Skip to main content

Οι Άθλιοι

Page 1

ISBN: 978-618-5531-83-6


βικτπρος

ουγκπ

ΑΘΛΙΟΙ Ά ττ ό δ ο σ ι ς Γ. ΜΑΡΜΑΡΙΔΗ

ΦΘΗΝΑ ΒΙΒΛΙΑ ΜΕΓΑΛΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΑΘΗΝΑ!


"Οσο άνάμεσα στον νόμο «αΐ στην ήιθικη θά υττάρχη μια κοινωνική καταδίκη που δημιουργεί τεχνητή κάλασι στήν πολιτισμένη κοινωνία -μας.... "Όσο θά μένουν άλυτα τα τρία προβλήμοπα των αϊ’ώνων : Ή ταπείνωσι του άνδρα μέ την ανεργία, ή έξαθλίωσι τής γυναίκας ιμέ τήν πείνα, τό κατάντημα του παιδιού μέ τήν αμάθεια,.. "Οσο μερικά κοινωνικά ασφυκτικά...

στρώματα

θά καταπιέζωνται

V

"Όσο μέ λίγα λόγια θά βασιλεύουν στή γη ή άμαρφωσιά καί ή στέρηση δεν αποκλείεται νά μήν είναι ολωσ­ διόλου περιττά βιβλία σάν αυτό έδώ...

Ότβίλ 1—1—1862


Ξαναβρέθηκε στόιν δρόμο διωγμένος απ’ δλους. Ακόμα ' κΓ από ένα σκυλί.... ΣΤΡΑΤΟΚΟΠΟΣ

1815

' Ο ΟΛΟΙ ΠΟΡΟΣ έφτασε στη μικρή πολιτεία Ντίν, μιά ώρα πριν άπό τή δύσι του ήλιου. Τάσο άθλια ήταν ή έμφάνισί του, πού ώρισμένοι διαβάτες τον κυτταζαν μ’ ανησυχία. *Ηταν κοντόχοντρος καί γεροδεμένος άΐνάμεσα σαρανταέξη καί σαρανταοκτώ χρόνων. Τό κάθιδρο πρόσωπό του τό σκίαζε ένα έρειπωμένο κασκέτο. Τό φτηνό κί­ τρινο πουκάμισό του, πού έκλεινε στον λαιμό μέ μιά μικρή ασημένια άγκυρα, άφηνε νά φαίνεται τό τριχωτό στήθος του. Φορούσε ένα ξέθωριασμένο φου λάρι πλεγμένο σαν σχοινί, ένα γαλάζιο φτηνό χοντροπαντέλονο, μιά σταχτιά κουρελιασμένη παλιομπλουζα μ’ ένα μπάλωμα στον ένα αγκώνα της, ραμ


μένομε άπαγγο. Κρατούσε Ινάν κοοτάγεμο και κ<Φ τακαίνουργιο στρατιωτικό· σάκκο στη ράχι του κι1 ένα ροζιασμένο παλιόραβδο στο άλλο του χέρι. Τά πόδια του ήταν ξεκάλτσωτα και τά παπούτσια του κουρελιασμένα. Τό κεφάλι- του κουρεμένο και τά γένεια του μακρυά. Καί σ5 όλο αυτό τό άθλιο σύνολο, 6 ιδρώτας καί ή σκόνη άττό την πεζοπορία είχαν, προσθέτει κι’ εγώ δεν ξέρω πόση βρωμιά. Κανείς δεν γνώριζε ούτε ποιος ήταν, ούτε από πού ερχόταν. Όπωσβήποτε μπήκε στο Ντίν από τον ίδιο δρόμο πού πέρασε κι* ό Ναπολέων πριν εφτά μήνες, πηγαίνοντας από τις Κάννες στο Παρίσι. Πήγε στη Δημαρχία άπ5 όπου ξανάφυγε μετά ένα τέταρτο. Μπήκε σ' ένα πανδοχείο καί χώθηκε στην κουζίνα πού έβλεπε κατ’ ευθείαν στον δρόμο. Ό πανδοχέας Ιωακείμ Ααβάρ ούτε σήκωσε τό κεφάλι από το τηγάνι του, μόνο ρώτησε άκούγοντας την πόρτα ν5 άνοίγη: — Τι επιθυμεί ό κύριος; — Νά φάω καί να κοιμηθώ απάντησε ό ταξιδιώ­ της.

— Εύκάλώτατο, φώναξε ό άλλος, άλλα σηκώνον­ τας τό κεφάλι· καί ρίχνοντας μια ματιά στον πελάτη του πρόσδεσε: Φτάνει νά πληρώσετε. Ό ξένος είπε τραβώντας ένα χοντρό πέτσινο, πουγγί': — "Εχω λεφτά. — Τότε είστε σαν στο σπίτι, σας κύριε! Άπόθεσε τον γυλιό του ό στρατοκόπος καί πήγε καί χώθηκε πλάϊ στη φωτιά. Ό πανδοχέας πηγαινοερχόταν από τό τηγάνι· στη σούβλα καί ξεσκέπασε δυο τσουκάλια πού έβραζαν ενώ δεν ξεχνούσε νά ρίχνη έξεταστικές κρυφές μα­ τιές στον ξένο. — Θά αργήσουμε νά φάμε; ρώτησε άξαφνα αυ­ τός. —

Καθώς ό νιοφερμένος τού είχε γυρισμένη την πλά­ τη, ό Ααβάρ έγραψε κάτι· σ’ ένα μικρό κομμάτι χαρ­ τιού πού έκοψε από μιά εφημερίδα τό δίπλωσε καί τό έδωσε σ’ έναν μικρό. Τού ψιθύριζε καί κάτι· στ* αυτί κι.5 εκείνος έφυγε τρέχοντας γιά νά ξαναγυρίση μετά από λίγο μ3 ένα άλλο χαρτί, πού ό πανδοχέας. τό διάβασε κουνώντας σκεπτικός τό κεφάλι του. Ύ-


άΐέρά πλησίασε τον ξένο πού φαινόταν βρισμένος σέ σκέψεις. -— Δεν μπορώ νά σάς δε^θώ κύριε, του εΐττε. Ό άνθρωπος γύρισε ξαφνιασμένος. Πώς! Φοβόσαστε πώς δεν θά πληρώσω; Νά σάς τά δώσω από τώρα... άν προτιμάτε... — Δεν πρόκειται γι’ αυτό. — 5 Αλλά, για τί; — Νά... Μπορεί νάχετε λεφτά, πλήν εγώ δεν έχω δωμάτιο. — Βάλτε με στον σταυλο, άποκρίθηκε εκείνος ατάραχα και κουρασμένα. — Τ’ άλογα δεν χωράνε καλά - καλά εκεί μέσα. — Λοιπόν αφήστε με νά κουρνιάσω σέ μιά γωνιά στον αχερώνα, μουρμούρισε ό στρατοκόπος άνυπσμ ονα. Δεν είμαι καθόλου απαιτητικός. Τά κανονίζο­ με μετά τό φαί. — Δεν γίινεται νά φάτ’ έδώ... Πάλι φάνηκε νά ξαφνιάστηκε ό ξένος άπό τό Απο­ φασιστικό ύφος του πανδοχέα, σάν ξεστόμισε αυτά τά λόγια. Σηκώθηκε. — Δε γίνεται; "Αλλο αυτό! Κι5 όμως είμαι ξε­ θεωμένος. Περπατάω άπό τά ξημερώματα χωρίς σταματημό. "Εχω κάνει δώδεκα λεύγες. — Δεν έχω τίποτε, έκανε ό ξενοδόχος. Ό άλλος έσκασε στά γέλια και κυτταξε γύρω. — Τίποτα! Κι* Αλα τούτα; — * Ετούτα είναι παραγγελίες δλα... -ανακάθησε ό ξένος και είπε μέ την πάντοτε ηρεμη φωνή του: — Είμαι, σέ ταβέρνα... είμαι πεινασμένος και μένω νά φάω... Ό πανδοχέας έσκυψε στ* αυτί του τότε καί τουπέ μ5 έναν τρόπο που τον έκανε ν άνατριχιάση: — Πηγαίνετε! Είχε σκύψει εκείνη την ώρα ό στρατοκόπος^ Μέ τή σιδερένια αιχμή τού μπαστουνιού του σκάλιζε κάτι κλαδιά στη φωτιά. Γύρισε απότομα. Δεν πρόφτασε όμως νά μιλήση μ5 όλο πού εί^ε Ανοίξει τό στόμα του. Ό πανδοχέας τον έκοψε μιλώντας πάντα μέ απειλητική Αλλά πολύ σιγανή φωνή: — Φτάνουν οί κουβέντες. Θέλετε νά μάθετε πώς

I


Ιέρω ττοιός εΐσθε; Λέγεσθε Γιάννηις Άγιάννης. ^έ­ στειλα στη Δημαρχία νά ρωτήσω για σάς. Σάς ένδιαφέρει^ή άπάντησίς τους; Νάτη. Φτάνει νά ξέρετε νά διαβάσετε... Του άπλωσε τό χαρτί που τουχε φέρει ό μικρός. Ό άνθρωπος έρριξε μιά ματιά. Ό πανδοχέας έπανέλαβε: — Συνηθίζω νάμαι ευγενικός μ" δλους. Πηγαίνενετε, σάς παρακαλώ... Κατέβασε τό κεφάλι ό άλλος, φορτώθηκε τον σάκ κο του κι* έφυγε χωρίς νά μιλήση. Πήρε τον μεγάλο δρόμο. Κάτι παιδιά πίσω του άρχισαν νά του ρί­ χνουν πέτρες. Στράφηκε και τά φοβέρισε μέ τό ραβ­ δί του. Τά παιδιά διαλύθηκαν. Πέρασε μπρος άπό τή φυλακή. Χτύπησε την πόρτα. "Άνοιξε ένα πα­ ραθυράκι. — Κύριε φύλακα, είπε ό στρατοκόπος βγάζοντας την τσαγιάσκα του μιέ σεβασμό, μπορείτε νά μέ φι­ λοξενήσετε γιά τούτη τή νύχτα; Μιά φωνή, του άποκρίθηκε: — Δεν είναι ξενοδοχείο ή φυλακή κύριε. Φροντί­ στε νά σάς πιάσουν! Τότε θά σάς ανοίξουμε ευχα­ ρίστως. Κι" υστέρα τό παραθυράκι έκλεισε πάλι. Μπήκε σ’ έναν δρομάκο πού υπήρχαν πολλοί κήποι. ΕΤδε ένα μονόροφο σπιτάκι, πού τό παράθυρό του είχε φως. Ζύγωσε καί κύτταξε άπό τό τζάμι. ΠΗταν ένα μεγάλο δωμάτιο μ" ένα κρεββάτι, μιά κούνια στη γωνιά, λίγες καρέκλες. "Ενα δίκαννο ήταν κρεμασμέ­ νο στον τοΐχο απέναντι του. Στη μέση του δωματίου υπήρχε ένα στρωμένο τραπέζι. "Ενας άντρας μέ χαμογελαστό πρόσωπο, χορο­ πηδούσε στα γόνατά του ένα μικρό παιδί. Ό στρα­ τοκόπος άπόμεινε σκεπτικός γιά λίγο μπροστά σ" εκείνη την ειρηνική οικογενειακή εικόνα. Τΐ γινόταν μέσα του; Μόνο εκείνος μπορούσε νά τό πή. ααφνικά, χτύπησε σιγανά τό τζάμι. Δεν άκουσαν. Χτύπησε πάλι. Ακούσε μιά γυναικεία φωνή πού έλεγε: — Μου φαίνεται πώς χτυπουν άντρα μου. — "Όχι, άποκρίθηκε ό σύζυγος. ΐότε ξαναχτύπησε.

6

*

\

.


Ό άντρας σηκώθηκε καί πήγε κι* άνοιξε την πόρ­ τα, παίρνοντας τη λάμπα. — Κύριε, εΐπε ήρεμα ό ταξιδιώτης, μήπως θά μπορούσατε νά μοΟ δώσετε ένα πιάτο σούπα κι* ένα ^κομμάτι ψωμί - Τσως και μια γωνιά για νά κοι­ μηθώ; Πέστε ιμου... Κι* δχι έτσι... Με πληρωμή... — ^Ποιος εΤσθε;^ — Έρχομαι από μακρυά... Έκανα δώδεκα λεύγες μέ τά πόδια.,. Περπάτησα ολη τή μέρα. Πέστε μου άν θά μπορούσατε. Μέ πληρωμή... — Δεν θάλεγα όχι σ* έναν καλό ταξιδιώτη που θάθελε καί νά μέ πλήρωσή... *Αλλά γιατί δέν πη­ γαίνετε στο πανδοχείο; — Δέν^ έχει ^ δωμάτια... — Μπά... Δέν είναι δυνατόν. Σήμερα δέν έχει πα­ νηγύρι. — Δέν μέ δέχτηκαν. Ό άλλος τον παρατήρησε μέ δύσπιστο ύψος άπό πάνω ώς κάτω κι* ύστερα φώναξε: — Μήπως είσθ'* εκείνος... Έκανε απότομα τρία δήματα πίσω, άφησε πάνω στο τραπέζι τή λάμπα καί ξεκρέμασε άπό τον τοΐχο τό ντουφέκι. ^Υστερα ξαναγύρισε στην πόρτα λέ­ γοντας : — Πήγαινε! — Παρακαλώ, δόστε μου ένα ποτήρι νερό... -— Μιά τουφέκια θά σου δώσω! Τού βρόντηξε την πόρτα κατάμουτρα κι* ακούσε ό στρατοκόπος άπό μέσα πού τραδσύσε τούς σύρ­ τες. Έπεφτε ή νύχτα νωρίς, καθώς ό ουρανός ήταν γεμάτος σύννεφα. Ψυχρός άέρας ερχόταν άπό τίς ^Αλπεις. Ό ξένος διέκρινε κάτι σάν καλυδούλα πιο πέρα, σ* έναν κήπο. Δρασκέλισε αποφασιστικά τον φρά­ χτη καί πήδήξε μέσα. Ζύγωσε. Είχε μ>ιά στενή καί χαμηλή πορτούλα. Γλύστρησε μέ τήν κοιλιά άπ’ αυτήν καί χώθηκε μέσα γιά νά φυλσχτή άπό τον ά­ νεμο. Τήν ίδια στιγμή ακούστηκε ένα θυμωμένο μουγ γρητό. Στο άνοιγμα τής καλυδούλας φάνηκε τό κε­ φάλι ενός μεγάλου σκύλου. Ή καλυδούλα ήταν τό σπιτάκι τού σκύλου. Βγήκε πάλι προσέχοντας μήπως τό ζώο τού ρι­ χνόταν. Σέ λίγο ξαναβρέθηκε στον δρόμο, μόνος χω- 7


ρις στέγη διωγμένος απ’ όλους, οοκόμα κι5 οπτό ενσ σκυλί. «Ούτε σκαλί δεν είμαι... Ναι, ούτε σκαλί.», σκέφθηκε. Τό σκοτάδι έπεφτε γρήγορα. Καθώς δέν ήξερε, τούς δρόμους άρχισε νά τριγυρίζη στην τύχη. Κα­ θώς περνούσε μπρος από τή Μητρόπολη, έδειξε στην εκκλησία τή γροθιά του. Πήγε μετά καί ξαπλώθηκε πάω σ5 έναν πέτρινο πάγκο, πού βρισκόταν έξω από ένα τυπογραφείο. Την ίδια ώρα έβγαινε από την εκ­ κλησία μ,ιά γριά. Τον είδε. Ρώτησε: — Τί κάνετε έκεΐ, καλέ μου άνθρωπε; ^— Τό βλέπετε, απάντησε απότομα σχεδόν θυμω­ μένος. Ετοιμάζομαι νά κοιμηθώ. — Πάνω σ’ αυτή τήν κρύα πέτρα; — Δεκαεννιά χρόνια είχα ξύλινο στρώμα. Σήμε­ ρα τ’ άλλαξα μ5 ένα πέτρινο. — Στρατιώτης εϊσαστε; — Ναί, κυρά μου... στρατιώτης!... — Γιαττί δέν πηγαίνετε στο πανδοχείο; —- Γιατί δεν έχω χρήματα. — Δυστυχώς κι5 έγώ δέν έχω άλλο από τέσσερις πεντάρες στο πορτμονέ μου, είπε ή γριά μέ στενο­ χώρια. , —Δόστε τις... Παρά καθόλου καλές είναι.... Ό άνθρωπος τίς πήρε κι* έκείΗ/η ξάνάπε: *—Δέν μπορείτε μ* αυτά δά νά κοιμρ|9ήτε στο πανδοχείο. Δέν γίνεται νά περάσετε τή νύχτα έτσι. Σίγουρα θά εϊσαστε πεινασμένος. Θά μπορούσαν νά σάς φιλοξενήσουν κάπου... —Ναί; Χτύπησα σ5 όλες τίς πόρτες καί μ* έδιω­ ξαν από παντού. ΊΗ γριούλα τον άγγιξε στο μπράτσο καί τού έδει­ ξε ^ ένα μικρό χαμηλό σπίτι πλάϊ στήν Επισκοπή, στήν άλλη άκρη τής πλατείας. —"Ολες; ρώτησε χαμογελώντας. —Ναί... —Χαί σ5 εκείνη εκεί;

—-Ποιά,η.. "Οχι. ■—Χτυπήστε,


Η ΦΡΟΝΗΣΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΕΙ ΤΗ ΣΟΦΙΑ ϊΐέ Π I ΣΚΟΠΟΣ στο Ντίν ήταν ό Κάρολος Φραγκίσκος Κ αλάφθαστος Μυριήλ. ΤΗτπαν γέρος, κοντά έβδομηνταπέντε χρόνων, και κρατούσε αυτή τήν Ιερατική έδρα από 6ώ κι5 εννιά χρόνια. Διηγούνταν γι’ αυτόν πώς ό πατέρας του τόν εί­ χε παντρέψει ώττό νωρίς, επειδή τον προώριζε γιά κληρονόμο του αξιώματος του — ήταν επαρχιακός σύμβουλος στο Αϊξ. *Ηταν καλοκαμωμένος άν^και αρκετά μικρόσωμος, κομψός, χαριτωμένος, γεμάτος πνεύμα. Στήν αρχή τής ζωής του — λένε — ήταν πολύ κοσμικός. Μά έξαφνα ξέσπασε ή έττανάστασι καί οι οικογένειες των επισήμων διασκορπίστηκαν άποοεκατισμένες, καταδιωγμένες. Ό Κάρολος έφυ­ γε γιά τήν Ιταλία από τις πρώτες μέρες. Ή γυ­ ναίκα του πέθανε εκεί πέρα από μιά πάθησι τού στήθους. Δεν είχαν παιδιά. Κανείς δεν ήξερε τΐ α­ πογίνε από κεΐ καί πέρα, μόνο πώς στο 1804 βρέ­ θηκε εφημέριος στο Μπρινιόλ. ΕΤχ·ε γεοάσει βέβαια τότε καί ζούσε πιά άποτραβηγμένος. Τότε πού θά στεφόταν ό αύτοκράτορας τον είχε φέρει στο Παρίσι κάποια μικροϋπόθεσι τής ενορίας του, κοντά στον θείο του, Καρδινάλιο Φές. ’Έτυχε έκεΐ πέρα νά συναντηθή με τον ίδιο τον αύτοκράτορα. —Ποιος εΤ-ν* αυτός ό άνθρωπος πού με κυττάζει; ρώτησ’ εκείνος τον καρδινάλιο. —-Μεγαλειότατε, άποκρίθηκε ό Μυριήλ αντί γιά τον θεΐο του, έσεΐς βλέπετε έναν άνθρωπάκο, κι* εγώ βλέπω έναν μεγάλον άνδρα. Κι* όμως ό καθένας μας εργάζεται γιά κάτι. Λένε πώς ϋστερ’ απ’ αυτό καί, χωρίς ό αύτοκρά­ τορας νά τού άναφέρη τίποτα, τοΰρθε μιά, μέρα ένα χαρτί πού τον διώριζε επίσκοπο στο Ντίν. Κ-ανεΐς δεν μπορεί νά βεβαίωση με δρκο πώς εΐν’ αλήθεια όλα τούτα. Λένε τόσα οι άνθρωποι, γιά^ όλους εκεί­ νους πού ή ζωή τους είναι λίγο - πολύ δημόσια... Δέχθηκε τή θέσι κ'αί' από τότε ζούσε σ’ εκείνο τό σπιτάκι μαζί μέ τήν αδελφή του τη Βαπτιστίνα —μιά γεροντοκόρη δέκα χρόνια πιο μικρή του — καί μέ τή Σεβαστή, ύπηρέτριά της καί συνομήλικη πά­ νω - κάτω.

9


* Εκείνο τό βράδυ ή δεύτερη είχε γυρίσει μέ^ ύφος πολύ ανήσυχο στο σπίτι του Επισκόπου καί διηγόταν όσο πιο δραματικά μπορούσε για κεΐνα πού ακούσε στο μπ'ακάλικο. Έπρόκειτο για έναν αλήτη φοβερό καί τρομερό πού ούτε στο πανδοχείο — νά φανταστής — δεν τον δέχθηκαν. Κανείς δεν αμφέ­ βαλλε πώς σίγουρα τό βράδυ αυτό θά γινόταν κά­ ποιο κακό στο Ντίν. —Λέω, Δεσπότη μου, κατέληξε, καί λέει έπίσης καί ή άδελφή σας... Ή δεσποινίς Βαπτιστίνα τη διέκοψε —Έγώ τίποτα δεν λέω. Κάθε τι. πού κάνει 6 α­ δελφός μου είναι καλά καμωμένο. —Λοιπόν, λέγαμε, ξσνάπε ή Σεβαστή χωρίς νά δώση σημασία, πώς τό σπίτι δεν είναι καθόλου, μά καθόλου ασφαλές καί πώς καλό θάταν νά φωνάζαμε τόν κλειδαρά, νά ξαναπεράση τίς κλειδαριές πού βγάλαμε... Ό πρώτος τυχόν πού θά περνάη απ’ έξω μπορεί νά κάνη έτσι καί ν' άνοιξη την ξεκλείδωτη πόρτα μας... Τότε ακούστηκε ένα αρκετά δυνατό χτύπημα κι* ό Επίσκοπος είπε: —Εμπρός. Ή πόρτα άνοιξε καί με δύναμι. Μπήκε ό ταξι­ διώτης πού πριν λίγο ακόμα τριγυρνουσε στούς δρό­ μους, ψάχνοντας μάταια νά βρή κάποιο καταφύγιο. Μπήκε κι5 έκανε ένα βήμα γιά νά σταματήση πά­ λι. Πίσω του ή πόρτα εΐχε άπομείνει ανοιχτή. Στά μάτια του υπήρχε μιά τολμηρή — θάλεγες άγρια έκφρασι. Τόν φώτιζε ή λάμψι από τό τζάκι. 9Ηταν απαίσιος. Ή κυρά-Σεβαστή ούτε νά φωνάξη δέ βρήκε τή δύναμι. Άνοττρίχίασε κι* άπάμ·εινε άναυδη. Ή δεσποινίς Βαπτιστίνα κύτταξε τόν άνθρωπο πού μπήκε καί μετά γύρισε καί κάρφωσε τό βλέμμα στον άδελφό της. Τό πρόσωπό1 της πήρε τήν παλιά του ήρεμη έκφρασι. Ό Επίσκοπος κυττουσε γαλήνια τόν άνθρωπο. Δεν πρόλαβε νά τόν ρωτήση τί ήθελε. —Με λένε Γιάννηι Άγιάννη, είπε μόνος του ό ξέ­ νος ξερά. Είμαι κατάδικος, ξέρετε... Έκανα δεκαεν­ νιά χρόνια κάτεργο. ;Εδώ^ καί τέσσερις μέρες μ' έ­ χουν άφήσει καί λοιπόν πήρα τόν δρόμο γιά τό Πονταρλιέ. Άπό τήν Τουλώνη περπατώ τέσσερις μέρες

10


Συνεχώς... Σήμερα έκανα με τά πόδια δώδεκα λεΰγες· , Σωπασε μονο μια σιγμή για νά πάρη ανάσα και ξανάπε: —ιΝά: Έξαιτίας πού ή ταυτότημά μου έχει. κί­ τρινο χρώμα, μ* έδιωξαν απόψε σε τούτο τό μέρος από τό πανδοχείο... Πήγα παντού και δεν μέ ήθελε κανείς. Πήγα και στη φυλακή κι* ό φύλακας δεν μου άνοιξε. Μπήκα — ναι — μπήκα και στο σπιτάκι ε­ νός σκύλου, άλλα κι* αυτός μέ δάγκωσε και μέ κυ­ νήγησε. *Ηταν συννεφιά καί σκέ'φθηκα πώς βέβαια δέν υπάρεχι ^Θεός νά έμποδί’ση τη βροχή γιά τό χατή ρι μου... Του κακού γύρισα σ’ όλες τις πόρτες. Κατάληξα σ’ έναν πέτρινο πάγκο στήν πλατεία. Τό­ τες ήρθε μιά γριούλα καί μούδειξε αυτό τό σπίτι. «Χτύπησ* έκεΐ», μου λέει. Λοιπόν ήρθα καί χτύπη­ σα. Τ* είναι δώ πέρα; Έχετε πανδοχείο; Λεφτά έ­ χω. Φράγκα εκατόν εννιά καί δεκαπεντε πεντάρες. Τόσα. Εννέα χρόνια μισθοί στο κάτεργο. Θά πλη­ ρώσω όσο νάναι. Δέν μέ νοιάζει — μόνο πώς εΐμαι πολύ κουρασμένος. Δώδεκα λεύγες στο πόδι... Πει­ νάω· πολύ. Μπορώ νά μείνω; Ό Επίσκοπος είπε: —ίΚορία Σεβαστή, βάλτε ένα σερβίτσιο ακόμα. Ό ξένος ζάρωσε τά φρύδια. Έκανε τρία βήματα καί ζύγωσε τή λάμπα πού βρισκόταν πάνω στο τρα­ πέζι. —Σταθήτε... έκανε ξαφνιασμένος. Δέν καταλάβα­ τε. "Έρχομαι άπό τά κάτεργα εΐπα. Τράβηξε ένα μεγάλο κίτρινο χαρτί άπό τήν τσέ­ πη του καί τό ξεδίπλωσε: —<Νά ή ταυτότητά μου: Κατακίτρινηι. Είναι γιά νά μέ διώχνουν άπ" όπου πηγαίνω κι* έσεΐς μου λέτε νά μείνω. Βλέπετε πού κάνετε λάθος; Θά ξέρετε νά διαβάζετε, μά μπορώ κι* έγώ. Έμαθα στό^κά τεργο. "Έχει σχολείο κεΐ πέρα — βέβαια. "Ακουστέ τι γράφει: «Γιάννης "Αγιάννης - κατάδικος, άποφυλακισθεί'ς. Γεννηθείς έν... δέ σάς νοιάζει... ναί'... Έμεινα δεκαεννιά χρόνια στο κάτεργο. Πέντε γιά κλοπή μετά διαρρήξεως καί δεκατέσσερα γιά τέσσε­ ρις απόπειρες δραπετεύσεως Σύνολο δεκαεννιά. Μά­ λιστα. Καί είναι — Υοάφει πιο κάτω — άτομο τρο­ μερά έπικίνδυνο. "Ολος ό κόσμος μέ πέταξε έξω. Θέλετε σεΐς νά μέ δεχθήτε; Τ* εΐν* έδώ; Πανδοχείο;

11


Θέλετε νά μου δώσετε νά φάω καί μέρος νά κοιμη­ θώ; Έχετε πουθενά κανένα σταυλο; ^ —Νά βάλετε καθαρά σεντόνια στο κρεββάτι, κυ­ ρία Σεβαστή, είπε ό Επίσκοπος. Τά λευκά σεντό­ νια στόν ξενώνα. Ή γυναίκα έφυγε μ5 αβέβαια βήματα. Στράφηκε υστέρα προς τον ξένο ό ιερωμένος. —'Καθήστε νά ξεκουραστήτς, κύριε; τοΟ είπε μέ γλυκειά φωνή. Δεν θ’ άργήσωμε νά φάμε καί μετά νά πάτε νά πλαγιάσετε. Αυτή τή φορά κατάλαβε ό στρατοκόπος. Χαλά­ ρωσαν σι σκληρές γωνιές πάνω στη φυσιογνωμία του. Τά μάτια του μεγάλωσαν από εκπληξι καί χα­ ρά. Το σαγόνι του έπιασε νά τρέμη — πολύ λίγο, σχεδόν δέ φαινόταν: —5Αλήθεια μέ^ θέλετε;^ Δεν θά μέ διώξετε; Είμαι κατάδικος... Μέ είπατε κύριο... Λεν μου είπατε: «Φύ­ γε, σκύλε». Κι' όμως παντού έτσι μοΰ λένε... Τδχω συνηθίσει κι* ήμουνα βέβαιος... Ναί'... πώς θά μέ διώχνατε... Γι' αυτό είπα ποιος είμαι πρώτα - πρώ­ τα... Νά φάω... Νά κοιμηθώ σέ κρεββάτι... Κρεββά­ τι μέ στρώμα καί μέ σεντόνια... Σάν τούς ανθρώ­ πους κι* εγώ... Μετά από δεκαεννιά χρόνια! ΕΤσθε καλοί άνθρωποι... ΕΤσθε πολύ καλός... "Έχω όμως λεφτά καί θά σάς πληρώσω καλά... Συγγνώμη, κύ­ ριε ξενοδόχε... Μοΰ λέτε τ' όνομά σας; Θά πληρώσω βέβαια όσο θέλετε. ΕΤσθε καλός άνθρωπος... Κι* α­ λήθεια, εϊσαστε ξενοδόχος; -—«Είμαι ιερέας. Αυτό είναι τό σπίτι μου, άποκρίθηκε ό Επίσκοπος. -—-Παπάς! έπανέλαβε ό ξένος. "Έχει γούστο νά μη θέλετε καί λεφτά! ΕΤσθε ό παπάς εκείνης τής με­ γάλης εκκλησίας... Μά ναι... είμαι ζώο! Δεν πρό­ σεξα ούτε τό ράσο σας. "Οπως μίλαγε άφησε σέ μια γωνιά τον σάκκο καί το ραβδί του καί μετά ξανά χώσε τή ταυτότητά του στην τσέπη του καί κάθησε. Ή δεσποινίς Βαπτιστίνα τον κυττοΰσε μέ καλωσύνη. Αυτός συνέχισε: —-Είστε πονόψυχος παπάς. Δεν περιφρονάτε.... Είναι πολύ καλό πράγμα ένας παπάς. Λοιπόν δέν θέλετε νά σάς πληρώσω; -—"Οχι, άπτοκρίθηκε ό Επίσκοπος ήσυχα. Κρσ?

12


τηστε τά λεφτά σας. Δεν είπατε πώς είναι εκατόν εννιά φράγκα; —>Ναί... και δεκαπέντε πεντάρες. ^ —ιΚαΐ πόσον καιρό χρειαστήκατε για να τά κερ­ δίσετε; —Δεκαεννιά χρόνια... —Δεκαεννιά χρόνια; Ό Επίσκοπος αναστέναξε παράξενα. Ό άλλος ξανάπε: —Μιά κι* εϊσαστε παπάς, θά σάς πώ κάτι: Στο κάτεργο έκεΐ πέρα είχαμε κι* εμείς μιά έκκλησία. Και μιά μέρα, είδα κι5 έναν δεσπότη. Έκανε τη Λει­ τουργία μες στη μέση τής αυλής. Είχε κάτι μυτερό κι’Λ όλόχρυσο πάνω στο κεφάλι του και στον ήλιο του μεσημεριού σου |θάμπωνε τά μάτια. Είμαστε στη σειρά από τις τρεΐς μεριές κι* από την άλλη αντίκρυ μάς σημάδευαν τά κανόνια. Μάς μίλησε — ήτανε όμως πολύ μακρυά μας και δεν τον άκούγαμε. Μπορώ νά πώ ούτε καν τον βλέπαμε καλά καλά. Βέβαια ήτανε καί δεσπότης. Καλώς μιλούσε ό Επίσκοπος πήγε κα.1 έκλεισε την πόρτα πού εΐχε άπομείνει ανοιχτή. Ή Σεβαστή έπέστρεψε μέ τά πιάτα. —ιΚυρά- Σεβαστή, βάλτε κοντά στο τζάκι τό σερ­ βίτσιο, είπε ό Μυριήλ. Καί πρόσθεσε γυρίζοντας στον ξένο του: —θά κρυώνετε βέβαια, κύριε. _ Κάθε φορά πού μέ τη γλυκειά καί σοβαρή φω­ νή του έλεγε αυτό τό «κύριε», φωτιζόταν από χαρά τό πρόσωπο του άλλου. _—Αυτή ή λάμπα, δέν φέγγει καλά, έπανέλαβε ό Επίσκοπος. Ή Σεβαστή κατάλαβε καί μόνη της πήγε στο τζάκι, πήρε από κεΐ τά δυο ασημένια κηροπήγια καί όίφοϋ τ5 άναψε, τ’ άκούμπησε στο τραπέζι. Ό άνθρωπος είπε: —ιΠαπά μου, είστε καλός άνθρωπος. Δέ μου δεί­ χνετε περίφρόνησι. Βάζετε ν’ ανάψουν γιά μένα καί τά κεριά σας... Κι' όμως δέν σάς έκρυψα ποιος εί­ μαι κι" από πού έρχομαι. Ό Επίσκοπος κάθησε πλάϊ του καί τού άγγιξε ανάλαφρα τό χέρι. —Μπορούσατε καί νά μή μου λέγατε ποιος εΐρθε, τού απάντησε. Τούτο τρ σπίτι δέν είναι δικό


μου, παρά τοΰ Ιησού Χριστούς Τούτη ή πόρτα δεν ροατάει άν έχη όνομα αυτός που τη διαβαίνει άλλ σ­ αν έχη θλίψι. Υποφέρετε κι9 είσθε πεινασμένος^ καί διψασμένος. Λοιπόν καλώς ώρίσατε.^ Καί μή #μ’ εύχαριστήτε, γιατί, όπως σάς είπα, τό σπίτι ^αυτό^ εί­ ναι πιότερο δικό σας, παρά δικό μου. Κι9 ούτε μ9 ενοισζε καθόλου νά μάθω τ9 όνομά σας, γιατί τό γνώ­ ριζα πριν μου τό πήτε. Ό άλλος τόν κύτταξ9 εκστατικός. —9Αλήθεια τό ξέρατε; ψέλλισε. —Μάλιστα: Λέγεσθε «αδελφός μου». —Ήαπά μου... μουρμούρισε ό άνθρωπος, ή καλώ·· σύνη σας έρριξε ένα παράξενο βάλσαμο στην ψυχή μου. Κοντεύω νά ξεχάσορ καί την πείνα καί τή δίψα μου καί όλα... -Κοντεύοο νά ξεχάσω ακόμα κι9 από πού έρχομαι μαζί1 σας... —Ύποψέρατε πάρα πολύ, είπε ό επίσκοπος. —*Ω, ναι... Ή κόκκινη μπλούζα... Ή σιδερένια μπάλλα στο ποδάρι... Μια τάβλα για νά κοιμηθής κι9 ή ζέστη καί τό κρύο, ή δουλειά καί τό μαστίγωμα... Ή διπλή αλυσίδα γιά τό τίποτα — στην άπομόνωσι... Κι9 άρρωστος άν είσαι, πάλι μέ την αλυσίδα στο κρεββάτι... Τά σκυλιά... *Ω, πόσο ευ­ τυχισμένα είναι τά σκυλιά. Δεκαεννιά χρόνια — καί μπήκα στά σαρανταέξη... "Έχω κίτρινη ταυτότητα: Νά... —Βγήκατε από τή χώρα τής Λύπης, είπε ό "Ε­ πίσκοπος. Στον ουρανό όμως θά βρήτε τή χώρα τής Χαράς, πού περιμένει όλους όσοι πόνεσαν κι9 όσοι δάκρυσαν στή γή... "Αν κρατήσετε τό μίσος καί τήν έκδίκησι γ:ά τούς ανθρώπους στήν καρδιά σας, θάστε πάντα δυστυχισμένος. "Αν ή καλωσύνη κι9 ή Ο'υγγνώμη κυβερνήσουν τό μυαλό σας, θάχετε νι­ κήσει... Ή κυρά - Σεβαστή είχε σερβίρει στο μεταξύ. “Ά­ χνιζε ή ζεστή σούπα καί γυαλοκοπουσε χαρούμενα στο φως των κεριών ή μπουκάλα μέ τό κρασί. Ό Επίσκοπος έβαλε τόν ξένο του στά δεξιά του. 'Κάθησε αντίκρυ κι9 ή Βαπτιστίνα, σιωπηλή καί ήρεμη σαν πάντα. ΕΙΗτε τήν προσευχή ό Μυριήλ καί μετά σερβίρισε ό ίδιος τόν στρατοκόπο, πού άρχισε νά τρώη μέ βου­ λιμία. “Όταν άπόψαγε είπε παράξενα:

14

~~.ϊ'

•·Τ, Λ Μ,


-—Παραπάνω άπό σπουδαία ήταν για μένα 3λα τούτα... Πρέπει όμως να πώ πώς κάτι καροτσέρη­ δες στο πανδοχείο, έτρωγαν πιο καλά άπό σάς... —9 Ηταν πιότερο κουρασμένοι άπό μένα. —Μπά. "Έχουν πιότερα λεφτά. Τό βλέπω πώς είστε φτωχός. Μπορεί νά μην εϊσαστε καν παπάς... Ό Μυριήλ τον ρώτησε: —Πηγαίνετε στο ιΠσνταρλιέ, κύριε Γιάννη Άγιάννη; —“Ναι, Πρέπει νά ξεκινήσω μέ τό ξημέρωμα. Τίποτα δεν τον είχε ρωτήσει γιά τό παρελθόν του ο Επίσκοπος και τώρα πού τελείωσαν τό φαΐ, έκα­ νε πάλι την προσευχή του κΓ ύστερα είπε στον ξένο: —Θά θέλετε ν" άναπαυθήτε. Σήκωσε ή κόρά - Σείβαστή τό τραπέζι καί ανέ­ βηκαν στα δωμάτιά τους οι δυο γυναίκες, χωρίς νά πουν τίποτα, μόνο πού ή πρώτη έκρυψε πιο μπροστά στο ντουλάπι τ’ ασημένια κηροπήγια. Ό Μυριήλ άδήγησε τον άνθρωπο στο δωμάτιό του. —^Καληνύχτα, του εΐπε γλυκά. Πριν φύγετε τό πρωί, θά πιήτε ένα ποτήρι ζεστό γάλα άπό τις α­ γελάδες μας. —Ευχαριστώ, παπά μου... Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΠΑΝΝΗΣ ΰ ΥΠ'ΝΗΣΕ πολύ μετά τά μεσάνυχτα, ό Γιάννης Άγ ιάννης. Καί ή σκέψι του ταξίδεψε στο παρελθόν. Καταγόταν^ άπό μιά φτωχική οικογένεια χωρικών του Μπρί. Είχε μιά αδελφή χήρα — μεγαλύτερή του — μ5 εφτά παιδιά. Τό πιο μεγάλο ήταν οκτώ χρόνων καί τό πιο μικρό ενός. Είχε πα­ τήσει τά είικοσπέντε ό Γιάννης "Αγιάννης ^τότε. "Αρ­ χισε νά φροντίζη εκείνος την οικογένεια τής αδελφής του, γιατί πέθανε ξοςφνικά ό άντρας της. 9Ηταν χα­ ρακτήρας ήσυχος καί λιγόλογος. 'Ό,τι μπορούσε έ­ κανε καί δούλευε κΓ ή ιάδελφή του — τι νά σου κά­ νουν όμως μ’ εφτά παιδιά; — Τούς γονάτισε λί­ γο-λίγο ή φτώχεια. ^Ηρθε κΓ 6 χειμώνας κΓ ήταν χωρίς δουλειά ό Γ ιάννης 5 Αγ ιάννης. Δεν είχαν ούτε ψωμί στο σπίτι. Εφτά παιδιά...

15


"ΑκΟυσ3 έναν δυνατό κρότο στην βιτρίνα του μα­ γαζιού του ένα βράδυ ό φούρναρης του χωριού; την ώρα πούπεφτε νά κοιμηθη. Πετάχτηκε καί πρόλαβε /νά διακρινή ένα χέρι πού περνούσε μέσ’ από τό^ •σπασμένο τζάμι της, αρπάζοντας ένα ψω·μί. Ό κλέ­ φτης τάβαλε στά πόδια, μόνο ^ δέν μπόρεσε νά τού \ξεφύγη. "Οταν τον έπιασε κείνος είχε πετάξει τό [ψωμί στον δρόμο άλλα τό χέρι του ήταν γεμάτο αί­ ματα, από τό _τζάμι πού τδχε σπάσει με μιά γρο­ θιά. "Ήταν ό I ιάννης Άγιάννης. ?Ηταν στο 1795 τότε. Ό ’Αγιάννης κρίΒηκε ένοχος γιά «κλοπή μετά διαρρήξεως». Καταδικάστηκε πέντε χρόνια κάτεργο. Τον στείλανε στην Τουλώνη μ’ άλλους καταδίκους καί μέ μιά αλυσίδα περασμένη στον λαιμό του. Του φόρεσαν μιά μπλούζα μ’ έναν αριθμό: 24601. Τί άπόγινε ή αδελφή του; Καί τά εφτά παιδιά της; Ποιος νοιάστηκε; Ποιος νοιάζεται γιά τά φύλλα τού δέντρου που τό τσεκούρι τό κόβει σύρριζα; Ό Γιάννης Άγιάννης, ό ίδιος, τούς ξέχασε. Την τέταρτη χρονιά αποπειραθηκε νά δραπέτευ­ ση μά τον έπιασαν, ύστερα άπό δυο μέρες πού γυρνούσε ξυπόλητος στά χωράφια. Τον καταδίκασαν άλλα τρία χρόνια καί στο έκτο δραπέτευσε πάλι κι’ άντιστάθηκε στούς φρουρούς πού τον ανακάλυψαν. Τούτη τη φορά τιμωρήθηκε μέ πέντε χρόνια κι’ έγι­ ναν δλα μαζί δεκάξη. Στο δέκατο τρίτο άποπειρά­ θηκε γιά τελευταία φορά νά τό σκάση. Μά ούτε τώ­ ρα στάθηκε τυχερός καί τον ξανάπιασαν, για νά τον καταδικάσουν άλλα τρία χρόνια. Άποφυλακίστη κε τον Όκτώβριο του 1815 κι' είχε μπή στά} 1795 στο κάτεργο, γιατί έσπασε ένα τζάμι κι’ έκλεψε ένα ψωμί1. Δέν είχε καμμιά μόρφωση μόνο πού σκέφτηκε πά­ ρα πολύ κά^τω άπό τον κοφτερό ήλιο καί τη βαρειά αλυσίδα του ^κάτεργου. Άναρωτήθηκε πολλές φορές, μήπως δέν ήταν ό μόνος φταίχτης γιά την άδικη πράξι πούχε κάνει καί τιμωρήθηκε τόσο σκληρά. Μήπως ήταν κάποιος άλλος ό ένοχος γιά τό ότι έ­ νας άνθρωπος γερός σάν κι’ αυτόν δέν είχε δουλειά καί δέν είχε ψωμί νά φάη. Σάν σκέφτηκε έτσι, κατα­ δίκασε κι* αυτός μέ τη σειρά του τήν κοινωνία πού τον είχε καταδικάσει. 9Ηταν υπεύθυνη, γιά τη μοίρα του. "Οπότε τόν είχαν ζυγώσει άνθρωποι, ήταν μο-


Τραβήξτε το ιτόΒί σας,, να τΓοιρω το δίφραγκό μου. νάχα για νά -πληγώσουν το κορμί και την ψυχή του. "Εναν φιλικό λόγο ή ένα βλέμμα συμπονετικό, δεν είχε συναντήσει ποτέ του από τότε πού θυμόταν τον κόσμο... ★ Ό Γιάννης Άγιάννης ξύπνησε στις δυο μετά οπτό τά μεσάνυχτα, οστό τούς χτύπους του ρολογιού τής Μητρόπολης. Ακόμα μιά ώρα έμεινε βυθισμένος σέ σκέψεις. Σάν σήμαναν τρεις, μισοσηκώβη,κε στο κρεββάτι του κι* άπόμεινε καθισμένος στο πλάϊ του και πάλι συλ­ λογιζόταν. Χτύπησε πάλι τό μεγάλο ρολόϊ. Φαντάστηκε πώς εκείνο τό χτύπημα του έλεγε; —Εμπρός. Σηκώθηκε διατακτικά καί ζύγωσε τό παράθυρο. Είδε τό χλωμό φεγγάρι πού φώτιζε τη νύχτα. Τί ΟΙ ΑΘΛΙΟΙ

2


άσυνήδκττο Παράθυρο! Δέν εΐχε κάγκελα κι9 έβλεπε στον κήπο από πολύ χαμηλά. ^Γύρισε στο κρεββάτι του μέ κινήσεις αυτόματου. Πήρε τον σάκκο του και τον άνοιξε. Έβγαλε από μέσα ένα μακρύ σίδερο, μυτερό στην άκρη. Πήγε τότε στην πόρτα και την άνοιξε χωρίς θόρυβο. Εΐχε μπή στο δωμάτιο του Μυριήλ. Τον είδε νά κοιμάται ήσυχα πάνω στο κρειββάτι του, ψωτισμένον από τις αχτίδες^ τού φεγγαριού. Θαρρείς όμως πώς τό φως έκεΐνο δεν ήταν του φεγγαριού, παρά τό έβγαζε τό ΐδιο τό πρόσωπο τού γέροντα. Ποτέ ρου δέν εΐχε ξαναδή κάτι τέτοιο και δίχως να τό βέλη ύψωσε τό χέρι του πούτρεμε κι9 έβγαλε την τραγιάσκα του κι9 άπτόμεινε έτσι, σέ μιά στάσι αμηχανίας. -άφνου όμως κρύφτηκε παροδικά τό φεγγάρι πί­ σω από κάποιο σύννεφο. Ό Γιάννης Άγιάννης ξαναφόρεσε απότομα την τραγιάσκα του καί δίχως νά ρί'ξη ρύτε μιά ματιά προς τον "Επίσκοπο, πήγε κατ’ευθείαν σ9 έκεΐνο τό ντουλάπι πού είχε δή^τήν κυρά-Σεβαστή νά βάζη τά κηροπήγια. Τό κλειδί ήταν στην κλειδαριά. "Ανοι­ ξε- Τ9 άσημικά ήταν μέσα σ9 ένα πανεράκι. Τό πή­ ρε, διέσχισε μέ μεγάλα ^βήματα τό δωμάτιο, χωρίς νά προσεχή άν έκανε θόρυβο καί γύρισε στο δικό του. "Εβαλε τ9 άσημικά στον σάκκο του, πήδησε από τό παράθυρο στον κήπο κι9 έφυγε, πηδώντας πάνω από τον φράχτη;. ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΙΊΠ I Α ΧΑΡΑΜΑΤΑ τής άλλης μέρας ό Κα~ λόφθαστος Μυριήλ περπατούσε ήσυχα στον κήπο του, όταν ή κυρά - Σεβαστή έφθασε κοντά του τρε­ χάτη κι9 άναστατωμένη. —Θεέ μου! Θεοφιλέστατε, μάς έκλεψαν τ9 αση­ μικά μας από τό ντουλάπι! Τό βρήκα άδειο! Μάς τάκλεψε ό άνθρωπος πού ήρθε χτες τό βράδυ. "Α, τον κακούργο! —Τό ξέρω, άπάντησε ήρεμα ό Μυριήλ. Γιά πες μου, κυρά - Σεβαστή, τ9 άσημικά αυτά ήταν τάχα δικά μας; Μού φαίνεται πώς εΐχα λάθος πού τά κρατούσα τόσον καιρό... Ναί.., Σίγουρα τ* άσημικά

19


αυτά άνηικαν στους φτωχούς. Κι* αυτός δ άνθρωπός λοιπόν τ’ ήταν; Ένας φτοοιχός άσφαλώς... —* Ιησού Χριστέ! φώναξε ή κυρά - Σεβαστή. Δεν μάς νοιάζει βέβαια, ούτ* εμένα, ούτε τή δεσποσύνη. "Ομως είναι για τον Θεοφιλέστατο... Δεν πρόλαβε νά τελείωση, γιατί την ίδια ώρα α­ κούστηκε χτύπος στην πόρτα, πού ύστερα άνοιξε. Ανθρωποι φάνηκαν ατό- άνοιγμά της. Τρεΐς άντρες κρατούσαν γερά έναν άλλον κι* ε­ κείνοι οί τρεΐς ήταν χωροφύλακες, ενώ ό τέταρτος ό Γιάννης Άγιάννης. "Ενας ενωμοτάρχης χαιρέτησε στρατιωτικά και μέ σεβασμό τον Επίσκοπο. —Δέσποτα, είπε. Παράξενε μένος άνασήκωσε ό Άγιάννης τό κεφάλι σ’ αυτή τη λέξι. —Δεσπότης! μουρμούρισε. Δεν είναι παπάς λοι­ πόν ; —Σιωπή, γρύλλισε ένας χωροφύλακας. Είναι ό Θεοφιλέστατος Δεσπότης Μυριήλ. Σ’ αυτό τό μεταξύ ό ιερωμένος είχε πάει δσο μπορούσε γρηγορότερα κοντά τους. —Πόσο ευχαριστημένος είμαι πού σάς ξαναβλέ­ πω! Είπε στον Γιάννη Άγιάννη χαμογελώντας. Δεν ήξερα τί νά κάνω, -εχάσατε νά πάρετε και τά δια­ κόσια φράγκα πού σάς έδωσα μαζί μέ τ* ασημικά. Έκεΐνος τον παρατήρησε μέ μιά άλλόκοτη έκ­ φραση απερίγραπτη. —Θεοφιλέστοτε, έκανε ό ενωμοτάρχης έκπληκτος. "Ωστε ήταν αλήθεια αυτό πού μάς είπε; Πήγαινε σάν τον κλέφτη στον δρόμο και τον σταματήσαμε νά τού κάνωμε έρευνα. Τού βρήκαμε αυτά τ’ άσημικά... Ό Μυριήλ τον διέκοψε μέ τή γλυκεία φωνή του: —-Καί σάς είπε πώς τού τάδωσε ένας γέρο-πα­ πάς, πού τον φιλοξένησε τή νύχτα... Κατάλαβα... Κι’ έσεΐς δεν τον πιστέψατε καί τον φέρατε δώ... Έγινε παρεξήγηση.. —"Ωστε, ψέλλισε ό ενωμοτάρχης σαστισμένος, πρέπει νά τον άφήσωμε ελεύθερο; •—Μά ναί.·. Σ’ ένα νεύμα τού άνωτέρου οί χωροφύλακες τον άφησαν κΓ ό Γιάννης Άγιάννης έκανε ασυναίσθητα ένα βήμα πίσω.

19


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Οι Άθλιοι by ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ / MIKROS IROS PUBLICATIONS - Issuu