ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: ΤΙΝΑ ΧΕΛΙΩΤΗ © ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ Ε.Ε. ISBN: 978-618-206-072-8 ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2021 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ Ε.Ε.: ΑΛΤΑΝΗ 4, 153 51 ΠΑΛΛΗΝΗ ΤΗΛ.: 210-8983824 • E-mail: info@mikrosiros.gr • Site: www.mikrosiros.gr
ΣΠΑΘΙΑ ΚΑΙ ΨΑΛΜιΟ!
Ο ΠΡΩΤΟ καφτό μολύβι περνάει σφυρίζοντας σά σφήκα πάνω απ’ τό κε φάλι τους. Το δεύτερο γκρειμίζει ένα κομμάτι από τον τοΐ χο τού σπιτιού κι5 ύστερα αρ χίζουν να πέφτουν βροχή γύ ρω τους οι σφαίρες. — Παραδοθήτε, ώρέ γκια ούρηδες ! Ή φωνή έρχεται από τό βά θος τού δρόμου καί είναι γε μάτη απειλή. Οί. δυο άνθρωποι όμως, ένας άντρας κι5 ένα παι δί, έχουν ταμπουρωθή. τώρα πίσ:ο από ,μιά γωνία και στέλ νουν μέ τις πιστόλες τους τήν άπάντησι. Μερικά ουρλιαχτά κα] κόμπασα βογγητά πόνου έρχονται από τό -μέρος των Τούρκων, πού τούς έχουν μπλο κάρει. ΤΙΜΗ ΔΡΑΧΜΕΣ 2
— θαρρώ πώς λιγοστέψα νε οι μποσρμάδες!, λέει ό άν τρας καθώς σκύβει καί σημα δεύει μέ τις δυο πιστόλες του, μια σέ κάθε χέρι. ·Σέ λίγο, θά δουλέψη χατζάρι-!... Τό παιδί δέ μιλάει. Πυρο βολεί κι5 ένα καινούργιο ουρ λιαχτό φτάνει στ* «ύτιά τους. Φορουν κι* οι δυο κοντές ναυ τικές βράκες καί στραβο·βαλ ίμενα φέσια στο κεφάλι, πού τούς δίνουν έναν αέρα λεβεν τιάς. Τό παιδί είναι ένα αμού στακο ακόμα παλληκάρι, μά ή κορμοστασιά του δείχνει μάλλον ένα γεροδεμένο· άντρα. Έχει σκούρο από τον ήλιο καί τήν άλμύρα του πέλαγους πρόσωπο καί στα μάτια του φεγγοβολάει ένα άγριο πεί σμα. Τό κοφτό πηγούνι του δείχνει θέλησι καί ακατάβλη το θάρρος μαζί. Ό άλλος εΤ·
4
Ό
Μ I
Κ Ρ Ο Σ
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>»>>>>>>>>>>>>>»>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>»>>»>>»>>>>>»»>»»» ναι ένας -μεσόκοπος άντρας μέ μακρύ μουστάκι γυριστό προς τά κάτω και κοντοκομμένο γέ νι. Έχει τετράγωνους ωμούς, κοντό σβέρκο καί κορμί παλαι στη. "Ομως τό πρόσωπό του διατηρεί μια περίεργη γλυκεία έκφρασι καί όλο χαμογελάει καί ψέλνει τροπάρια ευλαβικά καθώς πυροβολεί. — Δεύτε λάβετε τελευταΐον ασπασμόν.... "Αγιος ό Θεός. "Αγιος ισχυρός... — Παραδοθήτε, ώρέ γκια ούρηδες, αν αγαπάτε τη ζωή σας!... Τώρα ή φωνή άκούγεται α πό πιο κοντά καί τό παιδί ση μαδεύει κατά τό μέρος της. Εκείνος που φωνάζει αφήνει ένα βραχνό ρόγχο καί μέσα στο σκοτάδι τον βλέπουν ν5 σνασηκώνει τά χέρια, νά παίρ νει μια βόλτα στις φτέρνες του καί νά πέφτη μέ τά μού τρα ατό χώμα. — Σέ ζηλεύω, Μωχαμέτη !, αναστενάζει ό άντρας. Θά πέ σης μέ τά μούτρα τώρα στόι πιλάφι σάν φτάσης στον Πα ράδεισο ! •— Φυλάξου Στραπάτσο!, τον κόβει τό παιδί. Ό Στραπάτσος σαλτάρει πλάγια καί τραβάει τό σπαθί ταυ. "Ενας Τούρκος, πού σέρ νεται σά φίδι., έχει ζυγώσει ύ πουλα προς τό μέρος του κι3 είναι έτοιμος νά τον χτυπήση μέ τό χατζάρι του. Μά δέν προφταίνει. Τό γιαταγάνι τού Στραπάτσου αστράφτει στον αέρα καί πέφτει βαρύ σά λε πίδα καρμανιόλας στο σβέρ κο του...
— Αίωνία αυτού ή μνήμη !, ψέλνει ό Στραπάτσος καθώς τόν βλέπει νά κυλιέται στο χώμα. Δι5 ευχών τών 4Αγίων Πατέρων ημών... — Πόσοι μείνανε, Γεράσι με; ρωτάει τό παιδί καθώς ξα ναγεμίζει τό πιστόλι του. Αυτός ρίχνει μια ματιά, βγάζοντας γιά ένα δευτερόλε πτο τό κεφάλι του απ’ τη γω νία προς τό βάθος τού δρό μου. —Έψτά τό αλον„ καπετά νιο! Δέν είναι πολλοί. Θαρρώ πώς είναι ώρα γιά γιουρούσι. Αρκετά χασομερήσαμε. —Έν τάξει! Απάνω τους! Μ ο υντ ά ρ ο υν σά λ ι ο ντ άρια μέ τά γιαταγάνια στο χέρι. Οι Τούρκοι όμως δέν γκιοτεύουν. Μέ άγριους αλαλαγμούς όρ~ ιμούν κι5 εκείνοι εναντίον τους. Τά πιστόλια τώρα δέν χρειά ζονται. Οι ατσάλινες λεπίδες αστράφτουν στο σκοτάδι καί βγάζουν σπίθες,, καθώς βρον τούν ή μια πάνω στην άλλη. Τό παιδί κινείται σβέλτα. Πό τε σκύβει γιά ν5 άποφύγη ένα χτύπημα, πότε τινάζεται ορθό γιά να χτυπήση,, πότε σ αλτ ά ρει γιά νά έπιτεθή σάν ασυγ κράτητος σίφουνας. Στά σι δε ρένια του δάχτυλα, τό σπαθί κάνει θαύματα. ' 'Πλάϊ του μέ τά πόδια ανοι χτά, ριζωμένος στο έδαφος, ό Γεράσιμος Στραπάτσος δου λεύει κύ αυτός μέ μαστοριά τό σπαθί. Καί κάθε τόσα, σέ κάθε θανάσιμο χτύπημα πού δίνει, ψέλνει σέ ήχο πλάγιο: —Δεύτε λάβετε τελευταΐον ασπασμόν... Κύριε ελέησαν,
Μ η Ο Υ Ρ Α Ο Τ ! Ε Ρ Η I
I
η»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»#»»»»»»»»»»»»»»»»*
,Κύ.ριε έλέησον, Κύριε έλέησον. Μαικαρία ή οδός ήν πορεύεις σήμερον... "Ύστερα όμως από λίγο σταματούν οι ψαλμοί. "Όλα έ χουν τελειώσει. "Ο δράμ-ος εί ναι γεύματος απ’ τούς νεκρούς στρατιώτες τής τούρκικης περ ιττόλοα -— Θαρρώ πώς τελείωσε τό πανηγύρι καπετάνιο!, λέει κά νοντας τό σταυρό του και ψι θυρίζοντας |υά προσευχή τώ ρα μέσα από τά δόντια του ό Στραπάτσος. Πάλι δεν έπεσε στο δόκανο ό Νικήτας ό "Αστρακάρης! — "Έτσι μου φαίνεται και μένα!, αποκρίνεται χαμογε λώντας τό παιδί. Μονάχα πού κάποιος πρέπει νά τούς ειδο ποίησε για τον ερχομό μας. Πώς μάθανε πώς ήρθαμε στο νησί καί μάς στήσανε καρτέρι;β , ; Ό Στραπάτσος άνασηκώνει τούς ώμους. — "Ένας Θεός μονάχα τό ξέρει. Οι σπιούνοι ποτέ δέ λεί ψανε. Τό πρόσωπο του παιδιού συννεφιάζει. — Κάποιος θά πέση ρμοος κάποτε στα χέρια μου, λέει. Καί δέ θά περάση-, ιμά τό Θεό, καθόλου άμορφα. 5 Αναστενάζε ι. — Καιρός όμως νά τού δί νουμε για τό αρχοντικό τού Καραδημήτρη. Θά μάς περι μένουν. — Καί σίγουρα κάποια ψυ χή, λέει μισοκλείνοντας πονη»· ρά τό μάτι ό άντρας, θά στέκη πίσω από τις γρίλιες καί
θ5 άγαντευει με άγωνία τις ρούγες καρτερώντας τον ερχο μό σου. -—- Εντάξει! "Έχεις δίκηο, Γεράσιμε. ΚΓ εγώ αγαπώ την αρραβωνιαστικιά μου. "Όσο πιο γρήγορα φτάσουμε τόσο τό καλύτερο. Κι5 οί δυο σύντροφοι, ό Νι κήτας ό "Αστρακάρης κι’ ό Γε ράσιμος Στραπάτσος, αρχί ζουν ν’ άνηφορίζουν τό νησιω τικό καλντιρίμι, πού φέρνει στο παλιό αρχοντικό τού πρθ'* εατού τής "Αμοργού Καραδη μήτρη,. Έκεΐ δεν είναι μονάχα ή ’Ανθη ή αρραβωνιαστικιά τού παιδιού που τούς περιμέ νει. Είναι καί κάποιος άλλος πού έχει φτάσει από πολύ μακρυά καί πού πρέπει δίχως άλλο νά κουβεντιάση. απόψε—αυτή τή νύχτα τού 1 81 8— μέ τό ηρωικό "Ελληνόπουλο γιά π ράγι μ ατ α πού έν·51 αφέρουν την ελευθερίαν τού σκλαβωμέ νου Γένους από τον Όθωμανικό ζυγό. ΕΝΑ ΤΡΟΜΕΡΟ «ΜΟΡΟ»
ΤΑ ΠΗΧΤΑ φρύδια τού καπουδάν Ρεσίτ πασά είναι ζαρωμένα καί τά σκούρα μάτια του φεγγοοο·λούν γεμάτα έχθρα, καθώς ά“ κούει τον έμπιστό του τον Γιουσούφ νά τού ίστορή τά κα θέκαστα. 5Ακοομπησμένος στήν κουπαστή τής καπιτάνας (*) ακούει καί τό βλέμμα του (*) Κοπτιτάνα. στα πρίν καί -κατά γρν . 'Ελληινακή 5 Επανάστσσι του 1821 χρόνια, λεγόταν το πλοίο του ναυάρχου καί καπετόον πασάς όταν 6 ναύαρχος.
^
Ο
είναι ' καρφωμένα στην άκρη του ορίζοντα. Φοράει μαλαμα τένιους χαλκάδες στ" αυτιά καί χαϊδεύει την κεντημένη μέ μπλε σμάλτο ασημένια λαβή τού χατζαριού του. Τά λόγια τού Γιουσούφ είναι σά μαχαι ριές πού πέφτουν Ταα στην καρδιά. "Ομως, έξω άττό γο ζάρωμα των ψρυδιών καί τό παράξενο φεγγοδόλημα των ματιών του, τίποτα άλλα δεν δείχνει τή μεγάλη φουρτούνα πού έχει ανάψει μέσα του καί τον παιδεύει. Ό αέρας έχει πέσει από νω ρίς ικαί τό μεγάλο καράβι μέ ξεψυχισμένα πανιά στέικει καο ψωμένο στη μέση τού πέλα γους, ανίκανο νά σαλέψη,. Ατ
Μ | κ ρ
*0
^
λάζι άρυτίθωτο ή θάλασσα κι1 ούτε μια ιδέα ανέμου1. Πιο ε κεί, κατά τή δεξιά μ πάντα, στέκουν ασάλευτα τό Τδιό καί τ’ άλλα καράβια πού ακολου θούν την καπιτάνα. Είχαν βά λει πλώρη γιά τά νησιά, μά νά πού τώοα στέκουν εδώ σά νάχουν φουντάρει καί τις δυο άγκυρες καί σκαμπανεβάζουν ελαφρά. — Γιά λέγε λοιπόν παρα κάτω, ώρέ Γ ιουσούφ. Ό άράπης έχει τελειώσει την ιστορία του εδώ καί κάμποσην ώρα, μά ό καπουδάν Ρεσίτ δέν τό έχει προσέξει. — Στα είπα δλα, πασά μου, αποκρίνεται αυτός. Δέν έχει άλλο.
Εγώ ξέρω πασά μ οι» πώς μπορείς νά πιάσης τον Άστρακάρη
ΜΠΟΥΡΛΟΤΙΕΡΗΧ
5
»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»>»»»»»»»»»»»)
Τό 'Έλλττνόϊττ'ουλο δίνει μέ βαθ'ειά ισυγκίν-τισι
τδ·ν δρ'κο στη Φιλική
Έιται ρ>εία.
Εκείνος γυρίζει καί τον κυττάζει. — Καί ό γκιαούρης, ώρέ Γιουσούφ, πού κάνει δλα τού τα πού λες, ποιος είναι; — "-Ενα βυζανιάρικο. Είναι δεν είναι δεικάςη χρόνων. Μά, κατά πού λένε στα νησιά, έ χει ψυχή λιονταριού καί ξέρει νά πολεμάει σαν άλγερινός κουρσάρος. Είναι μικρός στά χρόνια, (μά γεροδεμένος σαν παληός θαλασσόλυκος μέ πεί ρα καί γνωσι. Δεν γκιοτεύει «μπροστά σέ τίποτα. Φανερώ νεται! μέ τό λατίνι του σέ στιγ μές πού δεν τό περιμένει κα νείς καί κάνειι ρεσάλτα σέ με γάλα πλεούμενα. —Μ3 ένα λατινάδικο, μωρέ, τά κάνη δλα αυτά; τον κόβει
ειρωνικά ό καποοδάν πασάς. Μέ μιά βάρκα κουρσεύει; Ό Γ ιουσούφ άνασηκώνει τούς ώμους. — "Έτσι ακούστηκε! Γλυστράει σά φάντασμα στά μπουγάζια, κρύβεται πίσω α πό κάβους; χόνεταιι σέ έρη μους κόρφους κι* όταν ανοίγει τά πανιά του καί βγαίνει στο πέλαγο, σηκώνει μιά παρά ξενη παντιέρα στο πλωριό άλ μπουρο. Είναι ένα άσπρο σινιάλο μέ μπλέ σταυρό στη μέ ση. — Χμ!, χαμογελάει ^ τώρα ό πασάς. Καί τά πιστεύεις ε σύ δλα τούτα τά παραμύθια, Γιουσούφ; Είναι νά πιάνη κα νείς την κοιλιά τού από τά γέ λια, καθώς σέ ακούει νά ίστο-
ράς τέτοια πράγματα. "Από πότε, μωρέ άράπτακα, τά μω ρά αρχίσανε νά γίνωνται κουρ σάροι και νά διαφεντεύουν την Άσπρη, Θάλασσα; (*) — Νά μέ συμπαθάει ή α φεντιά σου, πασά μου. Μά τούτο το μωρό, όπως τό λες, δεν είναι σάν τούς άλλους κουρσάρους. Δεν αγγίζει άλ λα καράβια εκτός από τά τούρκικα. Καί τό κούρο ο δεν είναι γιιά κέρδος. Πολεμάει καί κάνει ρεσάλτα γιά νά έλευ τερώση τους ραγιάδες. Έτσι λένε τουλάχιστο. —^ Καί^τά βάζει, μωρέ Γιουσούφ, μέ τον Σουλτάνο; Ό άράπης αναστενάζει. -—- Δέν τους ξέρεις καλά, πασά μου, τους ραγιάδες. Ρώ τα καί μένα πού έζησα χρόνια στην Αθήνα. Είναι πεισματά ρηδες σά μουλάρια κι5 όταν βάλουν κάτι στο νοΰ τους δέν τό ξεχνάνε. Γιατί τάχα είναι λίγο τούτο πού γίνεται αυτό τον καιρό στά βουνά; Δέν εί δες πού στο Μωρηά ξεσηκώ θηκαν καί στη Ρούμελη ζητά νε νά κάνουνε βιλαέτια δικά τους; Ό Ρεσίτ σφίγγει τά δόν τια. — Οί Ρουσόι φταίνε γιά βλα! λέει*. Αυτοί τούς σηκώ» νουνέ κάθε τόσο τά μυαλά κι" {*} Άσπρη Θάλασσα. στά Χρόινκχ πού αρχίζει ^ η ιστορία γας λεγόταν τό Αίγαΐο και κατ5 επέικιτασι η Μεσόγειος. σέ άντίδίεσι ,ϋέ τη Μαύρη Θάλασσα, όίτως λεγόταν τότε ό Εύξεΐ'νος Πόχτος, Λατίνι, ήταν πολύ μικιρο και ταχύ καράβι. Ρεσάλτο,
ση-μαίνει
έττίθεσι.
υστέρα τούς άφήνουν καί φεύ γουν. Τά ίδια θά πάθουνε και τώρα. Τούτη τή φορά όμως, σάν ξεχυθούν οί άρβανιτάβες στο Μωριά, δέ θά μείνη ούτε ένα κεφάλι ραγιά στη θέσι του. Καί πώς τό λένε ώρέ Γιουσούψ, αυτό τό (μωρό; Ξε χνάω τ3 όνομά του. — Νικήτα. Νικήτα Άστρα*· κάρη, αφέντη μου. — 3Έ! Λο ιπόν! Άκου, άράπη, αυτό πού σοΰ λέει ό καπουδάν Ρεσίτ πασάς καί γράψε την ώρα. 3Εγώ θά τόνε βρω, όπου κι3 άν κρύβεται τούτον τον γκιαούρη τον Ά στρα κάρη, καί θά τον πάω στο Ίσταμπούλ νά τον σου βλίσουνε ! Έχει πολλούς συν** τροφούς; — Ακόυσα πώς έχει πά νω από διακόσους νοματέους στο λατίνι του. — Καί τούς διακόσους, Γιουσόύφ, θά τούς πιάσω. Θά κάνουν καλή φιγούρα τά κορ μιά τους κρεμασμένα στ3 άλ μπουρα. Νά μη μέ λένε Ρεσίτ, άν δέ τούς κρεμάσω όλους στά κατάρτια όσο νά χορτά σουν από τά κρέατά τους τά άγρια πετούμενα τ3 ουρανού. «ΦΤΌΥ ΣΤΑ ΓΕΝΙΑ ΣΟΥ, ΣΚΥΛΕ!»
ΛΕΟΥΝ προς τή Σέρι φο τά τουρκικά καρά βια. Σ3 εκείνα τά νερά υπάρχουν πληροφορίες πώς έ χει φανερωθή τον τελευταίο καιρό ό Νικήτας Άστρακάρης μέ τό καράβι του, πού σκίζει σά σαΐτα τά πέλαγα καί πέ~
Π
ΜΠΟΥΡΛΟΤΙ ΕΡΗΣ
9
»»»>»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»> φτει σάν κεραυνός στα τούρκι κα, πού ταξιδεύουνε στο Αι γαίο. -— Καπουδάν πασά, είπε ό Σουλτάνος στον Ρεσιτ πριν μια βδομάδα. Πάρε την καπιτάνα σου κα] οσα καράβια θέ λεις μαζί σου και έβγα στο πέλαγος ν' αντάμωσης αυτόν τον άπιστο κουρσάρο, πού ρε ζιλεύει τή σημαία μας μέ τά ρεσάλτα πού κάνει. Μά τον Αλλάχ, Ρεσιτ, σ' αγαπάω σαν παιδί μου. "Ομως τούτη τή φορά, άν δέ μοΰ φέρης τό κεφάλι τού Νικήτα Άστρακάρη, -μάθε πώς θά σοΰ πάρω τό δικό σου. -— Θά τον φέρω ζωντανό ή πεθαμένο, πολυχρονεμένε Πατισάχ, είπε καί προσκύνησε ό πασάς. Νά μείνης ήσυχος. —- ’Άιντε, καπουδάν! Θά περ ιμένω. Είναι όμως κάμποσες μέρες τώρα,, πού άδικα ψάιχνει καί ά δικα περιπλανιέται στά πέλαγα ό Ρεσιτ μέ την αρμάδα του. "Οταν βρίσκεται στον κά βο Μαλέα, μαθαίνει πώς τό λατίνι τού παιδιού πού κυνη γάει φανερώνεται έξω> οστό την Εύβοια κι* όταν φτάνει στην Εύβοια τό ελληνικό κουρσάρι κο γίνεσαι άφαντο καί φανερώ νεται κοντά στη Ναύπακτο. Τά ιμαντάτα πού τού φέρνουν κάθε τόσο απ’ τά νησιά πού ζυγώνει είναι άσκημα. Πότε μια κορβέτα τουρκική τινάχτη κε στον άέοα, πότε ένα (μπρί κι αιχμαλωτίστηκε καί πότε πάλι ένα ολάκερο μπάρκο πή γε άπατο στο βυθό. Παντού δίνει σημάδια τής παρουσίας
του τό λατίνι μέ τήν άσπρη σημαία καί τον γαλάζιο σταυ ρό, μά άπό τή μιάν ώρα στήν άλλη χάνεται σάν φάντασμα καί δεν μπορεί ν’ άνακαλύψη τά ίχνη του ό Ρεσιτ.
— Αές νά τό μπλοκάρουμε στή Σέριφο, Γιουσούφ; —Αυτό κανείς δεν τό ξέρει, καπουδάν πασά μου!, λέει ό άράπης. Είναι κι5 ό διαολόκαι ρος, βλέπεις. Μάς κρατάει δε μένους καταμεσής στο πέλα γος. Ό καιρός όμως φτιάχνει κατά τ’ άπόγεμα καί τά πα νιά φουσκώνουν απ’ τον αγέ ρα. Ή αρμάδα αρχίζει νά τα ξί δευη. Κατά τό: σούρουπο φτάνουν στή Σέριφο. Ό Ρεσιτ στέλνει μια φελου κα στή στερηά. ^— Νά μού φέρετε τρεις α πό τούς προεστούς τού νη σιού!, διατάζει. Ή φελούκα φεύγει< καί γυ ρίζει σέ λίγο. Τρεΐς γέροι νη σιώτες οδηγούνται μπ,ροστά του. Ό καπουδάν πασάς κά θεται σταυροπόδι στο καρέ τού καραβιού καί φουμάρει ναργιλέ. — "Ακόυσα, λέει διαδοχι κά καί στά τρία πρόσωπα των τρομαγμένων γερόντων, πώς κατά τά μέρη, σας φάνη κε αυτός ό ληστής ό Άστρακάρης. Μπάς καί ξέρετε, μω ρέ, κοτά πού τράβηξε; — Δέν τον είδαμε, πασά μου, αποκρίνουνται μ’ ένα στόμα αυτοί. Δέν φάνηκε απ’ τά νερά τού νησιού μας ό ’Αστρακάρης. —Δηλαδή στραβομάρα πά
ίο
Ο
Μ ι Κ Ρ Ο Σ
»»»»»»»»»»»»»»»»»>»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»» θατε και δεν είδατε ολόκληρο λατίνι να βολτατζάρη και να κάνη καρτέρι κάτω από τη -μύ τη σας; Τώρα τό ύψος του είναι ά γριο καί τό' χέρι του που χαϊ δεύει το καφετί μούσι του τρέ μει από τό θυμό. — "Οχι, δεν είδαμε τίποτα, πασά μου.... — "Ολοι^ τα ίδια λέτε!, γρυλλίζει αυτός. "Ολοι οί ά πιστοι γίνατε ένα μαζί του και τον βοηθάτε καί τον κρύ βετε. Μά εμένα μέ λένε Ρεσίτ καί δέ μπορείτε νά μέ γελάσε τε εύκολα. — Σου ορκιζόμαστε, πασά μου, δεν σοΰ κρύβουμε τίπο τα. Ό Ρεσίτ χαμογελάει κοροϊ δευτικά. Τους ξέρει όλους τού
τους τους ραγιάδες μέ τό μι σοκακόμοιρο ύφος. Υποκρί νονται, μά στα κρυφά σκά βουν τό λάκκο τού Σουλτάνου. Προσκυνάνε τώρα, γιατί δέ μπορούν ακόμα νά δείξουνε τά. δόντια τους. "Οταν ετοι μαστούν όμως, δέ 6ά διστά σουν νά πάρουνε τ’ άρματα νά σηκώσουν μπαϊράκι δικό τους. — "Ωστε δεν ξέρετε τίποτα >/ ε; — "Όχι δεν ξέρουμε! Γυρίζει πρός τό μέρος των τριών ώπλκαμένων ναυτών πού στέκουν πλάϊ στους προε στούς. — Είναι καλά ακονισμένα, ώρέ, τά χατζάρια σας; Εκείνοι κουνάνε τό κεφάλι καί φέρνουν τό χέρι στην καρ διά.
ΜΠΟΥΡ^ΟΤΙΕΡΗΙ
11
»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»>»»»»»»»»»»»»»»»»
Ό Ν'ΐκήιτας γαντζώνεται στη σκοΐ'νένια σκάλα
τού
τούοκικρυ
κασα βτοΟ... — Π άρ τε τους λοιπόν ετού τους εδώ άπό μπροστά μου και τραβάτε τους στην κου βέρτα. Δέστε τους καί βάλτε τους νά γονατίσουν. "Υστερα κόφτε τους τά κεφάλια. Τά ξη μερώματα θά τά στείλετε πε σκέσι στο νησί νά τά δουν καί θά τους πήτε πώς ή ίδια τύ χη περιμένει δλους εκείνους πού κρστάνε το στόιμα τους κλειστό καί βοηθάνε τον γκια ούρη κουρσάρο. Μιλάει ήσυχα καί χαμογε λάει, καθώς στέλνει στο θά νατο τρεΐς αθώους. "Ομως κά ποιος του χαλάει ξαφνικά τό κέφι του καί τό χαμόγελο^ χά νεται απ’ τό σκούρο μούτρο του. Ό ένας άπό τούς τρεις, ό πιο άσπρομάλλης γέρος, κα
θώς τόν σέρνουν έξω απ' τό καρέ, στυλώνεται στα πόδια καί γυρίζει καί τόν βλέπει·1. — Σκύλε!, τόν βρίζει. Δέ μπορείς νά τά βάλης μαζί του καί ,ξεσπάς σέ .μάς τούς ανή μπορους καί άοπλους γέρον τες. Μάθε όμως, άπιστε, πώς ό Άστρακάρης, θά πάρη σύν τομα έκδίκησι γιά τό αίμα μας. Φτού στά γένια σου, σκύ λε ! Καί τόν φτύνει κατάμου τρα. Είναι όμως ή τελεταίσ κίνησι πού κάνει. Γιατί την ί δια στιγμή οί Τούρκοι πέφτουν απάνω του καί τόν λ ιονίζουν μέ τά σπαθιά τους. Τά Φοβε ρά ώς τόσο προφητικά λόγια του σκορπίζουν δέος. Τό κο ροϊδευτικό χαμόγελο έχει σβύ-
12
1 ''~1
Ο
ΜΙΚΡΟΣ
»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»>»»»»»»»»»»»»»»»»»: σει άττό τό πρόσωπο τοϋ καπουδάν πασά καί τό χέρι πού χαϊδεύει τό καφετι μούσι του τρόμει. "Ενας αόριστος φόβος αρχίζει νά τρυπώνη στην καρ διά του. Ο ΚΑΤΑΔΟΤΗΣ
ΝΛΣ λιγνός κιτρινιάρης άνθρωπος · ζυγώνει με μια βάρκα την άλλη* μέ ρα τό .μεσημέρι στό μεγάλο τούρκικο καράβι,, την καπτιτάνα του Ρεσίτ, πού ετοιμάζε ται νά κάνη πανιά. Ό Τούρ κος φρουρός πού στέκεται στη σκάλα του φωνάζει νά άπορα·* κρυνθή. Δεν επιτρέπεται σ" ό ποιον - όποιον νά πλησιάζη στα πολεμικά καράβια τού Σουλτάνου. Οί καιροί είναι πονηροί καί πρέπει ό καθένας νά προσεχή. — Είναι ανάγκη νά μιλήσω στον καπουδάν πασά!, φωνά ζει ό κιτρινιάρης. — Ποιος εΐσαι τού λόγου σου πού^ θέλεις νά μιιλήσης τού πασά; τον ρωτάει ό ναύτης*
^
^
^
— Δε με ξέρει. Αλλά πές του πώς μέ λένε μισέ Τζανέτο (*) ή ότι είμαι φράγκος. Δεν έχει νά χάση άν με γνωρίση. Σέ λίγο, ό μισέ Τζανέτος γίνεται δεκτός από τον Ρεσίτ πασά. Ό Τούρκος ναύαρχος κυττάζει με κάποια περιψρόνησι τό λιγνό ανθρωπάκι, πού κάνει ένα σωρό τεμενάδες καί χαμογελάει. (*) Μ ι σ έ σττι φραγκσλεβαντίνικη γλώσσα σημαίνει «κύρι -
ος».
4 — Έζήτησες νά μέ δής; τον ρωτάει. — Ναι, πασά μου. *Ητ<χν ανάγκη νά σέ δω. -έρω κάτι πού σέ ενδιαφέρει. "Έμαθα ότι ζητάς τον Ρωμηό κουρσά ρο Ν ικήτα " Αστρακάρη... Τό πρόσωπο τού Ρεσίτ, κα θώς ακούει τούτο τό όνομα, συσπάται νευρικά καί κατσου φιάζει. Τά μάτια του πετοΰν σπίθες. — Ναί. Τον ζητάμε. Καί τί σ’ ενδιαφέρει εσένα αυτό; λέει απότομα. Ό μισέ Τζανέτος κάνει έναν καινούργιο τεμενά. -— Έγώ ξέρω, αφέντη μου, έναν τρόπο πού θά μπόρεσης νά τον πιάσης... •—■ Μίλα καλά, ώρέ!, αγρι εύει ό Τούρκος πού όσο πάει γίνεται καί πιο νευρικός. Μί λα καλά ? — Θαρρώ πώς δέ μιλάω ά σκημα, πασά μου... Ό Ρεσίτ καταλαιβάίνει τώ ρα πώς πρέπει ν5 άλλάξη τα κτική. Γ ίνεται ευγενικός καί προσπαθεί νά μαλακώση, τό αγριεμένο πρόσωπό του. — Κάθησε, μισέ, τού λέει. Κάθησε... "Υστερα χτυπάει τά χέρια του. —Φέρτε σερμπέτι νά τον κε ράσουμε τον μισέ Τζανέτο!, διατάζει τον ναύτη που έμφανί ζεται. "Αντε, μπρέ, γρήγορα νά γλυκάνουμε τό φίλο μας... Ό κιτρινιάρης φράγκος κά θεται καί παίρνει τώρα ένα μισοκακόμοιρο ύφος. — Φτωχός άνθρωπος είμαι, πασά μου... -επεσμένος έμπο-
ΜΠΟΥΡλΟΤΙΕΡΗΣ
13
»»»»»»>>»»»»»»»»»»»»>»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»* ρος από τή Σμύρνη και δεν μπορώ να υποφέρω πιά τή στέρηση, και τή μιζέρια. σέρω, έχω ακουστά για τήν κουβαρντοσύνη σου και τήν απλοχε ριά σου και σκέφτηκα πώς αν τί να ζητιανέψω τήν ελεημοσύ νη σου, θά μπορούσα μέ μιά πληροφορία... -— Πόσα θέλεις, μισέ Τζανέτο; Έγώ δεν είμαι αχάρι στος άνθρωπος, λέει ό πασάς κι" αγωνίζεται νά κάνη δσο γί νεται πκό απαλά τήν τραχειά φωνή του. Μίλα ελεύθερα. "Ε κατό τάλλαρα; Τό λιγνό ανθρωπάκι ανα στενάζει. — Τί είναι εκατό τάλλαρα, αφέντη μου, γιά μιά ένδοξη και ξακουστή αυτοκρατορία σάν τήν Τουρκία; "Ενα ψίχου λο. Μά και γιά μένα; Τ'ί νά μου κάνουν εκατό τάλλαρα; — "Άντε νά σου δώσω τό τε πεντακόσια μιισέ Τζανέτο. Παραπάνω ούτε γρόσι. Μήν ξεχνάς πώς μπορώ νά σου πάρω τό κεφάλι, χωρίς νά δώσω τίποτα. Ό κιτρινιάρης κάνει έναν τεμενά καί προσκυνάει. -— Τί θά κερδίσης, καπουδάν πασά, αν μέ σκοτώσης; Τίποτα. Γιατι στο χέρι μου είναι νά πάρω μαζί μου τό μυ στ ικό... —Λοιπόν; τον κόβει αυτός. Δέχεσαι! μέ πεντακόσια; -— Βάλε κάτι παραπάνω πασά μου, παρακαλάει κλα ψιάρικα ό Φράγκο ς. — 'Άϊντε λοιπόν έξακόσια ...χαλάλι σου... Κι3 απλώνει τό χέρι κι3 α
νοίγει ένα κουτί από ελεφαν τόδοντο που βρίσκεται πλάϊ του. Τραβάει ένα μικρό σάκου λάκι μέ χρυσά νομίσματα καί τού τά δίνει. — Νά είμαστε έξηίγηιμένοτ, μισέ Τζανέτο. Άν δε μ" αρέ σει τό μ'αντάτο πού θά μου δώσης, στά παίρνω πίσω. Έκεΐνος κρύβει τά λεφτά στον κόρφο του. — Θά σ’ αρέσει, αφέντη μου... Θά σ3 αρέσει... Κι5 ύστερα σέρνεται πιο κοντά του καί μιλάει χαμηλό φωνα. — Άν θέλης νά πιάσης τον Άστρακάρη ξεκίνα αμέ σως γιά τήν "Αμοργό. Έκεΐ θά βρής τό ραγιά πού ζητάς. Μά κι" άν δέ βρής, τον Τδι-ο, θά βρής τήν κοπέλλα πού αγα πάει καί πρόκειται νά κάνη γυναίκα του. — Ποια είναι αυτή, μωρέ; ρωτάει καί τά μάτια τού Ρεσίτ αστράφτουν. — Ή κόρη τού προεστού Καραδημήτρη,.. "Ανθή τή λένε. Είναι κορίτσι όμορφο· κι" ό Σουλτάνος, άν τού τήν πας, θά σέ γέμιση, δώρα καί τιμές. Μά δεν είναι αυτό μονάχα. Άν δέ βρής τον "Αστρακάρη καί πάρης τήν κοπέλλα, είναι σά νάχης τον ϊδιονε στά χέρια σου. Γιατί ό νεαρός κουρσά ρος είναι τρελλός μαζί της καί θά κάνη τ3 αδύνατα νά τήν μενεις και τον πας πεσκεσι στον Σουλτάνο. — Μού λές αλήθεια, μωρέ; — Τήν αλήθεια σού λέω, καπουδάν πασά., Μονάχα μή
14
Ο
Μ I Κ Ρ Ο Σ
?»»»»»>»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»>»»* χαασαμερνας. "Οσο ταχύτερα φτάσεις, τόσο πιο καλά. Στο πρόσωπο του Ρεσίτ σχεδιάζεται· ένα άσκημο χαμό γελο. — "Αιντε χαλάλι σου, Φ'ράγκε,. τά τάλλαρα! Μ5 αρέ σανε τά νέα πού μούφερες. Θά οαλτάρω αμέσως γιά την Α μοργό. Μά πρόσεξε άν μέ γέ λασες, θά σέ βρω οπού κι5 άν θάσαΐ' και δε Θά γλυτώσης σ.π5 τό χατζάρι μου. "Αιντε, πήγαινε τώρα. Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΟΡΚΟΣ
ΤΟ αρχοντικό του Καραδημήτ,ρη έχουν χαρές. Κάθε έπίσκεψι του ήροώκοΰ Ελληνόπουλου και πανηγύρι γιά τό νησί, γι ατί δλοι αγαπούν καί θαυμά ζουν τον Νιικήτα "Αστρακάρη πού ,μέ τό λατίνι του «Ελευ θερία ή Θάνατος» σκορπίζει τό φό,βο καί τον τρόμο στα τούρκικα καράβια πού δυνα στεύουν τούς ρωμηούς. "Ολοι τον καμαρώνουν, .μά άπ5 όλους πιο πολύ καί μέ τό δίκηο της ή Άνθη, ή μελαχροινή όμορφη μοναχοκόρη τού Καραδημήτρη, πού είναι αρραβωνιαστι κιά του. "Εχουν περάσει δα κτυλίδια κι5 αγαπιούνται ιμ’ έ να αγνό καί δυνατό αίσθημα. Τρέμει ή καρδιά της όταν αυ τός φεύγει. Δεν ξέρειι άν θά τον ξσναδή. Κι* όταν έρχεται, όλα γίνονται ωραία καί χα ρούμενα. — Μια μέρα θά σταματή σουν τούτα τά ταξίδια, Ανθή, τής λέει. Τότε θά παντρευτού
Ε
με καί θά μείνω γιά πάντα στο νησί, κοντά σου. Τότε θά ζήσουμε ευτυχισμένοι. *— Μακάρι, αναστενάζει^ ή όμορφη, κοπέλλσ. "Ομως πότε θαρθή αυτή ή μέρα; ^ . — Είναι κοντά, πολύ κον τά, μη σέ νοιάζει;. Ή λευτεριά τού Γένους έρχεται. Μαζί μ’ αυτήν θά γιορτάσουμε καί τούς γάμους μας. Τώρα υπάρ χει ένα άλλο· χρέος. Μεγαλύ τερο καί ί>ερώτ·ερο απάτην α γάπη μας, 5Ανθή. Ό αγώνας εναντίον τού τυράννου. Την άλλη μόρα ό "Αστρα·· κάρης δίνει τον όρκο στη Φι λική Εταιρία. Στο σπίτι^ τού Καραδημήτρη βρίσκεται ό 5Αναγνωσταράς, πού έχει έρθει είναι από την Πόλι να κατηιχήση στη μυστική οργάνωση πού ε τοιμάζει τον αγώνα, όλους ε κείνους πού είναι έτοιμοι ^ νά πολεμήσουν γιά την Ελλάδα. —- 7Ηρθα επίτηδες γιά σέ να από την "Υδρα, Νικήτα, τού λέει ό 5Αναγνωσταράς. Εκεί κάτω ακόυσα νά μιλούν γιά σένα μέ θαυμασμό. ΚΓ ό ίδιος ό Μιιαούλης, αυτός ό γέ ρος θαλασσόλυκος, σέ καμα ρώνει. — Κάνω ό,τι μπορώ, απο κρίνεται τό παιδί καί χαμηλώ νει σάν κορίτσι ντροπαλά τά μάτια ατούς επαίνους. Ό κά θε "Ελληνας έχει· καθήκον νά βοηθήση γιά τό ξεσκλάβωμα τής βασανισμένης μας πατρίδας. Είναι οί δυό τους σ5 ένα μι κρό δωμάτιο, στο πίσω μέρος τού σπιτιού. Τούς αφήνουν ε πίτηδες μονάχους νά μι ίλή-
ΜΠΟΥΡΛΟΤΙ ΕΡΗΣ
15
>»»>»»»»»»>$>»»»»»>»»»»»»»»»»»»>»»»»»»»»»»»»»>»»» σαυν. Ό 5 Αναγνωσταράς κυττάζει κοοτήματα τό παιδί. — Στοχάζεσαι τόν εαυτό σο-ιτ Ικανό Νικήτα νά κράτησηγ τον όρκο στην Εταιρία, πού έχει· για σκοπό την έλευθέρωση καί την ευτυχία του Έ θνους; ρωτάει. — Ναι!, απαντάει χωρίς δισταγμό τό Ελληνόπουλο. Στοχάζουμαι τον εαυτό μου ικανό... Ό 3 Αναγνωστ αράς κυττάζει μέ θαυμασμό το παιδί. —Είσαι* ένας πραγματικός άντρας^,, τού λέει. — Είμαι ένας "Ελληνας, αποκρίνεται τό παιδί απλά. Κι’ όλοΈι "Ελληνες θέλουν τη λευτεριά τους. Ό απεσταλμένος τής Φιλι κής Εταιρίας δε μιλάει. Βγά ζει από τον κόρφο του ένα α σημένιο εικόνισμα καί τ' ά κου μπάει στο· τραπέζι. Τό παι δί γονατίζει σταυροκόπιέται κα| βάζει την παλάμη του α πάνω στην εικόνα. Ή στιγμή αυτή είναι ή μεγάλη στιγμή τής ζωής του. — Θά λες ό,τι λέω, τού ε ξηγεί ό Άναγνωσταράς. Είναι ό (μεγάλος όρκος... Τδ 4 Ελληνόπουλο· κουνάε ι το κεφάλι καί, καθώς ό άσπρο υάλλης πατριώτης αρχίζει νά δ'αβάζη, ό Νικήτας έπαναλα,μ βάνει μέ φωνή, πού τρέμει ε λαφρά για τη μεγάλη τιιμή πού τού γίνεται, τά λόγια του: —* Ορκίζομαι· ενώπιον τού αληθινού Θεού οίκειοθελώς δτι θέλω είμαι επί ζωής μου πιε στός είς την Εταιρία κατά I
1
πάντα. "Ορκίζομαι δ,τι θέλω τρέφει αδιάλλακτο μίσος ε ναντίον των τυράννων τής πα τρίδας μου, των οπαδών των καί των οι μ αφρόνων μέ τού τους. Θέλω ενεργεί κατά πάν τα τρόπο πρός βλάβην των καί πρός αυτόν τον παντελή όλεθρόν των, όταν ή περί στά σις τό συγχωρήσει. Τά λόγια άντηιχοΰν προφη τικά μέσα στο μικρό αυτό κα μαράκι1 τού παληού αρχοντι κού τής Αμοργού κι3 οι δυο πατριώτες,, ό άντρας καί τό παιδί, κατηχητής καί κατηχού μένος, νοιώθουν τά μάτια τους υγρά. "Οταν ό όρκος τελειώ νει, ό 3 Αναγνωστ αράς αγκα λιάζει! καί φιλάει πατρικά ατό μέτωπο τον Άστρακάρη. — Καί τώρα Νικήτα, τού λέεκ, ανήκεις καί σύ στη με γάλη μυστική στρατιά πού θά σπάση τις αλυσίδες τής σκλα βιάς! Ό Θεός νά είναι πάντα μαζί σου... Τό ατρόμητο Ελληνόπουλο δεν απαντάει. Τά σκούρα μά τια του όμως είναι γεμάτα φως. "Οραματίζεται από τοδρα τον μεγάλο αγώνα πού θά ξεσπάση σαν ένα φοάερό η φαίστειο καί θά φούντωσή σά μιιά γι γάντι αία φλόγα, τον Μάρτη τού 1821, τρία χρόνια αργότερα. «ΉΡΘιΑιΝ ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ!»
ΤΑ μεσάνυχτα, τό λατίνι «Ελευθερία ή Θάνατος» πρόκε ι τ α ι. νά ξεκ ι νήση γιά τ3^ανοιχτά. Στο αρχοντι κό τού Καραδηίμήτρη κάνουν
16
Ο
Μ 1 Κ Ρ Ο I
.»»»»»»»»»»»»»>»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»>»» το αποχαιρετιστήριο τραπέ ζι. Εΐναι προσκαλεσμένοι τά παλληικάρια κιι’ οϊ προύχοντες τού νησιού. Τρώνε καί πίνουν και σηκώνουν τα ποτήρια τους στην υγειά του Άστρακάρη. -— Καλό ταξίδι, καπετάνιο, και νίκες κατά των βαρβά ρων ! -—· Μέ τη βοήθεια τού Χρι στού, λέει τό παιδί χαμογε λώντας. "Υστέρα από λίγο, ό Άναγνωσταράς παίρνειι τό λαγού το στο χέρι του και τραγου δάει ένα καινούργιο τραγούδι πού φέρνει δάκρυα στα μά τια: «"Ως πάτε παλληικάρια θά ζουμε στη σκλαβιά, •μονάχοι σάν λιοντάρια στους Βράχους στα Βουνά» Ή μπάσα φωνή του είναι γεμάτη συγκίνησι καί μοιάζει μέ τη λαχτάρα ολάκερου τού Γένους πού στενάζει κάτω α πό τό έυγό. — Νά μού ζήσης, αηδόνι!, φωνάζει ό Στραπάτσος πού για νό: μη δουν τά δάκρυσμά1■■ να μάτια του οι άλλοι καιταπί νει ιμιά ολάκερη κανάτα μέ κοκικινέίλι. Νά μού τό μάθης, καί μένα αυτό τό τραγούδι νά τό διδάξω στο τσούρμο (*) νά τό λέμε όταν αρμενίζουμε. — Ό Γεράσιμος, εξηγεί ό Νικήτας εύθυμα, είναι τενορίνος καί δάσκαλος τής μουσι κής. "Αλλοτε ήτανε αριστερός ψάλτης σέ μια έκκληισιά τής Κειφαλλωνιάς. Μιά μέρα δμως (*)' Τσούρμο, άναι πλήρωμα ενός καραβιοΟ
το
έστειλε στον Παράδεισο τρεις Τούρκους μ5 ένα... καρεκλοπόδαρο καί τον πιάσανε.Τόν πιά σανέ, τον φορτώσανε σ’ ένα καράβι καί τον πηγαίνανε νά τον πουλήσουνε στα σκλαβο πάζαρα τής ,μπαρμπαριάς για ...καρδερίνα! Τότε τον ψάρε-* ψα εγώ από τό τούρκικο κα ράβι καί από τότε δέ λέει νά ξειχολλήση από κοντά μου. —- Νά τον χαίρεσαι τέτοιον παλληικαρά!, φωνάζει ό Καρα δηιμητρης. — Έγώ παληκαράς; δια μαρτύρεται ό Στραπάτσος παίρνοντας τό θεοφοβούμενο ύφος του. Λάθος κάνεις, α φέντη,. Είμαι ένα ταπεινό αν θρωπάκι του Χριστού καί τής Παναγίας, πού δεν έχω τη δύ νο:μι νά βλάψω μυρμήγκι! — Μονάχα Τούρκους σκο τώνει, ξεσπάει σέ γέλιια τό παιδί. Άλλα τούς σκοτώνει μέ εολάβεια, ψέλνοντας τό αλλη λούια ! "Ολοι γελάνε. Μά ξαφνικά τά χαχανητά κι5 οι φωνές σκε πάζονται από μιά άγρια κραυ γή πού έρχεται απ’ έξω: — Οΐ Τούρκον! "Ηρθανε οί Τούρκοι! Κάποιος βροντάει δυνατά την πόρτα. Τινάζονται όρθιοι καί σωπαίνουν. Οι γυναίκες τρέμουν καί γίνονται χλωμές. Άπό μακρύ ά, άκούγονται του φεκιές. Τό παιδί προχωρεί μέ σταθερό βήμα κι5 ανοίγει την πόρτα. "Ενας ναύτης μπαίνει άλαφ ιοσμένος, άνασαίνοντας βιαστικά. Ό Άστρακάρης τον άναγνωρίζει άρέσως. Εΐναι έ νας άπ’ τό καράβι του.
Μ Π Ο Υ Ρ Λ Ο Τ I Ε Ρ Η ί
\7
»»»»>»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»% — Τι έτρεξε, μωρέ Κωνσταντή; ρωτάει ανήσυχος. — Δυο τούρκικα ντελίνια μπήκαν, καπετάνιο, στον κόρ φο τής Παναγιάς τής Όδηγήτρας χωρίς νά τά μυριστή κα νείς. Φουντάραν στο γιαλό καί βγάλανε μέ τις σαΐτες τους πάνω από πεντακόσιους άρ,ματω'μένοος. "Ερχονται τώ ρα κατά δω... Τά μάτια ταυ Νικήτα σκο τεινιάζουν. — Καί δεν τους είδατε, μωρέ, πριν φτάσουν; ρωτάει άγρια. — * Ηρθαν από τήν άλλη μ πάντα του νησιού. Ποιος νά τους δή;^ — Καί που βρίσκονται τώρα;
,
"
,
„
— Ζυγώνουν. Έγώ έκοψα από τό μονοπάτι καί τούς πρόλαβα. Τούς προσπέρασα κι1 ήρθα νά σέ ειδοποιήσω. Τό παιδί μένει αμίλητο για λίγο. Μιά βαρεία σιωπή έχει απλωθεί .μέσα στη ιμεγάλη κάμαρη. Κανείς δέ σαλεύει. "Υστερα άκούγεται ψύχραιμη η φωνή του: — Νά πας αμέσως στο κα ράβι, Κωστντή, καί νά μου στείλης τό μισό τσούρμο. Θά τούς χτυπήσουμε τούς σκύ λους. Έιμεΐς θά τ αμ πουρ ωθού με εδώ μέσα. Οι ναύτες μου θά τούς χτυπήσουν από πίσω. "Αλντε, τρέχα όσο μπορείς πιο γρήγορα. — Πάω, καπετάνιο! Ό ναύτης φεύγει· σαν α στραπή καί χάνεται στο σκο τάδι. Τό παιδί τώρα δίνει βια στικιές διαταγές.
— Οί γυναίκες θά πάνε στά^πίσω δώιματα !, διατάζει. 5Εκεΐ θά εΐναι ασφαλισμένες από τή μάχη,. ^ Εμείς οι άντρες θά .μείνουμε νά τούς χτυπήσου με^ Θά κρατηθούμε δοο νάρθούν οί ναύτες άπ5 τό γιαλό. "Εχει κανείς άντίρρη-σι; "Ολοι είναισύμφωνοί) νά· πολειμήσουν. Κανένας δέ φο βάται. — "Αφηισέ με νά ;μείνω μαζί σου, Νικήτα, πσροκαλάει ή Ανθή. Τό Ελληνόπουλο· τής ρίχνει ένας βλέιμ.μα γειμάτο λατρεία. "Οχι, 5Ανθή, τής λέει. Δεν είναι- σωστό νά κινδυνέφης· — Μπορώ νά πολεμήσω κι5 εγώ Νικήτα. — Δέ χρειάζεται. Τήν αγκαλιάζει; καί τή φίρ λάει αγνά στο -μέτωπο. — Κάνε αυτό πού σου λέω, 3 Ανθή. — Φοβάμαι για σένα, Νι κήτα! Τό ηρωικό παιδί χαμογε λάει. — Εμένα μέ γνωρίζουν τά βόλια, Ανθή. Δέν μέ πειρά ζουν. Σέ λίγο δλα θά έχουν τε λειώσει καλά καί θά συνεχίσουμε τό γλέντι μας. Οί γυναίκες φεύγουν καί τώ ρα οί άντρες που άποιμένουν μόνοι κινούνται- γοργά καί α πό φασιστικά, έκτελώντας τις εντολές πού δίνει ό Άστρακά·· ρη-ς.. "Ολοι υπακούνε γιατί α μέσως καταλαβαίνουν πως τό αμούστακο αυτό παλληιχάρι, πού ξέρει νά τά προβλέπει δ λα, είναι γεννημένο για άρχη-
Το παιδί μέ τδ σπαθί στο χέΐ ι πραγματοποιεί ενα
φοβερό πηδτι,μα.
20
Ο
Μ 1
Κ Ρ Ο 2
►»»»»»»»>»»»»»»>»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»» γός. Ταμπουρώνουν βιαστικά τά παράθυρα, μανταλώνουν τις πόρτες. Ό Κσραδημήτρης μοίραζε ιι πιστόλια, όπλα, φυσέκια και μπαρούτι:. Τό υ πόγειο του αρχοντικού του εί ναι ένα μυστικό οπλοστάσιο. Μονάχα ό Στραπάτσος δεν έχει σαλέψει από τή θέισι του. Ψύχραιμος και γελαστός σιγοψέλγει χαϊδεύοντας τό για ταγάνι του: «Τή Ύπε'ρμάχω Στρατηγω τά Νικητήριια Ώς λυτρωθεΐσα των δεινών ευχαριστήρια...» — Στόματα τις ψαλμωδί ες, Γεράσ ΐ/μ ε ί, τον μ σ,λλώνε ι τό παιδί. "Έχουμε πολύ δου λειά απόψε. — "Άφησε ιμε νά στρώσω τή φωνή μου, καπετάν Νική τα, παραπονιέται ό σύντρο φός του. Μυρίζομαι- πώς σέ λίγο 0" άρχήσω νά ψέλνω τό «Δεύτε λάβετε τελευταΐον α σπασμόν» και δέ θέλω νά τό λέω φάλτσα. Τό παιδί σπρώχνει μπρο στά ένα μικρό σακκί μέ .μπα ρούτι-, χοντρά στρατσόχαρτα καί σύρμα πού έχει φέρει άπ" τό υπόγειο ό Καραδηιμήτρης. — Μάς χρειάζονται μπουρ·· λότα, Γεράσιμε!, του λέει. Πάρε τά χέρια σου πριν φτά σουν οΊ Τουρκαλάδες. Ό Στραπάτσος χαμογε λάει. — Τώρα μάλιστα! Είπες την πιο σωστή κουβέντα πού ακόυσα σήμερα, καπετάνιο. Σέ λίγο θάχης τά μπουρλότα σου! ιΚαί, σιγοψιθυρίζοντας μιά
προσευχή, ρίχνεται μέ τά μού τρα στήΛδουλειά. Τά δάχτυλά του κινούνται μέ μιαν αφάντα στη γρηγοράδα κι" οί μικρές μπόμπες σέ λίγο είναι έτο> μες. ΙΈ-ΙΤΑΝ ΑΣΤΡΑΚΑΡιΗιΣ
ΣΤΕΡΑ από δέκα λεπτά δλα είναι έτοιμα για τή ράχη πού πρόκειται, ν’ άρχίση. "Ολοι οί άντρες έχουν πάρει τις θέσεις τους πίσω α πό τις μικρές το-υφ εκ ίστρες των παραθύρων, πού βλέπουν στο δρόμο. Ό Νικήτας πίσω από τό μεσαίο παράθυρο· ρί χνει στο καλτιρίμι. Βλέπει τώρα τούς Τούρκους πού έρ χονται. Τό ποδοβολητό τους άκούγεται απειλητικό. Είναι πραγματικά πολλοί. "Ενας ο λάκερος στρατός. Κρστάνε μπαλτάδες, γυμνά γιαταγά νια καί δπλα. — Σαν πολλούς τούς βλέ πω. ψιθυρίζει ό Στραπάτσος, πού βρίσκεται πλάϊ στο Ελ ληνόπουλο. Θαρρώ πώς δέ θά τά βγάλω πέρα νά τούς ψάλω όλους! "Έπρεπε νά κάνω γαρ γάρα νά καθαρίσω τό λαρύγ γι μου. Τό παιδί παρ’ όλη τή δύ σκολη θέσι τους, δεν μπορεί νά μή χαμογελάση. — Είσαι λεβέντης μωρέ Γε ρ άσ ιιμ ε !, τ ού λέε ι. Ά1 ιντε κ ι ’ αρχίζει τό πανηγύρι! 01 Τούρκοι έχουν ζυγώσει τό σπίτι· καί πυροβολούν. Ό "Αστρακάρης δίνει τό σύνθη μα. Γιά τό Χριστό καί γιά
ΜΠΟΥΡΛΟΤΙΕΡΗΣ
·
21
»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»
την Ελλάδα παιδιά!, φωνά ζει. Φωτιά! Οι ταμττουρωμένοι αρχίζουν νά ρίχνουν. Ό αέρας γεμίζει άπό^ βροντές και καπνούς πού μυρίζουν μπαρούτι. Μέ ^ήν πρώτη, μπαταρία οι Τούρκοι αίφνιδιάζονται. Μερικοί κυλι ούνται βαρεία πληγωμένοι ή νεκροί. Οί άλλοι σταματούν για μιά στιγμή. "Υστερα ό μως συνέρχονται καί με άγρι ες καί βραχνές πολεμικές κραυγές αρχίζουν την έπίθεσι. Οί "Ελληνες πολεμάνε άντρίκια. Μά είναι λίγοι* καί οι άλ λοι εΐναιι πολλοί. Τά μολύβια τσακίζουν τά παράθυρα κι3 οί σφαίρες μπαίνουν από παντού μέσα στις κάμαρες. Δυόι-τρεΐς από τούς προοκαλεσμένους τοΰ Καραδηιμήτρη τραυματί ζονται·. — Δέν είναι τίποτα, παι διά!, φωνάζει ό Νικήτας, Πρέ πει νά τούς κρατήσουμε δσο νά φτάσουν οί ναύτες άπ3 τό καράβι. Τότε θά τούς τσακί σουμε. "Ομως τά πράγματα δέν είναι τόσο εύκολα. Τό λατίνι «Ελευθερία ή Θάνατος» είναι μακρυά, στ αν κόρφο τού Ψα λιδιού κι3 οί Τούρκοι βρίσκον ται έξω από τό σπίτι. Πόσο· θά μπορέσουν ν’ άντε ξου ν οί πολιο-ρκηΐμένοι; "Εχει περάσει κάμποση ώρα κι3 όλο κερδί ζουν έδαφος οί πολιορκητές. — ’Έλα μαζί μου, Στρα πάτσο!, διατάζει τό παιδί. 3Εσείς οί άλλοι συνεχίστε νά ρίχνετε άπτ3 τά παράθυρα. Πά ρε καί τά μπουρλότα μαζί σου, Γεράσιμε.??
Μπροστά τό άφοβο Έλληνό π ούλο πίσω ό Στραπάτσος, περνούν στην αυλή κι3 ανεβαί νουν την ορθή πέτρινη σκάλα πού φέρνει στην ταράτσα. — 3Εδώ πάνω μάλιστα!, λέει ό Κεφαιλλωνίτης. 3Εδώ παίρνεις καί καθαρό αέρα! Τό παιδί ρίχνει μια ματιά πάνω από τό πεζούλι. Μυρ μηγκιά οί Τούρκοι. — "Αναψε τό τσακμάκι σου!, διατάζει*. Ό Στραπάτσος ανάβει την ίσκα. Τα παιδί αρπάζει μιά απ’ τις μπόμπες, πλησιάζει τό φυτίλι της στη φωτιά καί την πετάει από ψηλά στις γραμμές των Τούρκων. Άκούγεται ένας φοβερός κρότος τού συνταράζει τό σπίτι άπ3 τά θεμέλια. Ό δρόμος γεμίζει κραυγές καί πανικό. Σ3 αυτό τό μεταξύ ό Στραπάτσος πε τάει. δεύτερη μπόμπα. Τερά στιες φλόγες ξεπηδούν κι3 έ νας δ εύτ ερο ς έκκωΦ αντ ικό ς κρότος ακολουθεί. Άκο-ύγονται βογνητά καί βλαστήμιες. — Πανηγύρι μέ τά ούλα του!, λέει γελώντας ό κεφαλλωνίτης ενώ ανάβει τό φυτίλι μιας άλλης μπόμπας. Δέν εί ναι άσκημα! Τώρα οί Τούρκοι, πού έχουν καταλάβει από πού γίνεται ή έπίθεσι-, σκορπίζουν καί ταμπουρώνονται στις γύρω γω νίες. Χαλάζι πέφτουν οί σφαί ρες στην τάράτσα. Μιά σφαί ρα τραυματίζει στον ώμο τον Στραπάτσο. — Δέν είναι τίποτα, καπε τάνιο!, λέει. Μιά γρατζουνιά. Χαΐ μέ το άλλο χέρι φκ-
22
Ο
ΜΙΚΡΟΣ
..■>»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»»>»»»»»»»»: σψ·ενδο·νίζει τό τελευταίο ση σαστίζουν. Μά ό Νικήτας μπουρλότο- πού τούς απομένει. δεν τούς αφήνει νά συνέλθουν. Την ίδια στιγμή όμως, σκύ Κρατώντας τό σπαθί του σά βοντας απ' τό* δεξιό μέρος τής ρομφαία, παίρνει ριά βόλτα ταράτσας, ό Νικήτας βλέπει πάνω στις φτέρνες του. Ή ■κάτι πού κάνει πό αίμα του κοφτερής λεπίδα θερίζει. Δια νό: παγώση. Οί Τούρκοι προσ γράψει έναν θανάσιμο κύκλο παθούν νά γκρεμίσουν τή με κι' όλοι εκείνοι πού δοκιμά γάλη; εξώπορτα τού αρχοντι ζουν νά τον ζυγώσουν δέχονται κού. Χτυπούν μέ μπαλτάδες άγρια χτυπήματα καί σωριά και σ ιδερέν ιου ς λοστού ς ! ζονται χάμω. Την αμέσως έττό — Δ^ν θ' άντέξη πολύ !, μενη στιγμή, γέρνει· προς τά λέει ό Στραπάτσος πού έχει πίσω καί τραβάει τό πιστόλι τρέξει κοντά στο παιδί. του. Τά κοφτά μολύβια πού Σχεδόν αμέσως ή πόρτα φεύγουν από τή διμούτσουνη πέφτει μέ πάταγο και στη κάννη του πετυχαίνουν ανάμε στενή είσοδο τού σπιτιού σα στά φρύδια δυο άλλους, μπουκάρουν σά λυσσασμένοι πού ετοιμάζονται νά μουντά λύκοι οι Τούρκοι·. 'Άν σπά ρουν. Πέφτουν ανάσκελα ουρ σουν τις άλλες πόρτες καί λιάζοντας σάν άγριό γάτοι. μπουν στις κάμαρες., αυτοί — Ανάπαυσαν τούς δού πού έχουν ταμπουρωθή στά λους σου έν τόπφ χλοερω !, άπαράθυρα είναι χαμένοι. Καί κούγεται νά ψέλνη δυο βήματα τότε τό παιδί αποφασίζει νά πιο έκεΐ ό Στραπάτσος. "Αγι κάνη μ ιά τρέλλα. ος ό Θεός, άγιος ισχυρός, ά — Θά σαλτάρουμε από δώ γιος αθάνατος, ελέησαν ημάς. καί θά πέσουμε απάνω τους! Τό γιαταγάνι του άνε'βοκαλέει. Μονάχα έτσι μπορούμε τέβαινε, μέ τό ρυθμό τού ψαλνά τούς κόψουμε τό δρόμο·. μού. Σηκώνεται καί πέφτει Ό Γεράσιμος γουρλώνει τά ρυθμικά σάν ένα σφυρί καί μάτια, άλλα δέ φέρνει άντίρτσακίζει τά φεσοφορ εμένα μέ ρηισι. τά σαρίκια κεφάλια των Τούρ — Έν τάξει ! Νά πέσου κων. με! Έγώ δέ χαλάω καρδιές... — Μακαριό ή οδός ήν πο Αλλά τό παιδί δεν έχει και ρεύει σήμερον. ρό για κουβέντες. Μέ γυμνό Καί, καθώς ψέλνει δίνει ένα τό δαμασκηνό σπαθί στο χέρι, σάλτο καί τσακίζει στά δύο τινάζει τό λαστιχένιο κορμί ένα χέρη πού τινάζεται <μ' ένα του έξω από τό πεζούλι κι' α χατζάρι έτοιμο νά χτυπήση πό τό ύψος αυτό ρίχνεται πισώπλατα τό παιδί! Ό Νι στους πρώτους, πού έχουν πα κήτας από τρίχα ξεφεύγει τό τήσει την είσοδο. Πίσω του α θάνατο. κολουθεί ό Στραπάτσος. Οί — Είσαι εντάξει, ΓεράσιΤούρκοι, πού ξαφνιάζονται α μ ε !, του φ ωνάζ ε ι. Παρά λ ί γο πό αυτή την πρωτότυπη επίθε θά γινόμουν μακαρίτης!