Skip to main content

Τα Παραμύθια Του Μικρού Ήρωος

Page 1

ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: ΤΙΝΑ ΧΕΛΙΩΤΗ © ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ Ε.Ε. ISBN: 978-618-206-075-9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2021 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ Ε.Ε.: ΑΛΤΑΝΗ 4, 153 51 ΠΑΛΛΗΝΗ ΤΗΛ.: 210-8983824 • E-mail: info@mikrosiros.gr • Site: www.mikrosiros.gr


ΤΑΝ, μια φορά κι’ εναν καιρό ένας φτωχός γεωργός μέ πολλά παιδιά. Δεν μπορούμε νά πούμε πώς αύτά πού εβγαζε του περίσσευαν, γιατί μόλις κατάφερνε νά χόρταση τόσα πεινασμένα στόματα. Επειδή όμως ή γυναίκα του ήταν καλή καί αυτός ήσυχος άνθρωπος, θά ήταν εύτυχισμένος άν δεν είχε εναν καημό: Τό μικρό του γυιό. Αυτός ό γυιός του ήταν ένα καλοφτιαγμένο καί έξυπνο παιδί ζωηρό και εύθυμο πού δλη μέρα τραγουδούσε και ήταν πολύ αγαπητός απ’ όλους. Ό πατέρας του όμως, έβρισκε πώς είχε ένα μεγάλο ε­ λάττωμα: Δεν φοβόταν από τίποτα! Καί γιά εναν πατέρα, αυτό είναι φοβερό έλάττωμα. Μονάχα ό Θεός ξέρει τί τρέλλες μπορεί νά κάνη ενα παιδί πού δεν τρέμει μπροστά σέ κανένα. Ψάχνει διαρκώς νά 6ρή επικίνδυνα παιχνίδια, Ινώ οί καημέ-


4

Η

ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΑΕΤΟΥ

νοι οι γονείς του, γεμάτοι άνησυχία, ανάβουν χεριά στήν Πα­ ναγία και παρακαλοΰν νά τούς φύλαξη τό βλαστάρι τους. Τέτοιο παιδί λοιπόν ήταν και δ μικρός γυιός τού φτωχού γεωργού. Κι’ ό πατέρας του, τον έβγαλε «Νεμπόϊσα» πού θά πή «Μή φοβάσαι». Γιατί δλο «μή φοβάσαι» έλεγε δ Νεμπόϊσα ατούς φίλους του δταν τούς έβλεπε νά δειλιάζουν μπροστά σέ κάτι. Μιά μέρα λοιπόν ό Νεμπόϊσα, πού είχε στο μεταξύ μεγα­ λώσει, πήγε νά βρή τον πατέρα του στο χωράφι τους, και του δήλ,ωσε καθαρά καί σταράτα πώς θά έφευγε από τό σπίτι του, επειδή ή πατρίδα του ήταν ένα μέρος πολύ ήσυχο για έναν άν­ θρωπο σάν εκείνον. — Θέλω νά ταξιδέψω σέ μάκρυνες χώρες, νά περάσω πε­ ριπέτειες διασκεδαστικές, καί νά δείξω τή γενναιότητά μου,, είπε δ Ντεμπόΐσα στον πατέρα του. Τί κάνω πού κάθομαι εδώ πέρα; Θά ήθελα κι’ εγώ νά νοιώσω φόβο, έστω καί για μιά μονάχα φορά στην ζωή μου. — Βρε παιδάκι μου, πού θά πας; τού είπε ό πατέρας του απελπισμένα. Κάτσε εδώ πέρα μαζί μας. Κι’ δσο για νά φοβηθής, σου υπόσχομαι νά σέ κάνω εγώ νά φοβηθης γιά καλά. Ό Νεμπόϊσα κούνησε τό κεφάλι του μέ αμφιβολία. — Πολύ αμφιβάλλω, είπε στον πατέρα του. Αφού τό θέ­ λεις δμως, άς γίνη έτσι. Θά κάνουμε όμως μιά συμφωνία. "Αν φοβηθώ, θά μείνω. "Αν δεν φοβηθώ, τότε θά φύγω. Σύμ­ φωνοι ; — Σύμφωνοι, είπε ό πατέρας του. Κι’ δ Νεμπόϊσα έμεινε περιμένοντας τή μέρα πού ό πατέρας του θά τον έκανε νά φοβηθή, νά δη κι’ αυτός πώς νοιώθει κα­ νένας δταν φοβάται. Στο μεταξύ δ πατέρας του πήγε καί βρήκε τον καντηλανά­ φτη τής εκκλησίας τού χωριού καί κάθησε πολλήν ώρα μαζί του. Κανένας δεν ακούσε γιά τί πράγμα κουβέντιασαν. "Οταν δμως ό πατέρας τού Νεμπόϊσα σηκώθηκε νά φύγη, ό καντηλα­ νάφτης τού εΐπ^


Η ΚΑΡΑ 3 Α ΤΟΥ

3

— Στείλε μου τό γυιο σου το βράδυ. Στείλε μου τον, και σου υπόσχομαι νά τόν κάνω νά φοβηθή τόσο πολύ, πού τά μαλ­ λιά του θά σηκωθούν όρθια σάν τά αγκάθια τού σκαντζό­ χοιρου. Γύρισε ό γεωργός σπίτι του κι’ αφού άπόφαγαν τό δείπνο τους, είπε στό μικρό του γυιό: —- Νεμπόϊσα, νά πας στην εκκλησία νά βρής τόν καντηλα­ νάφτης τού είπε: — Καλά, είπε ό Νεμπόϊσα, πού ήταν πολύ υπάκουο παιδί. Και χωρίς άλλη κουβέντα, σηκώθηκε καί πήγε στην εκκλη­ σία. Μόλις τόν είδε 6 καντηλανάφτης πού τόν περίμενε, τού ε­ ξήγησε πώς τό ρολόι τής εκκλησίας είχε χαλάσει καί δεν χτύπαγε τις ώρες. ’Έπρεπε λοιπόν ν’ άνέβη κάποιος νά χτυπήση με την καμπάνα τά μεσάνυχτα, καί την άλλη μέρα, θά έρχόταν ό τεχνίτης νά φτιάξη τό ρολόϊ. Ό άνθρωπος όμως, πού χτυπούσε την καμπάνα τις Κυριακές καί τούς έσπερινούς, είχε άρρωστήσει. Καί γι’ αυτό τόν παρακαλοΰσε ν’ άνέβη εκείνος νά χτυπήση την καμπάνα. — Μετά χαράς, είπε ό Μτεμπόϊσα. Ή ώρα ήταν κιόλας δώδεκα παρά δέκα. Σέ λίγο, λοιπόν, ο Νεμπόϊσα μπήκε μέσα στό παλιό καμπαναριό κι’ άρχισε ν’ ά~ νεβαίνη τή στενή καί στροφογυριστή σκάλα, πού ήταν κατασκότεινη. Ανέβηκε, ανέβηκε, πέρασε τόν πρώτο εξώστη, κι* έφτασε στον δεύτερο, πού βρισκόταν ή καμπάνα πού θά χτυ­ πούσε. Μέσα στό σκοτάδι, άπλωσε τό χέρι του νά πιάση τό σκοινί, αλλά αντί για σκοινί, σέ μια στιγμή έπιασε ένα χέρι. Ό Νεμπόϊσα τό ψηλάφησε καί είδε πώς ήταν πολύ κρύο και κοκκαλιάρικο. — Περίεργο:, είπε μονάχος του, Ποιος είναι τούτος πά­ λι; Μήπως είναι ό άρρωστος; ’Αμ κακομοίρη μου, συνέχισε τί θέλεις κι* ανέβηκες δω πάνω άρρωστος άνθρωπος; Έσύ έ­ πρεπε νά βρίσκεσαι τώρα σπιτάκι σου, δίπλα στό τζάκι, καί νά πίνης κανένα καυτό χαμομήλι. 'Όταν είναι άρρωστος κα~


Η ΚΑΡΑίΑ ΤΟΥ ΑΕΤΟΥ

νένας, πρέπει νά φυλάγεται: Και δ Νεμπόϊσα κούνησε τό ά» κινητό σώμα πού βρισκόταν μπροστά του. νΑδικα δμως. Ό άρ­ ρωστος δεν έβγαλε μιλιά. Αυτός, πού δ Νεμπόϊσα νόμισε πώς ήταν ό άρρωστος βοηθός τού καντηλανάφτη, δεν ήταν παρά έ­ νας παλιός σκελετός, πού δ καντηλανάφτης είχε πάρει από τό δστεοφυλάκειο τής εκκλησίας, και είχε δέσει στό σκοινί τής καμπάνας. Ή καμπάνα δμως έπρεπε νά χτυπήση μεσάνυχτα. Χωρίς νά νοιαστή λοιπόν για τον σκελετό, δ Νεμπόϊσα άρπα­ ξε τό σκοινί κι’ άρχισε νά σημαίνη. Εκείνη τή στιγμή βγήκε τό φεγγάρι, καί φώτισε τϊς καμπάνες καί τον σκελετό πού, δε­ μένος στό σκοινί, χόρευε σε κάθε χτύπημα, κουνώντας τά χέ­ ρια του και τά πόδια του σάν ζωντανός. Και ό Νεμπόϊσα βρή­ κε τό θέαμα τόσο αστείο, πού έβαλε τά γέλια τόσο, πού τού πόνεσε ή κοιλιά του. "Όταν κατέβηκε, γελώντας, ήρθε στον καντηλανάφτη πού τον κύτταζε κατάπληκτος: — Μού φαίνεται πώς δ βοηθός σου είναι στ’ αλήθεια πο­ λύ άρρωστος. Αδυνάτισε μάλιστα τόσο πολύ, πού δέν τού μεί­ νανε παρά μονάχα τά κόκκαλα! Καί έφυγε, λέγοντας μέσα του πώς, αν δ καντηλανάφτης νόμιζε δτι θά τον έκανε νά φοβηθή μ’ αυτά τά αστεία, πού μό­ νο γριούλες μπορούσαν νά τρομάξουν, έκανε πολύ λάθος. Τό άλλο βράδυ, φώναξαν τον Νεμπόϊσα στην έκκλησία, γιά νά ξενυχτήση έναν πεθαμένο πού ήταν ξαπλωμένος στό φέρετρό του, τριγυρισμένος μέ λουλούδια καί μέ κεριά. Ό Νεμπόϊσα πήγε, καί κάθησε σ’ ένα στασίδι. Έμεινε γιά λίγο καθισμένος, ύστερα βαρέθηκε, σηκώθηκε καί έκανε μερικές βόλτες μέσα στην έκκλησία. "Ύστερα ξανακάθησε, νύσταξε καί ιά μάτια του άρχισαν νά κλείνουν. Κατά τά μεσάνυχτα, ένα τρίξιμο τον έκανε ν’ άνοιξη τά μάτια του. Είδε τότε πώς ό πε­ θαμένος άνοιγε τά σάβανά του καί έκανε νά σηκωθή. — Έ, τί κάνεις εκεί; φώναξε ό Νεμπόϊσα δυνατά. Δέν είσαι καθόλου έντάξει. 5Άν είσαι πεθαμένος, πάψε νά κουνιέ­ σαι. 3Άν δέν είσαι, πες το μου νά πάω κι’ έγώ σπίτι μου νά


Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΑΪΤΟΥ

7

κοιμηθώ στο ζεστό μου κρεβάτι! Ό πεθαμένος όμως δεν απάντησε. Άπό τό φέρετρο άρχι­ σαν ν’ άκούγονται στήν αρχή βογγητά κι’ υστέρα ουρλιαχτά. Ό Νεμπόϊσα τότε είπε απειλητικά. — Μά τήν πίστι μου, μου φαίνεται πώς δεν είσαι καθόλου . Θά σέ μάθω λοιπόν κι’ εγώ νά μέ κοροϊδεύης, και θά βάλω τά πράγματα στη θέσι τους. Πεθαμένος δέν ήθελες νά είσαι; Έ, λοιπόν, θά γίνης πεθαμένος! Καί, λέγοντας αυτά, σηκώνει ένα ξύλο άπό τό στασίδι και τό κατεβάζει στο κεφάλι τού καντηλανάφτη (γιατί αυτός ήταν, πού έκανε τον πεθαμένο μέ τό πρόσωπό του πασαλειμμένο κι­ μωλία) ενα χτύπημα, πού τον άφησε λιποθυμισμένο, σηκώνε­ ται ύστερα, βγαίνει άπό τήν έκκλησία τραγουδώντας, κλειδώ­ νει τήν πόρτα καί πάει και χτυπάει τήν πόρτα τού καντηλανά­ φτη, γιά νά δώση τό κλειδί. Τού άνοιξε ή γυναίκα του. — Τά μεσάνυχτα πέρασαν, τής είπε δ Νεμπόϊσα, κι’ εγώ πάω σπίτι μου. νΑς πάη ό άντρας σου νά μέ άντικαταστήση. Τού έχω ετοιμάσει έναν πεθαμένο, πολύ ήσυχο. Στήν άρχή έ­ κανε νά κουνηθή, λιγάκι, αλλά τού έδωσα μία, και τώρα είναι έν τάξει. Καληνύχτα! Ή κακομοίρα ή γυναίκα έβγαλε μιά φωνή απελπισίας καί βγήκε τρέχοντας νά πάη στήν έκκλησία νά δή μήπως είχε πάθει τίποτα ό άνδρας της, ενώ δ Νεμπόϊσα τήν κύτταξε γελών­ τας. Ύστερα, γύρισε σπίτι του κι’ έπεσε νά κοιμηθή. Τό προοΐ, είπε στον πατέρα του: — Πατέρα, δέν φοβήθηκα. Θά φύγω λοιπόν νά γυρίσω τον κόσμο, Ο ΠΑΡΑΞΕΝΟΙ ΠΥΡίΟΣ ΝΕΜΠΟΓΣΑ λοιπόν ξεκίνησε. Αφού περπά­

Ο

τησε πολλές μέρες περνώντας άπό έναν δλόϊσιο καί καρπερό κάμπο, έφτασε σέ μιά χώρα δλο βουνά καί δά πολύ άγρια. Δρόμοι δέν υπήρχαν καθόλου. Μονάχα στενά καί απότομα μονοπάτια πού κάθε τόσο κόβονταν άπό δρμητικούς


8

Η .

Δΐ Α ΤΟΥ Α&Ϊ0Ϋ

καί βουερούς χείμαρρους. Ό Νεμπόϊσα ήταν πειναομένος, γιατί έδώ καί δυο - τρεις μέρες, είχαν τελειώσει τά τρόφιμα πού είχε πάρει μαζί του, καί δεν έτρωγε παρά μερικές φράουλες πού ξετρύπωνε ή τίποτα ξυλοκέρατα, από κάτι χαρουπιές πού συ­ ναντούσε. Γύρο,) του, όσο κι’ αν έστηνε τ’αυτί του δέν μπορού­ σε ν’ άκοΰση καμμιά φωνή έκτος από τό κελάδημα κανενός πουλιού, ή τό μουγγρητό κάποιας αρκούδας. Ό Νεμπόϊσα έ­ νοιωθε κουρασμένος καί πολύ πεινασμένος. Ανέβηκε λοιπόν σ’ ένα ψηλό δέντρο για νά μπόρεση νά δή μήπως υπήρχε εκεί γύρω κανένα σπίτι. Και μακρυά, πολύ μακρυά, ξεχώρισε στο βάθος μιας κοιλάδας έναν πύργο. Κατέβηκε γρήγορα ευχαρι­ στημένος καί άρχισε νά περπατάη πάλι χαρούμενος πού θά μπο­ ρούσε επί τέλους νά φάη καί νά κοιμηθή σάν άνθρωπος. Τρεις όλόκληρες ώρες περπατούσε γιά νά φτάση ώς τον πύργο. "Όταν πλησίασε όμως, παραξενεύτηκε. Στα τείχη δέν είδε κανένα φρουρό καί κανένας δέ φύλαγε στήν πόρτα τού πύργου πού ήταν ωστόσο όρθάνοιχτη. Ό Νεμπόϊσα μπήκε, πέ­ ρασε τήν αυλή, ανέβηκε τις σκάλες καί μπήκε στον πύργο. Βρέ­ θηκε σέ μια σειρά από μεγάλα δωμάτια, πλούσια στολισμένα καί γεμάτα ακριβά έπιπλα, δλα δμως έρημα. Τίποτα δέν άκουγόταν μέσα στον πύργο. Μονάχα τά βήματά του. —- Έεεε:, φώναξε δ Νεμπόϊσα. Δέν είναι κανένας εδώ; Ή φωνή του αντήχησε ατούς ψηλούς θολούς, αλλά κανένας δέν τού απάντησε καί ή σιωπή ξανάπεσε όπως ξαναπέφτει ένα ξερό φύλλο πού τό σηκώνει γιά λίγο δ αέρας τού φθινοπώρου. Ό Νεμπόϊσα σήκωσε μιά βαρειά κεντητή κουρτίνα, καί μπή­ κε σ’ ένα δωμάτιο, πλούσια κι’ αυτό έπιπλωμένο, πού ήταν, φαίνεται, ή τραπεζαρία τού πύργου. Στον ένα τοίχο, ένα με­ γάλο τζάκι ήταν αναμμένο καί ζέσταινε τό δωμάτιο, στη μέση ένα μεγάλο τραπέζι βρισκόταν στρωμένο μέ φαγητά πού έκανε τά μάτια του νά γυαλίσουν καί τό στόμα του νά γέμιση σάλια, καί στη γωνιά ήταν στημένο ένα πελώριο κρεβάτι, πού λές καί τον περίμενε γιά νά κοιμηθή καί νά ξεκουραστή. Ό Νεμπόΐσα παραξενεύτηκε, Πώς βρισκόταν ένα στρωμένο τραπέζι κι’


Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΑΕΤΟΥ

9

Ινα αναμμένο τζάκι σ’ έναν έρημο πύργο; Δεν κάθησε δμως νά πολυσυλλογιστή. Πεινούσε πολύ και χωρίς αργοπορία γέμι­ σε ένα ποτήρι κρασί, τό ήπιε χωρίς νά πάρη αναπνοή καί ρί­ χτηκε ύστερα στο φαί μέ τά μούτρα. Αφού έφαγε καί χόρτασε καλά, σκέφθηκε πώς έπρεπε τώρα νά ξεκουραστή. Δεν ήθελε δμως νά πέση νά κοιμηθή χωρίς νά ευχαρίστηση πρώτα εκείνον πού τού είχε ετοιμάσει ένα τόσο ωραίο δείπνο. Ξανάρχισε λοι­ πόν νά τριγυρίζη στα δωμάτια καί νά ψάχνη φωνάζοντας, χτυ­ πώντας πόρτες, άνοίγοντας, κλείνοντας, ανεβαίνοντας, κατε­ βαίνοντας, άλλα πάλι δέν βρήκε κανένα. Πρόσεξε τέλος μιά μικρή πόρτα πού δέν την είχε δή ώς εκείνη τή στιγμή. Την ά­ νοιξε, καί βρέθηκε σ’ ένα μικρό κήπο, γεμάτο από τριανταφυλ­ λιές καί γαρυφαλλιές. Ό Νεμπόϊσα προχώρησε καί έφθασε σέ μιά μικρή λίμνη. Καταμεσής μιά κοπέλλα, μέσα στο διάφανο νερό ώς τούς ώμους, τού χαμογελούσε ανάμεσα στα νούφαρα. — Καλή μου κοπέλλα, τής είπε 6 Νεμπόϊσα. "Ελα μαζί μου, σέ παρακαλώ. Είμαι μόνος μου μέσα στον πύργο. — Αλλοίμονο, τού απάντησε εκείνη μέ γλυκεία φωνή. Δέν μπορώ. Είμαι μαγεμένη. Ό πατέρας μου βασιλεύει πέρα από τή Μαύρη θάλασσα, ανάμεσα στα τρία βουνά, καί άλλοτε αυτή ή χώρα κι’ αυτός 6 πύργος ήταν κι’ αυτά δικά του. Αλλά δώ­ δεκα πελώριοι δράκοι, ζήλεψαν τά πλούτη του καί μιά μέρα, έκαναν ξαφνικά έπίθεσι καί πήραν τον πύργο καί τό βασιλικό θησαυρό. Οί δράκοι δέν μπορούσαν νά κάνουν τίποτα τού πα­ τέρα μου καί τής μητέρας μου. Μόνο πού τούς ανάγκασαν νά φύγουν. Έμενα δμως μέ κράτησαν. Είναι κι’ δλας δώδεκα μή­ νες πού υποφέρω εδώ αυτό τό μαρτύριο καί κανένας δέν μπό­ ρεσε νά μέ έλευθερώση μ’ δλο πού ό πατέρας μου έχει στείλει τούς πιο γενναίους του πολεμιστές. — Καημενούλα μου, έκανε δ Νεμπόϊσα συγκινημένος. Πες μου, τί μπορώ νά κάνω για νά σέ βοηθήσω; Ευχαρίστως θά έδινα τή ζωή μου για νά σέ έλευθερώσω. — 3Άχ καλέ μου φίλε, απάντησε ή κοπέλλα. Κι7 άλλοι πολ­ λοί θέλησαν νά κάνουν αυτό πού θέλεις νά κάνης εσύ, αλλά δλοι


Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΑΕΤΟΥ

19

σκοτώθηκαν. "Αν μέ έλευθερώσης, θά ελευθερωθούν, μαζί μέ μένα, και ό πύργος και δλη ή γύρω χώρα. Για να τό καταφέρης αυτό δμως, πρέπει νά πέρασης φριχτά μαρτύρια, χειρότε­ ρα κι’ από αυτά πού περνάνε οί αμαρτωλοί στην κόλα σι. Από­ ψε κι’ δλας, τά τέρατα θά έρθουν στο δωμάτιό σου. Στην αρχή θά σου μιλήσουν μέ καλόν τρόπο. Μην απάντησης. "Υστερα, θά ριχτούν άπάνω σου γιά νσ σέ κάνουν νά πληρώσης δ,τι έ­ φαγες και δ,τι ήπιες σπίτι τους. Τότε, ό Θεός νά σέ βαηθήση. "Οταν χτυπήση τέσσερις τό πρωί, θά φύγουν. Μόλις φύγουν, νά πας νά ξαπλώσης στο κρεβάτι πού είδες. Πάνω από τό κρε­ βάτι, κρέμεται ένα μεγάλο βάζο γεμάτο βάλσαμο φτιαγμένο από τη μητέρα μου. Τά τέρατα δέν μπόρεσαν νά τό πειράξουν, ε­ πειδή είναι μαγικό. Έσύ δμως θά μπορέσης, επειδή ή καρδιά σου είναι καθαρή. Πάρε απ’ αυτό τό βάλσαμο, άλειψε τις πλη­ γές σου και πλάγιασε νά κοιμηθής. Τό πρωΐ, θά εΐσαι πάλι κα­ λά, κι’ έγώ θά σέ περιμένω. "Αν δέν σέ δώ, θά ξέρω, αλλοί­ μονο, τί θά σημαίνη αυτό...

ΙΑ ΔΩΔΕΚΑ ΤΕΡΑΤΑ

Ο

ΝΕΜΠΟΪΣΑ γύρισε στον πύργο έχοντας στο

μυαλό του τήν πριγκίπισσα και γεμάτος θάρρος και αποφασιστικότητα. Είχε πιά νυχτώσει εντελώς. Κάθησε μιά πολυθρόνα, άναψε τήν πίπα του και ήσυχος περίμενε. Δέν έ'νοιοοσε κανένα φόβο. Αισθανόταν σάν νά βρισκόταν σπίτι του κοντά στο τζάκι μέ τήν άνηψούλα του στά γόνατά του. Τά μεσάνυχτα, ακούστηκε απ’ έξω μιά φοβερή αναταραχή. Ό Νεμπόϊσα άφησε τήν πίπα του και τράβηξε τό σπαθί του. Ή πόρτα άνοιξε απότομα καί μπήκαν μέσα δώδεκα φοβερά τέ­ ρατα. Τό πρώτο είχε ένα κεφάλι, λιονταριού. Τό δεύτερο δύο. Τό τρίτο τρία, και πήγαιναν έτσι μέχρι τό δωδέκατο πού είχε δώδεκα κεφάλια! Χαιρέτησαν ευγενικά τον Νεμπόϊσα καί τον ρώτησαν πώς είχε περάσει στό ταξίδι του. Ό Νεμπόϊσα δέν α­ πάντησε.- Τά κύτταξε μονάχα μέ περιέργεια, ένώ δποιος άλλος


Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΑΒΓΟΥ

1/1

7Λ αν ήταν στην θέσι του θά είχε παραλΰσει από τόν φόβο του. Μην παίρνοντας ωστόσο άπάντησι τά τέρατα άρχισαν νά αγρι­ εύουν, νά τόν βρίζουν καί νά τόν απειλούν κουνώντας τά ρόπα­ λα πού κρατούσαν. Ό Νεμπόϊσα χαμογέλασε ειρωνικά, και χαΐδεψε την λεπίδα τού βαρειού του σπαθιού. Μόλις τό είδαν αυτό τά τέρατα, ώρμησαν εναντίον του και ή μάχη άρχισε. Ό Νεμπόϊσα δεν ήταν μονάχα άφοβος. Ήταν και πολύ δυνατός. Τό αίμα των τεράτων έτρεχε ποτάμι. Άλλα καί δ ίδιος, λίγο λίγο ένοιωθε πώς έχανε τις δυνάμεις του και κουραζόταν. Ή­ ταν κι’ αυτός πληγωμένος καί τά χτυπήματα μέ τά ρόπαλα έ­ πεφταν βροχή. Ζαλιζόταν. Τό κεφάλι του γύριζε. "Ήξερε 8μως πώς, αν άφηνε τόν εαυτό του νά πέση, ήταν χαμένος. Κρατήθηκε λοιπόν καί, όταν χτύπησε τέσσερις ή ώρα, βρισκό­ ταν ακόμα ορθιος μέ τό σπαθί στο χέρι. Άπό τά εβδομήντα οκτώ κεφάλια πού είχαν ολα μαζί τά τέρατα, είκοσι βρίσκονταν κυλισμένα χάμω άψυχα, καί άπό είκοσι λαιμούς τό αίμα έτρεχε ποτάμι. Τά τέρατα μάζεψαν τά κομμένα τους κεφάλια καί έφυ­ γαν αφήνοντας φοβερά ουρλιαχτά. Ό Νεμπόϊσα βρήκε ίσα - ίσα τή δύναμι νά πάη μέχρι τό κρεβάτι καί νά ξεκρεμάση τό βάζο μέ τό βάλσαμο. "Άλειψε τις πληγές του κι’ έπεσε στο κρεβάτι. Κοιμήθηκε αμέσως 6αθειά καί, τό πρωί πού σηκώθηκε, ένοιωθε εντελώς καλά. Γεμά­ τος χαρά έτρεξε στόν κήπο, καί είδε πώς ή κοπέλλα ήταν τώρα έξω άπό τό νερό μέχρι τή μέση. Ό Νεμπόϊσα έμεινε άλα?ως βλέποντας την ομορφιά της κι’ ύστερα είπε: — Χαρά τής ζωής μου! Πόσο είσαι ομορφη, καί πόσο χαί­ ρομαι πού σέ βλέπω νά έχης βγή ή μισή άπό τό νερό! — Ευχαριστώ, Νεμπόϊσα. Άν καί άπόψε τό βράδυ φανής τό ίδιο γενναίος καί μπορέσης νά κράτησης καί αύριο τό βρά­ δυ, θά έλευθερωθώ εντελώς. Άλλα ή καρδιά μου πονάει όταν σκέπτομαι αυτά πού ύπόφερες για μένα, κι’ αυτά πού θά ύποφέρης άκόμα! Ό Νεμπόϊσα την καθησύχασε δσο μπορούσε καί πέρασαν ολη τήν ημέρα κουςε^πιάζοντας, ξεχνώντας τόν κίνδυνο καί


12

Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΑΕΤΟΥ

τις λύπες. Τό σούρουπο, καθώς γύριζε στον πύργο, ό Νεμπόϊσα ένοιωσε νά πλημμυρίζη από δύναμι καί θάρρος, λες καί στις φλέβες του κυλούσε όχι αίμα, άλλα φωτιά. Έφαγε καί ήπιε χωρίς μεγάλη ορεξι όχι γιατί φοβώταν! Άλλα γιατί ή σκέψι τής πριγκήπισσας, μόνης μέσα στο νερό, τον γέμιζε λύπη. Τό: μεσάνυχτα ωστόσο, ή ταραχή καί ό θόρυβος τής προηγούμενης βραδυάς τον έβγαλαν από τις σκέψεις του. Ή πόρτα άνοιξε καί τά τέρατα ματωμένα ακόμα, καί μέ κομμένα κεφάλια άπο τη χθεσινή μάχη, ώρμησαν στο διυμάτιο καί χύθηκαν νά τον σκοτώσουν. Ή μάχη αυτή τή φορά ήταν πιο φοβερή ακόμα, επειδή τά τέρατα είχαν καταλάβει πώς ό αντίπαλός τους ήταν τρομερός καί ήθελαν νά τον εξοντώσουν μέ κάθε τρόπο. Ό Νεμπόϊσα μόλις πρόφταινε νά φυλάγεται από τά δόντια, τά νύχια καί τά ρόπαλα των τεράτοιν, καί όχι πάντα. Άπό ένα σοορό πληγές, τό αίμα του έσταζε καί ένοιωθε πάλι τις δυνά­ μεις του νά φεύγουν λίγο - λίγο. Αλλά καί τό σπαθί του έκανε θραύσι. 3Άλλα δεκαπέντε κεφάλια είχαν κολλήσει χάμω, καί πέντε άπό τά τέρατα ήταν σκοτωμένα πάνω στό πάτωμα πού γλυστρούσε άπό τό αίμα. Σέ μια στιγμή, τό σπαθί ξέφυγε άπό τό κουρασμένο χέρι τού Νεμπόϊσα καί τά τέρατα έβγαλαν ένα ουρλιαχτό χαράς. Τά>ρα τον κρατούσαν άοπλο: Ένα άπό αυτά ώρμησε νά τόν δαγκάση στό λαιμό. Ό Νεμπόϊσα, χωρίς νά φοβηθή καθόλου άπό τούς φριχτούς μορφασμούς πού έκανε, τού κατέβασε μια φοβερή γροθιά στό μάτι, καί τόν έκανε νά οπισθοχώρηση ουρλιάζοντας. Τήν ίδια στιγμή, χτύπησε τέσ­ σερις καί τά τέρατα μάζεψαν τά κουφάρια καί τά κομμένα κε­ φάλια καί έφυγαν. Ό Νεμπόϊσα λιποθύμησε. Άλλα σέ λίγο συνήλθε, πήγε στό κρεβάτι καί άρπαξε τό βάζο μέ τό βάλσαμο. Αλείφτηκε ολόκληρος καί έπεσε στό κρεβάτι. Τήν άλλη μέρα, ήταν άκόμα πιο καλά άπ’ δ,τι ήταν όταν είχε πρωτοέρθει στον πύργο. Οι πληγές του είχαν χαθή καί έ­ νοιωθε γερός καί δυνατός σαν ταύρος. Γεμάτος χαρά ετρεξε ατέν κήπο Ά έβγαλε μιά φωνή ενθουσιασμού. Ή πριγκίπισσα βρισκόταν τώρα ολόκληρη έξω άπό τό νερό, καί στεκόταν κά­


Η ΚΑΡΑ ΙΑ ΤΟΥ ΑΪΤΟΥ

τω ατήν γυαλιστερή σαν καθρέφτης Ιπιφάνεια σαν νά ηαχο%σε πάντα σέ κάτι στεριό. Δεν μπορούσε όμως νά φΰγη έπειδή τά πόδια της ήταν άκόμα κολλημένα. Πέρασαν δλη τή μέρα κουβεντιάζοντας καί, δταν έπεσε τό σκοτάδι, δ Νεμπόϊσα γύρισε στον πύργο συλλογισμένος. "Ή­ πιε μονάχα ένα ποτήρι κρασί και κάθησε καί περίμενε μέ τό σπαθί του στο χέρι. Τά μεσάνυχτα, ολόκληρος ό πύργος τρεμούλιασε από τό βρόντο των κρότων πού έρχονταν. Τά τέρα­ τα μπήκαν ουρλιάζοντας, καί ρίχτηκαν πάνω στον Νεμπόϊσα πού τά περίμενε μέ τό σπαθί του σηκωμένο ψηλά. Δεν ένοι­ ωθε καθόλου φόβο. Αναρωτιόταν μονάχα &ν θά είχε αρκετή δύναμι ατούς μυς του και στά νεύρα του γιά νά βγή νικητής κι’ από την τε?,ευταία μάχη. Αυτή τή φορά τά τέρατα πάλευ­ αν σαν λυσσασμένα. Ήταν τώρα μονάχα εφτά, αλλά είχαν τρι­ άντα πέντε κεφάλια, δλα μαζί, καί ήταν αποφασισμένα νά ξε­ μπερδεύουν μ’ αυτό τον τρελλό, πού νόμισε πώς θά μπορούσε νά τά βγάλη πέρα μαζί τους. ’Αλλά κι’ δ Νεμπόϊσα ήταν απο­ φασισμένος νά κρατήση. Τό σπαθί του, άνεβοκατέβαινε βγά­ ζοντας αστραπές καί σέ κάθε χτύπημά του, άκουγόταν κι’ ενα ουρλιαχτό λύσσας καθώς ένα κεφάλι κυλιόταν χάμω. Μέσα σέ λίγην ώρα, μονάχα τέσσερα τέρατα είχαν μείνει ζωντανά, μέ δεκατρία κεφάλια. Άλλα δ Νεμπόϊσα ένοιωθε τή δύναμί του νά λιγοστεύη, είχε κουραστή. Καί σέ μιά στιγμή, τό σπαθί του, χτυπώντας πάνω σ’ ένα ρόπαλο, έγινε δύο κομμάτια. Τά τέρα­ τα ούρλιασαν από χαρά. Ό Νεμπόϊσα δμως δεν τά έχασε πά­ λι. Κατάφερε ν7 άρπάξη ενα από τά βαρεία ρόπαλα των τερά­ των, καί μέ τό μισό σπαθί στο ένα χέρι καί τό ρόπαλο στο άλ­ λο συνέχισε τή μάχη. Είχε φάει πιά δμως τόσα χτυπήματα, πού ένοιωθε τό κεφάλι του νά γυρίζη καί τ’ αυτιά του νά βουίζουν. Πάνω στην ώρα δμως πού κατάλαβε πώς θά έπεφτε, χτύπησε τέσσερις ή ώρα καί τά τέρατα βιάστηκαν νά φύγουν χωρίς ού­ τε τά κουφάρια καί τά κεφάλια νά πάρουν μαζί τους. "Έφευ­ γαν από τον πύργο κι’ από τή χώρα, γιά πάντα αυτή τή φορά. Ό Νφπόϊσα ^έν πρόφτασε νά τά δή νά φεύγουν. "Έπεσε


14

Η ΚΑΡΑ ΙΑ ΤΟΥ ΑΪΤΟΥ

λιποθυμισμένος, παταπληγωμένος και γεμάτος αίματα. Δέν ά­ νοιξε τά μάτια του, παρά μιαν ώρα αργότερα, άλλα ξέχασε τούς πόνους του βλέποντας χάμω, δίπλα του, τά κλειδιά του πύργου πού τά τέρατα τά είχαν ρίξει φεύγοντας. Ή χαρά, τού έδωσε λίγη δύναμι καί σύρθηκε ως τό κρεβάτι βγάζοντας βογγητά πόνου, άλειψε ολο του τό σώμα μέ τό μαγικό βάλσαμο και αποκοιμήθηκε αμέσως. Η ΜΑΓΙΣΣΑ ΓΕ1Ι Ο πρωί, γεμάτος υγεία και δύναμι πάλι, πήρε

Τ

τά κλειδιά καί έτρεξε στον κήπο, δπου έφτασε λαχανιασμένος κουδουνίζοντας τά κλειδιά. Είδε τότε την π κίπισσα, πού περπατώντας πάνω στό νερό ερχόταν προς τό μέ­ ρος του μέ τό κάτασπρο φόρεμά της πού τό φώτιζε ό ήλιος πού έβγαινε. — Ξέχασε τις λύπες σου, αγαπημένη μου, τής φώναξε. Εί­ σαι ελεύθερη πιά! Κα! τής άπλωσε τά χέρια. "Έτρεξε εκείνη και τον αγκά­ λιασε. Αφού έκλαψαν και γέ?.ασαν από χαρά, ή πριγκίπισσα σκούπισε τά μάτια της και τού είπε: — Καλέ μου Νεμπόϊσα, πού μέ έσωσες και μέ ελευθέρω­ σες, πάρε αυτό τό άσπρο μαντήλι. "Έχει κεντημένο πάνοο του τ’ όνομά μου μέ χρυσά γράμματα. Πάρε το και φύλαξε το γιά πάντα, και νά θυμάσαι πώς αυτό είναι άπόδειξι δτι σού εί­ μαι πιστή. Πάμε τώρα στον πύργο, γιατί πρέπει νά φας καί νά πιής. Πρέπει νά πάρουμε δύναμι γιατί έχουμε νά κάνουμε πολύ δρόμο γιά νά πάμε νά βρούμε τον πατέρα μου καί τή μη­ τέρα μου. Μέσα στη μεγάλη σάλλα, δπου ό Νεμπόϊσα είχε πολεμήσει μέ τούς δράκους, ή άκαταστασία ήταν φοβερή. εΌλα ήταν κομ­ ματιασμένα καί ριγμένα χάμω. ?Αλλά ή πριγκήπισσα πήρε τον καλό της σ’ Ινα άλλο δωμάτιο, πιό μικρό, κι5 έκ§1 κάθησαν καί έφαγαν χαλά. Ό πύργος ήταν γεμάτος από κάθε λογής φα~


Η ΚΑΡΜΑ ΤΟΥ ΑΪΤΟΥ

15

γητά. "Υστερα, πήρε καί καθάρισε καί μπάλωσε δσο γινότανε πιο χαλά τά κουρελιασμένα του ρούχα. Ό Νεμπόισα ξεκρέμασε από τόν τοίχο ένα σπαθί καί το πέρασε στη ζώνη του κι’ υστέρα ξεκίνησαν μέ την καρδιά τους γεμάτη χαρά. Δεν ένοι­ ωθαν οΰτε πείνα, ούτε δίψα, οΰτε κούρασι. ΟΙ πέτρες και τά αγκάθια του δρόμου τους φαίνονταν σάν μαλακό βελούδο. Ό Νεμπόϊσα και ή αρραβωνιαστικιά του περπάτησαν κόλ­ λες ώρες, πηγαίνοντας κατά τό Νοτιά, πιασμένοι χέρι - χέρι. Κατά τό βράδυ, βρέθηκαν σ’ ένα δάσος δπου τό φως ήταν λί­ γο, και μύριζε υγρασία καί χωματίλα. Ό Νεμπόϊσα κύτταξε γύρω του και φώναξε: —Δέν μπορείς νά κοιμηθής σ’ αυτό τό μέρος, καλή μου. Αυ­ τό τό δάσος μοιάζει μέ βούρκο πού μυρίζει άσχημα. Κάθησε λίγο και περίμενέ με. Θά πάω νά ρίξω μιά ματιά εδώ γύρω και νά προσπαθήσω νά βρω ένα ξέφωτο γιά ν’ ανάψουμε φωτιά. Ό Νεμπόϊσα περπάτησε γιά λίγο ανάμεσα στους θάμνους, κι’ ύστερα είδε ενα μονοπάτι πού ανέβαινε αρκετά απότομα, α­ νάμεσα σέ υγρές ρίζες. Ακολούθησε λοιπόν τό μονοπάτι, ελπί­ ζοντας νά βρή ψηλότερα, κανένα μέρος πιο στεγνό καί πιο ξε­ ρικό. Πραγματικά, δσο ανέβαινε, τόσο τά δέντρα γίνονταν πιο αραιά. Έφτασε, τέλος, στην κορυφή καί ξαφνικά είδε μπρο­ στά του εναν κήπο απέραντο και πολύ ωραίο. Ήταν γεμάτος από θαυμάσια άνθη πού δμοιά τους δ Νεμπόϊσα δέν είχε δή ποτέ του, καί τά δέντρα ήταν φορτωμένα από φρούτα μεγάλα καί γυαλιστερά πού ό Νεμπόϊσα δέν τά ήξερε. Δέν είχε όμως προλάβει καλά - καλά νά μπή στον κήπο, δταν ακούσε φωνές, και είδε νά πλησιάζουν τρεις κοπέλλες. Περπατούσαν σιγά σιγά κουβεντιάζοντας καί τά ωραία τους κεφάλια έσκυβαν πά­ νω από τά λουλούδια, ενώ τά μαλλιά τους άκουμπούσαν σχεδόν στο χώμα καθώς έκοβαν λουλούδια καί έφτιαναν μπουκέτα. Ό Νεμπόϊσα, πού ντράπηκε έπειδή είχε μπή κρυφά στον ξένο κήπο, κρύφτηκε πίσω από ένα θάμνο, κι’ έμεινε ακίνη­ τος. • - Γιά κύτταξε αδελφή μου, εκείνο τόν θάμνο πού κουνιέ-


16

Η ΚΑΡΜΑ ΤΟΥ Α0ΓΟΥ

ται: Μήπως είναι κανένας κρυμμένος άπό πίσω; είπε ή μια κύ­ πελλα. Και, κάνοντας ένα βήμα, έ'πιασε τά κλαδιά καί τά παραμέ­ ρισε. Άπό πίσω, φάνηκε δ Νεμπόϊσα κατακόκκινος καί μή ξέ­ ροντας τί νά πή για νά δικαιολογηθή. Αλλά οί κοπέλλες τον παρακάλεσαν μέ ευγένεια νά βγή καί, βάζοντάς τον στη μέση, πέρασαν άπδ τον κήπο καί εφθασαν μπροστά σ’ έναν πύργο πού οι τοίχοι του ήταν σκεπασμένοι ώς την κορυφή τους άπό κισσούς. Ό Νεμπόϊσα δεν ένοιωθε καί πολύ ευχάριστα, γιατί συλλογιζόταν πώς θά τον είχαν πάρει γιά κανένα κλέφτη. Κά­ θε άλλος στην θέσι του θά ένοιωθε νά τον πιάνη φόβος. Μ* ό­ λη την ομορφιά τους, οί κοπέλλες εκείνες είχαν σκληρά πρόσω­ πα, καί άπό τά μάτια τους, πού είχαν τό γκρίζο χρώμα τού α­ τσαλιού, περνούσαν κάθε τόσο παράξενες λάμψεις. Καί ό πύρ­ γος άκόμα, μ’ δλους τούς κισσούς πού τον σκέπαζαν, έμοιαζε περισσότερο μέ φυλακή χωρίς παράθυρα. Ό Νεμπόϊσα ωστό­ σο δέν φοβόταν. Αυτός, πού είχε νικήσει δώδεκα δράκους, θά φοβόταν τώρα τρία κορίτσια; Αστείο πράγμα. Συλλογιζόταν μονάχα πώς τόν πήγαιναν στον πύργο γιά νά τού δά)σουν νά φάη καί νά πιή, καί πώς μ’ αυτό τόν τρόπο θά εύρισκε κάτι καλό γιά νά πάη στην άρραβωνιαστικιά του νά φάη. Αλλοίμονο όμως! Σ’ εκείνο τόν πύργο, καθότανε μαζί μέ τις τρεις κόρες της, ή Γεζί, ή χειρότερη μάγισσα σ’ ολόκληρο τόν κόσμο. Μόλις είδε τόν Νεμπόϊσα, χάρηκε τόσο πολύ, πού χαμογελώντας άνοιξε τό πελώριο στόμα της αφήνοντας νά φα­ νούν τά δυο δόντια πού τής είχαν άπομείνει μονάχα. Ό Νεμπόϊσα ήταν μεγαλόσωμος καί ωραίος, μέ περήφανο πρόσωπο, παρ’ όλα τά κουρελιασμένα ρούχα του, καί ή απαίσια μάγισσα, αποφάσισε νά τόν δώση γιά άντρα σέ μιάν άπό τις κόρες της. Χωρίς νά χάση καιρό λοιπόν, τού τό είπε καί τού πρότεινε νά διάλεξη ποιάν άπό τις κόρες της προτιμούσε, άλλα δ Νεμπόϊσα άρνήθηκε θυμωμένος. Τότε, οί τέσσερις γυναίκες τόν έκλει­ σαν μέσα σ’ ένα μεγάλο σιδερένιο κλουβί πού ήταν δμως τόσο στενό, ώστε δέν μπορούσε ούτε νά καθήση, ούτε νά ξαπλωθη.


Η ΚΑΡ&ϊΑ ΤΟΥ ΑΕΤΟΥ

17

Στο μεταξύ, ή καημένη ή πριγκίπισσα έψαχνε παντού νά 6ρή τον αρραβωνιαστικό της, ξέροντας πώς ήταν αδύνατο νά την έχη έγκαταλείψει, παγωμένη από φόβο στην Ιδέα πώς είχε πάθει κανένα κακό. Μέσα στο σκοτάδι, γύριζε στο δάσος σκοντάφτοντας στις ρίζες καί τούς κορμούς, κλαίοντας καί φωνάζοντας το δνομά του χωρίς νά νοιάζεται γιά τούς λύκους καί τις αρκούδες... Την τέταρτη μέρα, ή Γεζί καί οί κόρες της έβγαλαν τό Νε^ μπόϊσα από τό κλουβί του, επειδή τούς ύποσχέθηκε πώς θά παντρευόταν οποία τον ήθελε! Πραγματικά όμως, είχε στο μυ­ αλό του νά μή κράτηση την ύπόσχεσί του, άν καμμιά από τις τρεις κόρες τής φριχτής μάγισσας κατάφερνε νά κάνη τις άλ­ λες δύο νά τής τόν άφήσουν. Γιατί, αλήθεια, οί κόρες τής μά­ γισσας τον ήθελαν καί οί τρεις, καί δλη μέρα κι’ δλη νύχτα, δεν έκαναν τίποτε άλλο από τό νά μαλώνουν ποια θά τόν έπαιρ­ νε. Ή μάγισσα δεν βοηθούσε καμμιά, επειδή δεν είχε κανένα λόγο νά άγαπάη καμμιά περισσότερο από τις άλλες. Ό Νεμπόϊσα, πού με χαρά παρακολουθούσε τά μαλώματά τους, δεν γύρευε παρά τήν ευκαιρία γιά νά τό σκάση. Ή φρι­ χτή μάγισσα, δμως, μάντεψε τό σκοπό του καί τού έκανε μά­ για. "Έτσι ό Νεμπόϊσα δέν μπορούσε νά άπομακρυνθή από τόν πύργο περισσότερο από λίγα μέτρα. Έκεΐ σκόνταφτε πάνω σ’ έναν αόρατο τοίχο πού δσο κι’ άν προσπαθούσε, ήταν αδύνατο νά τόν περάση. Καθόταν τότε έκεΐ καί εκλαιγε σάν μωρό καί ούρλιαζε σάν άγριο ζώο. Μιά μέρα πού εκλαιγε έτσι, με τό κεφάλι ακουμπισμένο στά χέρια του, ακούσε μπροστά του έναν έλαφρό θόρυβο. Σή­ κωσε τό κεφάλι καί είδε μιά γριά αδύνατη, πού στεκόταν μπρο­ στά του καί κύτταζε τόν πύργο τής μάγισσας, μέ μάτια πού άστραφταν. Ό Νεμπόϊσα παραξενεύτηκε βλέποντας μέ πόσο μίσος κύτταζε τό σπίτι τής μάγισσας εκείνη ή παράξενη γυ­ ναίκα. Ή γριά , γύρισε επί τέλους στον Νεμπόϊσα καί σκύβον­ τας από πάνω του τού είπε μέ γλυκεία φωνή: — Μή βασανίζεσαι έτσι. Ξέρω γιατί υποφέρεις καί ξέρω


Ξαφνικά, δώδεκα τέρατα &ριμησα;ν μέσα στον πύργο

πώς τά βάσανά σου γρήγορα θά τελειώσουν. Δέν θά ήθελες να ξαναδής την αρραβωνιαστικιά σου; — ’Άχ, καλή μου κυρία. Τά λόγια σας μέ παραξενεύουν, αλλά μου κάνουν καλό στην καρδιά. *Αν ήθελα νά δώ την αρ­ ραβωνιαστικιά μου; *Ας την έβλεπα μιά φορά μονάχα, κι’ ύ­ στερα άς πέθαινα. — Μη μιλάς γιά θάνατο, απάντησε ή γριά χαμογελώντας. 5Άν πρόκειται νά πεθάνη κάποιος, αυτός είναι ή Γεζί. 9'Ακούσε αυτά πού θά σου πω. Κόψε ένα κλαδί από έκεΐνο έκεΐ τό θάμνο δίπλα σου. Έτσι. Βά?^ε, τώρα, τό κλαδί μέσα στην αριστερή σου τσέπη καί γύρισε στον πύργο, χωρίς νά φοβάσαι καθόλου. Μόλις μπής μέσα, ή Γεζί θά μεταφορφωθή σέ μαύρη γάτα καί θά όρμήση έπάνω σου. Δόσε της μιά κλωτσιά κι’ ύστερα λυώσε της τό κεφάλι μέ τό τακούνι σου. Αμέσως τότε θά μεταμορφω-

και

μιά μανιασμένη

μάχη άρχισε μέ τον Νιεμττόϊσα !

θη σέ μιά πηχτή βρώμικη λάσπη καί θά άπλωθή στο πάτωμα. Καί την ίδια στιγμή, οΐ κόρες της θά γίνουν τρεις βράχοι. Έ­ λα ύστερα εδώ. Θά σέ περιμένω. Ό Νεμπόϊσα κύτταξε την γριά μέ σεβασμό. ΓΙοιά νά ή­ ταν άραγε αυτή ή γυναίκα, πού μπορούσε νά κανονίζη τήν τύ­ χη τής πιό μεγάλης μάγισσας τού κόσμου; Δέν ήταν, ωστόσο, ώρα γιά νά κάθεται νά συλλογίζεται. Χωρίς νά πή λέξι, γύ­ ρισε καί άρχισε νά προχωρή προς τον πύργο. Ή καρδιά του χτυπούσε καί ό λαιμός του ήταν ξερός. Τί θά τού συνέβαινε ά­ ραγε; Μόλις μπήκε μέσα, μιά μεγάλη μαύρη γάτα ώρμησε έπάνω του μέ τά γαμψά της νύχια έτοιμα νά τόν ξεσκίσουν. Αλλά ό Νεμπόϊσα τήν πέταξε πέρα μέ μιά δυνατά κλωτσιά κι’ ύστερα σήκωσε τό πόδι του καί μέ αηδία έλυωσε τό απαίσιο κεφάλι


Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ Α£Τ6Ϋ

20

της κάτω από τό τακούνι του. Μια πηχτή καί μαύρη λάσπη κύ­ λησε τότε στό' πάτωμα. Κατάλαβε τότε πώς έτρεμε ολόκληρος. Βγήκε αμέσως καί γύρισε στο μέρος οπού τον περίμενε ή γριά, μεθυσμένος από την ιδέα πώς ήταν πια έλεύθερος. — Τώρα, τού είπε ή γριά, δέν έχεις τίποτα νά φοβηθής. Πάρε αυτό τό δρόμο καί προχοόρει δλόϊσια. Θά φτάσης*στους πρόποδες ενός ψηλού λόφου καί θά δής μιά μαρμάρινη σκάλα πού φτάνει ώς τήν κορυφή του. Επάνω, θά βρής έναν κήπο μεγάλο, φυτεμένο μέ ωραία δέντρα. Άλλα κανένα λουλούδι δέν μπορεί νά μεγαλώση. Μόλις ανοίξουν μένουν ξαπλωμένα πά­ νω στο χώμα κι’ ύστερα μαραίνονται. Οί ρίζες τους είναι πνι­ γμένες κάθε μιά από ένα κόκκαλο δράκου καί κανένας δέν τό ξέρει. Σκάψε ένα λάκκο, μάζεψε δλα τά κόκκαλα καί θάψε τα. 'Όταν τελείωσης, ένας δράκος θά έρθη νά σέ ευχαρίστηση καί θά σέ ρωτήση τί· χάρι θέλεις νά σού κάνη. Ρώτησε τον τότε πού βρίσκεται ή αγαπημένη σου αρραβωνιαστικιά κι’ εκείνος θά σού πή, γιατί ξέρει, καλύτερα από μένα, τί γίνεται στον κό­ σμο. Είναι ό βασιλιάς όλων των ζώων καί των πουλιών.

Νεμπόϊσα γονάτισε καί τής φίλησε τό χέρι κι’

Ο

ύστερα ξεκίνησε μέ τήν καρδιά του ξαλαφρωμένη. Ακολούθησε τον δρόμο πού τού είχε πή κι’ έφτασε σ κήπο. Ρίχτηκε στη δουλειά μέ αληθινή μανία. Κάθε φορά πού έβγαζε ένα κόκκαλο, ένα λουλούδι ζωντάνευε καί άνασηκωνόταν πάνω στόν μακρύ του μίσχο. Σέ λίγο, ό κήπος γέμισε από αρώματα καί ωραία χρώματα. 'Όταν τελείωσε τη δουλειά του, μπήκε στόν κήπο ένας δράκος καί τον πλησίασε. — Σ’ ευχαριστώ, ξένε, τού είπε. Τί θέλεις νά σού δώσω, πού μού ελευθέρωσες τά λουλούδια μου; — Δέν θέλω νά μού δώσης τίποτα, απάντησε ό Νεμπόϊσα. Θέλω νά μού πής μονάχα πού βρίσκεται ή αρραβωνιαστικιά μού, πού τήν έχασα στό δάσος τής Γεζί.


Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΛΙΤΟΥ

2ι1

— *Ας γίνη ϊτοι, είπε δ δράκος. Κι’ αρπάζοντας μια σάλπιγγα, φύσηξε τόσο δυνατά, που τρεμούλιασε ή γή. "Ύστερα από λίγο, άρχισαν νά φτάνουν ζώα κάθε είδους, που δ δράκος τά ρωτούσε ένα - ένα, δν ήξεραν τίποτα για τήν αρραβωνιαστικιά του Νεμπόϊσα. Τά διάφορα ζώα, λοιπόν, διηγήθηκαν δ,τι ήξερε τό καθένα και δ,τι είχαν ακούσει από άλλα ζώα, πού δεν είχαν μπόρεση νά έρθουν. Ό Νεμπόϊσα έμαθε έτσι, δτι ή πριγκήπισσα, αφού είχε περιπλά­ νηση γιά πολλές μέρες μέσα στό δάσος είχε βγή απ’ αυτό, σαν ύπνοβάτις, καί είχε πάρει τό δρόμο κατά τό Νοτιά, σάν νά γνώριζε τό δρόμο. Ό φουκαράς δ Νεμπόϊσα ήταν απελπισμένος. Πού νά πάη τώρα νά βρή τήν αρραβωνιαστικιά του; Εκείνη τη στιγμή, ωστόσο, ακούστηκε ένα δυνατό φτεροκόπημα κι’ έ­ νας γέρος αετός κατέβηκε. Ήταν πελοόριος και τά μάτια του έλαμπαν σάν αναμμένα κάρβουνα. *— Γιατί ήρθες τόσο αργά; τον ρώτησε δ βασιλιάς του μέ θυμωμένη φωνή. — Βασιλιά μου, απάντησε ό αετός, άργησα, επειδή μέ πλήγακτε στό φτερό ένας νεαρός άρχοντας, πού ήθελε νά μέ κάνη δώρο στην αρραβωνιαστικιά του, πέρα, από τήν άλλη μεριά τής Μαύρης θάλασσας. Δεν ήξερε δ άνόητος δτι σέ μένα χρωστάει δτι έχει αρραβωνιαστικιά, γιατί εγώ τήν κουβάλησα τήν καη­ μένη τήν κοπέλλα στη χώρα του και δεν τήν άφησα νά πεθάνη τής πείνας, όταν τήν βρήκα νά τριγυρίζη απ’ αυτή τή με­ ριά τής Μαύρης θάλασσας. — Θεέ μου!, φώναξε δ Νεμπόϊσα τρέμοντας. Μήπως μι­ λάς γιά τήν κόρη τού βασιλιά τής Μαύρης θάλασσας και 'τών Τριών Βουνών; — Γι’ αυτήν μιλάω, απάντησε ό αετός. Τότε δ Νεμπόϊσα έπεσε στά γόνατα. Αυτός πού δεν είχε ποτέ του παρακαλέσει άνθρωπο, παρακαλούσε τώρα ένα δράκο κι’ ένα πουλί. *— Πήγαινε με! Πήγαινε με!, έλεγε στον αετό, θά στο χρωστάω χάρι ώσπου νά πεθάνω. Θά είσμι ύ καλύτερός μου


22

Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΑΕΤΟΥ

φίλος! Βασιλιά, είπε ύστερα γυρνώντας στο δράκο. "'Αφησέ τον νά μέ πάη. *Αν δέν τον άφήσης, θά σκοτωθώ έδώ, μπρο­ στά στα μάτια σου. — Θά σέ πήγαινα, είπε δ αετός μέ γλυκεία φωνή. Αλλά τό φτερό μου είναι πληγωμένο. Μόλις είχα τή δύναμι νά έρθω μέχρις εδώ. -— Είπες πώς θά παντρευτή; Πότε; -— Αύριο. Οι γιορτές θά αρχίσουν τό μεσημέρι. Ό γάμος θά γίνη τέσσερις ώρες αργότερα. Ό Μεμπόϊσα φαινόταν πώς θά τρελλαθή. "Ολα τά ζώα είχαν παγώσει από θλΐψι. Στο τέλος, ό γέρος αετός σηκώθηκε. — *Ας είναι, είπε. Θά προσπαθήσω. Δέν μπορώ νά σέ βλέ­ πω νά ύποφέρης. Βασιλιά μου, μπορούμε νά φύγουμε; — Φύγετε!, είπε δ δράκος. Εύχομαι νά επιτύχετε. Φύγετε. Ό ήλιος πάει νά δύση. Ή ώρα είναι, κατάλληλη. Ό Νεμπόϊσα πήδησε στην ράχη τού αετού ευχαριστώντας τον βασιλιά των ζώων. Κι’ αμέσως ξεκίνησαν. Ό δράκος τούς ακολούθησε γιά ώρα πολλή μέ τό βλέμμα του. "Οταν χάθηκαν μακρυά, αναστέναξε. "Ηξερε πώς δέν θά ξανάβλεπε τον αετό, τον πιο πιστό του υπήκοο. Π αρ’ δλο τον φοβερό πόνο πού ένοιωθε νά τον μαχαιρώνη σέ κάθε χτύπημα τών φτερών του, δ αετός κατάφερε νά φτάση στην άλλη μεριά τής Μαύρης θάλασσας. Σωριάστηκε πά­ νω στην άμμο καί τό αίμα του άρχισε νά κυλάη. Ήταν νύχτα ακόμα, δέν άκουγόταν γύρω, παρά τό μουρμούρισμα τής θά­ λασσας στην άμμο, κι’ δ Νεμπόϊσα δέν ήξερε πού νά πάη γιά νά φέρη βοήθεια στον φίλο του. -— Φίλε μου, είπε δ αετός, δν θέλης νά μ' ευχαρίστησης γιά δ,τι έκανα γιά σένα, πάρε τό σπαθί σου καί κόψε μου τό κεφά­ λι. "Έτσι θά μέ κάνης νά μην υποφέρω καί πρέπει νά τό κά­ νης. Ό Νεμπόϊσα έβγαλε μιά φωνή φρίκης άκούγοντας αυτά τά λόγια. "Έπεσε στην άμμο, δίπλα στο φίλο του, κι’ έβαλε τό κεφάλι του μέσα στα χέρια τοι\


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Τα Παραμύθια Του Μικρού Ήρωος by ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ / MIKROS IROS PUBLICATIONS - Issuu