθισμένοι τέσσερις αστυνομικοί. Στη θέσι του παρατηρητου κάθε ται ό κοντόχοντρος διοικητής τής αστυνομίας, ό Μάριο Περέθ. Στή θέσι του πιλότου είναι καθισμένο ένα όμορφο μελαχροινό κορίτσι! Είναι ή ΡοζίΤα, ή κόρη του Περέθ! — Μέ κατάψερες πάλι νά σε άφήσω νά όδηγήσης εσύ τό ελικόπτερο ποώιοκοριτσάκι!, λέει ό Περέθ μισσθυμωμένα - μισοτρυφερά! Δεν ξε χνώ ότι, εδώ καί μιά ώρα, παραλίγο νά μέ έκθεσης ατά
ΖΟΡΡΟ μάτια του Δον Πάμπλο^ΝτεΧάρο μέ τά λόγια σου! Ξέρεις ότι είναι ό ιδανικός γαμπρός για σένα; ^ -—- Μά δεν είναι σαχλός; απαντάει ή Ροζίτα χωρίς νά γυρίση τό κεφάΧι της. ^— Κόρη μου, είσαι τρελλή!, δηλώνει αποφασιστικά ό πατέρας της. Σαχλός ό Δον Πά'μπλο; Ό καλύτερος γαμπρος τής Βραζιλίας; Νέος, έξιυπνος, μορφωμένος, κοινωνικός, πάμπλουτος καί από τέτοια οικογένεια! —^ Μπορεί νά βράση τα προσόντα του α,ύτά καί νά πχή τό ζουμί τους, λέει ή Ροζίτα. Αυτός είναι νέος; "Αμ*
Τό
αυτός γεννήθηκε γέρος! "Όλο άρρωστος είναι, κι'* ολο μέ έντομα καταγίνεται1. Στα σό βαρά πατερούλη, φαντάζεσαι πώς θά μπορούσα νά παντρε,ι/τώ ένα τέτοιο σαράβαλο; — Μά είναι σπουδαίος ένταμ άλογος, επιμένει ό Περέθ. — Έ τότε, άς παντ,ρευτή καμμιά... κάμπια!, δηλώνει ή Ροζίτα μέ ύφος που δεν έπιδέχεται αντιρρήσεις, Καί ρωτάει σοβαρά: — Είσαι σίγουρος αυτή τη φορά, ότι θά τον πιάσης τό Ζορρό; Τό ύφος τού Διοικητού τής αστυνομίας αλλάζει αμέσως.
μαστίγιο τινάχθηκε δυο Φορές καί οί λησταί έμειναν άοπλο μ
ΤΗΣ ΖΟΥΓΚΛΑΣ
15
Μέ ένα καταπληκτικό πήδημα ό Ζορρό βρέθηκε μπροστά στο ληστή.
— Λίγη υπομονή καί θά δτι ό Ζορρό είναι έγκληματίδής, λέει θριαμβευτικά. Α ας; λέει ή Ροζιτα. Μήπως πόψε δεν θά μου ξεφύγη. Για κάνεις λάθος; τί οι πληροφορίες μου είναι — Λάθος; Βρυχάται ό σεαπό την ϊοιοο πηγή μέ τίς δι νιόρ Περέθ. Λάθος! ΕΤσαι κές του. καλά, Ροζίτα; Νά μήν ξανα — Και εΤσαι σίγουρος δτι κούσω κάτι τέτοιο οπό τό ό Ζορρό βγήκε απόψε; στόμα σου, σέ παρακαλώ! — Σχεδόν!, απαντάει ό Και είσαι καί κόρη του διοιΠιερέθ. Μήν ξεχνάς δτι εΐναιι κητοΰ τής άστυνομΐας! τό τρίτο κρούσμα επιδρομής δουλεμπόρων πού σημειωνεΌ Ζορρό ται μέσα σέ ένα μήνα. Και τής Ζούγκλας τις δύο άλλες φορές, ό Ζορρό δεν κουνήθηκε. Δεν μπορεί λοιπόν νά άγνοήση καί τήν ϊϊ ΟΜΟΡΦΗ μελαχροι ατομική πρόσκλησι. Θά τον νή δεν άπαντάει. Μέσα στο τπάσω τόν κακούργο! Πατέρα, είσαι βέβαιος σκοτάδι τής καμπίνας τά
16 χείλη της σφίγγονται μέ πεί σμα. Αυτή είναι σίγουρη δτι ό πατέρας της κάνει λάθος. Δεν μπορεί νά έχουν άδικο οι χιλιάδες των Ινδιάνων πού μέ τό αλάνθαστο ένστικτό τους έχουν περί βάλει μέ απόλυτη εμπιστοσύνη - και άφοσίωσι τον άνθρωπο μέ τη χρυσή μά σκα, στον όποΐο καταφεύγουν κάθε φορά πού κινδυνεύουν ή πού τούς κατατρέχει κάποιος. Την βοήθεια και την προστα σία του μυστηριώδους Ζορ ρό ζητούν δλοι οί (αδικημένοι και κατατρεγμένοι στην α πέραντη ζούγκλα. Οί ίδιοι οί Ινδιάνοι τον έχουν ονομάσει Ζορρό! Ζορρό τής Ζούγκλας
ΖΟΡΡΟ τον λένε παρομοιάζοντας τό έργο του μέ τό έργο τού θρυ λιικού έκείνου Ισπανού ευγενοΰς τού Δον Ντιέγκο Βέγκα, πού τά κατορθώμοτά του στη μακρυνή "Λλτα Καλιφόρνισ, τό καιρό τής ισπανικής κατο χής, είχαν γίνεΐι θρύλος και περνούσε από γενιά σέ γενιά, και πού είχε άπλωθή σέ όλη τη Λατινική Αμερική. Ό Ζορρο μέ τή χρυσή μάσκα δέν μπορεί νά είναι εγκληματί ας. Είναι σίγουρα μιά ευγε νική γενναία ψυχή πού άγωνίζεταΐι νά δώση τό δίκαιο σέ όσους κατατρέχουν καί κατα πιέζουν οι ασυνείδητοι έμπο ροι, οί αδίστακτοι- κακούργοι
Ελάχιστα δευτερόλεπτα 0ά περνούσαν &σπου να τον άνακσλύψονν
ΤΗΣ ΖΟΥΓΚΛΑΣ καί τά ικάβε είδους κακοπο ιά σττ ο ιχεΐσ, ττού λ υμ<αί νοντα ι την τόσο δύσκολο νά φρουρηθη αστό την αστυνομία, απέ ραντη ζούγκλα του Αμαζό νιου. 01 άπλοΐ και πρωτόγονοι άνθρωποι ξέρουν καλά ποιος είναι φίλος τους καί ποιος εί ναι έχθρός τους. -έρουν δτι ό Ζορρο είναι ένας ισχυρός τους φίλος. Καί μόλις συμ βαίνει κάτι οι κορυφές των βουνών γεμίζουν μέ πύρινα «Ζήτα» ενώ τά τύμπανα της ζούγκλας παίρνουν και μετα δίδουν από τη μιά ως την άλ λη άκρη τής χώρας την συγ κινητική έπίκλησι στον προστάΐτη των αδυνάτων, τον μασκοφόρο εκδικητή. Κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεται ό Ζορρο. Κανείς δεν ξέρει ποιος κρύ βεται κάτω από τη χρυσή .μάσκα. "Αλλά εκείνος πάντα ακούει τά μηνύματα των τυ μπάνων καί, κάνοντας διμέ τωπο πόλεμο, μέ τούς έγκλη μαφίες από τη μιά καί την αστυνομία μέ τον πατέρα της άρτο την άλλη αντιμετω πίζει φοβερούς κινδύνους για νά βοηθήση καί νά άνακ ουφ ί ση τούς δυστυχισμένους καί νά παραδώση τούς εγκλημα τίες στην αστυνομία! Μιά ματιά πού ρίχνει στά καντράν τής μηχανής μπρο στά της αποσπά τη Ροζίτα όοπό τίς ονειροπολήσεις της. Χωρίς νά τό καταλάβη ή ώ ρα έχει περάσει καί πρέπει τώρα νά βρίοκωνται κάπου ε πάνω άτπό τό σημείο τού προ ορισμού τους.
— Είμαστε στά νότια τής Σιέρρα Πακαράϊμα, άναγγέλλει στον πατέρα της. — Πορεία; — Βορειοδυτική. — Στροφή προς τά βόρεια τώρα. Σύμφωνα^μέ τίς πληρο φορίες πού μοΰ μεταβίβασε ό σταθμός τού Έλ Χόκλο τά τύμπανα ειδοποίησαν δτι οι συμμορίτες μέ τούς αιχμαλώ τους μπήκαν στην κοιλάδα τού Μαύρου Κόνδορα. Ή παγίδα Ε ΝΑ δυνατό φύσημα άκούγεταπι μονάχα, καθώς τό μαύρο ελικόπτερο τού Ζορρο άκουρπούσε άθάρυβα καί μα λακά στο υγρό έδαφος τού ξέφωτου. Ή πόρτα τής καμπί νας τού πιλότου ανοίγει σιω πηλά, καί μιά σκιά πηδάει ευκίνητη στο έδαφος καί μπερ δεύεται αμέσως μέ τούς θά μνους που τριγυρίζουν τό ξέφωτο. Μέ όλες τίς αισθήσεις του σέ συναγερμό, σφίγγον τας στό^ δεξιό του χέρι τη λαβή τού μαύρου μαστιγίου του, ό Ζορρο στέκεται για μιά στιγμή ακίνητος καί στή νει τό αυτί του, προσπαθών τας νά συλλάβη καί τον πα ραμικρό ήχο τής ζούγκλας. Τίποτε όμως δέν φτάνει ατό αυτί του. Τό τροπικό δάσος κοιμάται. Ό Ζορρό, αφού προσανα τολίζεται κυττάζοντας τά ά στρα, ^άρχιζεΐι νά προχωρή. Ό εντελώς αθόρυβος κινητήρας τού έλικοπτέρου του, τού χα-
18
ΖΟΡΡΟ
ρίξει» ένα άνεκτίμητο πλεονέ κτημα πού ό θανάσιμος ε χθρός του, ό διοικητής τής αστυνομίας σενιορ Περέθ, α γνοεί: Χωρίς να ένοχλήται α πό τό βουητό τής μηχανής ό Ζορρό μπορεί να άκούη με τό ευαίσθητο αυτί του τις πλη ροφορίες πού μεταδίδουν άδιά κόπα τά τύμπανα τής ζούγ κλας. -ερει έτσι, τώρα δτι ή συνοδεία τών κακοποιών μαζί μέ τούς δυστυχισμένους αίχμα λώτους τους, είχε περάσει τή νότια είσοδο τής κοιλάδος του Μαύρου Κόνδορα. Καί ό τι», κατόπιν, είχε μ(πή σέ ένα στενό φαράγγι πού λεγόταν Φαράγγι του Σκελετού. Ε
κεί, τά ίχνη της σταμοπούν. Οΐ Ερυθρόδερμοι πολεμιστές πού είχαν ακολουθήσει τή συμ μ^ρρίια άπό μακροά αθέατοι, είχαν δή τούς κακοποιούς νά μπαίνουν στο φαράγγι, άλλα δεν τούς είχαν δή νά βγαί νουν. Περπατώντας εντελώς α θόρυβα, γλυστρώντας σάν ί σκιος, ό Ζορρό προχωρεί γορ γά προς την άκρη τής κοιλάδος, στο σημείο όπου ή πλα γιά του βουνού σχίζεται γιά νά σχημρτίση τό Φαράγγι του Σκελετού. Κάθε άλλος άνθρωπος στη θέσι του, θά ήταν ανίσχυρος νά διάσχιση τον πυκνό φραγμό πού σχήμα
"Ενας ήχος χτυπήματος και ένα βογγητό άκοόστηκαν.
ΤΗΣ ΖΟΥΓΚΛΑΣ
19
&
τίζουν τά δέντρα με τους θά μνους καί τά αναρριχητικά φυτά ανάμεσα τους. Άλλα για τον μασκοφόρο εκδικητή, ή περιοχή εκείνη τής ζούγ κλας δεν είναι άγνωστη. Πολ λές φορές άλλοτε έχει έρθει εδώ ώς Δον Πάμπλο Ντελόρο γιά νά έρευνήση τις πλαγιές -τής χαράδρας και νά ψάξη γιά άγνωστα έντομα. Καί, στη μνήμη του, πού άποτυπώνει μέ ακρίβεια τοπογραφιικοΰ χάρτη κάθε εδαφική λε πτομέρεια, υπάρχει ζωηρή ή εικόνα του εδάφους πού πρέ πει νά διάσχιση. Αλλά, εκτός άπό τό πλεονέκτημά του αυ τό, μιά παράξενη φυσική του ίδιάτης τον κάνει άσυναγώνι στό όταν πρόκειται γιά νυ χτερινή μάχη μέσα στο σκο τάδι τής ζούγκλας: Άπό κάπο*α ιδιοτροπία τής φύσεως, τά μάτια του είναι προικι σμένα μέ εξαιρετικά ελαστι κή κόρη, πού μοιάζει μέ την κόρη τής γάτας και δισστέλλεται απίστευτα στο σκοτά δι επιτρέποντάς του έτσι νά βλέπη καθαρά, εκεί πού άλ λοι δέ διακρίνουν τίποτε. Κάτω άπό τό ψώς των ά στρων, έλαττωμένο κι* εκείνο άπό τά πυκνά φυλλοοματα των δέντρων, ό Ζορρό τής Ζούγ κλας κινείται άνετα, χάρις στην περίεργη του αραιοί. Και, χάρις σ' αυτήν, διακρί νει ξαφνικά, σέ άπόστασι τρι ών μόλις μέτρων μπροστά του, τό^ τεντωμένο σκοινί! Κ ινεΐται/ γοργά. Αρπάζε ται άπό ένα κλαδί, πού κρέ μεται πάνω άπό τό τεντωμέ-
Ό Ζορρό άγγιξε τό σχοινί ελα φρά μέ ένα κλαδί.
26
νο σκοινί καί αητό κεΐ, μέ έ να ξερόκλσδο, σκύβει και αγ γίζει απαλά τό σκοινί. "Ενα δυνατό «ίφισασ» άκούγεται καί ένα δεντ,ράκι πού ως εκείνη τή στιγμή κρατιό ταν λυγισμένο προς τό έδα φος από τό σκοινί, τινάζει μέ δύναμι ψηλά την κορυφή του. Σέ ύψος τριών μέτρων από τό έδαφος, φαίνεται ή άκρη του σκο ιν ιίο ΰ, σ χ η μ ατ ισ μ ένη σέ δυνατή θηλειά. «"Οπως τό υποπτευόμουν συλλογίζεται ό Ζαρρό. Θά μ5 έπ ιανΟν σάν άγρί μι!» "Αφήνει ένα βογγητό σάν άνθρωπος πού ένοιωσε ξσφνι κά κάποιο φοβερό πόνο και λιποθύμησε. "Έτσι θά γινόταν άλλωστε, άν είχε τήν ατυχία νά πατήση επάνω στο τεντω μένο σκοινί!., Σ χεδόν αμέσως, πλησ ιό ζουν τρέχοντας, νομίζοντας ό τι ή παγίδα τους είχε πιάσει κάποιον εχθρό, -αφνικά, μαρ μαρώνουν. Τά μάτια τους γοορ Χώνουν από τρόμο και κατάπληιξι καί τά χεριά, τους πού κρατούν πιστόλια, μένουν κρε μασμένα σαν παράλυτα. Μπροστά τους, σέ απόσταση δύο μέτρων μόλις, μιά φριχτή μορφή έχει κάνει τήν έμφάνισί της, μέσα ατό σκοτάδι. "Ε να πρόσωπο πού φαίνεται νά αίωρήτα.ι στο κενό, δυο μέτρα πάνω από τό έδαφος, καί πού ξεχύνει μιά περίεργη λάμψι μ ορφάζ όντας απ ε ιλ ητ ικά σ τ ό φώς των άστρων;. Οί δυο κακοποιοί, ωστόσο δέν είναι από εκείνους πού τά χάνουν εύκολα. Μέσα σέ με
ΖΟΡΡΟ ρικά δέκατα τού δευτερολέ πτου, ό ένας από αυτούς ξα ναβρίσκει τήν ψυχραιμία του. Καί, μέ ένα μουγκρητό λύσ σας, κάνει νά σηκώση τό πι στόλι του. Δήν προφταίνει ό μως τό χφι του νά έρθη σέ οριζόντια θέση καί κάποιο πράγμα σάν φίδι κατάμαυρο σφυρίζει μέσα στο σκοτάδι. Κάτι ζωντανό άρπαξε τό ό πλο από τά παράλυτα δάχτυ λα τού κακοποιού. Καί, τήν ά μ έσω ς έπο μ ένη σ τ ι γμή, τ ό χέρι τού Ζορρό ξσνασηκώνεται καί κατεβαίνει για δεύτε ρη φορά. Τό μαύρο μακρύ μα στίγιο από δέρμα ίπποποτάμου σφυρίζει ξανά στον αέρα. Καί τό πιστόλι τού δεύτερου κακοποιού φεύγε ι» από τήν πα λάμη τού κατόχου του άρπαγμένο άπτ" τό αόρατο χέρι. Μέ μιά σύγχρονη κραυγή τρόμου, τότε, οί δυο συμμορι τες κάνουν μεταβολή καί δο κιμάζουν νά απομακρυνθούν τρέχοντας. Δέν προφταίνουν νά κάνουν ούτε τρία βήματα. Ό Ζορρό σηκώνει τό χέρι του ψηλά καί τινάζει τό βαρύ μαστίγιο προς τά εμπρός μέ αφάντα στη τέχνη. Τά δυο τελευταία μέτρα τού πετσιού τού ίππο ποτ άμου σκίζουν τον αέρα καί τυλίγονται μέ ορμή γύρω α πό τούς λαιμούς καί των δύο κακοποιών πού τρέχουν ό έ νας δίπλα στον άλλο. Ό Ζορ ρό, τήν ίδια στιγμή τραβάει μέ δύνρμι τή λαβή τού μαστι γιου προς τά πίσω. Καί οί δύο συμμορίτες κυλιούνται ατό έδαφος μισοστραγγαλι-
ΤΗΣ ΖΟΥΓΚΛΑΣ σμένοι αναίσθητοι. Για μια στιγμή, ό Ζορρό νοιώθει την έπιθυμία να τραβήξη περισσότερο τό μαστίγιο καί να στείλη τις μαύρες ψυχές των δύο κακούργων στην κόλαση. "Υστερα μετανοιώνει. Με γρήγορες κινή σεις τούς δένει χέρια καί πό δια μέ τέτοιον τρόπο, πού τούς είναι άδύνατο να λυθούν. Ανορθώνεται κατόπιν καί στέ κεται νά άφουγκ,ρασθή. Στ5 αυτιά του φθάνει ό βόμβος από κινητήρα ελικοπτέρου. —Ό, φίλος μου ό Περέθ! συλλογίζεται. Δεν έχουμε πο
21 λύ καιρό για νά ξεμπερδεύου με. Ό αστυνόμος και ό Ζορρό
ΓΙ
8λ ΑΡΑΤΑΕΙ τούς δυο συμμορίτες αναίσθητους καί δεμένους καί συνεχίζει τό δρό μο^ του. "Οπως πριν, προχω ρεί μ έ ^ άπε ι ρες π ροφυλ άξε ι.ς, χωρίς δμως νά έλαττώση την ταχύτητά του. Έχει διανυσει τη μισή άπόστοοσι· δπως υπο λογίζει, ως τό χείλος τής χαράδιρας, όταν τό μάτι του συλοςμβάνη μιά κίντγτι μέσα στά
Οί δνό άνδρες στάθηκαν αντιμέτωποι κυττάζσντας ό ένας τον άλλα
22 χαμόκλαδα. Καί συγχρόνως σχεδόν νοιώθει στη ράχη του τό βάρος ένας σώματος, και δύο σιδερένια χέρια σφίγγον ται γύρω στο λαιμό του. Μέ κομμένη την ανάσα, ό Ζορρό εφάρμοζε ι ένα απτό τά κάλττα Ζίου—Ζίτσου που ξέρεΐ' τό σο καλά. Αφήνει τά γόνατά του νά λυγίσουν, και ό άγνω στος αντίπαλός του, χάνοντας την ισορροπία του, χαλαρώνει τό σφάξιμό του. Αυτό άκριβώς περιμένει κι* ό Ζορρό. Τό δε ξιό του πόδι τινάζεται σάν α τσαλένιο ελατήριο καί καρ φώνεται μέ δύναμ,ι στο χώμα, δίνοντας στο σώμα του περισ τροφική κίνησι. Ταυτόχρονα, τό δεξιό του χέρι τραβιέται προς τά πίσω. Και τη στι γμή που, συμπληρώνει την με τ άβολη του, βρίσκεται· στην κατάλληλη θέσι, τό μπράτσο του τινάζεται έμπρός μέ δύναμι εμβόλου ατμομηχανής. Ή γροθιά του, όμοια μέ ένα κομμάτι ακατέργαστου ατσα λιού, χτυπάει τον αντίπαλό του στο στομάχι, λίγο πιο κάτω άπό τό στέρνο, έκεΐ πού βρίσκεται ένας σπουδαίος νευ ρικός κόμβος πού λέγεται η λιακό πλέγμα. Ό συμμορί της ,μένει1 για μια στιγμή α κίνητος σάν νά έχη μαρμαρώση. "Υστερα, τά πόδια του λυγίζουν και τό σώμα του βροντάει πιάνω στο χώμα, α ναίσθητο. Ό Ζορρό δεν χασο μεράει νά τον δέση αυτόν, ί ό χτύπημα εκείνο θά τον κρα τήση αναίσθητο μι,σή ώρα τουλάχιστον. Και μισή ώρα
ξίνσι πολύ περισσότερο άπό
ΖΟΡΡΟ όσο του χρειάζεται. Παίρνει μια βαθειά ανάσα και συνεχίζει τό δρόμο του. Τώρα, άπό κάπου έκεΐ κοντά, φτάνει στ5 αυτιά του ένας υ ποχθόνιος ήχος κάτι σάν κατρακύλισμα βράχων, ή σάν κύλισμα ικάρρου πίσω σε άνώμαλοι δρόμο. Τό κρησφύγε το τών συμμοριτών, δέν πρέπει_νά βρίσκεται μακρυά. -αφνιΐκά νοιώθει στή υέση του κάτι σκληρό καί κρύο πού κοταλαβαινεί πώς είναι μιά κάνη πιστολιού. Ταυτό χρονα, ή γεμάτη ειρωνεία καί θρίαμβο φωνή τού σενιόρ Περέθ προφέρει: — Έπι τέλους σέ βρίσκω, κύίρ - Ζορρό! Μέ κούρασες πολύ ομολογώ, άλλα στο τέ λος έπεσες στήν παγίδα. Πρόσεξε μήν κάνεις τήν πα ραμικρή κίνησι, φουκαρά μου γιατί θά πας νά συνάντησης τούς προγόνους σου! "Αν ό Ζορρό νοιώθη κάποια ταραχή δέν Τό δείχνει. Αντί θετα, ή φωνή του είναι από λυτα ήρεμη όταν μιλάει: -— Σ^έ τί όφείλω την τιμή πού μου γίνεται, σενιόρ Περέθ; Πάντα τό έλεγα ότι δέν πρέπει νά έχη κανείς έμπιστοισύνη στις γυναίκες. — Τί^ θέλε'ις νά πής λέει μπερδεμένος ό χοντρός αρχη γός^ τής ^αστυνομίας. Πια ποιες γυναίκες κουβεντιάζεις; —Την Τύχη εννοώ, σενιόρ, απαντάει ό Ζορρό. Γιατί άν δέν άπατώμαι, αυτή καί μό νο ώδήγησε τήν έξοχστπτά σας ως εδω. ■— Τήν έξοχστήτά μας τήν I
V
?Γ·
λ
X
Ρ