ΠΕΡΙΛ ΑΜΒΑΑΝΕΙ ΝΕΙ ΠΕΡΙΛΑΜΒ ΤΑ 1-24 ΤΑ # 1-40
ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: ΤΙΝΑ ΧΕΛΙΩΤΗ © ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ Ε.Ε. ISBN: 978-618-206-006-3 ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2021 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ Ε.Ε.: ΑΛΤΑΝΗ 4, 153 51 ΠΑΛΛΗΝΗ ΤΗΛ.: 210-8983824 • E-mail: info@mikrosiros.gr • Site: www.mikrosiros.gr
Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΓΙΓΑΝΤΑΣ ΒΙΙΙΒ!ΙΙΙΙΙΒΙ!0·ΕΙΙΕ·Β1ΙΕΒ>·η<ϋβ·<Μ·!ΐ:·9ΙΙΙΙ9Ιβ3Ι1ΙΙΙΙΙΒΙ>(1ΙΙΙΙ<··ΙΒΒΟ9ΙιιΕΙΙ!ϋΙ!>Ι99ΙΠ)ΒΒ3Ιι>Εη··ΙΒ
ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ
ΣΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ
Λ ΕΥ Κ Ο Σ κυνηγός Κ α ρόζο ξεφωνίζει άγρια: —Θά σέ κάψω ζων τανή!... Τ' ομορφο ξανθό κορίτσι, που βρίσκεται ορθό και μέ δεμένα χέρια και πόδια, τον κυττάζει περήφανα: —»Κάψε με!... Δον θά προ δώσω ποτέ τον άγαπηιμένο μου σύντροφο... Ό λευκός κακούργος γυρί ζει τώρα οπούς μαύρους του: — Τί περιμένετε, λοιπόν; "Άιντε νά τελε ιώνουρ ε... Οι ιθαγενείς υπηρέτες μα ζεύουν φρύγανα και ξερά κλα
διά. ί ά σωριάζουν γύρω στην αιχμάλωτη που __ δεν μπορεί νά μετακίνησή. ! ρίβουν γρή γορα -μαύρες γυαλόπετρες και τούς βάζουν φωτιά... Οί φλόγες όσο .μεγαλώνουν τόσο καί πλησιάζουν την ά μοιρη κοπέλλα. Ό Καρόζο τή ρωτάει γιά τελευταία φορά: —Λέγε: πού βρίσκεται ή κρυφή σπηλιά σας; Πες μου καί θά σοϋ χαρίσω τή ζωή!... Θά σέ κάνω κόρη μου!... Θά σέ γεμ ίσω χρυσά στολίδ ι α!... Τό δ ωδ εκ άχ ρονο κ ορ ίτ σ ι τής ζούγκλας κυττάζει μέ φρί κη καί άπόγνωσι τις ^κόκκι νες φλόγες πού χυμάνε νά την άγκαλιάσουν. Σφίγγει μέ δύναμι τά σαγόνια της μήν
4
Ο ΜΙΚΡΟΣ
τής ξεφύγηι άθελά της κοττι —Τ αμπόααρ! που θά μπορούσε νά βαιλη σέ Ό μικρός δεκαεξάχρονος κίνδυνο τη ζωή του συντρό Ταρζάν, πού βρίσκεται πά φου της. νω στά κλαδιά του δέντρου, Ό κακός λευκός συνεχίζει τραβάει αμέσως και με ούνα με σαδισμό: μι τό λάσσο. Ή συντρόφισ—Ό Θεός έκανε τούς έλ.έ σά του λευτερώνεται από τις φλόγες κι5 αίωρεΐται στο κε φάντες γιά νά ,μάς δίνουν τά πολύτιμα δόντια τους... Ό νό. Ό Ζαμπόρ τήν τραβάει σύντροφός σου μ* Εμποδίζει μέ δύναμι καί βιάσι προς τά νά τούς κυνηγάω... "Αν δεν επάνω·. μπορέσου νά τον σκοτώσω, Οί μαύροι ιθαγενείς κυττά πρέπει ν αλλάξω επάγγελμα. ζουν χαμένα γύρω τους, ένώ Οί πρώτες φλόγες φτάνουν ό λευκός κυνηγός τραβάει τό τώρα και γλείφουν τά γυμνά πιστόλι του καί ετοιμάζεται πόδια τής νέας. Άπό τό ξέρα νά πυρο'βαλήσηι τον άπροσδό μένο λαρύγγι της βγαίνει ικιητο σωτήρα... Όμως δέν σπαρακτικό ξεφωνητό. χρειάζεται νά τό κάνη.. —’Άααα!... Τήν Τδία στιγμή, ό Ταμπόρ Όμως ό πόνος, άλλοίμο— καθώς τραβάει τό λάσσο νο, εΐναι πολλές φορές πιο δυ με τη Ζολάν — γλυστράει ά νατός άπ’ την ανθρώπινη; θέπό τά κλαδιά πού στηρίζεται. λησι. πέφτει μαζί της μπρο —Βγάλε με από τη φω στάΚαίστο πιστόλι του Καρότιά!... Θά στά πω δλασσ! ζο καί στά κοντάρια των μαυ Ό λευκός δήμιος επιμένει: —Όχι... Πρώτα θά μιλή ρων του. σης, κι* υστέρα... Τ* ΑΧΝΑΡΙΑ ΤΟΥ ΓΙΓΑΝΤΑ Μά δεν προφθαίίνει ν’ άποτελειώση τη · φράσι του. Την ΤΑΜΠΟΡ-τό Τδιο σύτό ίδια στιγμή κάτι αναπάντε πρωΐ - ξυπνάει στήν χο γίνεται. 5Από τά πυκνά κρυφή σπηλιά του λίγο κλαδιά του τεράστιου δέντοου πριν ξεπεταχτή ό χρυσός ή πού ρίχνει τη σκιά του στήν κατασκήνωσι του λευκού κυ λιος πίσω άπό την κορυφέ) νηγού. ένα πρ ωτό γονο λ άσ τού μεγάλου πέτρινου βουνού. Πλάι* του κάποιος ροχαλί σο, από χορτόσχοινο, σφυρί ζει σαν λαχανιασμένο άγριοζει στον άέρα. Ή θηλειά του, πέφτοντας πάνω άπ’ τό κοοί’- γαύρουνο. Είναι ό Μπουτάτα, τσι πού καίγεται, αγκαλιάζει ο κουτός καί φοβητσιάρης σύντροφός του, μέ τήν ηρά και σφίγγεται γερά στή μέση του. Ένώ, ταυτόχρονα σχε κλεια δύναμι καί τό κωμικό δόν, δυο χαρούμενα ξεφωνη τσουλούφι στο κεφάλι. τά άντηχούν: Ό μικρός Ταρζάν; μέ τ?ρ —-Ζολάααν! πρώτη ματιά πού ρίχνει γυ-
Ο
ΤΑΜΑ Η
ρω του, βλέττει ττώς ή Ζολάν δέν βρίσκεται, δπως πάντα, σηά χο,ρταιρένισ στρωσίδια της. Μά ούτε κι3 ή Φιφή, ή άγα; πημένη μ ικροσκοπική σκυ λίτσα της, είν3 έκεΐ. •Πετιέται αμέσως όρθός κι3 ανήσυχος. Βγαίνει μ3^ ένα ττή δηιμα στ3 άνοιγμά τής σπη^λιας και ουρλιάζει ιμέ φωνή αφάνταστα δυνατή: —Ζολάαααααν!... Ό Ταμττορ ,μάταια περιμέ νει για λίγες στιγμές άττόκρι σι στο κάλεσμά του. "Υστε ρα ξαναγυρίζει στο βάΒος τής σπηλιάς κάί ξυπνάει μέ τό πόδι του τον άράπη. —Έ, Μπουτάτα!... Τό κο ρ ίτσ ι χάθηκε !... Πάμε έξω να ψάξουμε... Ό μαύρος Ηρακλής, ή ό « Γσουλούφης» όπως τον λέει ή Ζολάν, άνασηκώνεται βαρε τά και χασμουριέται τρίβον τας τά γουρλωμένα^ ηλίθια ,μά τια του. Τακτοποιεί στη ιμέση του τη ζώνη ιμέ τη θήκη του άχώρ ιστού πιστολιού του καί μουρμουρίζει: •—Αές, άφέντη Ταμπόρ, νά την άρπαξε κανένα θεριόοα;! —Γιατί ρωτάς; —Γιατί χθες τό βράδυ είδα.. —Τι είδες; —"Ενα ποντίκι πού τριγύ ριζε στα στρωσίδια της. Σέ λίγο ό Ταμπόρ κι* ό Μπουτάτα βρίσκονται έξω α πό τη σπηλιά. Προχωρούν ψάχνοντας καί φωνάζοντας τή χαμέ’νη συντρό φισσά τους. Τή νύχτα, οί κοπαρράκτες τ’ ουρανού είχαν ξεχυθή στην παρθένα κι" άγρια ζούνν>σ,
3
Τό χώμα τής γης, δπου ήταν γυμνό από βλάστηση έχει γί νει_λάσπηι. -αφνικά, οι δυο άντρες στα ιματούν κατάπληκτοι καί κυττάζουν μέ δέος κάτω: Σέ μι κρή άπόστασι, πάνω στο χώ μα τό βρεμμένο, βλέπουν τ3 άχνάρια άπό τεράστιες γυμ~ νές ανθρώπινες πατούσες. Κά θε :μιά τους είναι σέ μάκρος πάνω άπό μισό μέτρο! Σί γουρα, ό άνθρωπος πού είχε περπατήσει εκεί έπρεπε νά ξεπερνάη;, σέ μπόϊ, τά έξη μέτρα!... Ό μικρός Τσρζάν νοιώθει (φρίκη άντικρύζοντας τ3 άχνά ρια των υπερφυσικών αυτών ποδ αριών. —Τρομερό!... Ποιος νά ε! ναι αυτός πού πάτησε έδώ;! Ό Μπουτάτα χαμογελάει: —Κουτός είσαι ά^έντ^; Δέν καταλαβαίνεις ποιος θατονε; —Ποιος; — Κάποιος ιμέ... πρησμέ να ποδάρια!... Την ίδια στιγμή ό Ταμπόρ ανακαλύπτει πλάι στίς τερά στιες πατημασιές καί κάτι άλλες πολύ - πολύ μικρές. Έ χουν κι3 αυτές την ίδια κατεύ θυνσι καί τις αναγνωρίζει α μέσως: είναι τής Ζολάν. Τό μυαλό του τώρα φωτί ζεται καί κάνει φανταστική άναπαράστασι τού χαμού της. «Φ άίνετα ι, συλλογ ίζετ α ι, πώς ή συντρόφισσά μου, ξυ πνέοντας πιο μπροστά άπό μένα, βγήκε άπό τή σπηλιά για νά πλυθή στην κοντινή
6
Ο ΜΙΚΡΟΣ
πηγή. Έκιεΐ θά την βρήκε ό άγνωστος Γίγαντας καί θά την πήρε ιμαζί του...» Τό Παιδί τής Ζούγκλας τραβάει τώρα δοτό τό τριχω τό μπράτσο τον /μαύρο Ήρα κλή: — Γρήγορα, Μπαυτάτα! Πάμε νά ρωτήσουμε τό Μάγο Ζοχράν. Σέ λίγο ένας τυφλός σκελε τωμένος γέροντας, φορώντας προβιά λύκου καί στολισμέ νος παράξενα, τούς δέχεται στο μακάβριο άντρο τής σττη λιάς του. Στρέψει για λίγο τά θολά -μάτια του στους πράσινους καπνούς -μιας /μαγικής χύτρας κάί μουρμουρίζει βραχνά: —Βλέπω τό Κορίτσι τής
Ζούγκλας... *Ακολουθείς κάτ ι αχνάρια στο χώμα... ζεμα^ κραίνει πολύ από τή σπηλιά σας... Τώρα βλέπω δυο μαύ ρους νά τή συναντάνε... Τοόρ βλέπω νά την αρπάζουν και νά τή φέρνουν μπροστά σ’ έ να λευκό κυνηγό. Τώρα βλέ πω ν5 ανάβουν φωτιά γύρω της Ό κακός λευκός θά τήν κάψη ζωντανή... Ό Ταμπόρ δεν περιμένει ν’ άκούση περισσότερα. ^ ζέρει πιά πώς ή Ζολάν βρίσκε ται στά χέρια ταυ άσπονδου εχθρού του πού κυνηγάει κάί σκοτώνει τούς αγαπημένους του έλέφαντες. Τραβάει πάλι τό Μπουτάτα νά φύγουν, μά εκείνος κον τοστέκεται γιά νά ρωτήση τό
*0 Μπουτάτα σκορπίζει τον όλεθρο και τον πανικό.
ΤΑΡ2ΑΝ
Ε<να μεγάλο καράβι τσακίστηκε πάνω ατά βράχια.
Ζσχράν. — Δεν ιμισυ λες,, αφέντη Μά γο: -έρεις κανένα βότανο νά ...ξεπρίζη τά ποδάρια; Ό μικρός Ταρζάν μέ τό μαύρο σύντροφό του φθάνουν τώρα τρέχοντας κοντά στην κατασκήνωσι του Κορόζο. Ό Μπουτατα κρύβεται κάπου1 κι5 ό Τα μπαρ πηδώντας άπό κλα δί αέ κλαδί;, κι’άιπό δέντρο σέ δέντρο, φτάνει πάνω άπό τό σημείο πού βρίσκεται ή Ζολάν. ΙΊιετάει ένα λ άσσο—όπω ς είδαμε — τραβάει τό κορίτσι άπ’ τις φλόγες, :μά την τελειυ ταία στιγμή γλυστράει κάί γκρεμίζονται κι5 οί δυο κάτω.
Ο ΤΕΤΡΑΠΟΔΟ! ΣΩΤΗΡΑΙ
Ι Μαύροι ιθαγενείς μέ τό Τδιο χορτόισχοινο τού λάσσου, δένουν γρή γσρα χειροπόδαρα τον Τα μπόρ καί τη Ζολάν. Ό λευκός κυνηγός πλησιά ζει καί, δίνοντας μια άπάνθρωπη^ κλωτσιά στο Παιδί τής Ζούγκλας, καγχάζει Βριαμβεο τικά. —Χά, χά, χά!... Τώρα θά μπορώ πιά νά δουλεύω ήσυ χος!... Κι δισο γιά σένα, που λάκι μου, μην άνησυχής, κά ποια κοιλιά πειναΟμέναυ θε ριού θά βρεθή νά σέ φιλαξενηση...
Ο
Ο ΜΙΚΡΟΣ
Ό Ταμπόρ, δεμένος κάτω καθώς βρίσκεται, τον ικυττάζει ιμέ περιφρόνησι: —ΈΤσαι ένας άνανδρος δο λοφόνος, Καρόζο!... Καί να λείψω έγώ άπό τή ζούγκλα, τά θεριά τ,ης θά μείνουνε... Αυτά θά σέ τιμωρήσουνε κά ποτε όπως σου αξίζει. Καί τελειώνοντας τά λόγια του βγάζει μια αφάνταστα δυνατή κραυγή: —5 Αόαααααααα!... Αμέσως, γρήγορο καί βα ρύ ποδοβολητό άκούγεται νά πλησιάζη. .Καί σέ λίγα δευ τερόλεπτα ό χειροδύναμος Μπουτάτα φθάνει, άνεμίζοντσς άπειλητιικά στις χερού κλες του δυο τρομακτικά ρό παλα. Αμέσως, σάν σίφουνας χύνεται πάνω στον κυνηγό καί τούς ανθρώπους του, σκορπί ζοντας τον όλεθρο κάΐ τόν πα νικό! Τά τεράστια ρόποολά του άνεβοκατεβαίνουν δεξιά κι5 α ριστερά, κτυπώντας τους μ’ αφάνταστη ορμή καί λύσσα. Ένώ, ταυτόιχρονα, ό ίδιος κλα ιρουρίζει φοβισμένα καί παρα κλητικά. —Μή ιμέ βαράτε, αφέντες μου, ιμή μέ βαράτε!... Μπά, σέ κοολόοο σας! Ό Καρόζο κάνει νά τόν πυ ροβολήση, μά δέν προφθαίνει. Ό Μπουτάτα του πετάει πρώ τα τό ένα κι’ υστέρα τ άλλο ρόπαλο, κάνοντάς τον νά τό βάλη .στά πόδια για νά σωθή. Οι ιθαγενείς, βλέποντας τόν άρχηγό τους νά φεύγη^ τρέ χουν κι* αυτοί ξοπίσω του τρο μακρατημένοι.
Ό ιμαΰρος Ηρακλής ^άρπά ζει τώρα — άντί για ρόπαλο — έναν άπό δαύτους καί κυ νηγάει κτυπώντας ·μ* αυτόν τούς άλλους... Τέλος, μόλις τούς βλέπει νά ξεμακραίνουν αρκετά, ξαναγυρίζει σβέλτος κοντά στα παιδιά, τά σηκώνει όπως είναι, στην άγκαλιά του καί προχωρεί νά φύγη, μουρ μουρίζοντας ικανοποιημένος: —Καλά πού δέν θυμώσανε νά μέ... σπάσουνε στο ξύλο!.. Αλλοίμονο όμως !... Καθώς προχωρεί, σηκώνοντας τόν Τα μπόρ καί τή Ζολάν, μιά μικρή πράσινη σαύρα ξεπετάγεται ι μπροστά του. Τά μάτια του μαύρου Ηρακλή γουρλώνουν άπό τρόμρ! Τό κωμικό τσου λούφι του ανατριχιάζει άπό φρίκη! Καί; πετώντας κάτω τά δυο παιδιά, τό βάζει στα πόδια ξεφωνίζοντας μ’ άπόγνωσι: —'Βοήθειααα!... Τό Πρόοσι νο Θεριόοο!... Ό λευκός κυνηγός πού βλέ πει άπό μακρυά τόν Μπουτάτα νά παρατάη κάτω τά δυο δεμένα παιδιά καί νά φεύγη τρομοκραιτημένος, ξεθαρρεύει. Μαζεύει τούς ανθρώπους του κι5 όλοι μαζί χύνονται πίσω του νά τόν εξοντώσουν... Ό Ταμπόρ καί ή Ζολάν, δε μένοι καθώς βρίσκονται άνάμε οα στούς άναίσθητους μαύ ρους, πουχουν σωριαστή κάτω άπό τά κτυπήματα του Μπου τάτα, αλλάζουν ψιθυριστά με ρίκα λόγια. Ό μικρός Ταρζάν ρωτάει τό Κορίτσι της Ζούγκλας: —Είδες κανένα Γίγαντα τό
ΎΑΡ1ΑΗ
πρωί πού βγήκες από τή σπη λιά μας; —"Οχι. Μόνο τ' αχνάρια άττό τά ποδάρια του. —Ή Φίφη δεν ήταν μαζί σου; —Να!.. Μά σαν φθάσαμε εκεί που σταματούσαν οι ρε γάλες πατημασιές, κάτι φόβε «ρο είδε και τρόμαξε... —Τί; —Δεν ξέρω... Έγώ δεν εβλεττα τίποτα... —Αίκηα έχεις, Ζολάν... Τά ζώα 'βλέττουν πολλές φορές έκεΐνα που δεν μπαρουν να ϊδοΟν τά μάτια τά δικά μας... Και τί« άττέγινε; Τά μάτια τής όμορφης ξανθέ ιάς κόρης βουρκώνουν: —Τδδαλε στά πόδια γαβγί ζοντας φοβισμένα... και χάθη κε μέσα στη ζούγκλα!... Πρώτη· φορά ττου μ* άφησε μο νάχη!... Φαίνεται πώς δεν θά ιμ’ άγαττάει πιά!... Ξαφνικά, κάποιος βαρύς α ναστεναγμός ττου άκουγεται •πλάι, κάνει τά παιδιά νά στα μ στήσουν άπότομα. "Ενας ά= ττό τους κτυπημέναυς μαύρους συνέρχεται καί σηκώνεται μέ δυσκολία. * Αρπάζει ένα κοντά ρι καί πλησιάζει μ* άγριο μί σος τά παιδιά. Τό σηκώνει κι* έτοιμάζεται νά τους κτοπηση, μ ουγγρίζοντας: ■— Σκυλιά!../Εσείς θά πλη ρώσετε τό σπασμένο μου κε φάλι ! Κάνετ άμέσως νά κατεβάση τό κοντάρι του πάνω στά στη θεία του Ταμπόρ. Δεν προφθαί νει όμως... Γιατί, την ίδια στι
γμή, πίσω άττό τόν άράτημ φτάνει λαχανιασμένη! και μέ τή γλώσσα έξω, ή Φίφη. .Η !μακροσκοπική καίί τετραπέρα τη σκυλίτσα τής Ζαλάν.. Τό ζώο έχει δή τό κακό που πρόκειται νά γίνη κι* ενεργεί μ* αστραπιαία ταχύτητα. Κά νει ένα σάλτο, γατζώνεται στους ώμους του μαύρου μέ τό σηκωμένο κοντάρι και τόν δαγ κώνει μέ λύσσα ιστό σβέρκο. Ό άράπης, ουρλιάζοντας από τόν πόνο καί νομίζοντας στο ξάφνιασμά του πώς τοΰχε.ι έπιτεθή κανένα φοβερό θη ιρίσ, παρατάει τό φονικό κον τάρι του καί τό βάζει πανικό βλητος στά πόδια. Ή Φίφη πη δώντας άμέσως άπό,τή ράχη του, ξαναγυρίζει άμέσως καν τά στά παιδιά, κουνώντας χα ρούμενα την ουρά της. Τό ίΚορίτσι τής Ζο ύ γ κλας, που καταφέρνει νά συ νεννοείται μαζί της, τής φωνάζει: —Γρήγορα Φίφη... Κ όψε ιμέ τά δόντια σου τά σχοινιά του Ταμπόρ. Ή τετραπέρατη σκυλίτσα καταλαβαίνει κι* υπακούει στη διαταγή της, άλλά όχι άπόλυ τα. Αντί νά ροκανίση πρώτα τά δεσμά του Ταμπόρ, κόβει τά σχοινιά ποδναι δεμένη ή άγαπημένη της Ζολάν. Ή νέα πετιέται άμέσως όρ θή κι* ετοιμάζεται νά λύση, αυτή τώρα, τά δεσμά του συν τροφού της. Ξαφνικά ή φωνή του λευκου κυνηγού άκουγεται σέ μικρή
10
Ο ΜΙΚΡΟΣ
άπόστασι να διατάζη τούς /μαύρους του: ^—Τό ικορίτσ ι λύθηκε! .. Ε πάνω τους γρήγορα! Δεν πρέ πει να μας ξεφύγουν... Ή Ζαλάν παραπαίει δεμένο τον Ταμπόρ, αρπάζει στην άγ καλιά της τή Φίψη καί με σβελ τάδα .μαϊμούς σκαρφαλώνει ατά κλαδιά του (μεγάλου δέν τρου. Τήν ίδια στιγμή οι άρα πηδες φθάνουν μ5 άγριες δια θέσεις ικοντά στο δεμένο Παι δί της Ζούγκλας. Ό Ταμπόρ εΐναι χαμένος πια! (Καταλαβαίνει πώς έχει ψθάσει ή τελευταία του στι7Ρή·
Κυπτσζει για λίγο την Α
γαπημένη. του συντρόφισσα πού χάνεται ατά πυκνά κλα διά τού μεγάλου δέντρου κι3 ένα δάκρυ κυλάει στο μάγου λό του. "Υστερα της φωνάζει σσο πιο δυνατά μπορεί: _—Ζολάααν!... "Αν πεθάνω νά κατεβής αμέσως στο μεγά λο λιμάνι... Νά φύγης για την Άμείρίικήιη!... Τά τελευταία όμως λόγια βγαίνουν μέ άγχος από το λαρύγγι του. Ό λευκός κυνη γός έχει φβάσει κοντά καί τον πατάει με τη βαρεία ,μπότα του στο στήθος. "Υστερα τρα βάει τό πιστόλι, γυρίζει την κάννη του κατά τό κεφάλι του Ταμπόρ καί φέρνει τό δάχτυ λο στη σκανδάλη,..
Γεννήθηκες "Ελληνας, Ταμπόρ! Καί νδααι περήφανος γι* αότό.
Δ,ΡΖΑΝ
11
— Παρ’ το/ κόρη μου... Είναι τό φίλτρο ττου ναρκώνει. ΠΡΙΝ ΑΠΟ
ΕΞΗ ΧΡΟΝΙΑ
Σ ΑΦΗΣΟΥΜΕ όμως για λίγο τό Παιδί τή,ς Ζούγκλας, στήν άφάντα στα τραγική θέσι πού βρίσκε ται, κΓ ας κάνουμε μια «μικρή κΓ απαραίτητη άνσδρομή στό παρελθόν. Ό Ταμπόρ, απτό πολύ μι κρός και πριν ακόμα ,μάθη νά μ ιλάη καί να κατσλαβαίνη τί^ γλώσσες τών ιθαγενών και τών θηρίων, βρέθηκε μονάχος κΓ έρημος στην άπέραντη ά γρια ζούγικλα. Γονείς δον εΤχε χωρίσει, κι’ ούτε έμαθε ττοτέ τίποτα γι’ αυτούς... ’Ίσως νάταν γοιός κανένας λευκού κυ νηγού ή εμπόρου ή έξερευνητου, πού τον σκότωσαν οί ϊθά
^/ενεΐς, ή τον σπάραξαν τ’ ά γρια θηρία... Μια αλυσίδα μ’ ένα χρυσό μειντάγιόν βρέθηκε μονάχα στό λαιμό του. ’Έτσι μεγάλωνε μαζί μέ τούς πιθήκους καί ζούσε σαν κι’ αυτούς πηδώντας άπό κλα δί σέ κλαδί καί τρώγοντας καρπούς καί άγριο μέλι. Τ’ όνομα «Ταιμητόρ» τοΰ τό χσν δώσει οί ιθαγενείς καί ση ραίνει «Άγριόπαιδο». Κάποτε, σαν ήταν οκτώ χρο νών παιδάκι, κατάφερε να σώ ση τή ζωή του Μπσυτάτα, βά ζοντας σέ μεγάλο κίινδυνο τή δική του. Άπό τότε ό μαύρος μέ τό κωμικό τσουλούφι γινη» κε αχώρ ιστος σύντροφος τού Ταμπόρ καί υπακούει τυφλά
σέ κάθε διαταγή του1. _ "Όταν ,δέ ό 'μικρός Ταρζάιν ήταν δέκα χρόνων κι3 ο Μίτου τάτα κορμιά εικοσαριά, κυνη γημένοι από άγρια φυλή Κοον» νιβάλων, έφτασαν μιά σκοτει νή νύχτα σέ κάποια ερημική παραλία γεμάτη .μεγάλα βρά χια, που σπάζαν πάνω τους τά λυσσασμένα κύματα τής ψουιρτουν ι ασμένη ς θάλασσας. Τήν ϊδια εκείνη νύχτα, ένα μεγάλο καράβι τσακίστηκε πά νω στους μεγάλους βράχους καί βουλίαξε στα βαθειά νε ρά τους. 5Απ' τούς επιβάτες του τρεις μονάχα κατάφεραν νά σωθούν, σκαρφαλώνοντας στα βράχ ι α κατ ατ σ ακ ισμένοι κι* αξιοθρήνητοι. Ένας νέος άνβρσς, ό σοφός άμερ ικανός εξερευνητής Μπαΐκερ, ή χαρι τωμένη ξανθειά καρούλια του, Ζολάν, ώς έξη χρόνων τότε, κι5 ή μικροσκοπική κι5 αχώριστη σκυλίτσα της Φίφη. Ό Ταμπόρ κι* ό Μπσυτάτά βοήθησαν όσα μπορούσαν τούς δυστυχισμένους ναυα γούς. Καί" τήν. άλλη μέρα τό πρωΐ, παίρνοντας τή μεγάλη βαλίτσα τού Μπαΐκερ — μέ τά βιβλία του1—πού ή θάλασ σα είχε πετάξει ^ έξω στα βράχια, μαζί μέ άλλα πρά γματα τού πλοίου, ξεκίνησαν δλ.οι ιμαζί για τό εσωτερικό τής "Αφρικής... νΑν έμεναν έ» κεΐ, ήταν καταδικασμένοι νά πεθάνουν γρήγορα τής πείνας. "Έτσι κάποτε έφτασαν στην περιοχή Μπαντήμ κι3 εγκατα στάθηκαν σέ μιά (μεγάλη καί κρυφή σπηλιά. 3 Εκεί ό σοφός Μπαΐκερ έ
μαθε τον Ταμπόρ νά_ μιλάη, νά διαβάζη καί νά γράφη την αγγλική γλώσσα. Τό ίδιο έ κανε καί στην κόρη του που ήξερε νά ιμιλάη, μά άχι^καί νά διαβάζηι καί νά γράφη τή γλώσσα της. Ό εξερευνητής γέμισε ακό μα τό κεφάλι τού μικρού Ταμπαρ- καί μ3 ενα σωρό άλλες ακόμα γνώσεις τού πολιτισμέ νου κόσμου. Αυτός ό ίδιος εί χε διαβάσει καί τά παράξε να γράμματα πούταν σκαλι σμένα στό μενπαγιόν,^πού κρέ μεται πάντα στό στήθος τού νέου. Καί τού είπε, κυττάζαν τάς τον μέ θαυμασμό! —·Γεννήθηκες " Ιζλληινας^ Τά μίπόρ!... ·Καΐ πρέπει νά είσαι πολύ περήφανος^ γι" αυτό! ΕΤ οαι τό παιδί μιας χώρας πού βγάζει μεγάλους ήρωες!... “Έτσι πέρασαν δυο όλόκλη ρα χρόνια κι3 ό Μπαΐκερ πού στό μεταξύ είχε τελειώσει τις εξερευνήσεις του, έτοιμαζάταν, μέ λύπη του, νά εγκατάλειψη τή ζούγκλα καί νά ξαναγυρί" ση μέ τήν οκτάχρονη κόρη1 του στη μακρυνή 3Αιμερική. "Ομως ή Ζολάν είχε πιά αγαπήσει πολύ καί τον Ταμπόρ καΐ^τή ζούγκλα, καί παραικαλοΰσε τον πατέρα της νά μείνουν για πάντα εκεί. ιΚαί νά πού ή παιδική αυ τή επιθυμία της ήταν γραφτό νά έκπληρωθή κατά τόν^πιό α παίσιο τρόπο. Μιά νύχτα ό άμερ ικανός, γυρίζοντας στή σπηλιά τους, δέχτηκε τήιν έπίθεσι ενός φοβερού θηρίου. Ήταν μιά (μεγαλόσωμη άγριε μόνη, αρκούδα πού στό δεξιό
ΤΑΡΖΑΝ
ττοδάχΕίρό της κιραπτούσιε ένα κοντόχοντρο κλαδί δέντρου. Ό Μπαΐκερ έκανε να τραβή ξη το μεγάλο πιστόλι του, μα ή αρκούδα τον π,ρόφποοσε καί άνεβοκατέβασε μ5 ορμή τό ρό τταλό της στο κεφάλι του. Ό Ταμπάρ καί δ Μπουτάτα έθαψαν κρυφά τον άμοιρο εξερευνητή. Ό τρωτός κλήρο νομηςτε τά βιβλία του καί ό δεύτερος τή ζώνη με τό μεγά λο πιστόλι του. Στη μικρή Ζολάν ετπαν ψέ ματα: Πώς ό πατέρας της άποφάσισε να φύγη μονάχος του για τήιν "Αρερική. Καί πώς θά ξ αναγύριζε νά την πά ρη, ύστερα άττό πολλά χρόνια. Ή .λύπη τής άμορφης παι δούλας για τή στέρησι τού πα τέρα της έσβησε γρήγορα μπροστά στη χαρά πώς θά βρισκόταν, γιά πολλά χρόνια ακόμα, κοντά στον Ταμπόρ, τον άγαίπημένο καί άιχώριστο σύντροφο των παιχνιδιών της. Κι* ό χαμένος πατέρας άρχισε σιγά - σιγά, νά ξεχνιέται... Μόνο, καμμιά φορά, σαν μιλοΟ σε γι>* αυτόν ή άθώα Ζολάν, έλεγε: —"Οταν μεγαλώσουμε, Τα μπόρ, θέλω νά πάμε στη μα κρινή "Αμερική νά ιβρούμε τον πατέρα μου... —Ναί«, Ζολάν... ηη-Καί νά του πούμε πώς έμεΐς οί δυο θέλουμε νά ζήσου με γιά πάντα μαζί.! —Μά καί τώρα ζούμε μοοζι... , '
13
;—"Όχι έτσι... Πώς νά στο πώ: ^Μά μή χωρίσουμε ποτέ! Κατάλαβες, Ταμπόρ; —Ναί>, Ζολάν... Καί τά χρόνια περνούσαν... Τό ξανθό1 κορίτσι μεγάλωνε σαν τά ξωτικά λουλούδια τής ζούγκλας. Ό Ταμπόρ γινόταν σιγά - σιγά, ένα γεροδεμένο κι" άτρόμητο παλληκάρι πού, διαβάζοντας τά βιβλία τού έξερευνητού, είχε μάθει χίλιαδυό μυστικά του (μακρινού πο λ ιτ ισμένου κόσιμου. Καί ό Μπουτάτα, πού δσο μεγάλωνε τόσο γινόταν πιο κουτός, πιο δειλός καί πιο χε ροδύναμος, ήτ αν πραγμ ατ ική άπόλαυσι νά τον βλέπη κα νείς στη ζούγκλα ζωσμένο τό μεγάλο πιστόλι, νά καμσρώνη ...σάν γύφτικο σκεπάρνι, που λένε. "Οσο γιά τή σκοποβολή του, μην τά ρωτάτε!... "Αλλοι μανο σ5 έκείνοος πού θά βρί σκονταν κοντά του σάν έκανε νά πυρσβσλήση ! Σημάδευε τό βορρά καί χτυπούσε τό νότο! Πυροβολούσε την άνατολή καί τραυμάτιζε τή δύσι! Έτσι ό Ταμπόρ — άπό τό θάνατο τού έξερευνητού —μένει ό μοναδικός προστάτης τής Ζολάν. Καϊμμέ μεγάλους κόπους καί κινδύνους καταφέρ νει νά τή μεγαλώση, ως σήμε ρα που εκείνη είναι δώδεκα νιρονών κι* αυτός δεκάξη(*). (1) Οί περιπέτειες του Ταμ πόρ στο διάστημα αυτό, θά κυ κλοψορήσουν μελλοντικά σ’ έ να μεγάλο χωριστό βιβλίο μέ τον τίτλο «Ταμπόρ καί Ζολάν», λ
14 ΤΟ ΦΙΛΤΡΟ ΤΟΥ ΜΑΓΟΥ ΖΟΧΡΑΝ
ΑΙ ΤΩΡΑ, άίφοΰ ρίξαμε ίμια γαργή μ αίτιά στο παρελθόν, άς ξαιναγυρίσσυμε στην κατασκήνωσι. Όπω ς θυ μ άσαστ ε, είχ αμε 5ή τη Ζαλάν νά παρατάη· τό δεμιένο σύντροφό της καί να σικαρφαλώνη ατά κλαδιά του μεγάλου δέντρου. Ταυιτόιχρονα σχεδόν, ό λευκός κυνηγός ψτά νει κοντά στο μικρό Ταρζάν κ ι5 έταιμάζεται νά τον πυροβο λή,ση στο κεφάλι. Τήν ίδια στιγμή όμως, κά ποιας άπό τούς μαύρους, πλη σιάζει τον κακούργο καί κάτι του λέει στ’ αυτί. Ό Κορόζο κατεβάζει αμέ σως τό πόδι του άπό τό στή θος του πια ίδιου, βιάζει τό πι στολι στη θήκη ικαί (μουρμου ρίζει συλλαγ ΐισίμενος: —Αίκηο έχεις, Μπέν... Δεν πρέπει νά τον σκοτώσω ακόμα ...Θάτον βασανίσουμε πρώτα νά ιμάς πή πού βρίσκεται ό μεγάλος άσπρος Ελέφαντας μέ τούς μαύρους χαυλιόδοντες Ό Ταμπόιρ χαμογελάει: —'Ναί', Καρόζο: Τά μαύρα δόντια του άσπρου Ελέφαντα είναι χοντρά σάν καρμάί δέν τρων! Κι* όπως έχω άκούσει αξίζουν πολλές χιλιάδες λίρες τό καθένα... Ό κυνηγός τον κυττόζει δύσπιστα: — 'Καί ξέρεις πού βρίσκε ται αυτό τό ζώο; —Βέβαια ξέρω. —Πού; •—Έκεΐ πού βόσκει.
Ο ΜΙΚΡΟΣ
^ Ό Καρόζο δίΐνει ίμια τρόμε ρή κλωτσιά στά πλευρά τού Ταιμίιτόρ. "Οποιος άλλος νά ήταν θά είχε ιμείνει νεκρός. Μά τό κορ μί καί τά κάκκσλα τού Παι διού τής Ζούγκλας είναι λαστι χένια. Ή σκληρή ζωή καί οι συνεχείς άγώνες μέ θεριά καί ανθρώπους, τού έχουν δώσει ύπεράνθρωπη* αντοχή.. Ένα βαρύ μονάχα καί πόνε μόνο βογγητό βγαίνει άπό τά στηθεί α του καί λίγο κόκκινο αΤμα ξεπηδάει ^γρήγρρα στην άκρη τών χειίλιών του. νΥστε ρα, ρίχνοντας μ ιά περήφανη ματιά στον λευκό κακούργο, ψιθυρίζει βραχνά: —Αύριο τό πρωί θά σέ ο δηγήσω στον άσπρο Έλέφαν τα μέ τά ιμαύρα δόντια... Τά μάτια τού Καρόζο λά μπουν άπό άγρια χαρά, ένω ό Ταμπόρ χαμηλώνοντας άργά τά βλέφαρά του, μένει λι πόθυμος. Ό κυνηγός διατάζει άνήσυ χος τούς μαύρους του. —{Πηγαίνετε τον γρήγορα στη σκηνή μου καί κάντε του τά γιατροσόφια σας... Δεν πρέπει νά «τά τινάξη» πριν μάς πάη στον άσπρο Έλέφαν τα... Αλλά, προς Θεού, μη τον λύσετε. Θά κάνη φτερά καί θά πετάξη!... Τό Κορίτσι τής Ζούγκλας, κρυμμένο πάνω στά κλαδιά τού δέντρου, τά βλέπει καί τά ακούει όλα. Έτσι σέ λίγο φτά νει αλαφιασμένη στην κρυφή σπηλιά καί βρίσκει τον Μπουτότα πού, βλέποντας τη μονά χη, τη ρωτάει ανήσυχος:
ΤΑΡΖΑΝ
—Ό Ταιμπτόιρ; Μττάς καί τον έφαγε τό Πράσινο θεριό;! Ή Ζολάν τού λέει γρήγορα δσσ είχαν συμβή, αρπάζει τη Φί'ψ,η στην άγκαλιά της κάι πηδάει σβέλτη στον ώμο του: —ρήγοιρσ, Τσουλούφη-! Πάμε στο μάγο Ζο-χράν.
15
τό κορμί σου. Ή Ζολάν ευχαριστεί τό Μάγο καί ξαναπηδάει σβέλτη μέ τή σκυλίτσα της στον ώίμο του Μπουτάτα: —-Γρήγορα, Τσουλουφ-ακο μου! Τΐρέξε στήν κατασκήνωσι του λευκού κυνηγού! Ό ιμαύρος Ηρακλής ξεκι νάει βαρετά: —Ουφφφ... Πάλι άπό τό «Πράσινο θεριό» ^θά περάσου ιμε; Μπά, σέ καλό σου ! Τό Κορίτσι τής Ζούγκλας σπηρουνίζει τό στήθος του μέ τίς φτέρνες των γυμνών ποδα ριών του. — Γρήγσρα, Μπουτάτα! Πρέπει νά προλάβουμε ζωντα νό τον Ταμπόρ... "Αν πεθάνη, θά σκοτωθώ άμέσως κι5 έγώ... Ό ιμαΰρος άγαπάει άφάνταστα τά δυό λευκά παιδιά. ΤΙ σκέψι πώς μπορεί νά τά χά ση, δίνει φτερά στά πόδια του Κι5 άιοχίζει άμέσως νά καλπά ζη σάν άφηνιασμένο άλογο στά στενά καί δύσβατα μονο πάτια τού άγριου δάσους.
Ό σκελετωμένος τυφλός γέ ροντας άναγνωρίζει τη Ζολάν άπό τή φωνή της: —Λέγε, Κορίτσι τής Ζούγ κλας... Τί Θέλεις άπό ιμένα; Ό Μάγος τήν άκούει καί ιμένει για λίγο συλλογισμένος Ύστερα άπλώνει τά κοκκαλιά ,ρικα χέρια του, σκαλίζει κάτι παράξενα ιμαγικά σύνεργα καί ξεχωρίζει ένα μικρό πήλινο βαζάκι —Πάρτο, κόρη μου... “Άμα θ5 άλείψης τό κορμί σου· μ* αυ τό τό φίλτρο, ,μπρρεΐς νά ρπής άφοβα στη σκηνή του λευκοί) κυνηγού καί νά σώσης τό σύν τροφό σου... Ή μυρωδιά σου θά νάρκωση καί θά ρίχνη σε λήθαργο δσσυς σέ πλησιάζουν Ό Μπουτάτα τον ρωτάει περίεργος: —Ναρκώνει καί τίς ...σαυ ΤΡΑΓΙΚΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ρες, άφέντη Μάγο; . . Ό Ζαχράν δίνει τώρα καί ΛΑΟΙ ΜΟΝΟ, δμως!... κάτι κίτρινα φύλλα στο Κο Ό κακός δαίμονας τής ρίτσι τής Ζούγκλας: ζούγκλας δεν άφήνει νά ^—Πάρε κι5 αυτά... “Όποιος φθάση τόσο γρήγορα ή Ζολάν τά ιμυρίση δεν ναρκώνεται ά κοντά στον Ταμπόρ πού κινδυ πό τό φίλτρο μου. Κι* άν έχη νεύει. πέσει σέ λήθαργο,ρόλις ζυγώ -αφνικά, καί καθώς ό Μπου σης στά ρουθούνια του, συνέρ τάτα τρέχει σάν σίφουνας, οί χεται καί ξυπνάει... Πρόσεξε μεγάλες γυμνές πατούσες του μόνο νά τά »μυιρίση ς πρώτη ε σκοντάφτουν σέ κάτι μαλακό. σύ. Γιαττΐ έσύ πρώτη θ’ άνοι Καί σωριάζεται φαρδύς - πλα ξης τό βαζάκι γιά ν* άλείψης τύς κάτω, φωνάζοντας:
16 —*Αφέντη: Θεέ, σώσε μεεε! Τό ξανθό κορίτσι τινάζεται άττό τους ώμους του και πέ φτει ιλίγο πιο πέρα, χωρίς νά ποραίτηση άπό την αγκαλιά της τή σκυλίτσα. Πριν όμως προλάβη νά σηκωθή, αντίκρυ, ζει πάνω της μια τεράστια όρ θή αρκούδα, ν* άπλώνη αγριε μένη τά μπροστινά πόδια της γιά νά την άρπάξη. Ή μακρο σκοπική Φίψη. τή γαυγίζει 8αρ θάλέα, ένώ ή τιραμοκ,ρατημ ένη Ζαλάν βγάζει σπαρακτικά ξε φώνημά: —Σώσε μας, Τσουλουφάκο μου!... Ή μεγάλη άιρκούβοο θά μάς πάρηηη! Μά καί ό άμοιρος Μπουτά τα δεν βρίσκεται σέ καλύτερη θέσι άπ5 αυτήν: Τά πόδια του είχαν σκοντάψει στο κορμί ε νός τεράστιου ψιδιού, πού έχει τυλιχτή τώρα καί σφίγγεται πάνω του. Τό κωμικό τσουλούφι τού άράπη ανατριχιάζει άπό φρί κη κι* αγωνία. "Όχι τόσο γιά τον εαυτό του, μά γιά τό κο ρίτσι πού κινδυνεύει άπό τή φοβερή αρκούδα. Καί τής φω νάζει: —Πιάσε της τήν κουβέντα κι* έφτασασα!... Κάνει αμέσως ιμιά υπεράν θρωπη κίνησι ^καί λευτερώνει, άπό τις κουλούρες τού φιδιού, τά βυο του χέρια. Μέ τις τερά στιες τώρα παλάμες του αρ πάζει τό φίδι άπό τό λαιμό κάί τό σφίγγει. Οί φοβεροί μυώνες τών μπράτσων του Φουσκώνουν σαν έτοιμοι νά διαρραγούν. Καί νά: Τό έρπετό άνοιγε ι
Ο ΜΙΚΡΟΙ τό άπαίΐσιο στόμα του καί βγά ζει βραχνό πνιγμένο σφύρι γμα. “Ύστερα ό Μπουτάτα νοιώθει τό σφίξιμο στο κορ^ιί του νά χαλαρώνη σιγά - σιγά. Σέ λίγες στιγμές τό ψίδι είναι νεκρό. Ό μαύρος μέ τήν υπερφύσι κή δύναμι τό τινάζει γρήγορα άπό πάνω του κάί μ* ένα πηδη μα φτάνει κοντά στη μεγάλο σωμη μαύρη άρκούδα. Τό έξυπνο θηρίο δέ-ν είχε ά?<όμα άρπάξετ τή Ζολάν. ΕΤχε άψα ι ρεθή παρακολουθώντας τήν τρομακτική πάλη τού άρα πη μέ τό τεράστιο φίδι. Ό Μπουτάτα προτάσσει τώρα μέ θάρρος τά πλοτειά τριχωτά του στηθεί α στή γι γαντόσωμη αρκούδα. Κάί, γιά νά τήν τρομοκράτηση νά φύγη, τής λέει άπότομα, δεί χνοντας μέ τό χέρι του τό χορ ταιριασμένο χώμα: —" Ενα ιμολυντήρ ι!... Θά σέ φάη, αφέντη άρκούδα! Τό τρομερό θηρίο τον κυττάζει γιά λίγο μέ φοβισμένο βλέμμα. Θυμάται πού πριν ά πό λίγο τον είδε νά πνίγη μέ τά χέρια του τό μεγάλο φίδι. Καί, δίνοντας τόίπο στήν όργή, γυρίζει νά φύγηιΉ Ζολάν, που στο μεταξύ έχει σηκωθή, τραβάει τον αράπη: —Πάμε, Τσουλαύφη μου... Ό κουτός Μπουτάτα πανη γυρίζει: —*Β λεπε ι ς, αφέντη Ζολάν ; Μόλις ακούσε «μολυντήρι» τής πήγε «νά!» Τό κορίτσι τόν ξανατραβάει φοβισμένο;
17
—Πάρει, σου λέω... Πάμε τώρα που φεύγει ή αρκούδα. Ό Μπουτάτα τή σπρώχνει έλοοφρά: —Μπά, σέ καλόοο ^σου! ..· "Ασε νά τής δώσω πρώτα καναδυό σψ αλ ιάρες!... Και μ5 ένα πήδημα φτάνει ιμπροστά ατό όρθιο θηρίο καί το χαστουκίζει. Ή αρκούδα ξαφνιάζεται και νομίζει πώς ό άράπης ήρ θε νά πνίξη κι3 αυτήν σαν το φίδι. Κι* άνδίγοντας τό τερά στιο στόμα της σ3 έναν άγριο κΓ απαίσιο βρυχηθμό·, χύνε ται πάνω του νά τον κατασπαράξη-. Ό δειλός Μπουτάτα, που δεν περίμενε τέτοια υποδοχή, τά χάνει στην αρχή. Γρήγορα όμως ό κίνδυνος ξυπνάει την δύναμί του. Αγκαλιάζει καί αυτός τό μανιασμένο θηρίο και κυλιώνται κάτω σέ μια φο βερή και θανάσιμη· μονομαχία. * Ή μικρή Ζολάν βάζει τά κλάματα: —Βλέπεις, κουτοτσουλούψη, τί· έπαθες; 3 Εγώ σου τολεγα νά φύγουμεεε!... "Αμα γυρίση ό πατέρας μου θά του πώ νά σου πάρη. τό πιστόλι! Ποιος τήν ακούει όμως. Τά ουρλιαχτά του θηρίου καί τά μουγγρητά του μαύρου σκεπά ζουν τά κλάματα καί τις φω νές της. Ή γιγαντόσωμη άρ1κουδα ζητάει νά σχίση μέ νύ χια καί δόντια τό Μπουτάτα. 3Εκείνος δοκιμάζει νά τήν πνί ξη.ιΜά ικΓ οί δυο μαζί άπέρσν τες παλάμες του δεν φτάνουν ούτε ν3 άγκαλιάσουν, καλά καλά, τό χοντρό λαιμό της.
Ή Ζολάν βλέπει πώς ή άρκούδα είναι π ιό μ εγαλόσω μη καί π ιο δυνατή από τον Μ που τάτα. Καταλαβαίνει πώς γρή γρρια τό μαύρο θηρίο θά σταράξη τον κουτό φίλο της. θέ λει νά τον βοηθήση, μά δεν ξέρει τι νά κάνη. Τό μυαλό της έχει, θολώσει!... Καί σέ μιά στιγμή, παρατώντας^ κογ τω τη μικροσκοπική σκυλίτσα τής δείχνει τή γιγαντόσωμη άρκούδα: —3Επάνω της, Φίφη I... Φά τη)νε, Φιφίτσα μου! Καί νά: Ή μαύρη σκυλίτσ!α δείχνεται κι3 αυτή τή φο ρά «ατρόμητο μικρόβιο» όπως τή λέει ό Ταμπόρ. Χωρίς νά λο γαρ ιάση, τ ίποτα, χυνετ α ι πάνω στην φοβερή αρκούδα, σκαρφαλώνει σάν ποντίκι πά νω στο κεφάλι της, τής κόβει ένα κομματάκι αυτί καί ξανα νουρίζοντας τό φέρνει καί τ3 αφήνει μπροστά στά πόδια τής κυράς της. 3Αμέσως ξανα Φεύγει, ξανασκαρφαλώνει στο κεφάλι τής αρκούδας, τής κό βει ένα κομματάκι μαλακό ρου θούνι καί τ3 αφήνει κΓ αυτό στά πόδια τής Ζολάν. Ή μικρή παιδούλα ενθου σιάζεται : —Μπράβο, Φίφη ! Σ ιγά σιγά νά μου τή φέρης δλη τήν άρκούδα εδώ... "Ομως οι δαγκωμστιές τής σκυλίτσας εξαγριώνουν αφάν ταστα τό θηρίο. Καί, φυσικά, ή λύσσα κι3 ή μανία του ξεσπάει στο Μπουτάτα. Ό άμοι οος καταλαβαίνει πώς έχουν φτάσει οί τελευταίες του στι γμές. Φωνάζει οπή Ζολάν:
—Άμα πεθάνω νά μέ θάψε τε μέ τή «μπιστόλα» μου μα ζί!... Καί τή στάχτη, μου1 νά τή φυλάξετε σ5 ένα βαζάκι... Τό κορίτσι ακούει τήν τε λευταία λέξι του καί τά μάτια του λάμπουν τταράξενα.Βγά ζει μέ βιασύνη τά κίτρινα φύλ λα του Μάγου καί τά μυρίζει. Αμέσως τά βάζει καΐί στά ρουθούνια τής Φίφης,πού μό λις έχει κουβαλήσει ένα μικρό δάχτυλο από τά πισινά πο δάρια τής αρκούδας."Υστερα άνοίίγει τό μικρό πήλινο βα ζάκι κι* αλείφει μέ τό μαγι κό φίλτρο τό κορμί; της. Σ ίγουρη τώρα, προχωρεί λ^ί γα βήματα καί φτάνει κοντά στην αρκούδα. -Είναι ακριβώς ή στιγμή που τό θεριό έχει καταφέρει ν* άρπάξη στά φο βέρά σαγόνια του τό λαιμό του Μπουτάτα. Καί τό θαύμα γίνεται α μέσως. Ή μανιασμένη αρκού δα κι5 ό ετοιμοθάνατος μαύ ρος — πού σφαδάζει ουρλιά ζοντας καθώς νοιώθει τά δόν τια της νά μπήγονται στο λαιμό του — παραλύουν. Ή θανάσιμη μονομαχία σταματά ει κι5 ή μυρωδιά του φίλτρου κάνει τούς αντίπαλους νά πέ σουν σέ βαρύ λήθαργο. Ή Φίφη δαγκώνει τώρα καί παίρνει ανενόχλητη τά μεζε δάκια της από τ5 απέραντο κι5 άκίνηιτο κορμί του αναίσθητου θεριού. _ Τρελλή άπο χαρά ή Ζολάν φέρνει τά κίτρινα φύλλα της στά ρουθούνια του Μπουτάτα πού, ύπναράς καθώς είναι, έ χει αρχίσει κιόλας νά ροχαλίιζη μακάρια στην αγκαλιά τής αρκούδας. —~ύπνα, Τσουλουφάκο μου
ξύπνααα!... Ό μαύρος Ηρακλής, μέ τό κορμί καταματωμένο, συνέ'ρχε ται, άνασηκώνεται καί χασμου ριέται νυσταγμένα. "Υστερα περνώντας γιά νεκρή τήν α ναίσθητη άρ-κούδα, δικαιολογιέται στο κορίτσι: ^—Μέ συμπαθάς, αφέντη Ζο λάν... Μόλις τή σκότωσα, θά μέ πήρε ό ύπνος!... ΑΝΕΞΗΓΗΤΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ
ΖΟΛΑΝ όμως δεν έχει καιρό γιά χάσιμο καί τραβάει τό Μπουτάτα ■νά σηκωθή. —Πάμε τώρα νά^ φύγουμε. Ό Ταμπόρ κινδυνεύει. "Έτσι οέ λίγο, κρατώντας αγκαλιά τή σκυλίτσα της καί θρονια σμένη οπόν ώμο τού άράπη, συνεχίζουν τό δρόμο τους γιά τήν κατασκήνωσι τού λευκού κυνηγού. Ό ήλιος έχει φτάσει πιά στ ή μέση τ5 ουρανού. Ή μεσημε ριάτικη ζέστη είναι αφόρητη! Τά ποτάμια τού ιδρώτα πού χύνει ό άμοιρος μαύρος, έ χουν ξεπλύνει πιά τά αίματα του πονεμένου καί κουρασμέ νου κορμιού του. Τή στιγμή αυτή περνάνε κάτω άπ5 ένα δέντρο πού σκιάζει μιά μικρή καταπράσινη πηγή. Ό Μπουτάτα σταματά ει απότομα κι’ άφαυγκράζεται ανήσυχος... Ή βιαστική Ζολάν, νομίζον τας πώς θά καθυστέρηση πί νοντας νερό,τήν παίρνει αμέ σως ό πόνος γιά τήν ...υγεία του. —-Είσαι ίδρώμενος, Μπου τάτα!.. Δεν κάνει νά πιής τώρα... Μά 5©ν προφθαίνει νά τελεί
Η
Ή φοβερή Αρκούδα κάνε» ν' άρπάξη τή Ζολάν.
20
ώση τά λόγια της. Ταυτόχρο να σχεδόν, φοβέρα μουγγρητα θηρίων άκούγο-νται νά πλη σιάζουν/... Γό κορίτσι .καταλαβαίνει τώρα γιατί ό μαύρος σύντρο φός της είχε σταματήσει κι* αφουγκραζοταν. "Ετσι, πετιέ ται αμέσως ορθή στον ώ,μο του Μπουτάτα, άρττάζεται α πό κάποιο χαμηλό κλαδί καί κρατώντας πάντα στην αγκα λιά της τή Φίψη, σκαρφαλώνει σαν αγριόγατα στο δέντρο τής πηγής. Τό ίδιο κάνει αμέσως κι5 ό Μπουτάτα. Ό φόβος δίνει στό κουρασμένο του κορμί τέτοια σβελτάδα- που γρήγορα σκαρ φαλώνει κι5 αυτός πλάι της. Μόλις έχουν προλάβει... Σέ λίγες στιγμές ένα μεγάλο κο πάδι διψασμέναι ρινόκεροι ψτά νουν τρέχοντος στην πηγή. Σπρώχνονται καί κουτουλιώνται ποιος νά πρωτοπιή νερό άπο τή στενόχωρη γούρνα της Ό Μπουτάτα τούς κυττάζει ψηλά από τό δέντρο καί μουρ μουρίζει : —-"Ετσι πού κάνουνε, κανέ νας τους δεν θά μπόρεση νά ξεδιψάση. Ή Ζολάν χαμογελάει. —Τί λες, Τσουλούφη, δεν κατεβαίνεις νά τούς βάλης στην ουρά! ^ -αφνικά κι’ άλλες φωνές θη ρ.ίων άκούγσνται νά πλησιά ζουν. Αυτή τή φορά είναι μιά άγέλη από μαύρους πεινασμέ νους πάνθηρες. "Εχουν περικυκλώσει τούς ρινόκερους καί τούς κάνουν έπίθεσι από κά~ θεκατεύθυνσι.
Ο ΜΙΚΡΟ* Οί ρινόκεροι παιρατάνε τό «νερό καί τους καυγάδες τους καί προτείνουν αγριεμένος τά τρομερά κέρατα τής μύτης τους. "Ομως οί πάνθηρες δεν κάνουν έπίθεσι κατά μέτωπο. Ξέρουν καλά πώς τά κέρατα των αντιπάλων τους δεν χορατεύαυν. Καί βάζουν μπρο στά τήν πονηριά τής ράτσας τους. Χωρίζονται γρήγορα σέ ζευγάρια. Ό ένας πάνθηρας απασχολεί τό ρ ινάκερο από μπροστά. Ό άλλος πηδάει άπό^ πίσω στη ράχη του, άγκαλιάζει μέ τά μπροστινά πόδια του τό λαιμό του καί γέρνον τας προς τά κάτω, του δαγκώ νει μέ λύσσα καί του κόβε^ι τήν καρωτίδα. "Ετσι τό τερά στιο ζώο πέφτει αμέσως κάτω σαν σφαγμένο. Ή Ζολάν κι’ ό ΑΛπουτάτα παρακολουθούν από ψηλά μέ φρίκη τό μακελειό πού γίνεται κάτω. Τό κορίτσι δμως^ συλλο γιέται τον Ταμπόρ. Θέλει νά φτάσουν στην κατασκήνωσι πριν τον σκοτώισηι ο κακούρ γος κυνηγός. Πώς όμως; Το δέντρο πού βρίσκονται σκαρ φαλωμένοι, είναι μοναχικό. Δεν βρίσκεται κανένα άλλο κοντά γιά νά ξεφύγουν άπό κλαδί σέ κλαδί-. ’Άν πάλι τολ μ ήσουν νά κατέβουν, οί πάν θηρες κι’ οί ρινόκεροι· θά τούς σπαράξοΡν. Άγανακτισμένη μέ τήν τύ χη της ή μικρή κόρη, ρωτάει μ5 άπόγνωσι τό σύντροφό της. ^— Τί θά γίνη τώρα, Μπου τάπα; " Ετ σ ι ^ θά κ αθό^αστε καί θά χαζεύοάμέ; Τα θέ> ριά μπορεί νά μή τελειώσου-
21
ΤΑ Ρ 2ΑΝ
νε ποτέ!... Ό άνόηΓτος μαύρος μουρ μουρίζει·: — Τι νά σου κάνω, άφέντη Κορίτσι... "Έπρεπε κά μουν... μολυντήρι! Να κατεβω κάτω κάί νά τά πάρω· στο κυνήγι! Ξαφνικά όμως, τά θεριά σταιματουν τά ουρλιαχτά και τ’ άλληλοφάγωιμά τους. Σάν κάποιος κοινός: κίνδυνος νά τά -μόνιασε ξαφνικά, υποχω ρούν άργά, κοιτάζοντας κά τι ιμέ τρόμο καί μέ σηκωμέ να τά κεφάλια τους. Τον ί διο τρόμο, ταυτόχρονα ;μέ τά θηρία, δείχνει κι" ή Φίφη. Σφίγγεται στην άγκαλιά τής Ζολάν καί κυττάζει κι* αυτή προς την ίδια κατεύθυνσι.Τό κορίτσι ψιθυρίζει χαμένα: —Κάτι βλέπουν τά ζώα, Μπουτάτα!... "Εγώ δεν βλέ πω τίποτα όμως... Ό μαύρος άφουγκράζετα ι γιά λίγο: - — Ούτ’ έγώ... Μά άκρυω κάτι... Ή Ζολάν συιμφωνίεΐ: — Ναί... Τώρα άκοόω κι5 έγώ...Κάτι σάν βαρείες άνθρώ πίνες πατημασιές πού πλησι άζουνε... Κι* έξηγεΐ στο Μπουτάτα: — "Έτσι καί τό πρωί που παρακολουθούσα τ * άχ νάρ ι α των τεράστιων ποδαριών. Ή Φίφη μου κάτι είδε πάλι κι* έ ς αφ α νίσττηκ ε τρο»μ αγιμένη,.. Πρέπει νά την κρατάω γερά μή -μου ξαναφύγη... Τά βαρειά βήματα άκουγονται πολύ κοντά τώρα. Οσοι ρινόκεροι έχουν άπο-
■μ«είνει ζωντανοί, τρέχουν νά σωθούν ιμουγγρίζοντας φοβι σμένα, ένώ οι πάνθηρες μέ τις μουσουδες τους κόκκινες από τά αίματα, σκαρφαλώ νουν -μέ βιάσι στο ίδιο δέν τρο τής πηγής. Ή Ζολάν κι" ο Μπουτάτα καταλαβαίνουν πώς είναι χα αχένοι. Οί πρώτοι πάνθηρες πού τους είδαν, σκαρφαλώ νουν γρήγορα προς τά κλα διά πού βρίσκονται. Όιμως τό φίλτρο του Μά γου κάνει κι* αυτή τή φορά τό θαύμα του: Μόλις τά μου ρα θεριά πληισιάζουν τή Ζο λάν, ναρκώνονται, γλυστρουν άπ* τά κλαδιά καί πέψτούν βαρειά κι" άναίσθητα στή 7η;
Ό Μπουτάτα βλέπει κά τω τή μικρή φυσική γουρ~ να τής πηγής νά άδειάζηι ξα φνικά, σάν κάποιος νά ρουψήξε μονομιάς δλο τό νερό της\ Τήν ίδια στιγμή, άλλοι δυο ναρκωμένοι πάνθηρες γκρεμίζονται από τό δέντρο. Ή Ζολάν προσέχει πώ^ τά θεριά δεν πέφτουν αμέσως κάτω στό χώρα, μά κτυπάνε πρώτα, σ’ ένα αόρατο έμπόδιο πού βΙρίάκεται πάνω από τήν πηγή. Κι" από κεΐ τινάζονται κάτω... Φαίνεται δμως πώς τό άόρατο αυτό έ)μπό|διο θύιμω-* σε γιά τήν ένόχλησι πού ταύγινε. Γιατί, σχεδόν άμέσως, τό μεγάλο δένταο άρχί ζει νά τραντάζεται δυνατά, νά ξερριζώνεται καί νά τινά ζεται ολόκληρο πέρα, μαζί
© ΜΙΚΡΟΣ
22
με τους Ανθρώπους κοόι τά θε ριά πού βρίσκονται πιάνω του. Οί πάνθηρες, ουρλιάζον τας άπεγνωομένα, το βάζουν στά πόδια κι εξαφανίζον ται. Ό Μπουτάτα πού κα ταφέρνει νά μ ή χτυπήση στην πτώίσι του από το ξερριζω μένο δέντρο·, αρπάζει την ου ν αισθητη Ζολάν πού εξακο λουθεί νά σφίγγη στην άγκα λιά τη σκυλίτσα· της, καί, τρέφοντας σαν τρελλός, κρύ βεται σε μια μικρή σπηλιά πού βρέθηκε τυχαία μπρο στά του·. 5
*
*
*
"Οταν το Κορίτσι τής Ζούγκλας συνέρχεται από τό χτύπημα του κεφαλιού της, είναι νύχτα τπά... — Πρέπει νά φύγουμε, Μπουτάτα. Νά πάμε άμεσ ω ς στ ήν κ ατ ασ κήνωσ ι. Ό ιμαύρος, χαϊδεύει ατά ραχος τό κωμικό· τσουλούφι του: — ’Άν δεν ξημερώση, δεν βγαίνω έξω. Θά μ.έ ψάη τό Στοιχειό πού ξερριζώνει τά δέντρα... Ή Ζολάν σηκώνεται θυιμω μένητ — Κ αλά, Τσουλούφη... Θά πάω μονάχη μου! Ό ’Αράπης, τρέχει ξοπί σω της: — "Ελα, αφέντη Ζολάν, α στεία στο είπα... Μπά, σέ κα λ όσ ο σου ί... Καί, χαμηλώνοντας τον ώ μο του), χαμογελάει: — Καβάλΐλα τό «γαϊδου ράκι» σου νά σέ πάη!
Ο ΤΑΜΠΟΡ ΠΡΟΔΟΤΗΣ
ΙΝΑΙ μεσάνυχτα πια ό ταν ό Μπόυτάτα κι* ή Ζολάν φθάνουν ^ κοντά στήύ κατασκήίνωίσι ταυ κα κού Κοηράζο. Ό μαύρος, πτώμα στην κούραση καθώς είναι ξαπλώνει στο γρασίδι ανάσκελα κι<* αρχίζει νά ροχάλίζη σαν πουντιασμένος ελέφαντας. Τό κορίτσι παρατάει κά τω τη σκυλίτσα της καί τής λέει: — Πάμε/ Φιφή... Και πρό σεξε ιμή γαυγίισης, γιατί θά σού ξερριζώσω τ5 αυτί! Κι* αμέσως, μέ τό θάρρος τού μαγικού φίλτρου πουχει Αλείψει τό κοιρμί της, προχωρεί μπουσουλών τ α ς στην κατασκήνωση. Οι μαύροι έχουν όνάψει φωτιά καί κοιμούνται σέ μι κρές σκηνές γύρω της. "Ενας φρουρός μονάχα ξαγρυττνάει, πετώντας πότε—(πότε: ξύλα/ στη φωτιά. ιΚοντά στη φωτιά καί πλάι στό φρουρό βρίσκεται ή μεγάλη; σκηνή τού Αρχη γού. Μέσα σ’ αυτήν κοιμά ται ό Κορόζο καί πλάι του, κάτω στό χώιμα,ί βρίσκεται ξύπνιος καί δεμένος χειροπό δαρα ό Ταμπόρ. ίό Κορίτσι τής Ζούγκλας φθάνει μέ τά τέσσερα και σταματάει, για λίγα, πίσω από τό νυσταγμένο φρουρό. Γό μεθυστικό άρωμα τού φίλ τρου τον κάνει νά γεί'ρη, ναρ κωμένος κάτω καί νά πέση
Ε