Skip to main content

Τόξο

Page 1

ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ

20 ΤΕΥΧΗ


d1 nEPlnETEIEI TOO

«H Kap&to: µou 'friiya vex: 01r6:0TJ, lS-rcxv 6ta0aoa au'tE<; -rlc; A�Etc;. ·:E·µnp{x; µou, avoty6l<XV fva 0cxuµaoLO 1µEAAOV, yta�l t,.µouv µ6vo OE�aeq,-rcr xpovC>v Kt· 6 'JTCX1:'Epo:c; µoul nou AlYES ,µEpEc; �-rav 1tou etxe 1rE6aveL, &tv �"CCXV itapa lvcxc; q>TG)X� lnapx tfilTI') <i MoKru.oc;. _.. Ev 'tCX�El, N-ret!L; Et-rre 6 K. Kaµ'ITEA EUXCXPl­ To 1TOAUKPOTO µu8tcrr6p11µa TOU : O"C)1,µEvoc;. Kat "C6lpa: lie; gpeouµE ot KO'tL a.A.Ao. ·Ew 'TtEp(X fyCu �vex :µLKpO OEµcx n:ou fXEl µEOCX POMnEPT AOY·l < I l:THBENl:ON T£ooEpa rcp6:yµaTa ..• nou fxc1 :�crcx4>pcxa8� a' OAE<; ,,Evll µLAo0oE -rp�l")l:E µt Ka:nota ouoKoA(cx an· 111v 'tOE10) TOO OCXKKD;KlOU 'tOU � 6&µa-r6:KL. 'Tlf; yAwaaEc; 'TOU Koaµou -f An' auto: -ra -rtooEpa, 1'0 npl)-ro 5£ ooG -ro xap(�(a) yLaTl etvoa OlK6 aou: c:tvat To; A(ya XP'l· µaTa ctm:> 10: 8t�A(a ·1<o;l LO: ETCL'TtAO: -roG naTEpa I� TO p IA MOY, 'TtOU EtV<l't yEµ6:t11 11E.PL'Tt£­ oou, nou -ro: d:y6paoa, - KCXHG.)c; ooG EXCu m,, TELEc;, o:px(�El KO:'TtOLO npu>LVO TOU 1751, ua -ro oKon:o va: 'Tex E,avanoUAT]OCu, .µE Ka:rcoto KEP· • I o6vto c; �-rav, - -r6TE nou y6pLoa, yta TEAEUTa(a ooc;, O"COV KCXlVOUpyto 5aoKaA.o 'TtOU SapSfi. la q>opa:, TO KAEt6l cm,v KAEtoaplCX Ul c; 116pTac; TOG aAAa. · -rp(o: etvcxL K<X"CL o&pa 1100 ti Kup(a: K6:µn£A 1tCXTPLKOU ,µou O'TtlTlOU. Ka90.) c; KaTt�aLva TO op6Kl EYG.) i!OAU Sex xapouµE vex Ta napric;. To npiZ>­ µo KCXl -rpa�oGoa KCXTCX "(0 'TtpEO�U'tEpLO, -ra KO­ 'tO, auto ;rou Etvat cnpoyyuA.6, cm,v {tPXll 8cc ooO "COUq>la K€Aari�oooav o-rlc; naaxaAtEc; Kt' npeul­ <t>avfi TO 1no KCXA.O arc, OACX. uo µ wc;., N-r�h�L, EtKa1'CXl(VLex EtXE <XPX(OEL vex OKopnl�Tl! Ka:l Vo;L O'tay6va OTOV G:>Kcav6. 9ex OE f30Y}6Y}ort1 yLa X<XVETCXL. A.(yo Kl' UO'tEpa Ha xaBfi. To OEUTEpO, -auto 'TtOU 1 'iQ KUPLOc; Kaµ1tE A, 6 1ranac; "COU ''iEocvrnv, ElvaL LOLO Kal TETpaywvo Kl SXEL ypaµµaTa f.. 1"CEp(µEVE OTT}V 1t6pTCX tOU K�TIOU 't"OU. T( XPUOO<; 'ITCXVCu, -roxnc; KOVTCX oou o' OAT] oou Tii av8pe01to c; I ME p<l>-rnoE ,etxa Q>O:El, KL' o-rav "COU - ea: ooO EtvaL �va KCXAO pcx�ol yto: "CO op6µo KL' Etna n0.) c; flµouv xop-ra-roc;, µountaoE -ro XEPl Kal �vo; .µaACXKO 1tpOOKEq)O:AO BTav E{OCXL appCuoto c;. µoD "COOQ>l�£ µE KaAoouvri. "Ooo yLCX TO 'tEAEU"CCXlO, rcou EtvaL KU�LK6, ea TO -naEL KCXACX:, NTE.l�l, 1tat-O( .µou, EhtE. 0ap8ul one; B-rav Q>TOOT] c; tKEl 'ITOU nci c; . . . AUTfl Etvat µa�( oou &c; "CO 'TtO'tO:µ<XKl, yta vex OE {,E'Ttpo�o5(ou). �ntBuµ(o; µou, ... JA :,Apx(oaµE vex 'Ttp-OX<.upoOµE xwplc; vex ,µLACXµE. 'Aq>oG -rane <:>A cxu-r6:J fe?>ya\E -ro KanEAO Tou - Auncioat TIOU 1Q>"E6yEt c; 6:1t:, TO "Eocv-rriv; 'µ oG Kal 'TtPOOEUXll'8)1,KE ALYll ·µE OOVCX'CTl Q>Wvrt KO:l ElnE � A(yo. iµe: KWL TIOAU ouyKLVJli'rtKex A.6yLcx, yLcx �vav VEO -" Av f,E,Epa 'JtOU 'Jtp6KELtaL Va 'T{C((,.) n Tl 00TI-OU H<f(})EUYE µaKpVCX yta: VO: Q>TL6:f,l']1 'l'Y] ,sWY} "COU. . 'tCXV KaAU'rtpo vex KCXµeu, Sex oac; "COA.Eya aµE·OC0 c;. o-rc:pa, µE TP�Tl�E E,a¢VLKO: KOV'tO: 't"OU KCXL µE To .,,'EoEvtriv Etvat eavµ6:oLo µtpoc;, KL 'EY0.) E{rioa q,(\noE (µ£ >'1E�aAE 1:0: XEPLCX TOU o-rouc; TCOAU EUTUXlOµtvo c;. Mex 'TtO'tE ,µov OEV EXW n6:EL aA­ l:>µou<; µov Kal µE KOlTCX�E 1TOAA11V wpo; oTex µ6:­ AoO nouSEv6:. 'O TICXTEpac; µou Kl 11 ,µ11,-rEpa µou ·�­ TLCX, 'KCXTaAum,µtvoc;. "E1t£lTCX C('ftO'tpa�nXTl")KE Ka(, xouv TIEGO:VEl Kl ot ou6. Ka[, av �µouv -r6oo -ruxc.­ aq>oO µ' CXTCOXCXLpE.'rTl.OE, 'JTilPE 1t6:AL 'tO op6µo po<; 0.>0"CE vex 'T{():{i) OE KCXVEVa KaA.o ,µEpoc;, Sex 'Ttll­ O'TCOU ELXCXµE 'fip0cl µasl Kal �cµ6:KpUVE yopya. yaLVO: µ' -BAr,. µou -rnv Ko;p5L6:. )Eyw OKOU'ltLOo; EVCX 66:Kpu 'TtOU KUAT]OE Cit() µ6:­ _u.QcrrE ·�"COL!, ·c:ITIE 6 KUpLoc; K6:µ1tEA. 'Ev '[(X.. youA6 µou. K6:8ri·oo: o-rriv nf-rpcx 01rou, A(yEc; a-rty­ t:EL, NTEL�LI T6TE, vex ooG 'TtW EY0.) TIOU nae;. µEc; np(v, c:txE O:KOUµ'ITT\OEl tKELvoc; 6 KaA.oc; u·OTav 'JtESavE rt µri,T€.pa aou, Kl 6 i!a'tEpac; oou 0pwnoc;, KL avolE:cx to OEµa yLCX vex "CCX o&pa: KCXA.o c; XplOTLav6 c;, 8Eoc; OXvJ_pEo· TOV - rjTav OTO: µou. �ev ctxa ·Kaµ.µLa: �µqn�oA(o: 1t0.)c; EKE'i:vo -r -rEAEU-raLa ou, µoOowoc: �va yp6:µ.µa yLex OE.Va npayµa 1tou lµota�E µE Ku�o 'Sq-rav KaµµLex µt­ <I To �Tav ri 5-taSi, Kll -rov. « OTav Kal .µo(hrE 1t0.) c; au-rte; TT) c; TOE1trJ c;. To o-rpovvuAo KPYl B (�\o c;, TI£€CXVu>·, µoO El'TtE, Kal TCXK"CO'TtOlllSfi '(() O'TtlLL Kal n-rav Eva 0-EALVL, !Kal "CO TPLTO, 'JtOU Sex µt '(C( np6:µata, auto "CO yp6:µµa vex -ro 5wcnic; TOU �orJBoGoc: 1600 Bauµa-roupya: o' OAll· µou -rh �Ct)ll, r yLOU µou, OTO: XEPLO: "COU., Kal vex 'tOU 'Ttllc; vex TO E{TE fl µouv Kc;xAa El'tE r, µouv a:p pcuc -roc; , t)'tav Eva T. rccxri OTOV nupyo TWV 2 @OU, KOV"CCX 01'0 Kpa:µoV llLKpO KL'tplVO ;(OVtpo xo:p-r( J rcou Eypa(})E 'tO: ��fie;� . A1to EKEL EtµaL Kl lyw, ,µo · O El1t£, Kl EKEL 1tpE'TtE.L µE K6KKL VO µEAO:VL : yup(OTI Kl O yt6 c; •µou». l�YNTArH rIA TA KP INA - L 'tOV 1t6pyo TWV 2 wouI.. . q>wvaE,cx. Kat -r( oxEoll EIXE ·6 KaKoµo(pT'}c; 6 TICXTE.pac; µou µE TOV THL K·Ol:/\AD.A� TQN NEP.O.N 'TCUpyo 'TWV 2wou; napE au'ta -rex AOllA.OUOLa Kal f3p6:oc 'ta -:CToLoc; ,µTIOPEl TO �EPll au-r6; navTvJc;, µE Kpa<J(, Kal 1tt€<;µLo: Tl 5uo KOU'taALE�, �­ NTEl€?n, 1taL5( ,µou, auTil fi olKoyEVEla EXEL TO t­ vaA.6yC0<; µE -r·,,v 10:vcxyKll 0-0V. M. au-co ,µno­ Oto ovoµo; µE oac; : Mn6),cpoup CXTIO TO :�@OU! Et­ O pct VO: E:o:vo;�pT) T)1 Q)(i)Vll "COV �vac; .µouyy6 c;. OT£ ,µux rcaAL :, 'tLµll•µEVT] Kal E,aKOlJO'trl olKoyEVElO: 'TtOU tWPCX 'tEAEUTata EXEL �ETCEOEt, ·OOOTux&c;. '�E( .IvvlxE1cx crritv npo'TEAEV'T<XlCX au.16cx) 11:�lTCX, 6 natipa c; oou fiTav. 1t0Au µop(})vJµlvoc; qvISBN: 978-618-206-011-7 6pCunoc;., chtwc; 'taLpLasE OtY} Be.on 'tOU. nlo KCX· )..oc; 56:oKa\o c; an' auTov OEV Uitll PXE. Kal ot -rp6EIKONOrPA<PH­ EBAOMAh.lAIO 'ITOL 'tOU KL T) KOut5Evra "COU 'TtQ<; t:EXWPL�av ! .flex MENO nEPIOAIKO nOIKIAHI: YAH:I ·�-·-·,,.,,_,.,_._,_,...,.....,. va µnv Tex 'TtOAUA.oyoGµE, rr<XPE -rwpa EKElVO TO rPA<l>EIA: L'Ta6iou 50 ypaµµa 'TtOU �XEL yp<XlJ>El ·µ£ Ta tota TOO -rex XEPLCX B 16X10TCCt.>AEIOY KMt6K11 6 :µaKapttnc; 6 -q>tAoc; ·µou ... XPONOI: A' - TEYXOI 1 MoCJOQOE "CO ypaµµo:. 'AnEE,(0, µl TO xapo; K't�­ h.IEY0YNTH :I : l:Ti>.,oc; 'Av£µo6oupa<; pa -roO naTEpa µou, Eypcx(})E: At£V0uvattc; auµq,wv(,.)c; .c';> N6µ4> :

NT ABINT. MnAACl>OYP

H

Tl

vn

I

1

Va

rµa

s<urJ.

ea

av

n

wpo:

uv

ayam,.

a'Tt'·

ea:

ow

a:1t'

au

av-ro

au-ro

1

0

Va

vex

ro:o

-----------�-

«No: no;paooffii O"CO'. XEPLCX 'tOU Ef,OXWTCXTOU 'EµitEVE�EP M1t6:Aq>oup -roO ��u, o-rov n6p­ yo TQV � 6)0U, arc, TO yt6 µou N-rcx�LVT

M...,.,'y.) ,lhf"II '"''

I

Au:vtlUV'TOU I. ,Aveµoooupa : A. 011ai<Jc; a23 npoicrr. Tvnoyp. <i>. Mo.Acx-ri<M'cx : M�EX&ou 9 IYN.APOMAI :

'ETT10-1s,x 80.000 - ·E�aµt1voc; 40.000 - TpiJ111vo,; 20.000


ΜΐΦΙ-

ΜΜδ

1) Βρισκόμαστε στήν παλιά έποχή, πού ή Γαλλία και ή Αγγλία μάχονταν Ακόμα γιά τήν κυριαρχία του κόσμου και οί στόλοι τους έσκι­ ζαν τα ίβαθειά νερά του ώκεανου, έγκαθιστώντας φρουρές σέ μακρυνές χώρες καί βάζοντας τις βά­ σεις των σημερινών Αποικιών τους. Μια Από τΙς καινούργιας, άλλα καί πιό πλού> σιες άποικίες της Γαλλίας ήταν ή Μαρτινίκα ιμέ τό γόνιμο έδαφός της καί τήν άφθονη βλάστησί τηςΤό νησί ευπορούσε καί ή τάξις ήταν παρα­ δειγματική, γιατί οί άποικοι συμπεριφέροντοιν πο­ λύ καλά στους μαύρους καί τούς έκαναν νά Α­ γαπούν τή δουλειά τους, τόν τόπο καί τα Αφεν­ τικά τους.

2) Στόν κόλπο του Σαίν-Πιέρ, πρωτεύουσας τής Μαρτινίκας, ύψωνόταν τό μεγαλοπρεπές κά­ στρο του κυβερνήτου του νησιού, πού εΓχε δια­ λέξει τήν τοποθεσία αύτή γιά τή γαλήνη της, άλλά καί γιά τήν έξαιρετική στρατηγική σημασία της. Τό κάστρο ήταν πανύψηλο καί περίφημο ό. χυρωμένο^ μέ κανόνια καί ειδικές Αμυντικές μη­ χανές του παλιού καιρού.

3) Ό Ντέ Φοντενέλ, κυβερνήτης της Μαρτι­ νίκας, ήτοιν ένας τίμιος καί γενναίος άντρας, πού οί στρατιώτες καί οι άπουκοι έθαύμαζαν κι* έλάτρευαν καί πού, Απεναντίας, μισούσαν οί λησταί καί οί κακούργοι, πού σύχναζαν στις θάλασσες του (Νότου μέ μικρά καί μεγάλα καράβια, ώπλισμένα στήν έντέλεια, έτοιμοι νά σκοτώσουν καί νά λεηλατήσουν.

4)' Μιά μέρα, μ* όλα του τά πανιά άνοιχτά, ένα μεγάλο καράβι μπήκε στόν κόλπο τού ΣαίνΠιέρ. Τό καράβι φαινόταν καλοτάξιδο καί ό τρό­ πος μέ τόν όποιο λικνιζόταν έπάνω στά νερά, έ­ δειχνε πώς τό είχε σκαρώσει κάποιος περίφημος τεχνίτης. Μέ τό τηλεσκόπιό του στό χέρι, ό Ντέ Φοντενέλ έθρξύμασε Από τις έπάλξεις του κάστρου* του τό νεοφερμένο καράβι.

5) Ξεχώρισε, έπάνω στή γέφυρα τού καρα­ βιού, έναν άντρα μέ πλατύγυρο καπέλλο καί σκληρό πρόσωπο, περιστοιχισμένον Από πέντε ή έξη έπιτελεΐς του. «θά είναι ό Μαρκήσιος Μονρόγ, σκέφτηκε ό Ντέ Φοντενέλ. Μού είχαν1 γρά­ ψει Από τήν Αυλή τού Βασιλιά τής Γαλλίας πώς ό Μαρκήσιος θάρχόταν σέ δυό μήνες. "Ισως ξε­ κίνησε νωρίτερα. .»

6) ΤΗταν πράγματι ό Μαρκήσιος Μονρόν, ό­ πως ό ίδιος δήλωσε, καί ζήτησε Αμέσως νά έπισκεφθή τις φυτείες τού νησιού γιά νά κάνη σχε­ τική Αναφορά άτό βασιλιά τής Γαλλίας. Μά ή\ έντύπωσι πομ έκανε στό προσωπικό τού κάστρου ήταν άσχημη. «Μιλάει σάν Αχθοφόρος καί μοιά­ ζει μέ κουρσάρο!» έλεγαν.


7) Ή φυτεία του ΓίκρανΦίλ ήταν ένα θαυμά­ σιο άγρόκτημα^ δπου, δπως καί σ’ δλες τις άλι λες φυτείες του νησιού, οΐ. μαύροι είχαν πλήρη έλευθερία καί έργάζονταν σάν άνθρωποι κ>* δχι σάν κτήνη». Τό μαστίγιο είχε χρόνια \ά αύλακώσει τις πλάτες τους καί το χαμόγελο άνθιζε άδιάκοπα στά χείλη τους. Καί... ή παραγωγή είχε πολλαπλασ ιαστή.

60 Μά ή άφιζις του Μαρκησίου Μονρόν άνέτρεψε τήν εύτυχισμένη αύτΐ* κατάτασι. Αμέσως μόλις πάτησε τό πόδι του στή φυτεία του Γκρανδ!ίλ, χτύπησε μέ τό μαστίγιο στό πρόσωπο τόν πρώτο μαύρο, πού βρήκε μπροστά του, καί του είπε περιφρονητικά: «Πάρε τό άλογό μου, γυ-ιέ' μαύρης σκύλας, καί π'εριποιήοου το σάν να ήτοίν ή μάνα σου!»

------------------------------------------------- ---------------------------------------------------- —-------

9) Ό Πκρανδίλ, πού στεκότοιν λίγο πιό πέρα, έγινε κατακόκκινος άπό τό θυμό του. «’Έ, κύριε!» φώναξε. «Είστε τρελλός; ^Οί έργάτες μου είναι άνθρωπόι κι* δχι ζωα! Σάς άπαγορεύω. .Ό άλλος τόν διέκοψε ψυχρά: «Μετριάστε τις έκφράσεις σας! Είμαι ό Μαρκήοιος Μονρόν, άπεσταλμένος του Βασιλιά τής Γαλλίας. Άντιπροσωπεύω τήν Αύτου Μεγαλειότητα...»._______

ΊΟ) Ό Γκρανδίλ άπάντησε: «ΓΙσως. Είμαι δμως άφεντικό στό σπίτι μου καί δέ θέλω νά χτυ­ πουν τούς άνθρώπους μου!» «Θά σάς δείξω σέ λίγο ποιός είναι τό άφεντικό! δήλωσε ό Μονρόν. θά άλλάξω τό καθεστώς αύτό, πού βάζει στήν ίδια μοίρα τούς άνθρώπους μέ τά μαύρα παλιόσκυλα! θά άκούσετε σύντομα ειδήσεις μου, Γκραν&ίλ!»

11) Μέσα σ’ ένα μήνα, ό Μαρκήοιος Μονρόν άναοτάτωσε τό νησί, ζιανάφερε σέ έφαρμογή τή δουλεία καί τό μαστίγωμα καί τσάκισε άλύπητα δσους άντέδρασαν. Μιά μέρα, ό Γκρανδΐλ απήκε κουρελιασμένος καί ματωμένος στό γραφείο του Ντέ ^Φοντενέλ. «θεέ μου!, φώναξε ό κυδερ\ήτης Γί σάς συνέ&ηι;» Ό Γκρανδίλ έπεσε σέ μια καρέ κλα^καί άρχισε:

Τ2) Μαρκήοιος Μονρόν Καί οί άντρες του έκαναν ξαφνικά μιά έπιδρομή στό άγρόκτημά μου! Μέ τά σπαθιά καί τά πιστόλια, συγκέντρωσοιν τούς μαύρους καί άρχισαν νά τούς μαστιγώ­ νουν έν<χν - ένα, δένοντάς τους έπάνω σέ στύ­ λους! Δυό - τρεις άπί’ αύτούς πέθανςχν άπό τά χτυπήματα καί άλλοι δέκα εΐναι έτοιμοθάνατοι!»


'νΜι*. 13) Ό Γκρανβίλ έσφιξε τά δόντια του μέ .λύσ­ σα κι'* έπειτα συνέχισε: «Δοκίμασα νά άντισταθώ μέ μερυκούς άντρες μου καί χτυπήθηκα μέ τούς άντρες του Μονρόν,, μά ήσαν περισσότεροι καί πιό καλά οπλισμένοι. Σχεδόν όλοι οί άντρες μου σκοτώθηκαν κΓ έγώ μέ πολλή δυσκολία μπόρε­ σα νά ξεφύγω. Άπό έναν γειτον.κό λόφο, γύρι­ σα καί κύτταξα πίσω καΓ

14) <ί. . καί είδα κάτι τρομερό! Ό Μονρόν κι* οί σατανάδες του είχοιν βάλει φωτιά στά σπί­ τια του άγροκτήμοιτός μου, πού καίγονταν σάν λαμπάδες! ΣΛ ένα μάλιστα άπό τά κτίρια, μιά μεγάλη χορταποθήκη οι κακούργοι είχαν κλεί­ σει πολλούς μαύρους! "Οσοι δέν κατόρθωσαν νά ξεφύγουν άπό έκεϊ μέσα, κάηκαν ζωντανοί! θεέ μου ! . . .»

15) Λυτό, όπως είχε πληροφορηθή ό κυβερ­ νήτης Ντέ Φοντενέλ, είχε συμβή καί σ’ άλλα ση­ μεία του νησιού, όπου οί ιδιοκτήτες των άγροκτημάτων είχαν τολμήσει νά άντισταθουν; Κο;ί, τό χειρότερο, οί ιθαγενείς είχαν έπσςαστατήσει. Μήν ξέροντας άπό που προερχότοη/ τό κακό, χτυ­ πούσαν μέ τά βέλη τους καί μέ τά άκόντιά τους κάθε λευκό πού συναντούσαν"!

16) Κι* δταν, τέλος, μιά μέρα ό Μαρκήσιος Μο\ ρόν έπέστρεψε άπό τήν τρομερή «έπίσκεψί» του στις φυτείες καί^μπήκε στό γραφείο τού Ντέ Φοντενέλ, ό τελευταίος δήλωσε: «Είναι άπίίστευτα αύτά πού συμβαίνουν, κύριε! "Ανθρωποι σκο­ τώνονται, φυτείες καίγονται καί τό νησί μας, πού ήταν τό πιό ευτυχισμένο στόν Ωκεανό, έχει γίνει τό πιό δυστυχισμένο! Δέν μπορώ...»

17) «Δέν μπορεί νά πιστ σταλμένος της Αυτού Μεγάλειότητος τού Βασι­ λιά τής Γαλλίας; τον διέκοψε ό Μονρόν. Δέν μού άρέσει καθόλου αυτή ή ύποψία! Πάντως, νά μιά διαταγή τού Βασιλιά, πού είναι άρκετή γιά νά διάλυση κάθε ύποψία!» Κ:’ έδωσε στόν Ντέ Φον­ τενέλ ένα έγγραφο πού είχε τή σφραγίδα καί τήν

18) Οί μέρες, περνούσαν κΓ ό Μονρόν συνέ­ χιζε το καταστρεπτικό έργο του μέσα στό δυστυ­ χισμένο νησί. Ό Ντέ Φοντενέλ έχει σκοτεινές προαισθήσεις. Είναι βέβαιος δτι 6 Μονρόν θά διατάξη νά τόν συλλάβουν. Μέσα στήν καταθλιπτική σιωπή τού γραφείου του έτοιμάζει μερικές έτιστολές καί καλεΐ ^τόν Ζάν. τόν πιστό

Α—________ Λ___ -

1“* -

->

—


^ .19) .«Ό μόνος άνθρωπος πού μπορεί νά μας βοηθήση, Ζάν, είπε ό Φοντενέλ, είναι ό Καπετάν Μπάρας, ό ξακουστός κουρσάρος πού έγινε ό καλύτερος προστάτης του, Εμπορικού ναυτικού της Γαλλίας. Βρίσκεται έδω στίς θάλασσες του Νότου. "«Αν μπορέσης νά τόν βρής καί νά τού δίώσης αυτές τις έπιστολές...» Τήν ίδια νύχτα ό Μονρόν έκλεισε τόν Φοντενέλ στή φυλακή.

20) Στό μεταξύ ό «Γύπας», τό γοργοτάξιδό καράβι τού Καπετάν Μπάρα, γύρ,ζε στόν *Ωκεανό άπό τή Γαλλία. Ό ιΜπόρας είχε παραδωσει στόν Βασιλιά της Γαλλίας μυστικά έγγραφα ύψίοτης σημασίας, πού είχε καταφέρει νά άρπάξη άπό τούς έχθρούς της πατρίδας του. ΟΙ τελευ­ ταίοι πύργοι τού Σαίν - Μαλό είχαν χαθη πίσω του, έδω κιΓ ένα μήνα...

21) Άνυπομονουσε ό Καπετάν Μπάρας νά βρεθή πάλι στίς άγαπημένες του θάλασσες τού Νότου. «|Καλή θάλασσα, καλό άεράκι!, ασυρ­ μόύριζε ίκανοποιημένος. (Πρίμο άεράκι! *Έ, τι­ μονιέρη!, Κράτα τήν πλώρη πάντα στόν πουνέντε καί σέ δυό μέρες θάμαστε στή Μαρτινίκα, τ* ά­ μορφο νησί μέ τά γλυκά χαί νόστιμα φρούτα!»

22) "Ορθιος έπάνω στή βίγλα του, ψηλά στό μεσιανό κατάρτι, ένας ναύτης ψάχνει άδιάκοπα τή θάλασσα γύρω μέ τά άετίσια μάτια του. Ό όρίζοντας δέν είναι παρά ένας υγρός, στρωτός κύκλος, χωρίς καμμιά άνωμαλία. Ξαφνικά, ένα μικρό άσπρο πανί χάνει τήν έμφάνισί του άπό τό μέρος της δύσης. «Πανί στόν όρίζοντα!» φωνά­ ζει ό ναύτης.

23), Τό πανί μεγάλωσε γοργά καί σέ λίγο μιά μικρή βάρκα φάνηκε νά πλησιάζη όλόϊσια η-ρός τό «Γύπα». Μιά ώρα άργάτερα, ή βάρκα διπλάρωσε τό καράβι κι* ό Καπετάν Μπάρας είδε πώς Ενας μόνο άνθρωπος βρισκόταν μέσα της. «Αύτό είναι τό; καράβι τού Καπετάν Μπάρα;»

24) Σέ λίγο, ό άνθρωπος έκείνος, πού δέν ήταν άλλος άπό τόν Ζάν, τόν πι στό ύπηρέτη* τού Ντέ Φοντενέλ, βρισκόταν μπροστά στόν Μπάρα. «Καπετάνιε μου, είπε, έρχομαι έκ μέρους τού Κυρίου Ντέ Φοντενέλ, κυβερνήτη τής Μαρτινίκας. "(Εχω ένα μήνυμα γιά σάς!» Ό Μπόρας διέταξε τούς άντρες του νά περιποιηθούν τόν Ζάν καί διά-

------- ------------------------- :--------1______ΧΛ — .


25) «Διάβολε!, μουρμούρισε μέ ζαρωμένα φρύδια 'δταν τελείωσε τό διάβασμα. Ή ύπόθεσις είναι πολύ λεπτή. Είναι δύσκολο ν* άποφασίση κανείς νά χτυπήση έναν άπεσταλμένο τού Βασι­ λιά! Ξέρω όμως καλά τόν Ντέ .Φοντενέλ καί...» Και 6 «Γύπας» ξεκίνησε πάλι όδηγώντας τό πλή­ ρωμά του σέ μια καινούργια περιπέτεια, τήν πιο έπικίνδυνη ίσως άπ’ όλες! Τ ■—ϋ ||

' 26) "Ενα πρωΐ, στό νησί 'της Μαρτινίκας, εί­ δαν τό καράβι τού Καπετάν Μπάρα νά πλησιάζη. Ό Μαρκήσιος Μονρόν, πού .είχε * τώρα άνακητ ρυχβη κυβερνήτης τού νησιού, κατέβηκε στήν πα­ ραλία για νά υποδεχτη τόν νεοψερμένο. «"Αν εί­ ναι κανένας κουρσάρος, σκέφτηκε, θά τόν χρη­ σιμοποιήσω γιά νά έξοντώσω όσους έχθρούς μου άπέμειναν». Φ

27) «"Οταν ό καπετάνιος*-Βγη, έξω, είπε στούς άνβρώπους του, πέστε του ότι έπιθυμώ νά τόν δω». Ό Μπάρας, περίεργος νά γνωρίση τόν άν­ θρωπο αυτό, «πηγαίνει άμέσως νά τόν συναντήση. «ΐΚοπιετάν Μπάρας, δούλος σας», είπε. «"Ω, χαίσω πολύ!, φωνοοζε ό Μονρόν. Είμαι καταγοητευ­ μένος μέ τήν άφιξί σας! θά χρειαστώ, ξέρετε, τις υπηρεσίες οας... μέ τό άζήμίωτο, βέβαια!»

I) 'Καί ά Μονρόν- διηγήθηκε στόν Καπετάν Μπάρα τά τελευταία γεγονότα, πού είχαν διαδραματιστη στή Μαρτινίκα. Τά διηγήθηπε μέ τό δικό του τρόπο, φυσικά. «ΓΕλπίιζω, Καπετάν Μπά­ ρα, είπε, νά δεχθήτε'νά μέ βοηθήσετε νά φέρω σέ πέρας τό έρνο μου πού είναι- βαρύ. Οί έχθροί αου έξακολουθούν νά άντιδρούν ύπουλα στις με­ ταρρυθμίσεις μου!» · '··

- 29) Ό Καπετάν Μπάρας έκάγχασε μέ τρόπο δχι καί τόσο ταιριαστό μέ τόν σεβασμό, που έ­ πρεπε νά δείχνη πρός τό πρόσωπο ένός κυβερ­ νήτου καί ένός μαρκησίου. -«Σύμφωνοι, -Μαρκήσιε!, είπε , εύθυμα. Προτείνω, μάλιστα, ν' άρχίσουμε μέ τήν... κατάργησι της δουλείας. Πώς σας φαίνεται ή πρότασί μου;», , ·

Ό θραούτατος έκεΐνος καί άναιδής κουρσάρος . τολμούσε νά τόΐν περιπαίζη καί μάλιστα μπρο-( στά στούς φρουρούς του. «ίΓΤώς; ούρλιαξε. θά μου τό >■ πληρώσης άκριβά αυτό! θά σού μάθω1. τ2 θά πη νά περιπαίζης έναν άπεσταλμένο του . μ Βασιλιά!» Καί γυρίζοντας στούς φρουρούς διέ-^ (| τάξε: «Συλλάβετε αύτό τόν άνθρωπό!»


31) Ό Μπόρας έβαλε τά γέλια, τραβώντας τό σπαθί του. *Σιγά - σιγά, ώραίε μου Μαρκήσιε!, είπε. Είσαι πολύ ευέξαπτος -καί παρασύρεσαι σέ πράξεις πού .μπορεί να σου κοστίσουν τή ζωή! Δέν μπορείς νά μέ συλλάβης γιά τρεις λό­ γους: Πρώτον, δέν εΐμαι υπήκοος αυτού του νη­ σιού. Δεύτερον, χρησιμοποιώ άσχημα τό σπαθί μου. Τρίτον, κυττάξτε πρός τήν παραλία·. ·..»

32) Ο Μαρκήσιος Μονρόν κύτταξε πρός την παραλία καί είδε δτι άπό μερικές βάρκες, πού είχ^αν έρθει άπό τό πλοίο, δεκάδες παλληκάρισ του Μπάρα είχαν πτοήσει στή στεριά, μέ τά πι­ στόλια τους καί τά σπαθιά τους έτοιμα γιά δρα% !Τσΐ’ ό ΜονΡόν Αναγκάστηκε νά ύποχωρήση. Ο πόλεμος όμως είχε κηρυχθή άνάμεσα στούς δυό άντρες.

33) ΊΤ νύχτα έπεσε πάνω ατό Σαίν - Πιέρ, φέρνοντας τή γαλήνη. Στούς βάλτους, πού πε­ ριστοίχιζαν τήν πόλι, ένας άνθρωπος προχωρού­ σε άνάμεσα στούς θάμνους καί τά καλάμια. Σί­ γουρα, δέν θά είχε καμμιάν έπιθυμία νά τόν δουν καί νά τόν άναγνωρίσουν, γιατί άλλοιώς θά προ­ τιμούσε τόν κανονικό δρόμο, πού ήταν λιγώτερο Ανώμαλος.

34) Φαινόταν νάρχεται άπό πολύ υακρυά,' γιατί τρέκλιζε σχεδόν καθώς περπατούσε άνά/μεσα στούς θάμνους. Τέλος έφτασε στήν παραλία, όπου βρήκε μιά πιρόγα, τήν έσπρωξε στη θάλασ­ σα καί πήδησε μέσα. Κωπηλατώντας άθόρυβα, 6 παράξενοι* εκείνος άνθρωπος μπήκε στό λιμάνι τού Σαίν - Πιέρ, όπου ήταν άραγμένός ό «Γύπας» τού Καπετάν Μπάρα.__________ _

35) Λίγ,α λεπτά Αονότερα, ή πιρόγα πλησία­ σε στόν «ίΓύπα» καί ό μυστηριώδης νυχτερινός £πισκέπτης άρπάχτηκε άπό τό μεγάλο τιμόνι τού καραβιού καί άρχισε νά σκαρφαλώνη. Ανέβηκε στό κατάστρωμα, γλύστρησε άθόρυβα σάν ίσκιος άνάμεσα στά σκοινιά, πού ή σαν σωριασμένα έδώ κι* έκεΤ, πέρασε σκυφτός πιονχ. άπό έναν φρουρό καί κατέβηκε μιά σκάλς..

36) Ό Καπετάν Μπάρας, ^ίοαι στή μεγάλη καμπίνα του, έφερνε καί ξανάφερνε στό νοΰ του τά γεγονότα τής ήμέρας. *0 πο.νεμος άνάμεσα ο αύτόν καί στόν Μονρόν είχε ξε'/πάσει. Καί ό πόλεμος αύτός θά ήταν δύσκολος /ιά τόν Μπά­ ρα, γιατί ό Μονρόν, ώς άπεσταλμένος τού Βασ,λια. είχε κάτω άπό τις διαταγές του τή φρουρά τού νησιού. Ξαφνικά ή πόρτα άνοιξε._________


44.

7·'Λ /,

'' / / / '//. / / // / / / V Λ '■ '/ ./ Λ Λ /

/

ι

37) Ενας (άντρας, μέ^τσ πρόσωπο ρυτιδωμέ­ νο από την έξάντλησι καί τήν αγωνία καί μέ σχι­ σμένα ρούγα., μπήκε στήν καμπίνα του Μπάρα. <ΕΙμαι ά Κρανόίλ, είπε. Μέ θυμάσαι, Καπετάν Μπάρα; Θυμάσαι τά άμορφο αγρόκτημά μου; Δέν υπάρχει πιάΐ Ό Μονρόν τό έκαψε! Είσαι ό μόνος άνθρωπος, πού μπορεί νά πολεμήοη έναντίον του Μονρόν. Γι’ αυτό ήρθα σέ σένα!»

;/

, |Υ

3β) Κα? ά Γκραν&λ συνέχισε: «ΤΗρθα νά σου προσφέρω τις υπηρεσίες μου. Μπάρα, καί νά σου πώ κάτ πολύ περίεργο καί Ανεξήγητο. Μιά μέρα άποτεηόμενος σ’ έναν άπό τούς άντρες του, ό Μονρόν άρχισε τή φράσι του στήν "Αγγλική γλωσ­ σά, μά συγκρατήθηκε, σταμάτησε στή μέση καί τήν Αποτελείωσε στή Γαλλική γλώσσα. Μπορείς νά μου το έξηγήσης αύτό;»

'' « /■η ■ ο · ■.· . V,< *Γ · ό · Υ -»

39) Τά μάτια του Καπετάν Μπάρα άστραψαν κι* ένα παράξενο χαμόγελο φάνηκε στό πρόσωπό του. «Διάβολε!, μουρμούρισε. Νά κάτι πού εί­ ναι πολύ περίεργο! Σ’ ευχαριστώ πολύ, Γκραν&ίλ, „γιά τήν πολύτιμη αυτή πληροφορία. Τί θάλεγες γιά έναν περίπατο ώς τό πλοίο, πού έφε­ ρε έδώ τόν Μονρόν;»

40) Ό Γκρανβίλ δέχτηκε μέ χαρά αυτή τήν' πρότασι καί οί δυό άντρες κα^έβηκαν στήν πι­ ρόγα. Μέ άπαλές, Αθόρυβες κουπιές ξεμακραί­ νουν άπό τόν «Γόπα» καί ή πιρόγα γλυστρά σάν πλοίο — φάντασμα μέσα στό λιμάνι, πρός τό κα­ ράβι του Μαρκησίου Ντέ Μονρόν, άπεσταλμένου του Βασιλιά τής Γαλλίας. «ΕΙνα: έκεΐνο έκεΐ, πρός τά δεξιόο, λέει ό Καπετάν Μπόρας.

' 41) Ευτυχώς κανένας φρουρός δέν βρίσκεται στο κατάστρωμα καί οί δυό άντρες πλησιάζουν οτήν καμπίνα του πλοιάρχου, χωρίς νά γίνουν Αντιληπτοί. Δυό σιλουέττες διαγράφονται έπάνω στά παντζούρια του παραθύρου. Ό Μπόρας πλη­ σιάζει, καί κυττάζει άπό μιά χαραμάδα. Είναι ό Μαρκήσιος Μονρόν καί ό κυβερνήτης τής φΡεχάτας!

42) Ό κυβερνήτης τής φρεγάτας "φαινόταν θυμωμένος. «Μάλιστα, κύριε!, έλεγε σέ - Αγγλι­ κή γλώσσα. Μά ό Βασιλιάς τής Αγγλίας Κά­ ρολος δέν μάς έδωσε τέτοιες όδηγίες. Μάς διέ­ ταξε νά κάνουμε άπόβασι σέ χώρες, πού δέν έ­ χουν καταληφθή, κι* όχι σέ χώρες πού κατέχει ή Γαλλία!^ *Ως νομιμόφρων πολίτης δέν δέχομαι . . .» Μά ό Μονρόν τόν σταιιάτησε. _ ___


V 43) Ό ψευτο - μαρκήσιος τράβηξε τό πιστό­ λι ,καί τά πρότεινε έναντίον του πλοιάρχου. «Δου­ λεύω για δικό μου λογαριασμό τώρα!, δήλωσε. Δέ μέ νοιάζει^τι λέει ό Βασιλιάς της Γαλλίας ή •ό Βασιλιάς της Αγγλίας! "Οσο γιά σένα, μια σφαίρα θά σ’ έμποδίση νά καταστρέψης τά σχέ­ διά μου!» Τράβηξε τή σκανδάλη κι* ό ηλοίαρχος ψωριάστηκε χάμω νεκρός.

44) Ό πυροβολισμός άναστάτωσε τό πλή­ ρωμα κι* δλοι οί άντρες άνέβηκαν τρέχοντας στό κατάστρωμα. Ό Μπάρας καταλάβαινε τώρα τό σχέδιο του Μονρόν. ΤΗταν "Αγγλος καί χρηον μοποιώντας ένα πλαστό έγγραφο, είχε καταλά­ βει γιά δικό του λογαριασμό τή Μαρτινίκα^ παρουσιαζόμενος ώς Μαρκήσιος Μονρόν... Κυνηγημένοι οί δυό άντρες πέφτουν στή Θάλασσα.

45) Μά ό ψευτρ -,Μονρόν είχε άναγνωρίσει τόν Μπάρα. «Πιάστε τους!, φώναξε. Είναι ό Γάλ­ λος Μπάρας! Σκότωσε τόν κοιπετάνιο μας!» "£τμ ή κατηγορία της δολοφονίας θά έπεφτε έπάνω στόν Καπετάν Μπόρα κι* ό πληθυσμός του νησιού θά στρεφόταν έναντίον του Γάλλου, ένω συγχρό­ νως κανένας όέν θά σκεπτόταν νά κατηγορήση τόν Μονρόν.

- 46) Ό Καπετάν Μπόρας κι* ό Γκροτνβ'ϋλ, δσο καλοί 'κολυμβητσί κι άν ήσαν, δέν μπόρεσαν νά φτάσουν ώς τόν «Γύπα», γιατί ,οί βάρκες των "Αγ­ γλων τούς έκοψαν τό δρόμο. "Έτσι, άναγκάστηκαν νά βγουν σ’ ένα έρημο σημείο της άκτης καί \ά στραφούν πρός τό έσωτερικό του νησιού γιά νά μήν πέσουν στά χέρια των άνθρώπων του Μονρόν.

/ ^ _ μεταξύ, έπάνω στό κάστρο, είχε κηρυχθή γενικός συναγερμός καί άκούγονταν άπό μακρυά οί φωνές των άντρων της φρουράς, πού έτοιμάζονταν νά τούς κυνηγήσουν. «Ό Μονρόν — καί τόν όνομάζω έτσι γιατί δέν ξέρω τό πραγ­ ματικό όνομά του — είπε ό Μπόρας, θά έξαπολύση τώρα έναντίον μας δλες τις δυνάμεις πού διαθέτει! >

«Συμβαίνει καί «κάτι άλλο άκόμα πιό άσχη]μο Καπετάν Μπόρα, είπε ό Γκρανβίλ. Α<> τός ό άτιμος Μονρόν έχει καταφέρει νά κάνη συμ­ μάχους του μερικούς πολύ ισχυρούς Ιδιοκτήτες φυτειών, υποσχόμενος_κΓ έγώ δέν ξέρω τί, Κι* ό πληθυσμός τόν θεωρεί ώς πραγματικό άπεσταλμένο τού Βασιλιά της Γαλλίας. Λίγοι τολμούσαν νά τού άντισταθούν!»


Α9) "Επειτα <3ηυό μια πολύωρη και έξαντλητική πορεία, οΐ δυό φυγάδες ξεχώρισαν Επιτέ­ λους άπό μακρυά, στό φως του φεγγαριού ένα κτίριο. «"Ενας φίλος μου μένει έκεΐ, εΐπ? λ Γκρανβίλ. θά μάς δώση κάτι νά φάμε κι* ένι κοεββάτι για νά κοιμηθούμε. Αύριο, ξεκούραστοι καί χορτάτοι συνεχίζουμε τόν δρόμο >«ας καί καταστρώνουμε τά σχέδιά μας».

50) ’Αφου ό Γκρανβίλ χτύπησε καί ξαναχτύ­ πησε, τέλος ή πόρτα άνοιξε καί ό ιδιοκτήτης τής φυτείας, κάποιος Μαρτέν, υποδέχτηκε τούς δυό φυγάδες Εκδηλώνοντας ζωηρή έκπληξι. «"Α! Ε­ σύ είσαι, Γκρανβίλ! Καί... θεέ μου! Δέν είναι ό Καπετάν ΙΜπόρας αύτός έδώ; Τί οάς συνέβηι; Περάστε μέσα. ..» Καί τούς προσέφερε φαγητό καί κρεββάτι....

5*1) Πριν άποκοιμηθουν, 6 Μπόραο κΓ ό Γκρανβίλ συζήτησαν γιά τήν κατάστασι. «Τό πρώ» το πράγμα πού Εχουμε νά κάνουμε, είπε ό Κα­ πετάν Μπόρας, είναι νά έπισκεφθοβμε αύριο ό­ λους τούς Ιδιοκτήτες των φυτειών καί νά τούς Εξηγήσουμε τί συμβαίνει...» "Οταν πιά οί δυό φίλοι βυθίστηκαν στόν ύπνο, ένας ίσκιος γλυστρά έξω άπό τή φυτεία του Μαρτέν.·

52) ΤΩρες πέρασαν! . Ξαφνικά, σάν νά τόν είχε άναστατώσει ένα παράξενο προαίσθημα, ό Καπετάν Μπόρας ξύπνησε κι* έστησε,τό αυτί του. *Η νύχτα ήταν πάντα ήσυχη κι* δμως τα υπερ­ ευαίσθητα, έξησκημένα αύτιά τού πρώην κουρ­ σάρου ξεχώρισαν μερικούς ήχους σχεδόν άνεπαίσθητους, πού ένα άλλο αύτί δέν θά άκουγε.

53) Πραγματικά,* άκολόυθώντας άπόμερα μο­ νοπάτια καί φροντίζοντας νά βρίσκονται άδιάκοπα κάτω άπό τούς .ίσκιους των μεγάλων δέν­ τρων, άνθρωποι προχωρούσαν μέσα στή νύχτα, άπό κάθε κατεύθυνσι, πρός τή φυτεία τού Μαρ­ τέν. Ό Καπετάν Μπόρας άκουγε τώρα σχεδόν καθαρά τά βήματά* τούς. Δέν χωρούσε καμμιά αμφιβολία. Ό Μαρτέν ήταν προδότης.

54) ξύπνησε λοιπόν άμέσως τόν Γκρανβίλ. καί οί δυό φίλοι βγήκαν γοργά άπό τό σπίτι/ Ό Γχ,ί οονβίλ, π®ύ γνώριζε καλά τά μέρη έκεΐνά, είπ^ «Πρέπει νά τροχβήξουμε πρός τό νότο} *Άν δέν πρΛάβουμε να περάσουμε μιά μικρή γέφυ­ ρα πο». σταυρώνει τό ποτάμι, οι άνθρωποι του ΐΜονοόν θά μάς πιάσουν σάν τά ποντίκια στή φά^!»


55) Τρέχονας, άσο πιο γοργά κι* όσο πιό άθόρυβα απορούσαν, ό Μπόρας κι* ό Γκρανβίλ έφτασαν^ στην όχθη ένός μικρού ποταμού, πού άποτελοϋσ€ τό σύνορο της φυτείας του Μαρτέν. «ίΈμπρός, Καπετάν Μπόρα!, είπε ό Γκροσβίλ. Είμαστε τυχεροί πού προλάβαμε. *'Α! θά μου τό πλήρωσή άσχημα ό προδότης ό Μαρτέ\ !»

56) Μά οί άνθρωποι τού Μονρον είχαν πάρει τά μέτρα τους και οι δυο φίλοι βρήκαν τό δάσος, πέρα άπό τό μικρό ποτάμ:, γεμάτο άπειλητικούς ίσκιους. *Η φυτεία ήταν περικυκλωμένη άπ* άλα τά^ μέρη καί πιστόλια άρχισαν κιόλας νά ιβροντούν μέσα στή νύχτα, πίσω άπό κορμούς δέν­ τρων, θάμνους καί βράχους.

571: Σφαίρες άρχισαν νά σφυρίζουν έπάνω άπό τά κεφάλια των φυγάδων. «Τήν έχουμε άσχη­ μα!, μουρμούρισε ό Καπετάν Μπόρας. θά μάς σκοτώσουν σάν σκυλιά! Τό μόνο πού έχουμε νά κάνουμε εΐναι νά ριχτούμε προς μιά κατεύθυνσι καί νά σπάσουμε τον κλοιό τους, παίζοντάς τα δλα γιά άλα!» Καί ρίχτηκε έπάνω ϋ' έναν ί­ σκιο. ..

58) Ό άνθρωπος δέν πρόλαβε νά καταλάβη καλά - καλά τί συνέβη κι* ό Καπετάν Μπόρας μ* ένα τεράστιο πήδημα βρέθηκε έπάνω του και τόν έρριξέ χάμω άναίσθητο μέ μιά τρομερή γρο­ θιά στό σβέρκο! ^Πάμε, Γκρανβίλ! Ό δρόμος είναι άνοιχτός!» Καί ξεμάκρυναν τρέχοντας, ένώ πίσω τους άντηχούσαν φωνές καί πιστσλιές.

59) Σταματώντας πότε - πότε γιά νά ρίξουν έναν πυροβολισμό μέ τό πιστόλι, πού ό Μπόρας είχε πάρει άπό τό θύμα του, καί νά καθυστε­ ρήσουν έτσι τούς διώκτες τους, οί δυο φίλοι χώ­ νονται βαθειά μέσα στην άγρια έξοχή της Μαρ­ τινίκας. «Τό μάθημα ήταν καλό, λέει ό Μπόρας. Δέν πρέπει πιά νά έμπιστευόμαστε σ’ δποιον δ-

60) Μην μπορώντας νά γυρίσουν στό καρά­ βι τού Μπόρα, οί δυό φυγάδες προτίμησαν νά άνεβούν στά πετρώδη βουνά, άπου θά έβρισκαν σίγουρο κρησφύγετο κΓ δπου οί άνθρωποι τού Μονρόν δέν θά τολμούσαν νά έπιτεθούν. Ό Γκρανβίλ, πομ ξέρει τά βουνά αυτά καλύτερα άπό κάθε άλλον, όδηγεΐ τόν Μπόρα σέ μιά μακρυνή σπηλιά.

_____________________________


4

61). 'Έκεΐ, άνάβουν φωτιά μπροστά ^στό στό­ μιο τής σπηλιάς,, άναπαύονται καί τοώνε λίγο ψωμί, πού ό Γκρανβίλ είχε τήν προκλητικότητα να πάρη μαζί του φεύγοντας άπΓ τή φυτεία του Μαρτέν. ^"Ακούσε, Γκρανβίλ, > εει ό Καπετάν Μπόρας. "Ενας μόνο τρόπος υπάρχει \α τσακί­ σουμε τόν Μονρόν. Πρέπει νά όυγο .ώσου,με τούς άποίκους. ____

62) Καί ό μεγάλος πολεμιστής των ώκεα νών έξηγεΐ στο σύντροφό του: «θά πας αύριο νο συναντήσης όλους τούς άποίκους, πού αισοΰν τό"\ Μονρόν, καί θά τούς φέρης έδώ. Έγω θά τοικ μιλήσω καί 6ά τούς πείσω νά όργανώσουμε μιο έξέγερσι, πού θά συντρίψη τόν Μονρόν καί θο τόν στείλη άπό κει πούρθε. . . δηλαδή στήν Κόλασι!»

63) *Επάνα| στό βουνό, ή φωτιά του Καπε­ τάν Μπόρα καί τού Γκρανβίλ λάμπει. . . καί ί­ σκιοι κατευθύνονται προς τά έκεΐ άπό τό μέρος τού κάμπου. . . "Οταν οί ίσκιοι έφτασαν κοντά, ό Μπάρας άφησε μιά. κραυγή χαράς. Είναι ό ΓΤετί - Λουΐ, τό προτοπαλλήκαρό του, μαζί μέ μιά περίπολο άπό ναύτες τού «Γύπα»!

64)' «Μόλις έμαθα τί είχε συμβή, είπε ό Πετί — Λουΐ, έβγαλα άμέσως μιά περίπολο γιά νά σέ βρώ καί νά σέ βοηθήσω, καπετάνιε! Δυσκο­ λευτήκαμε όμως πολύ να σέ βρούμε... ζιέρεις, κα­ πετάνιε, έμαθα τό πρα>ματικό όνομα τού Μον­ ρόν, παρακολουθώντας την κουβέντα δυό ναυ­ τών του. Είναι "Αγγλος καί λέγεται Μορντάουντ!»

65) Μέ τούς πιστούς καί θαρραλέους συντρό­ φους του κοντά του, ό Καπετάν Μπόρας δέν φο­ βόταν τίποτα τώρα. Είχε στή διάθεσί του έναν μικρά, καλά γυμνασμένο καί καλά έξωπλισμένο στρατό καί άρκετά έφόδια. Μυστηριώδεις ένο­ πλοι άγγελιαφόροι άρχισαν νά ξεκινούν καί νά διασχίζουν τή Μαρτινίκα προς κάθε κατευθυνσι.

66) Ό Γκρανβίλ ό ίδιος, έξάλλου, πήγε να έπισκεφθ<η έναν - ένα όλους τούς άποίκους^ του μεγάλου νησιού. Κουβέντιασε μαζί τους καί τούς έξήγησε τήν κατάστασι. Τούς είπε ότι ό «Μαρκήσιος Μονρόν» δέν ήταν παρά ένας "Αγγλος άπατεώνας κί* ότι ό Καπετάν Μπόρας ήταν μέ τό μέρος τους. Πολλοί τόν δέχτηκαν φιλικά καί πρόθυμα. . »


67) Μερικοί δμως τόν υποδέχτηκαν πολύ ά­ σχημα καί Εχθρικά καί ένας ή δυο τράβηξαν τα | πιστόλια τους καί άντήλλαξαν πιστολιές μαζί του, χωρίς Αποτέλεσμα. Δέν μπορούσαν νά πι­ στέψουν πως ό Μονρόν δέν ήταν άπεσταλμένος | του Βασιλιά της Γαλλίας, Αλλά ένας σκληρός καί Αδυσώπητος "Αγγλος Απατεώνας. . „

68)· Στό τέλος όμως ή έπιμονή του Καπετάν Μπόρα καί του Γκρανβίλ έθριάμβευσε. Μια νύ­ χτα, όλοι όσοι είχαν ύποστή τά δείνα της φρι­ χτής πολιτικής του ΜορντΑουντ, όλοι οί δυστυ­ χισμένοι πού είχαν διωχτή Από τις φυτείες τους, συγκεντρώθηκαν έπάνω στό βουνό, Απαντώντας στό πολεμικό προσκλητήριο του Μπόρα.

69) «Φίλοι αου, τούς είπε ό Καπεταν Μπά­ ρας, ξέρετε δλοι πολύ καλά τήν κατάστασι... Πρέπει να σταματήσουμε τό καταστρεπτ κό έργο του Μόρντάουντ, να τόν συλλάβου με καί νά έλευθερώσουμε τόν Ντέ Φοντενέλ. Ό κακούργος πού βύθισε τό νησί στη δυστυχία θά τιαωρηθή παραδειγματικά. Ή νίκη είναι δική υα<:, φίλοι μου!»

70) Πέρασαν μερικέ;- έβδομάδες. *Η γαλήνη φαινόταν νά βασιλεύη έπάνω στό μεγάλο νησί. Ό Μορντάουντ πίστευε τώρα πια δτι ήταν Αναμφι­ σβήτητος κύριος της Μαρτινίκας καί δτι κανένας κίνδυνος δέν τόν Απειλούσε Από πουθενά. "Ενα πρωινό, μια μεγάλη τρικάταρτη φρεγάτα μπήκε περήφανα στό λιμάνι τού Σαίν-Πιέρ.

71) Έπάνω στή γέφυρα τής φρεγάτας, στε­ κόταν ό καπετάνιος. ΤΗταν φανερό πώς τό κα­ ράβι ήταν ένα Από τά μισθοφορικά έκεΐνα πλοία, πού άφθονοΰσαν στις θάλασσες τού Νότου. Τά καράβια αυτά άλλοτε δούλευαν για λογαριασμό τους ληστεύοντας κΓ άλλοτε προσέφεραν τις ύπηρεσίες τους σ’ όποιον τούς πλήρωνε περισσό­ τερο. .. · >

72) Ό καπετάνιος βγήκε στή στεριά καί ζή­ τησε Αμέσως νά τόν όδηγήσουν στόν Μορντάουντ. «Τό δνομά μου είναι Μπροΰνο, Έξοχώτατε, τού είπε, καί ήρθα έδω νά σάς προσφέρω τις ύπηρεσίες μου. "Εχω ένα θαυμάσιο πλοίο κι* ένα δια­ λεχτό πλήρωμα. Δέν περιμένουν παρά νά βρεθή ό τυχερός πού θά τά χρησιμοποιήση!» ~

~

______ __

^ ______


73) Ό Μορντάουντ, καταγοητευμένος γιά τήν άπροσδόκητη αυτή ένίσχυσς, δέχτηκε άμέσως νά τόν μισθώση-. «ίΠολύ καλά, είπε, θά φύγης μαζί μέ τό δικό μου καράβι καί βά αίχμαλωτίσης κά­ βε καράβι, πού θά συναντήσης στό δρόμο σου. θά χαρώάν άνάμεσά τους είναι καί τό καράβι του Καπετάν Μπάρα, πού έφυγε έδώ καί λίγες έβδομάδες...» — ■

■■'■■■ -----------------------------------------------------------------------

74) Καί ό Μορντάουντ πρόεθεσε: «θέλω νό μου σχηματίσης ένα μικρό στόλο, γιατί σκοπεύω νά κατακτήσω δλα τά νησιά πού κατέχει ή Γαλ­ λία στην περιοχή αυτή !» Χωρίς νά χάσουν καιρό τά δυό καράβια άνοίγονται στό πέλαγος καί ξε­ μακραίνουν γοργά. Ό Μπρουνο εΐναι άρχηγόο του μικρού στολίσκου μέ άπόλυτη έξουσία έπάνα στά πληρώματα.

β—-----------------------------------------------------------------

75) "Οταν τό νησί χάθηκε πίσω, στόν όρίζοντα, καί ή νύχτα άρχισε νά πέψτη, ό Μπρουνο συγ­ κέντρωσε τούς άντρες του έπάνω στό κατάστρω­ μα καί τούς εΐπε μερικά παράξενα λόγια:. «Εί­ στε έτοιμοι, παιδιά; Δέν χρειαζόμαστε παρά λίγη ψυχραιμία, λίγο θάρρος καί λίγη τύχη καί δλα θά πάνε καλά! Εμπρός!ι Τόν τηλεβόα!»

76) Μιά στιγμή άργότερά, ένας ναύτης φώνα­ ζε μ’ έναν τηλεβόα πρός τό καράβι του Μορντά­ ουντ: «Πϊ! Άπό τό καράβι! "Ε! Άπό τό καρά­ βι! Κατεβάστε τά πανιά! Σταματήστε! Ό καπε­ τάνιος Μπρουνο θέλει νά σάς μιλήση !» Τό κα­ ράβι του Μορντάουντ ύπάκουσε στή διαταγή κΓ έπειτα άπό λίγο έμεινε άκίνητο.

77) Μιά -βάρκα άποσπάστηκε άπό τό καράβι του 'Μπρουνο καί πλησίασε στό άλλο κάτω άπό τόν πύργο της πρύμνης. Ό καπετάνιος Μπρουνο, μαζί μέ δυό άντρες του σκαρφάλωσε έπάνω στό καοάβι κί’ έσφιξε τό χέρι του πλοιάρχου. «Ευ­ χάριστο ταξίδι, έ; εΐπε. "Ενα άπό τά πιό εύχάριστα πού έχω κάνει στή ζωή μου'»

4 78) «Μά γιατί σταματήσατε τά πλοίαχ' ρώτη­ σε ό πλοίαρχος του Αγγλικού. "Οχι, βέβαια, γιά νά μάς μιλήσετε γιά τόν καιρό, έ;» *0 Μπρούνο άπάντησε γελώντας: «"Οχι, βέβαια! "Εχω κάτι πολύ σοβαρό νά άνακοινώσω σ’ έσάς καί στούς άντρες σας. Συγκεντρώστε, παρακαλώ, τό πλήοωυα νύοω άπό τό κατάοτι ττίγ πούυντίΓ. ·& _


79) Ό "Αγγλος δέν έφερε άντίρρησι καί σέ λίγη ώρα όλόκληρο τό πλήρωμα είχε συγκεντρωθή γύρω άπό τόν Μπρούνο. "Εχοντας τήν προσο­ χή τους στραιιμένη στά λόγια του, δέν παρατή­ ρησαν ιιερικές μυστηριώδεις βάρκες, πού προχω­ ρούσαν σιωπηλά κατά μήκος τού καραβιού, κά­ τω άπό τις Ανοιχτές μπουκαπόρτες τής πρύμης.

80) "Αγρια κεφάλια, μέ μαχαίρια στά δόν­ τια, πρόβαλαν σέ λίγο έπάνω Από τήν κουπαστή, μά τά κορμιά στά όποια Ανήκαν έμειναν Αθέατα. Από τή στάσι τους, Από τά μάτια τους πού Αστραφταν κΓ άπό τήν έκφρασι Ανυπομονησίας πού έδειχναν τά πρόσωπά τους, ήταν φοα/ερό πώς δέν περίμεναν παρά ένα σύνθημα για νά όρμήσουν.

81) Καί. τό .σύνθημα, πού περίμεναν, τό έδω­ σε ό ίδιος ό Μπρούνο, ό μισθοφόρος κουρσάρος, πού διέκοψε ξαφνικά αύτό πού έλεγε καί φώνα­ ξε: «Παραδοθήτε, "Αγγλοι! Είμαι ό Καπετάν Μπόρας! Τό άφεντικό σας, ό Μορντάουντ, είναι ένας δολοφόνος! Εμπρός, παιδιά! Καθαρίστε μου τό καράβι Από αυτά τά καθάρματα!»

82) Καί τότε ένα κοπάδι Από λυσσασμένους δαίμονες ξεχύθηκε στο κατάστρωμα. Ό καθένας τους κρατούσε ένα σπαθί στό ένα χέρι κι’ ένα πι­ στόλι στο Αλλο καί ή πολεμική κραυγή, που Ανα­ πήδησε Από τά στήθη τους, ήταν κάτι πού μπο­ ρούσε νά τρομάξη καί νεκρούς! 'Ο πανικός πού κυρίευσε τούς "Αγγλους ήταν Απερίγραπτος.

83) Για μερικές στιγμές οί τάξεις των "Αγ­ γλων έχασαν τή συνοχή τους καί οί Γάλλοι τούς προκάλεσαν μεγάλες Απώλειες. Ό Καπετάν Μπόρας πέταξε τήν περούκα, μέ τήν όποια εΐχε μεταμφιεστή σέ Μπρούνο, τράβηξε τό σπαθί του καί Αρχισε νά μάχεται σάν δέκα Αντρες μαζί, σκορπίζοντας γύρω του τόν θάνατο.

84) Μά οί μπράβοι τού Μορντάουντ δέν άργη­ σαν νά συνέλθουν Από τήν έκπληξί τους. ^ κραυγές «Ζήτω ό Μορντάουντ, βασιλιάς τής Μαρ­ τινίκας!» ρίχνονται έπάνω στούς Αντρες τού Μπόρα καί ή μάχη μαίνεται. Ό Καπετάν Μπόρας διασταυρώνει τό ξίφος του μέ τόν ίδιο τόν πλοίαρ­ χο τής Αγγλικής φρεγάτας.


)

85) Ή μάχη γινόταν πιό σκληρή άπό στιγμή σέ. στιγμή*. Ένω οί ναύτες γύρω συμπλέκονταν, χρησιμοποιώντας στόν άγώνα τους σπαθιά,, ξύλα, γροθιές και δόντια, οί δυο άρχηγοί τους άντήλλασσαν τρομερούς σπαθισμούς. Ό Μπάρας κα­ τάλαβε πώς είχε νά κάνη μ* έναν άντίπαλο έπίφο* βο καί περίφημα γυμνασμένο στο σπαθί.

βό) Μά ή ώρα περνούσε καί οί άντρες τού Μπάρα, πού ήταν λιγώτεροι, εΐχαν κιόλας άρχίάει νά κουράζωνται. Ή μάχη έπρεπε νά πάρη σύντοιια τέλος, διαφορετικά. .. Ό Καπετάν Μπά­ ρας έκανε τότε έναν άποφασιστικό κι* έπικίνδυνο διαξιφισμό καί ό ώμος τού "Αγγλου πλοιάρχου βρέθηκε ξαφνικά καρφωμένος στό κατάρτι!

87) Βλέποντας πώς ό αρχηγός τους έτέθη έκτός μάχης, οί μιοθοφόροι τού Μορντάουντ πα­ ραδόθηκαν ένας - ένας καί άφωπλίστηκαν. Ή νυ­ χτωμένη θάλασσα άνέκτησε πάλι τή γαλήνη της καί τά δυό καράβια άνοιξαν πάλι διάπλατα τα μεγάλα πανιά τους κι* έβαλαν πλώρη γιά τό νη­ σί της Μαρτινίκας.

88) ΤΗταν χαράματα δταν τό νησί φάνηκε στον όρίζοντα. Ό Μπάρας διάλεξε ένα έντελώς άγριο καί έρημο μέρος της άκτής γιά νά άγκυοοβολήση, γιατί δέν ήθελε άκόμα νά γίνη άντι/.ηπτή ή παρουσία του στη Μαρτινίκα άπό τον Μορντάουντ. Περνώντας άνάμεσα σέ ξέρες, τά δυό καράβια έρριξαν άγκυρα.

89) .Τότε ό Καπετάν Μπάρας κάλεσε κοντά του τόν Πετί - Λουΐ, τό πρωτοπαλλήκαρό του. «θά πας, τού είπε, έκεΐ πού συμφωνήσαμε. Βάλε φτε­ ρά στά πόδια σου! Δέν πρέπει ν* άργήσης. Πρέ­ πει νά βρίσκεσαι έδώ σέ τρεις τό πολύ μέρες!». «Μάλιστα, Καπετάνιε!», άπάντησε ό Πετί - Λουΐ. Βγήκε στή στεριά καί χώθηκε στή ζούγκλα.

90) Τρεις μέρες πέρασαν. Τρεις μέρες άγωνίας^γιά τόν Καπετάν Μπάρα, θάβρισκε ό ΠετίΛουΐ έκεΐνον πού πήγαινε νά βρή;. Μήπως τού ουνέβαινε τίποτα στό δρόμο; Τέλος, τήν τρίτη σέρα, δυό σιλουέττες διαγράφηκαν σ’ έναν άμμόλοφο τής παραλίας κι* ό Καπετάν Μπάρας πήρε μιά βάρκα καί βγήκε στή στεριά.


91) 01 νερψερμένοι ήσαν ό Πετί - Λουΐ κι* ό Γκρανβίλι, πού ήταν τώρα άρχηγός των έπαναστατημένων άποίκων, πού ήσαν κρυμμένοι στα _ βουνά. «"Ολα έτοιμα, Γκρανβίλ;> ρώτησε ό Μπά­ ρας. Ό Γκρανβτλ άπάντησε: «'Όλα είναι έτοιμα, καπετάνιε! ΟΙ άντρες μου άνυπομονούν νά δοθή τό σύνθημα της μάχης!»

92) Τό πρόσωπο τού Καπετάν Μπάρα άστρα­ ψε άπό χαρά. Είχε φτάσει έπιτέλους ή ώρα νά χτυπηβη ό κακούργος, πού είχε μεταβάλει τή Μαρτινίκα σέ γή μαρτυρίου. «Μπράβο, Γκρανβίλ!, είπε. "Ακούσε τώρα τόν τρόπο μέ τόν όποιο θά δράσουμε και πρόσεξε καλά τά λόγια μου: Τά δυο καράβια θά άνοιχτοΰν. . .». ^·

I

ϊΜ I

93) Και ό Καπετάν Μπόρας έξηγεΐ στόν Γκρανβίλ τό σχέδιό του, ένώ ή νύχτα πέφτει γύ­ ρω τους, χωρίς ούτε ό ένας ούτε ό έίλλος νά ύποψιάζεται πώς κάποιος τούς κατασκοπεύει. Εί­ ναι £νας άπό τούς ναύτες τού Μορντάουντ, πού κατάφερε νά πάρη μιά βάρκα και νά βγή στή στεριά, ξεγελώντας τούς φρουρούς.

94) Αφού άκουσε δσα ήθελε ν" άκούση, ό κατάσκοπος γλύστρησε πάλι άθόρυβα ώς τη βάρ­ κα^ του, έπιασε τά κουπιά και ξεμάκρυνε μέσα στή νύχτα. Χωρίς κανένας νά άντιληψθή τό πα­ ραμικρό, κατάφερε νά φτάση ώς £να άπό τά δυό καράβια καί νά κρυφτή μέσα σέ μιά χεγάλη κου­ λούρα άπό σκοινί.

Έδω τελειώνει ό Πρώτος Τόμος τής συναρπαστι,ής αυτής Ιστορίας. ΣΤΟ

ΕΡΧΟΜΕΝΟ ΤΕΥΧΟΣ

τού «Τόξου» θά δημοσιευθή ό Δεύτερος — καί τελευταίος — Τόμος μέ τόν τίτλο:

95) Τήν άλλη μέρα, άπό μιά πολεμίστρα τού κάστρου, ό Μορντάουντ ή Μαρκήσιος Μονρόν εί­ δε τά δυό καράβια νά μπαίνουν μέσα στόν κόλπο τού Σαίν-Πιέρ καί μόρφασε μέ Ικανοποίησι. «"'Εχουν σηκώσει όλες τις σημαίες, μουρμούρισε. "Αρα, φέρνουν καλά νέα. ·.». ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΤΟΜΟΥ ν 17'

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΚΟΥΡΣΑΡΟΥ


είπε ύστερα, δέν είναι δική μου δουλειά, μέ τό συμπάθιο, μά μού φαίνεσαι καλό παλληκάρι καί, άν θές νά μ* άκούσης, τράβα μακρυά άπ* τό σπί­ τι τού ΣώουΙ Παρακάτω συνάντησα έναν άνθρωπάκο, ζωη­ (Συνέχεια άπό τη 2η σελίδα) ρό, μέ μιά όμορφη άσπρη περούκα, πού μού φά­ Κάνει καλό στόν άρθρίτη. Δυναμώνει την νηκε πώς θάπρεπε νάταν μπαρμπέρης καί, έπεικαρδιά καί τό μνημονικό. Τα λουλούδια δή ήξερα πώς οί μπαρμπέρηδες είναι σπουδαίοι βάλε τα σ* ένα μπουκαλάκι, καλά κλεισμέ­ λογάδες, τόν ρώτησα άμέσως τί σόι άνθρωπος νο, πήγαινε το σέ μιά μορμηγκοψωλιά κι* ήταν ό κύριος Μπάλφουρ τού Σώου. άφησέ το έκεΐ ένα μήνα. "Υστερα πάρε το, — Πφ! Πφ! τόν παλιάνθρωπο! Ελεεινός, — και θά βρής ένα ζουμί πού θάχη βγή άπό όλότελα έλεεινός άνθρωπος! τα λουλούδια καί πού πρέπει να τό βάλης Κι’ άρχισε νά μέ ρωτάη μέ πολύ έξυπνο τρό­ μέσα σ* ένα βαζάκι. Κάνει καλό καί στόν πο τί γύρευα σ* έκεΐνα τά μέρη. Επειδή δμως άροωστο καί στόν υγιή, καί στόν άντρα καί έγώ ήμουν πολύ έξυπνότερός του, δέν κατάφερε στή γυναίκα. Μιά έντριβή μ’ αυτό τό φάρ^ νά μάθη. γιά λόγου μου τίποτα παραπάνω άπ* μακό κάνει καλό στό στραμπούληγμα/ κι* δσα ήξερε τή στιγμή πού μέ συνάντησε. όποιος υποφέρει άπό χολή να παίρνη μιά Είναι άδύνατο νά περιγράφω πώς γκρεμίστη­ κουτάλια τής σούπας την ώρα. καν όλα μου τά ώραΐα σχέδια καί τά όνειρα. Τί πύργος ήταν αυτός πού, δταν ρωτούσε κανείς "Εβαλα τά γέλια. "Ομως ήταν παράξενα, όλο ποιός δρόμος πάει κατά κεΐ, δλοι οί άνθρωποι άνησυχία τά γέλια μου καί γι* αύτό μέ μεγάλη έμεναν μ* άνοιχτό τό στόμα καί γούρλωναν τά άνακούφιση σηκώθηκα, κρέμασα τό δεματάκι μου μάτια τους; Τί είδους άνθρωπος ήταν ό άρχον­ στήν άκρη του ραβδίου μου, πέρασα τό ποταμά­ τας τού πύργου, κι είχε βγάλει αύτό τό τρομερό κι καί πήρα τήν άλλη πλαγιά του λόφου. "Οταν όνομα; έφτασα κοντά στό γιδόστρατο, πλάι στό δάσος Κόντευε νά πέση ό ήλιος, δταν συνάντησα μιά μέ τά ρείκια, έρριξα μιά τελευταία ματιά στήν πανύψηλη μελαχροινή γυναίκα, μέ στριμμένη φά­ έκκλησία του ’Έσεντην καί στα δέντρα πούταν τσα, πού κατέβαινε μέ κόπο άπό ένα λόφο. "Οταν κοντά στό πρεσβυτέριο κι* υστέρα στις μεγάλες τής έκαμα τή συνηθισμένη μου έρώτηση, γύρισε μελίες, στην αυλή τής έκκλησιάς, δπου άναπαύ- ξαφνικά πάλι πίσω κι άρχισε ν* άνεβαίνη ξανά ονταν ό πατέρας μου καί ή μητέρα μου. .. μαζί μου στήν κορφή άπ* δπου μόλις είχε κατέβει καί μέ τό χέρι της μουδειξε ένα μεγάλο σπί­ τι ποόστεκε όλομόναχο, καταμεσής στήν πράσι­ νη κοντινή κοιλάδα. Τό μέρος ήταν έξοχο. Είχε γύρω - γύρω κάτι χαμηλά υψώματα μέ πολλά ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 νερά καί δάση καί τά στάρια ήταν μεστωμένα καί πλούσια. Τό σπίτι δμως φαινόταν σάν έρείΤΑΝ περασμένο τό μεσημέρι τής άλλης μέ­ πιο. Κανένας δρόμος δέν πήγαινε κατά κεΐ, ούτε ρας, δταν κατάλαβα πώς βρισκόμουν πια κι άνεβαινε καπνός άπ’ τις καμινάδες του. Κή­ στήν περιοχή του Κράμοντ, καί άρχισα να ρωτώ πος δέ φαινόταν πουθενά. Ή καρδιά μου πήγε δποιον συναντούσα,γιά τόν πύργο των Σώου. Στό νά σπάση. άκουσμα αυτού του όνόματος δλοι τους φαίνον­ — Αύτό είναι; μουρμούρισα. ταν νά παραξενεύωνται πολύ. Στήν άρχή νόμισα Τό πρόσωπο τής γυναίκας έλαμψε γεμάτο καπώς έφταιγε ή απλοϊκή μου έμφάνιση καί τό κα­ κεντρέχεια. τασκονισμένο χωριάτικο κουστούμι μου πού, σί­ — Ναί, αύτό είναι τό σπίτι τών Σώου!, φώ­ γουρα, θά τούς φαινόταν πώς δέν ταίριαζε γιά ναξε δυνατά. Τόχτισαν μέ αίμα, τό αίμα έκοψε έναν άνθρωπο πού πήγαινε σέ τέτοιο αρχοντικό. τό χτίσιμό του, τό αΐμα θά τό γκρεμίση. Γιά κοίτα! Φτύνω καταγής καί τό καταριέμαι: Μαύ­ "Οταν δμως ιαοϋρριξαν τήν ίδια ματιά ^καί μοϋδωσαν τήν ίδια απάντηση δυό καί τρεις φορές, ρο σάν τήν πίσσα νάναι τό τέλος του! *Άν δής άρχισα νά σκέφτομαι πώς βέβαια κάτι περίεργο τό λόρδο, ^πές του ό,τι άκουοες* πές του πώς μό­ συνέβαινε, αλλά μέ τούς Σώου κι δχι μέ μένα* νο δυό μήνες έχουν περάσει άπό τότε πού ή Γιά νά βεβαιωθώ λοιπόν, σκέφτηκα ν’ αρχίσω Τζένετ Κλάουστον καταράστηκε αυτόν καί τό νά ρωτάω μ’ άλλον τρόπο καί δταν είδα έναν κα­ σπίτι του, τ’ άλογα καί τά κοπάδια του, τούς λόν άνθρωπο νά έρχεται μέ τό κάρο του άπό ένα άνθρώπους του, τούς ξένους του! Μαύρο νάναι δρομάκι, τόν ρώτησα άν είχε άκούσει ποτέ του τό τέλος του! Καί ή γυναίκα, πού ή φωνή της είχε γίνει άνά μιλάνε γιά κάποιον πύργο δπου έμενε μιά οι­ πόκοσυη καί βαθειά καί πού έμοιαζε σάν μάγισ­ κογένεια Σώου. Σταμάτησε τό κάρο του καί μέ κοίταξε δπως σα πού προφήτευε κάτι κακό, γύρισε άπότομα κι έφυγε. Στάθηκα σ’ έκεΐνο τό μέρος πολλήν άκριβώς κι δλοι οί άλλοι. ώρα κι’ είχαν σηκωθή οί τρίχες τής κεφαλής μου. — Ναι!, μου είπε. Τί θέλεις; Λίγο έλειψε νά χάσω τό κουράγιο μου έκεί­ — Είναι μεγάλο σπίτι; τόν ρώτησα. νες τις στιγμές καί νά γυρίσω πίσω. Μά σκέ­ — Καί βέβαια! Μεγάλο σπίτι! —Έν τάξει!, είπα έγώ. Καί τί άνθρωποι μέ­ φτηκα πώς έπρεπε νά τελειώσω τό ταξίδι πού είχα άρχίσει καί πώς καθήκον μου ήταν νά πα­ νουν έκεΐ; — Τί είπες; ξεφώνισε. Παλαβός είσαι; Τί άν­ ραδώσω τό γράμμα τού πατέρα μου στόν προ­ θρώπους κάθεσαι καί μού τσαμπουνάς; Πού τούς ορισμό του. πεκίνησα λοιπόν πάλι. είδες έσύ τούς άνθρώπους; ('Η συνέχεια στό έρχσμενο) — Τί λές! Έκεΐ κάθεται ό κύριος Έμπενέζερ; —*'Α 1 Ναι! είπε ό άνθρωπος. Ναί, αυτός είν' ■ό άφέντης. Αυτόν λοιπόν γυρεύεις; Τί δουλειά ΑΓΟΡΑΖΕΤΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΣΑΣ έχεις έσύ, φουκαρά μου, έκεΐ; ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ — Λέω μπάς καί καταφέρω νά βρώ έκεΐ δου­ λειά, είπα κοιτάζοντάς τον δσο πιό μισοκακόμοι­ Κ Α Λ Α Κ Η ρα μπορούσα. — Τί; είπε ό καροτσιέρης τόσο δυνατά, πού Σταδίου 50

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ: ΤΟΥ ΝΤΑΒΙΝΤ ΜΠΑΛΦΟΥΡ

Η

νητ] τΑ ΪΑιη τηη τ’ άληνο τινάντηκε ιΐιηλά. Κητλά!


.Πολύ -πριν τό Γεράκι των * Ινδιών, ένας άνδρείος κουρσάρος του παλιού κά ­ ρου μέ Ιπποτικά αισθήματα •καί βαθύ πατριωτισμό, καταπλεύση στα νερά του ΕΙ ρηνικού, ό θάντεους Γκούντερ, διοικητής ταυ νήσ ου Τζανόκο, είχε πάρει άπό τό Λονδίνο τή διαταγή νά παραδωση τή διοίκησι του νησιού στόν Σέθ Μόργκαν, άντρα τής άνηψ.άς του Παμέλας, καί νά Επιστρέψη στήν Αγγλία, γιατί είχε διαπράξει καταχρήσεις καί άπάνθρωπες σκληρότητες ^ίς ^βάρος τών Ιθαγενών. . Φηιμες -κυκλοφορούσαν, μάλιστα, δτι οί ιθαγενές είχαν Επαναστατήσει.

* 1) "Οταν τό περήφανο καράδι του Γερακίου, ή «Λα δή «Σκάρλετ», άγκυροδόλησε κοντά στήν άκτή τού νησιού Τζανόκο, τό νησί λαμποκοπούσε μέ την άφθονη βλάστησί του κάτω άπό τόν ήλιο, σάν ένα τεράστιο -σμαράγδι. Ό Ιερεμίας, ό μι­ κρός σύντροφος τού Γερακιού., δέ χόρταινε νά κυττάζη. <·|Θά δούμε τους ιθαγενείς καπετάνιε ;» ρω-

2) Κυττάζοντας μέ τό τηλεσκόπιό του, τό Γε­ ρά είδε καπνό νά άνεδαίνη στόν ήσυχο άέ,ρα-μέσα άπό τά δέντρα, κοντά στόν ξύλινο Εμπορικό στα­ θμό των άποίκων. Ι^Διάδολεί, μουρμούρισε. Μου φαίνεται πώς όί φήμες πώς οί ιθαγενείς Επανα­ στάτησαν είναι άληθινές! "Αν είν' Ετσι, οί συμπα­ τριώτες αας, που βρίσκονται μέσα στό σταθμό,


ατ* ΜΙ_

Β

-

ί

ί

ί


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook