ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: ΤΙΝΑ ΧΕΛΙΩΤΗ © ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ Ε.Ε. ISBN: 978-618-206-085-8 ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2021 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ Ε.Ε.: ΑΛΤΑΝΗ 4, 153 51 ΠΑΛΛΗΝΗ ΤΗΛ.: 210-8983824 • E-mail: info@mikrosiros.gr • Site: www.mikrosiros.gr
·<τΙ
ΝΥΧΤΑ είναι καθαρή σά μέρα. "Ενα τεράστιο φεγγά ρι, πού λάμπει στον ουρανό, σκορπίζει τα σκοτάδια και δια λύει τους ίσκιους. 'Ο Τζώννυ Ντέλμοντ, ό θρυλι κός Κάου Μπόϋ Φάντασμα και οί δύο αχώριστοι φίλοι του, ό Μπόμπυ και ή "Αννυ Σμίθ, έ χουν κατασκηνώσει στο ξέφωτο ένός δάσους, για νά περάσουν την βραδυά τους. "Εχουν τελειώσει τό λιτό φα γητό τους και ό Τζώννυ μέ την
"Αννυ έχουν άναλάβει νά στρώσουν τις κουβέρτες δίπλα από τη μεγάλη φωτιά, πού έχουν α νάψει* για νά κοιμηθούν. Κάπου - κάπου, φτάνουν στ1 αυτιά τους ουρλιάσματα τσακαλιών. Γιά νά ξεχάση τον φόβο του ό Μπόμπυ, πού υποφέρει από μιά παράξενη δειλία, έχει άοχίσει, όπως πάντα, νά διηγήται τά φανταστικά του κατορθώμα τα: — Πού λέτε, παιδιά, λέει, έ χουν μείνει τρεΐς τώρα άπό την
Κάου — Μπόϋ συμμορία του Μττάρτ του Δολο φόνου. Οί πιο άγριοι. Στέκονται απέναντι .μου μέ τά έξάσφαιρα τραβηγμένα καί τά απαίσια πρό σωπα συσπασμένα από μίο'ος* ιά λόγου μου. Τό βλέπεις κααρά μέσα στα μάτια τους, δτι θέλουν νά μου φάνε τό σπερνό. Μά 8έ μέ τρομάζουν εμένα! Τρατ βάω... Ξαφνικά, άκούγεται γοργό πο δοβολητό αλόγου κάπου κοντά. Σταματούν όλοι, ότι κάνουν καί γυρίζουν νά κυττάξουν προς τά έκεΐ. Τό χέρι του Κάου Μπόϋ Φάντασμα: γλιστράει γοργά προς τό έξάσφαιρο, που κρέμεται στο πλευρό του. 'Ο Μπόμπυ... ό α τρόμητος, ξεροκαταπίνει μέ τά μάτια γουρλωμένα. Μέσα από τά δέντρα πετάγε ται ένα άλογο. Στη σέλλα του κάθεται ένας καβαλλάρης, που γέρνει μπροστά σάν αποκοιμι σμένος. Τό ζώο βραδύνει τό τρέ ξιμό του καί προχωράει προς τη φωτιά χλιμιντρίζοντας στο άντίκρυσμα των ανθρώπων καί των άλλων αλόγων. Μόλις φτάνει κοντά, ό καβαλλάρης φεύγει α πό την σέλλα του, λές καί τον έχει σπρώξει αόρατο χέρι, καί σωριάζεται μέ βαρύ γδούπο στο χώμα. . . — Θεούλη μου! » σκούζει ό Μπόυπυ Σμίθ. Τί είναι · αυτό, πάλι; Οί σύντροφοί του στέκονται σάν μαρμαρωμένοι από την^ έκπληξι γιά μιά στιγμή. Πρώτος συνέρχεται ο Τζώννυ καί μέ με γάλα βήματα πλησιάζει τον πε σμένο άνθρωπο. Τού είναι ά γνωστος. Βλέπει ότι τό μπρο στινό μέρος τού πουκαμίσου του είναι μουσκεμένο από αίμα καί απλώνει τό χέρι του προς τό μέρος τής καρδιάς. Μά η κασδιά τόϋ αγνώστου 6έν χτυ^-'.ει π.ά. 'Ο ~''8ρωπος αυτός · είναι νεκρός. "Εχει μιά
τρύπα από σφαίρα λίγο πιο πά νω από την καρδιά καί, στο ση μείο ακριβώς, τής καρδιάς, εί ναι καρφιτσωμένο ένα νικέλινο άστρο, πού δείχνει, ότι ό άν θρωπος αυτός είναι, ή μάλλον ήταν, έκττρόσωπος του νόμου. Τό πρόσωπο τού νεαρού Κά ου Μπόϋ Φάντασμα σκληραίνει καί παίονει την όψι τού γρανί τη όπως συμβαίνει κάθε φορά, πού βλέπει νεκρό άνθρωπο καί» μάλιστα, όργανο τού νόμου. — Εί... είναι νεκρός; ψελλί ζει ό Μπόμπυ ξεροκαταπίνοντας πάντα. ■=— Κανένας δέ μπορείς νά ζή ση μέ τρύπιρ πνευμόνι, . τού α παντάει ό Τζώννυ Ντέλμοντ καί τά φρύδια του σμίγουν σκεφτι κά: Ποιος τον σκότωσε άραγε; — Μου φαίνεται, ότι μάς τό έχει πή μόνος του, , πετάγεται ή ’'Αννυ, πού, μην άντέχοντας την θέα τού αίματος, έχει πλησιάσει τό άλογο τού νεκρού καί τό κυττάζει κοντά - κοντά: Έδω στη σέλλα, του έχει χαράξει μέ κάτι μυτερό δύο ονόματα: Φώλκνεο... Σίλβερ... ' . · Οί δύο νεαροί κάου μπόϋς α φήνουν τό πτώμα καί πλησιά ζουν τό' ζώο. Στην ανταύγεια τής φωτιάς φαίνονται καθαρά δύο ονόματα, χαραγμένα στο δεξί μέρος τής σέλλας. Είναι πρόσφατα. 'Ο θρυλικός Κάου Μπόϋ Φάν τασμα μένει γιά μιά στιγμή σκε φτικός καί μετά βγάζει τό σ”Μπέρασμά του: — Τό Σίλβερ αντιπροσωπεύ ει* ασφαλώς, τό Σίλβερ Ρόκ, την πόλι, πού σχεδιάζαμε νά έπ .σκεφτούμε αύριο, λέει. Τό • Φώλκνερ θά είναι τό όνομα τού δολοφόνου, κατά πάσαν πιθανό τητα... ’Αναρωτιέμαι, γιατί αυ τός ό Φώλκνερ έφτασε στο ση μεία νά σκοτώση έναν σερίφη; — ’Ίσως είναι έκτος νόμου,
§
ΦΑΜΤΑΪΜΑ Και 6 σερίφης πήγε στο Σίλβερ Ρόκ, για νά τον συλλαβή, λέει ή ’Άννυ. ’Ίσως νά έζησε αρκε τά ό σερίφης, γιά νά μπόρεση νά χαοάξη το όνομά του πάνω στη σέλλα καί τό ονομά της πό λης. γιά νά δείξη που έγινε ό Φόνος... Τί θά κάνουμε, τώρα> όμως,· ? ^ Τό ανήσυχο βλέμμα του Μπόμπυ, του . αδερφού της, παίζει προς τό πτώμα. λ— ’Εγώ, πάντως, δέ μένω ε δώ άπόψε, μουρμουρίζει. Θά βλέ πω βρυκόλακες όλη την νύχτα. — Έσύ πού είσαι τόσο θαρ ραλέος τά λες αυτά! > κάνει ει ρωνικά ό Κάου Μ-ηου Φάντασμά καί μετά σοβαρεύεται. Θά θά ψουμε τό πτώμα έδώ πιο πέρα καί. μετά θά πέσουμε νά κοιμη θούμε. ΚΓ αύριο τό πρωί, θά τρέξουμε στο Σίλβερ Ρόκ καί θά προσπαθήσουμε ν’ αποτελειώ σουμε αυτό πού άρχισε ό μακα ρίτης: Νά συλλάβουμε, δηλαδή, τον δολοφόνο του. 'Ο Μπόμπυ αναπηδάει τρομα γμένος. -— Μά, Τζώννυ, διαμαρτύρε ται, γιατί νά πάμε φυρΐ - φυρΐ νά τά βάλουμε μ’ αυτόν τον κα κούργο; Είναι ανάγκη, δηλαδη, έτσι στά καλά καθούμενα νά φά με τό κεφάλι μας; — Μπόμπυ, μοϋ φαίνεται, ό τι αδυνάτισε η μνήμη σου, τού λέει κοφτά ό Τζώννυ Ντέλμοντ. Ξεχνάς την ύπόσχεσί σου, ότι δεν θά γίνης ποτέ εμπόδιο στά σχέδιά μου;... Ξεχνάς τον δικό μου όρκο;· 'Ο Μπόμπυ Σμίθ τον κυττάζει γιά μιά στιγμή ντροπιασμέ να καί μετά σκύβει τό κεφάλι. ’Όχι, δεν έχει ξ έχασε ι καί τον λόγο πού έκανε τον αγαπημένο του φίλο ν’ αφιέρωση τη ζωή του στο κυνήγι των έκτος νό μου.
Ή ίότορία .
του Τζώννυ Ντέλμοντ ΠΑΤΕΡΑΣ τού Τζώννυ ή ταν ραίντζερ τού Τέξας. Μα ζί μέ άλλους συναδέλφους του, ξεκίνησε μιά μέρα για μιά πόλι τών συνόρων, οπού είχε τό αρχηγείο της μιά άγρια συμμο ρία. Γιά πρώτη φορά, έπαιρνε μαζί1 του τον Τζώννυ. Στο δρόμο, ή συμμορία αυ τή είχε ^ στήσει ύπουλη ένέδρα. "Ολοι οί^ ραΐντζερς σκοτώθηκαν, δίχως νά προλάβουν ν’ αμυν θούν. 'Ο Τζώννυ δέχτηκε μιά σφαίρα στο κεφάλι καί έπεσε μαζί ιιέ τούς άλλους, άλλα δεν πέθανε. Τον ανακάλυψε αναίσθη το ένας χρυσοθήρας καί τον με τέφερε στην καλύβα του, πού ή ταν πέρα ατούς λόφους. " Του περιποιήθηκε τό τραύμα, σταματώντας την αιμορραγία, καί μετά ανέθεσε την φροντίδα του στά δυο παιδιά του, τον Μπόμπυ καί την ’Άννυ, πού έ μελλε νά γίνουν οί αχώριστοι σύντροφοι τού Τζώννυ Ντέλμοντ. "Οταν συνήρθε ό Τζώννυ καί έμαθε τί είχε συμβή, ώρκίστηκε* ότι θά τιμωρούσε τούς δολο φόνους τού πατέρα του, τού μόνου προσώπου, πού είχε στον κόσμο, καί ότι θά αφιέρωνε τή ζωή του στην καταδίωξι τέτοιου είδους δολοφόνων. Τό είπε καί τό έκανε. Μαθη μένος άπό τον πατέρα του^ νά
χειρίζεται τό έξάσφαιρο καί γ*
6 άντέχη στις κακουχίες, κυνήγη σε εκείνη την συμμορία καί την διέλυσε, κυριολεκτικά, έκδικώντας τον θάνατο τοϋ πατέρα του. Τό νέο, δτι ένα παιδί μονά χο κατάφερε νά ξεκληρίση τέ τοια συμμορία» προκάλεσε με γάλα σχόλια. "Ολος ό κόσμος άρχισε νά μιλάη για τον Τζώννυ Ντέλμσντ, πού, μέ καινούρ για πεποίθησι, τώρα, συνέχισε τό κυνήγι των έκτος νόμου, έ χοντας έναν πιστό σύντροφο : τον Μπόμπυ Σμίθ. 'Ο Μπόμπυ, παρά^ την δειλία του, έγκατέλειψε τό σπίτι του, για νά μοιρα στή μαζί του την περιπέτεια. Ο Τζώννυ τον δέχτηκε ευχα ρίστως. Στην αρχή τον απογο ήτευσε ή δειλία του Μπόμπυ, αλλά τού άρεσε ή καλωσύνη του καί ή αφέλειά του καί» έκτος αυτού, άνακάλυψε καί κάτι κα ταπληκτικό. Ένω έτρεμε από τον φόβο του γιά τό κάθε τί, ό Μπόυπυ, γινόταν ανήμερο θηρίο κάθε φορά πού δεχόταν ένα χτύ πημα στο κεφάλι είτε τυχαία, είτε έπίτηδες. Κοκκίνιζε ολόκλη ρος καί, σάν μαινόμενος ταύρος, ριχνόταν μέσα στη φασαρία κι* έκανε, κυριολεκτικά» θραύσι. Ποτέ του δέ μπόρεσε νά έξηγήση αυτό τό απίστευτο φαινό μενο ό Τζών, αλλά πάντως, ό ταν γίνονταν δύσκολα τά πρά γματα, βασιζόταν σ’ αυτό. -5 5 Αννυ εΐχε πραστεθή στην πσοέα πριν τρεις μήνες, όταν πέθανε 6 γέρο χρυσοθήρας. Στην αρχή ό Τζώννυ τήν νόμιζε μεγά λο εμπόδιο στις περιπλανήσεις τους, άλλα σύντομα άνακάλυψε, ότι ή κοπέλλα ήταν πολύ χρήσιυη. Έκτος τού ότι φρόντιζε γιά την καθαριότητά τους^ καί γιά τό φαγητό» ήταν πολύτιμη συνερνάτις. Πολλές φορές ή καΓπυ.πίνα της είχε βγάλει άπό δύσκολη θέσι τούς δύο νεαρούς κάου μπόϋς.
Ό Κάου — Μπόϋ 'Ο Τζώννυ είχε γίνει πασί γνωστος πιά. "Ολες οι έφημερίδες έγροφαν γι’ αυτόν καί τον άπεχαλούσαν Κάου Μπόϋ Φάν τασμα, γιά τή μεγάλη του ικα νότητα νά εμφανίζεται έκεΐ πού δέν τον περίμενε κανένας καί νά έξαφανίζεται πάλι, όταν τον ζη τούσαν όλοι. Καί, τώρα, έκεΐ πού είχαν στα ματήσει γιά νά περάσουν τή βράδυά τους, ή μοΐρα τούς έ στειλε τό πτώμα ενός σερίφη, πού σήμαινε τήν αρχή μιας νέ ας περιπέτειας καί νέων κινδύ νων.
Τρόμος στο Σίλβερ Ρόκ ΜΠΟΜΠΥ τά φέρνει στον νού του όλα αυτά καί δέν ξανακάνει λόγο γιά τους φόβους του. Βοηθάει τον Τζώννυ νά σκά φη έναν ρηχό τάφο κάπου μέσα στο δάσος καί θάβουν τό πτώμα τού σερίφη. Μετά τυλίγεται, ό πως οί άλλοι στήν κουβέοτα του καί προσπαθεί νά κοιμηθή, αλ λά πού νά κλείση μάτι! Θαρρεί πώς χίλιοι νεκροί σερίφηδες έ χουν στήσει χορό γύρω του..... Τελικά» νικάει ή κούρασι καί τού σφαλίζει τά βλέφαρα. Πρωί - πρωί τήν άλλη μέρα μαζεύουν τά πράγματά τους, καβαλλούν τ’ άλογά τους καί ξε κινούν γιά τό Σίλβερ Ρόκ, σχο λιάζοντας τό χτεσινοβραδυνό πεοι στατικό. Βρίσκονται ένα μίλι μακρυά άπό τήν πόλι. όταν βλέπουν ξα φνικά πίσω άπό ένα ύψωμα, έ να σύννεφο καπνού, ν’ άνεβαίνη προς τον ουρανό. Σκαρφαλώνουν στο ύψωμα καί βλέπουν, σέ μι κρή άπόστασι κάτω, ένα ξύλινο κτίριο» στήν αυλή ένός ράντς, νά καίγεται τοΰ καλού καιρού. 'Ο Κάου Μπόϋ δίνει τό σύν θημα καί ρίχνονται όλοι καλπά
ΦΑΝΤΑΣΜΑ ζοντας προς τά εκεί. Πλησιάζον τας, βλέπουν έναν γέρο νά στέ κεται ακίνητος καί, μέ πικραμέ νη έκφρασι, νά κυττάζη τό φλέ γόμενο κτίριο. — "Έχεις μερικούς κουβάδες νά σβήσουμε τη φωτιά, παππού; φωνάζει ό Τζώννυ Ντέλμοντ πη δώντας από τό άλογό του, μι μούμενος από τούς συντρόφους του. — Αφήστε το νά καή!, απαν τάει ό γέρος. — Μά τιρολαβαίνουμε νά τό γλυτώσουμε! — Προτιμώ νά γλυτώσω τό τομάρι μου!, απαντάει ό γέρος και δεν κάνει πάλι την παραμι κρή κίνησι. Μή μπορώντας νά καταλάβη τή στάσι του, ό Τζώννυ Ντέλ μοντ» πλησιάζει στο πηγάδι, αρ πάζει έναν τενεκέ και κάνει νά τον γεμίση από την ποτίστρα των ζώων, μά δεν προλαβαίνει, -εροΐ πυροβολισμοί άκούγονται από κάτι βράχια πιο πέρα και σφαίρες αρχίζουν νά πέφτουν βροχή γύρω του. — Καλυφθήτε!, φωνάζει ό Κάου Μπόϋ Φάντασμα καί, τρα βώντας τό έξάσφαιρό του, σπεύ δει νά ταμπουρωθή, πίσω από τό πηγάδι. Αρχίζει ν’ άνταλλάσση σφαί ρες μέ τούς ανθρώπους πού εί ναι ταμπουρωμένοι πίσω από τά βράχια. 'Η "Αννυ αρπάζει τήν καραμπίνα από τήν θήκη τής σέλλας της καί ταμπουρώνεται δίπλα στον Τζώννυ. Αρχίζει νά γαζώνη κυριολεκτικά τά βράχια μέ σφαίρες. 'Ο Μπόμπυ δέν χρειάζεται δεύτερη κουβέντα γιά νά έξαφανιστή από τό πρόσωπο τής γής. Τρέμόντας από φόβο, δίνει μιά καί χώνεται κάτω από τήν πο τίστρα των ζώων. Καθώς πάει νά βολευτή» άμως, χτυπάει τό κεφάλι του μέ δύναμι στά σα»
? νίδια. Καί, τότε, γίνεται μιά παράξενη μεταμόρφωσι. Ή τρε μούλα του εξαφανίζεται. Τό πρό σωπό του γίνεται κατακόκκινο, τά χαρακτηριστικά του σκληραί νουν. Βγάζει ένα πολεμικό ουρ λιαχτό, σάν αυτά των ερυθρο δέρμων, καί πετάγεται εξω μέ τό έξάσφαιρρ στο χέρι. — Θά σάς λιανίσω τά κόκκαλα, κανάγιες!, φωνάζει καί αρχίζει νά τρέχη, ρίχνοντας π^ός τή μεριά των βράχων. 'Ο Τζώννυ καί ή "Αννυ παύ ουν νά ρίχνουν φοβούμενοι μή πως πετύχουν τον Μπόμπυ. Κυττουν τον τελευταίο ανήσυχοι, φο βούμενοι» ότι θά συμβή κάτι ά σχημο. Αλλά, ξαφνικά, βλέπουν δύο ανθρώπους νά πετάγωνται από τά βράχια, νά καβαλλούν δύο άλογα πού μισοφαίνονται δεμένα μέσα σέ κάτι θάμνους καί νά ξεκινούν μέ γρήγορο καλ πασμό, προς τήν πόλι. 'Ο Μπόμπυ έξακολουθεΐ νά τούς καταδιώκη, άλλά, όταν ή άπόστασι μεγαλώνη, σταματάει καί γυρίζει πίσω. "Ωσπου νά φτάση κοντά στσύς φίλους του» έχει συνέρθει κάπως. — "Εφυγαν, λέει μέ φανερή απογοήτευα ι. — Τώρα πού έκαψαν τό σπί τι μου, τί άλλο νά κάνουν εδώ; λέει ό γέρος. —- Ποιοι ήσαν παππού, καί γιατί έβαλαν φωτιά; ρωτάει μέ ενδιαφέρον ο Τζώννυ Ντέλμοντ. — Αέ μπορώ νά σοΰ πώ, παι δί μου, απαντάει φοβισμένα ό γέρος. Καί μήν έπιμένεις νά μάθης. Πάρε, καλύτερα, τούς φί λους σου καί φύγε απ’ αυτή τήν περιοχή. — Γιατί» παππού; "Ισως μπο ρέσουμε νά σέ βοηθήσουμε, άν μάς πής!, επιμένει ό Τζώννυ. Μά τά χείλη τού γέρου σφρα γίζονται, θαρρείς καί λέξι δέν βγαίνει από τό στόμα τ©υ0 Ό
8 Κάου Μπόϋ Φάντασμα καταλα βαίνει, ότι ό γέρος τρέμει τούς ανθρώπους, πού έκαψαν τό σπί τι του. "Έχουν, άραγε, σχέσι, οι άνθρωποι αυτοί μέ τον θάνατο τού σερίφη; & * ■* Τό σπίτι του γέρο - ράντσερ έχει γίνει ένας σωρός από κάρ βουνα* πού καπνίζουν ακόμα. Βλέποντας ότι δεν μπορεί νά προσφέρη καμμιά βοήθεια, ό Τζώννυ Ντέλμοντ, παίρνει τον «ξεθυμασμένο» πια Μπόμπυ και την Άννυ καί συνεχίζει τον δρό μο προς την πόλι. Διακόσια μέτρα μακρυά από τά πρώτα σπίτια, ό Τζώννυ τούς λέει νά σταματήσουν .καί δίνει οδηγίες. Θά μπουν στην πόλι χωριστά καί θά κάνουν ότι δεν γνωρίζονται. "Αν μπλεχτούν τά πράγματα. Υσως νά τούς φανή χρήσιμο αυτό. Τά παιδιά δεν έχουν καμμιάν άντίορησι. Ξεκινούν πρώτα καί μπαίνουν στην πόλι. 'Ο Τζών νυ αφήνει νά περάσουν. μερικά λεπτά καί ακολουθεί. Τό Σίλβερ Ρόκ είναι ίμιά συνηθισμένη πό λι μ’ έναν κεντρικό δρόμο; καί δύο άντιχρυστά στενά όλα. κΓ όλα. Υπάρχουν άφθονα καταστή ματα καί ένα μπάρ. Μά ό Τζώννυ δεν ένδιαφέρεται γι’ αυτά. Ένδιαφέρεται γιά πλη ροφορίες > καί κάνει την πρώτη του απόπειρα στον πεταλωτή τής πόλης. Πιάνει ψιλή κουβέν τα μσ:ζί του, κερδίζει κάπως την εμπιστοσύνη του, άλλα όταν τον ρωτάη γιά τ’ όνομα Φώλκνερ, ό πεταλωτής τού ρίχνει μια τρο μαγμένη ματιά καί απομακρύνε ται, γιά νά χωθή στο μαγαζί του. Τό ίδιο συμβαίνει καί μέ τον Χήθ, πού εχει τό μπακάλικο. Μό λις ή συζήτησι φτάνει στ’ όνο μα Φώλκνερ, τρομάζει καί κλεί
Ό Κάου - Μπόϋ νει τό στόμα του. Δεν χρειάζε ται περισσότερα ό Τζώννυ* γιά νά καταλάβη, ότι αυτός ό Φώλ κνερ παίζει τό ρόλο τού τρομο κράτη. Ρωτάει αν ύπάρχη σερίφης καί παίρνει αρνητική άπάντησι. Βγαίνει έξω καί στέκεται στο ξύλινο πεζοδρόμιο σκεφτικός. Βλέπει τον Μπόμπυ καί τήν ’Άν νυ νά τον κυττάζουν μέ αγωνία μέσα από τό μπάρ. Βλέπει, επί σης. καί τήν, ταιμπέλλα ενός τυ πογραφείου. Αφού υπάρχει εφη μερίδα στήν πόλι, Υσως μπορέση νά μάθη τίποτα. Συνήθως οι δημοσιογράφοι, είναι θαρραλέοι άνθρωποι. * Μπαίνει στο τυπογραφείο καί βλέπει έναν ηλικιωμένο άντρα μέ γυαλιά νά στοιχειοθέτη ένα κομμάτι γ;ά τήν έφημερίδα του. —^ Τί ζητάς, νεαρέ; ρωτάει κυττώντας τον Τζώννυ περίερ γα. · -— Μέ λένε Τζώννυ Ντέλμοντ. ’Ίσως έχεις ακουστά γιά μένα. —'Ο Κάου Μπόϋ Φάντασμα! αναφωνεί 6 δημοσιογράφος καί τό πρόσωπό του φωτίζεται. Καί βέβαια έχω ακούσει γιά σένα* α γόρι μου! Καί ποιος δεν έχει ακουστά, δηλαδή;... Νά σοΰ σμστηθώ. Λέγομαι Μούντυ.... Πές μου, τί σε φέρνει στην πόλι μας: Ό Τζώννυ Ντέλμοντ τού μιλά ει γιά τον νεκρό σερίφη πού έ φτασε στήν κατασκήνωσί τους χτες τό βράδυ καί καταλήγεις — Θά πρέπει νά ξέρης έσύ, ος τον σκότωσε. Κάποιος Φώλκνερ, μήπως; — Δέν πέφτεις έξω, γιε μου. — Θά μού πής, πού μπορώ νά τον βρω; 'Ο γέρο τυπογράφος τον κυττάζει διστσχτικά. Μετά, τό βλέμ μα του παίρνει στοργική έκφοασι, — Καλύτερα νί( σρΟ φ
ΦΑΝΤΑΣΜΑ τό που είπα καί στον σερίφη Γκράντ. γυιέ μου: Φύγε α πό την π ό λ ι! Ξέρω τη φήμη σου, άλλα ό κίνδυνος εί ναι μεγάλος. 'Ο Κάου Μπόϋ Φάντασμα γε λάει άκεφα. — "Ωστε, λοιπόν, τον φοβούν ται όλοι αυτόν τον Φώλκνερ; λέ ει. — Δεν είναι ψέματα, γιέ μου. Καί δεν είναι ένας Φώλκνερ, άλ λα τρεΐς. Πατέρας καί δυο γυιοί. Μένουν σ’ εκείνο τό ύψωμα που φαίνεται- κει πέρα καί έχουν μια συμμορία άπό τα χειρότερα κα θάρματα. ,Εμείς δουλεύουμε σαν σκυλιά για να βγάλουμε τό ψω μί μας κΓ αυτοί έρχονται σαν άφεντάδες- · δυο καί τρεις φορές τον μήνα καί εισπράττουν τον φόρο. — Ποιόν φόρο; ρωτάει παραξενεμένος ό Τζώννυ Ντέλμοντ. — Τον φόρο πού πληρώνουμε για την προστασία μας. "Οσο πληρώνουμε, δεν γίνονται λη στείες, ούτε φόνοι, ούτε καίγον ται ράντς. Κάποτε είχαμε έναν σερίφη. Προσπάθησε νά σταματήση τό κακό, άλλα τον σκότω σαν, όπως σκότωσαν καί τον σε ρίφη Γκράντ, άπό τό Απάτσι Γουέλς, πού ήρθε έδώ. για νά συλλαβή κάποιον άπό την συμ μορία του Φώλκνερ. "Αποφασί σαμε, λοιπόν, ότι είναι προτι μότερο νά πληρώνουμε αυτό τό χαράτσι, παρά νά χάσουμε, τή ζωή μας. ^ ·λ — Καί γιατί δέν ξεσηκωνό σαστε όλοι μαζί έναντι ον των Φώλκνερ; ρωτάει ό Κάου Μπόϋ Φάντασμα. —1— Γιατί αυτοί είναι δολοφό νοι, άσσοι στο έξάσφαιρο, ένω οί περισσότεροι άπό μάς, δεν έ χουν πιάσει ποτέ πιστόλι. ·*0 Τζώννυ Ντέλμοντ δίνει τις ευχαριστίες του στον δημοσιο γράφο Μούντϋ κοη βγαίνει
9 Τά πράγματα είναι ολοφάνερα. Μέσα σέ μιά ομάδα τίμιων άνθρώπων ξεφύτρωσαν τα παράσι τα κΓ άρχισαν νά κάνουν την ζωή τους μαρτύριο. Πρέπει νά σταματήση τό κα κό. ΚΓ άφοΰ οι κατοοστηματάρχες δέν έχουν κουράγιο νά τά βάλουν μ£ τούς Φώλκνερ, θά δοκιμάση τούς ράντσερ. "Ισως εί ναι πιο Θαρραλέοι αυτοί. .-Κάνει νόημα ατούς φίλους του, πού περιμένουν στο μπάρ, καοαλλάει τ’ άλογό του καί βγαίνει άπό την πόλι καλπάζον τας. Βλέπει ένα κτήμα άπό μακρυά καί διευθύνεται προς τό μέ ρος του. Ή σομ',μορία των Φώλκνερ ΚΡΙΒΩΣ εκείνη την στιγμή, ό Μάτ κΓ ό Ντράρυ Φώλκνερ γυιοί του άρχηγου τής συμμο ρίας, πού λυμαίνεται την περι οχή. προσπαθούν ν’ αρπάξουν άπό τόν ιδιοκτήτη αυτού τού ράντς δύο καθαρόαιμα άλογα, πού μεγαλώνει ειδικά γιά πού λημα. — Δέ μπορείτε νά τά πάρε τε αυτά τά άλογα, παιδιά!, δι α μαοτύρεται έκεΐνος. Είναι ό,τι καλύτερο έχω ! Δέν σάς. άνήκαυν ! 'Ο. Μάτ Φώλκνερ τινάζει τό χέρι του καί τόν χαστουκίζει καταπρόσωπα. :— Πώς τολμάς νά μάς μι λάς έτσι, Ράφτερ; κάνει άγρια. Ξεχνάς, ότι μπορούμε νά βάλου με φωτιά στο κτήμα σου, όποια ώρα θελήσουμε; . — Δέν θά σάς άφήσω νά τό κάνετε αυτό, καθάρματα!, ούρλιάζει ό άπελπισμένος Ράφτερ καί, γυρίζοντας, τρέχει προς την βεράντα ταΰ σπιτιού του, όπου έχει -ακουμπισμένη την καραμπίνα του. '0 Μάτ Φώλκνερ αφήνει μις
Α
10 χυδαία βλαστήμια καί τραβάει τό έξάσφαιρο του. Είναι έτοι μος νά πατήση την σκανδάλη καί νά φυτέψ ι μια σφαίρα στην ττλάτη του κτηματία, δταν άκούγεται ένας πυροβολισμός καί μια σφαίρα χτυπάει τό πιστόλι του καί τό πετάει από τα μουδια σμένα δάχτυλά του. Ουρλιάζοντας από πόνο, ό Ματ Φώλκνερ στριφογυρίζει καί άντικρύζει έναν νεαρό κάου μπόϋ σχεδόν παιδί, νά τον σημαδεύη μ’ ένα έξάσφαιρο από την σέλ λα ενός αλόγου. Βλαστημώντας» ό Ντράρυ Φώλκνερ κάνει νά τραβήξη τό δικό του έξάσφαιρο, αλλά δεν προλαβαίνει. Μιά δεύτερη σφαί ρα από τό πιστόλι του Τζώννυ Ντέλμοντ σπάζει τη λαβή του δικού του καί κάνει τό χέρι του νά τραβηχτή από κεΐ, λές κι’ άγ γιξε πυρωμένο σίδερο. — Σάς συμβουλεύω νά μην κάνετε άλλη κίνησι!, προστάζει ό Κάου Μπόϋ Φάντασμα καί ξε πεζεύει γιά νά πάη κοντότερα. "Εχουν δικαίωμα νά πάρουν τ’ άλογά σου; ρωτάει τον τρομο κρατημένο Ράφτερ. Έκεΐνος κύτ τάζει πότε τον νε οφερμένο κάου μπόϋ καί πότε τούς σκοτεινοπρόσωπους Φώλ κνερ καί καταπίνει τό σάλιο του, δίχως νά μπορη νά μιλήση. Τά βλέμματα των Φώλκνερ είναι καρφωμένα πάνω του» σάν βλέμματα φιδιών. — "Αντε, λοιπόν, πές σ’ αυ τόν τον νταή, έχουμε δικαίωμα νά πάρουμε τά άλογά σου ή ό χι; λέει ό Ντράρυ Φώλκνερ, μέ φωνή γεμάτη κρυφή απειλή. Ό Ράφτερ ξεροκαταπίνει άλ λη μιά φορά καί, τελικά, λέει: — Ναί, δικά σας είναι. 'Ο Τζώννυ Ντέλμοντ μένει σάν κεραυνόπληκτος. Οί δύο κα κοποιοί του γελούν κατάμουτρα καί. παίρνοντας τ’ άλογα του
Ό Κάου — Μπόϋ Ράφτερ, φεύγουν, ξεστομίζοντας απειλές γιά τον Τζώννυ Ντέλ μοντ. 'Ο τελευταίος, κατάπλη κτος, γυρίζει στον Ράφτερ. — Νόμιζα ότι δεν είχαν δι καίωμα νά σου πάρουν τ’ άλο γα, λέει. — Δεν είχαν, απαντάει ο ράντσερ πού έχει γίνει^ σωστό ράκος. Μά αυτοί πού είδες, εί ναι οί γιοι του Φώλκνερ. Προτι μώ νά χάσω τ’ άλογα παρά τήν ζωή μου. Πάντως» σ’ ευχαριστώ γιά δ,τι έκανες, φίλε. ’Ακούγσντας τή δήλωσι αυτή, ό Τζώννυ Ντέλμοντ, καταλα βαίνει ότι ακόμα καί οι ράντσερς έχουν τρομοκρατηθή από τούς Φώλκνερ. ★ ★ ★ 'Ο Τζών Φώλκνερ, ό αρχηγός τής συμμορίας πού λυμαίνεται τήν περιοχή του Σίλβερ Ρόκ, είναι έξω φρένωνμέ μερικούς από τούς ανθρώπους του. "Ε χουν γυρίσει από τήν είσπραξι του φόρου, άπραγοι. —Δέν εννοώ νά κάνετε σφάλ ματα ! > ουρλιάζει. Θά έρθω μαζί σας στήν πόλι γιά νά δήτε πώς γίνεται ή δουλειά... Καί μή χρη σιμοποιεΐτε όπλα. Τό καλύτερό μας όπλο είναι ό φόβος! Κανένας από τούς κακοποι ούς δέν τού αντιμιλάει. Σάν ό λους τούς άλλους, τον τρέμουν κι* αυτοί. Καί πιο πολύ τον τρέμουν οί γιοί του. Γι* αυτό, ότα νκαταφθάνουν σέ λίγο μέ τ’ άλογα τού Ράφτερ, δέν κάνουν λόγο γιά τό περιστατικό πού τούς έτυχε. "Αλλωστε, δέν ξέ ρουν ότι έχουν συναντηθή μέ τον Κάου - Μπόϋ Φάντασμα. Λίγο αργότερα, ξεκινούν όλοι μαζί γιά τήν πόλι» καβάλλα στ* άλογά τους. "Οταν μπαίνουν στο Σίλβερ Ρόκ, ό Μπόμιτυ μέ τήν "Άννυ τούς βλέπουν από τό
ΦΑΝΤΑΣΜΑ μπαρ καί καταλαβαίνουν δτι κά τι σοβαρό συμβαίνει. Παρά την τρεμούλα του, 6 Μπόμπυ ακολουθεί την άδερφή του στον δρόμο. Φροντίζοντας νά μη γίνουν αντιληπτά, τα δυο αδέρφια ακολουθούν τους κακο ποιούς μέχοι τό μαγαζί τοΰ πε ταλωτή, πού είναι ό πρώτος τους σταθμός. Μόλις τούς βλέπει ό πεταλω τής, σπεύδει νά τούς προϋπάν τηση μ5 ένα βεβιασμένο χαμό γελο. "Εχει μείνει πέντε δολλάρια υπόλοιπο, όπως τοΰ λέει ό Φώλκνερ. Τά πληρώνει δίχως άλ λη κουβέντα. 'Ο γέρο Φώλκνερ γυρίζει στούς συμμορίτες του μέ μιά θριαμβευτική έκφρασι στο πρόσωπο» σάν νά θέλη νά τούς δείξη τί κάνει ό φόβος. 'Ο Μπόμπυ καί ή "Αννυ παρα κολουθούν την σκηνή περίεργοι. Μετά από τού πεταλωτή οι κακοποιοί πηγαίνουν στού Χήθ. Εκείνος δεν έχει νά πληρώση τον φόρο του. Ή δουλειά του δεν πήγε καλά καί δέν έχει πιάσει καθόλου λεφτά. — "Επρεπε νά κόψης τό κε φάλι σου νά τά βρής!, ουρλιά ζει ό Φώλκνερ καί γυρίζει στούς ανθρώπους του. Νά είσπράξετε τό φόρο σε είδος. Γελώντας οι κακοποιοί, αρχί ζουν ν’ αλωνίζουν τό μαγαζί. Χύνουν κάτω τά πράγματα, δή θεν κατά λάθος, καί τά ποδοπα τούν. 'Ο Χήθ κρύβει τό πρόσω πό του μέσα στά χέρια του καί κλαίει σάν μωρό παιδί. Ξέρει δτι, άν τολμήση νά πή τίποτα περισσότερο» θά πάθη χειρό τερα. ι ελικά, οί κακοποιοί παίρ νουν δ,τι βρίσκουν τοΰ γούστου τους καί βγαίνουν από τό μα γαζί. 'Η έπόμενη έπίσκεψί τους, γίνεται στο τυπογραφείο τοΰ Μούντυ.
11 Ό δημοσιογράφος δίνει τά λεφτά του πρόθυμα, δπως κάθε φορά, αλλά ένας από τούς κα κοποιούς τυχαίνει νά ρίξη μια ματιά στήν έφημερίδα πού μό λις έχει τυπωθή. Κάνει μιά στρα βή γρι μάτσα. — Μπά!, καγχάζει. Βλέπω δτι ό Μούντυ έχει βάλει τά όνσματά μας στήν έφημερίδα του! Έδώ γράφει: «ΗΡΘΕ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΣΥΜΜΟΡΙΑΣ ΤΩΝ ΦΩΛΚΝΕΡ; ιΟ Τζώννυ Ντέλμοντ» ό πασίγνωστος Κάου Μπόϋ Φάντασμα, πού βρίσκεται στήν πόλι μας, ίσως μπορέσει νά καταφέρη αυτό πού δέν κατάφεραν άλλοι. ΚΓ ίσως θά πρέπει νά τον βοηθήσουμε σ’ αυτό!» Τό πρόσωπο τοΰ Φώλκνερ γί νεται κόκκινο από θυμό. Γυρίζει καί χαστουκίζει άγρια τον Μούν τυ καί μετά στρέφεται στούς μπράβους του. ;— Σχίστε τις έφη μερίδες καί κάντε τα δλα άνω κάτω!, μουγγρίζει.^ "Οσοι λιγώτεροι μάθουν αυτό τό νέο, τόσο τό καλύτερο! ’Έχει ακούσει κΓ αυτός πολ λά γιά τον Κάου Μπόϋ Φάντα σμα. Είναι αρκετά εγωιστής γιά νά παραδεχτή δτι ανησυχεί, αλλά ό ξαφνικός θυμός του τον προδίδει. Μαζί μέ τούς ανθρώπους του, ρίχνεται μανιασμένος στις έφημερίδες καί στά πράγματα τοΰ τυπογραφείου. Οί δυο γιοι του περιλαβαίνουν τόν δύστυχο Μούν τυ καί σέ λίγο τόν ξαπλώνουν κάτω αίμόφυρτο άπό τις γρο θιές. "Οταν δέν έχει μείνει τί ποτα πιά στή θέσι του» βγαί νουν έξω καβαλλοΰν τ’ άλογά τους καί φεύγουν άπό τήν πό λι. Μένουν οί ράντσερς πού δέν έχουν πληρώσει τόν φόρο τους αυτό τόν μήνα.
Ό Κάου - Μπόϋ θουσιαστώ μαζί σου, γιέ μου; λέει. Δεν άφησαν τίποτα όρθιο τά καθάρματα. — Τά πράγματα είναι χειρό τερα άπ5 οτι φαντάζεσαι, λέει ό Κάου Μπόϋ Φάντασμα. Πολλοί ράντσερς είναι έτοιμοι νά έγκαταλείψουν την περιοχή. Κοί-* ταλαβαίνεις τί σημαίνει αυτό; Τό Σίλβερ Ρόκ θά νεκρωθή. Πρέ πει νά τό προλάβουμε αυτό τό καικό. — Τί μπορώ νά κάνω εγώ μόνος "°υ, νιέ μου;
V*
Τά οχέΐδια · ΤΑΝ αυτοί βγαίνουν άττό την μιαν άκρη τής πόλης, άπό την άλλη μπαίνει ό Τζώννυ Ντέλμοντ. *Έχει έπισκεφτή αρ κετά ράντς τής περιοχής, άλλα σε κανένα δεν εχεΐ βοή έκεινο πού ζητάει. 'Η τρομοκρατία των Φώλκνερ έχει νεκρώσει τό θάρ ρος όλων. Και όμως, κάτι πρέ πει νά γίνη για τό ξεσήκωμά τους. Καθώς ξεπεζεύει άπό τ’ άλο γό του μπροστά στο μπάρ, τον πλησιάζουν τρέχοντας ό Μπάμπυ και ή ’Αννυ. 'Ο Μπόμπυ τρέ μει τόσο πολύ άπό την ταραχή του για τά όσα είδε, πού 6έ μπορεί νά βγάλη σωστή λέξι ά πό τό στόμα του. Πιο ψύχραιμη ή ’Άννυ, έξιστοιρεΐ στον Κάου Μπόϋ Φάν τασμα τί έχει συμβή. Μόλις άκούει για τον Μούντυ, τον δημο σιογράφο» ό Τζώννυ Ντέλμοντ όρμάει τρέχοντας πρός τό τυπο γραφείο. Βρίσκει τον Μούντυ άνάίσθητο στο πάτωμα. Ή άγανάκτησι του φουσκώνει τό στήθος. Πρέ πει νά βρή ένα τρόπο νά βάλη τέλος σ’ αυτά τά έκτροπα. "Οταν συνέρχεται ό δημοσιο γράφος, ρίχνει μιά ματιά γύρω του καί μετά κυττάζει τον Τζών νυ Ντέλμοντ μέ πικραμένη έκψρασι.
0
—-Είδες τί έπαθα γιά
§ν~ «I
—Νά μέ βοηθήσης σέ κάτι. Μετά θά πιάσης» νά μιλήσης στους άλλους καί νά τούς έμ πνευσης λίγο θάρρος. ’Ο Κάου Μπόϋ Φάντασμα άρχίζει νά άναπτύσση τό σχέδιο πού έχει συλλάβει τό μυαλό του. Είναι π;αράτολμο, άλλά εί"(χι αποφασισμένος νά τά παίξη όλα γιά όλα. 'Ο Μπόμπυ καί ή "Αννυ έχουν μπή στο τυ πογραφείο καί άκοϋν. . — Έπί τέλους, θά έχουμε λί γη δράσι! κάνει στο τέλος ή ’Άννυ» τρίβοντας τά χέρια της μέ χαρά. , 'Ο Μπόμπυ τής ρίχνει μια επιτιμητική ματιά καί μετά ξεροκοτταπίνει. -τ— Γιά κύτταξέ την πώς κά νει ! λέει περιφρονητικά. Σάν νά τής είπαν ότι θά πάη σέ κανέναν χορό! Τζώννυ, εγώ λέω νά.... Μά ό Κάου Μπόϋ Φάντασμα δέν τον ακούει. "Έχει πλησιάσε> στο αναστατωμένο γραφεΐρ Μούντυ κι5 αρχίζει τη δου λειά. ★ ★ ★ Δυο μέρες αργότερα, τό άντοο τών κακοποιών είναι άνάΓΓτατο. "Οσοι βγήκαν γιά νά μα ζέψουν τούς υπόλοιπους φόρους αναφέρουν τό ίδιο πράγμα. Ή γύρω περιοχή έχει γεμίσει φρεσκρτι/τν^μένις 4π»κηρνξ|ΐς
13
ΦΑΝΤΑΣΜΑ τον Φώλκνερ καί τη συμμορία του. Τα ποσά που προσφέρονται είναι δελεαστικά ακόμα καί γι’ αυτούς τούς ’ίδιους. Τις έπικηρόξεις αυτές, τις έχει υπο γράψει δλες ό Τζώννυ Ντέλμοντ, ό Κάου Μπόϋ Φάντασμα. Το νέο επηρεάζει βαθειά τούς κακοποιούς. Τά σχόλια δίνουν καί παίρνουν. Καί τελικά, ό Βές Χάρντιν, πού έχει μπή στη συμ μορία του Φώλκνερ μέ τούς τέσ σερις μπράβους του, αρχίζει νά κάνη νερά. -—Θέλω τό μερίδιό μου γιά νά φύγω απ’ αυτή την περιοχή, λέει. Αυτός ό Ντέλμοντ είναι ή προσωποποίησι του διαβόλου. Δέ,ν έχω καμμιά όρεξι νά τά βά λω μαζί του. Την ίδια γνώμη έχουν κι* οί δικοί του, αλλά ο Φώλκνερ έχει διαφορετική. ;— Μεγάλο λάθος κάνεις, Χάρντιν, λέει. Δέ μπορείς νά μάς έγκαταλείψης τώρα πού σέ χρειαζόμαστε. ’Εκτός άν θές νά φύγης δίχως λεφτά. ’Εγώ δέν βλέπω γιατί φοβάσαι τόσο πο λύ ένα παιδί!. — Τέτοιο παιδί δεν έχουν δη ποτέ τά μάτια σου, αφεντι κό! πετάγεται ένας από τούς συμμορίτες του Χάρντιν.. ’Έχω δη κι’} έχω δη γρήγορα πιστό λια, αλλά αυτό πού είδαν τά μάτια μου στο Τά,κσον» όταν ό Τζώννυ Ντέλμοντ, μονομάχησε με τον Σίνκλερ Ντράγκο, δεν θά τό ξαναδοϋν ποτέ! Κανένας δεν πρόλαβε νά δη τό τράβηγμα τού πιστολιού του! 'Ο Ντράγκο σω ριάστηκε χάμω λες καί τον χτύ πησε αστροπελέκι ! —- Σαχλ αμάρες !, κάνει ό Φώλκνερ. Θά σού τον συγυρίσω εγώ αυτόν τον νταή. —Μπορώ νά μάθω πώς; ρω τάει μέ κάποια είρωνία ό Βές Κ?ρνΤ!Υι
— Θά σού πώ αμέσως, απαν τάει ό γέρο Φώλκνερ. ’Εσύ και δύο από τούς άνθοώπους σου. θά πάτε κρυφά στην πόλι καί θά πιάσετε τά δύο στενά πού είναι τό ένα ακριβώς απέναντι από τό άλλο. 'Ο γιός μου ό Μάτ πού είναι πιο γρήγορος στο πι στόλι, .,θά μπή στην πόλι φανε ρά καί θά προκαλέση τον Ντέλμοντ νά χτυπηθή μαζί του. ’Άν άληθεύουν όσα λέγονται γι’ αυ τόν, θά δεχτή την πρόκλησι. "Ο ταν θά βγή στον δρόμο» λοιπόν, καί περάση μπροστά από τις μπούκες τών στενών, θά τού . ρί ξετε . καί θά τον σκοτώσετε.... Πώς σάς φαίνεται τό σχέδιο; · Τό βρίσκουν όλοι περίφημο καί πιο πολύ ό Μάτ Φώλκνερ πού έχει ανοιχτό λογαριασμό μέ τον Κάου Μπόϋ Φάντασμα, από την . συνάντησι στο ράντσο τοΰ Ράφτερ. Αρχίζουν νά πί νουν όλοι καί νά συζητούν, ώ σπου νά πέση ό ήλιος. ★ ★ * 'Ο Μπόμπυ Σμίθ καί ή αδερ φή του ή ’Άννυ, είναι κλεισμέ νοι στο τυπογραφείο τοΰ Μούντυ καί περιμένουν τον Τζώννυ Ντέλμοντ Λείπει δυο ημέ ρες από την πόλι. "Ολο αυτό τό διάστημα τά δύο αδέρφια πε ριποιούνται τον άρρωστο δημοτ σιογράφο πού είναι στο κρεββάτι καί ταχτοποιούν τό τυπογρα:φεΐο. Μά τώρα, προς τό τέλος τής δεύτερης μέρας, ό φίλος τους δέν έχει φανή ακόμα καί ανησυχούν. — Ποιος ξέρει τί λαχτάρες μάς ετοιμάζει πάλι, λέει ό Μπόμπυ καί τό βλέμμα του παί ζει φοβισμένα δεξιά καί αριστε ρά. Ανησυχώ πολύ. — Έσύ πάντοτε ανησυχείς, τού λέει ή Άννυ. Κι’ όταν έρχε ται ή ώοα γίνεσαι θηρίο καί δέ
μπορούμε νά σέ μαζέψουμε»
14 — Ποιόν, έμενα; κάνει παραξενεμένος ό Μπόμπυ. Τί έννοεϊς, "Άννυ; —Τίποτα, απαντάει ή κοπέλλα καί χαμογελάει αινιγμα τικά. Ν Μόνο αυτή καί 6 Τζώννυ ξέ ρουν την παράξενη άρρωστε ια του Μπόμπυ. Για τό χτύπημα δηλαδή πού τον εξαγριώνει καί τον κάνει ακαταμάχητο, καθώς έπίσης καί για τό ότι, μετά άπο κάθε φασαρία, δταν συνέρ χεται. ξεχνάει δ,τι έχει κάνει κΓ έξακολοι/θεΐ νά πιστεύη δτι είναι δειλός. Καθώς κάνει αυτές τις σκέ ψεις ή ’Άννυ, καταφθάνει ό Τζών νυ Ντέλμοντ λαχανιασμένος. Κάτι ευχάριστο έχει νά πή για τί τό πρόσωπό του αστράφτει. — Τί έγινες, μωρέ Τζώννυ; κάνει ό Μπόμπυ μέ κωμικά αυ στηρό ύφος. Δέν καταλαβαίνεις δτι κοντέψαμε νά πεθάνουμε α πό αγωνία; Αέν...; — "Άνοιξε τ’ αυτιά σου κΓ ακούσε,- τον διακόπτει ό Τζώννυ, γιατί θά χρειαστώ τη βοηθέιά σου. Καί τη δίκη σου θά χρεια στώ, "Άννυ. Μέ γρήγορες, κοφτές κουβέν τες τούς εξηγεί δτι αυτές τις δυο μέρες, αφού σκόρπισε τις έπικηρύξεις σε όλη την περιοχή, παρακολουθούσε τό άντρο τών κακοποιών. "Έτσι εΐδε πριν α πό λίγο τρεΐς συμμορίτες νά έρ χωνται στην πόλι από τά χωρά φια καί^ νά χάνωνται στά δυο στενά τής πόλης. "Έπειτα από λίγο ξεκίνησε από τό άντρο ό Μάτ Φώλκνερ, ένας από τούς γιους τού αρχηγού τής συμμορίας. — Μυρίζομαι παγίδα, κατα λήγει ό Τζώννυ. Έγώ άλλωστε την προκάλεσα. ΓΓ αυτό γύρι σα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Θέλω νά μέ βοηθήσετε. Θ’ άναλάβετε άπό ένα στενό καί... τά
'Ο Ι£άου — Ηπόυ μάτια σας δέκα τέσσερα! 'Η "Άννυ αρπάζει την καραμπίνα της. 'Ο Μπόμπυ αρχίζει νά τρέμη και νά ξεροκαταπίνη. Κυττάζει τον φίλο του παρα κλητικά, μήπως τον κάνει ν’ άλλάξη γνώμη, αλλά τίποτα. Μέ λυγισμένα σχεδόν τά γόνατα βγαίνει από τό τυπογραφείο. 76 ξεισήικωμα | | ΜΑΤ ΦΩΛΚΝΕΡ μπαίνει ί ? στό Σίλβερ Ρόκ μ3 ένα σίτου 6αΐο ύφος στο πρόσωπό του. Ξε πεζεύει στην άκρη της πόλης καί προχωρεί λιγάκι πάνω στον δρόμο. Σταματάει κοντά στις μπούκες τών δύο στενών, τρα βάει τό έξάσφαιρό του καί ρί χνει δύο π ί σταλιές στον άέραν — Τζώννυ Ντέλμοντ! > φωνά ζει μετά. Είμαι ό Μάτ Φώλκνερ. "Έμαθα δτι μέ καταζητείς μαζί μέ τούς άλλους καί ήρθα. Άν είσαι αυτός πού λένε τά παρα μύθια τών εφημερίδων, βγές νά χτυπηθούμε! 'Ο Τζώννυ Ντέλμοντ πού πα ρακολουθεί τον δρόμο άπό τό τυπογραφείο τοΰ Μούντυ, κατα λαβαίνει δτι δέν έπεσε έξω, δ ταν υποψιάστηκε παγίδα. Ευτυ χώς πού ό δρόμος είναι έρημος. Μόλις έμαθαν τί περίπου πρό κειται νά συμβή, οι κάτοικοι τοΰ Σίλβερ Ρόκ άμπαρώθηκαν στά σπίτια καί στά μαγαζιά τους καί τώρα κυττάΓουν έξω ά πό γρίλλιες καί χαραμάδες. — Σέ περιμένω!, ξαναφωνάζει ό Μάτ Φώλκνερ. 'Ο Τζώννυ ξέρει δτι, μολονό τι ό κίνδυνος πού διατρέχει εί ναι μεγάλος πρέπει νά βγή ν* αντιμετώπιση τον Φώλκνερ. Μό νο άμα δείξη δτι δέν φοβάται τίποτα μπορεί νά ξεσηκώση τούς ανθρώπους τού Σίλβερ Ρόκ. Εύχεται μόνο νά έιτέμβουν
ΦΑΝΤΑΣΜΑ την κατάλληλη στιγμή ό Μπόμ πυ και ή Άννυ. Βγαίνει κι5 αρχίζει να προχωράη προς τον Φώλκνερ. Φτά νοντας μπροστά στις μπούκες των δυο στενών σταματάει. Ξέ ρει πώς τά βλέμματα τών κα τοίκων του Σίλβερ Ρόκ τον πα ρακολουθούν μέ δυσπιστία και αγωνία. — Είμαι στη διάθεσί σου» Φώλκνερ! λέει. ★ ★ ★ Ή Άννυ από τό πόστο της, πίσω από ένα άδειο βαρέλι, βλέπει τον κακοποιό πού είναι στο δικό της στενό, νά τραβάη τό έξάσφαιρό του. 1 Οπλίζει τήν καραμπίνα της, την έτοιμάζει και περιμένει. Αιερωτάται τί νά κάνη ό Μπόμπυ μέ τούς^ άλ λους δυο κακοποιούς. Μήπως δεν θά μπορέση νά νικήση την δειλία του καί....; Δαγκώνει τά χείλη της μέ αγωνία. 'Ο Μπόμπυ, από την άλλη μεριά, χωμένος πίσω από ένα κασσόνι, στο άλλο στενό, πα ρακολουθεί τον δικό του κακο ποιό και τον βλέπει νά τραβάη τό πιστόλι του. Παρά τον με γάλο φόβο του* τό μυαλό του δουλεύει καλά. Που είνα^ ό τρ!° τος κακοποιός που είπε ό Τζών νυ; Τά πόδια του τρέμουν. ^Τρέ μει ολόκληρος. , Φοβάται ότι η δειλία του δέν Θά τον άφήση νά έπέμβη και νά σώση την ζωή τού φίλου του. Καί ή σκέψι ότι μπορεί νά πάθη κακό ό Τζώννυ, τού φέρνει διάθεσι νά βάλη τά κλάματα. Βυθισμένος σ’ αυτές τις σκέ ψεις καί στους φόβους του, ό πως είναι, δέν αντιλαμβάνεται τον τρίτο κακοποιό πού τον πλη σιάζει από πίσω αθόρυβα. Ξα φνικά βρίσκεται πίσω του, ανε βοκατεβάζει τό πιστόλι τον καί
15 τό χτυπάει μέ δύναμι στο κε φάλι. Καί τότε ό κακοποιός δοκι μάζει μ^ά τρομερή έκπληξι. Άντΐ νά δή τον Μπόμπυ νά σωριά ζεται κάτω αναίσθητος, τον βλέ πει νά τσιτώνεται σάν ταύρος καί ιμετά νά στριφογυρίζη σάν ελατήριο. Τρώει την γροθιά τού Μπόμπυ καταπρόσωπα καί σω ριάζεται αυτός αναίσθητος. "Άλλος άνθρωπος, τώρα ό Μπόμπυ, σφίγγει τις γροθιές του καί μουγγρίζει: — Θά τον φάω» τον άτιμο! Καί ρίχνεται μ5 ένα πήδημα πάνω στον άλλον κακοποιό πού έτοιμάζεται νά πυροβόληση τον Τζώννυ Ντέλμοντ. Σωριάζονται χάμω καί με τά ό κακοποιός — είναι ό Βές Χάρντιν — σηκώνεται θυμωμέ νος κι" αποφασισμένος νά τιμωρηση σκληρά τον άνθρωπο πού τού άνέτρεψε τά σχέδια. "Αλλά τον περιμένει μιά έκ πληξι. Σωστός μαινόμενος ταύ ρος ό Μπόμπυ σηκώνεται μέ σφιγμένες γροθιές κι* αρχίζει νά τον σφυροκοπάη, σχολιάζον τας τό κάθε του χτύπημα: — Νά κι" αυτή γιά τον Τζών νυ... νά κι" αυτή γιά τήν Άν νυ... νά κι" αυτή γιά μένα! Τήν στιγμή πού αρχίζει ό καυ γάς, ή ’Άννυ τραβάει τήν σκαν δάλη τής καραμπίνας της καί πληγώνει τον άλλον κακοποιό στον ώμο. "Εκείνος, αφήνει τό πιστόλι του νά πέση καί αρχί ζει νά ούρλιάζη σάν τσακάλι. 'Ο Μάτ Φώλκνερ ξαφνιάζεται. Ακούει τί γίνεται στά στενά, καταλαβαίνει τί έξέλιξι έχουν πάρει τά πράγματα καί αποφα σίζει νά δράση. Μέ μιά βλαστή μια τινάζει τό χέρι του προς τό έξάσφαιρό του. Είναι πρα γματικά γρήγορος, όπως έχει πή ό πατέρας του, αλλά τό πρά*3 γιμα δέν είναι τόσο άπλό.
*0 Κάοϋ - Μπόϋ
16 Σά φίδι πού χτυπάει τό θύ μα του, τό χέρι του Τζώννυ Ντέλμοντ τινάζεται προς τό έξάσφαιρό του, τό φουχτώνει καί τό τραβάει μέσα σέ δέκατα του δευτερολέπτου. Τό δάχτυλό του τραβάει την σκανδάλη, τη στι γμή πού ό Ματ Φώλκνερ σηκώ νει τό δικό του έξάσφαιρο. Ή σφαίρα του σπάζει τά κοκ καλα του χεριού καί τον κάνει νά ουρλιάση από πόνο. Πετάει τό πιστόλι καί για μια στιγμή στέκεται σαν μαρμαρωμένος, μην μπορώντας νά πιστέψη αυ τό πού είδαν τά μάτια του. Με τά, καταλαβαίνοντας ότι είναι αλήθεια» πέφτει στά γόνατα κι5 εκλιπαρεί: — Λυπήσου με, Ντέλμοντ! Μή μέ σκοτώσης! — Εσείς λυπηθήκατε τρν σε ρίφη Γκράντ όταν τον σκοτώνα τε; ρωτάει θυμωμένα ό Κάου Μπόϋ Φάντασμα. ’Ή τόν άλλον, πριν απ’ αυτόν; 'Ο Φώλκνερ σέρνεται κυριο λεκτικά στά πόδια του. 'Ο Τζών νυ Ντέλμοντ τόν κυττάζει μέ περιφρόνησι. Τό σχέδιό του έχει πετύχει περισσότερο άπ’ ότι περίμενε. Ακούει τόν κόσμο νά πετάγεται από σπίτια καί κα ταστήματα καί νά τρέχη προς τό μέρος του άλαλάζοντας. Πέφτουν πάνω στον Φώλκνερ, τόν αφοπλίζουν, τόν δένουν χει ροπόδαρα καί τόν μεταφέρουν στην άρίχχνιασμένη φυλακή.· 'Ο πεταλωτής πλησιάζει πρώτος τόν Κάου Μπόϋ Φάντασμα. — Δεν ξέρεις τί καλό μάς έ κανες. Τζώννυ Ντέλμοντ!» λέει. Μάς έδειξες πόσην αξία έχουν οι Φώλκνερ. Είμαστε έτοιμοι νά σέ ακολουθήσουμε όπου μάς πής. , , — Τί καθόμαστε λοιπόν; Πά με νά πιάσου με καί τ’ άλλα κα θάρματος! Γυρνούν όλοι κατάπληκτοι κΓ
άντικρύζουν τόν Μπόμπυ^ Σμίθ, τόν νεαρό σύντροφο τού Κάου Μπόϋ Φάντασμα πού μέχρι τώ ρα έτρεμε από τόν φόβο του. Έχει καβαλλήσει τ’ άλογό του καί μοιάζει σάν αγριεμένος ταυ ρος, έτσι, όπως, στριφογυρίζει πάνω στη σέλλα του. .Γελώντας ευχαριστημένος» ό Τζώννυ Ντέλμοντ πηδάει στ’ ά λογό του; Οι κάτοικοι τού Σίλβερ Ρόκ. τελείως ξεθαρρεμένοι τώρα, τρέχουν νά πάρουν τά δι κά τους. 'Η ’Άννυ βρίσκεται δί πλα του, καβάλα στο δικό της. — Σ’ ευχαριστώ, 'Άννυ, λέει ό Τζώννυ. ’Έκανες καλά τή δου λειά σου. Τόν Μπόμπυ δέν τόν αναφέρω. “έρω ότι την έχει... παρακάνει καλά την δουλειά του. 'Ο αντίπαλός του, ή μάλ λον οί αντίπαλοί του, δέν πρό κειται νά συνέρθουν — άν είναι ζωντανοί δηλαδή! Μά ό Μπόμπυ δέν ακούει τί ποτα. Είναι αγριεμένος ακόμα καί μοναδική του επιθυμία είναι τό ξεκαθάρισμα τών υπολοίπων κακοποιών.
Ό θρίαμβος ΙΓΟ αργότερα» ξεσηκωμένοι οί κάτοικοι τού Σίλβερ Ρόκ, μ’ επί κεφαλής τόν θρυλικό Κάου Μπόϋ Φάντασμα καί τούς φίλους του, έχουν κυκλώσει τό άντρο τών κακοποιών. Ή αντί στασή πού προβάλει ό Φώλκνερ
\
καί ή συμμορία του είναι γεν ναία, άλλα σπάζει μπροστά στην έπίθεσί του Τζώννυ, της Άννυ, του Μπόμπυ καί των άλ λων. Βλέποντας οί έκτος νόμου ά τι κινδυνεύουν άσχημα, άποφασίζουν. νά κάνουν έξοδο, κΓ όσοι γλυτώσουν, Μά δέν γλυτώνει κανείς. Εκτός απ’ αυτούς πού σωριάζονται αμέσως χάμω από τις σφαίρες των εκπροσώπων τής τάξεως, οί άλλοι σηκώνουν τά χέρια ψηλά καί παραδίνονται. Μόνο ό πατέρας των Φώλύνέρ καταφέρνει νά .ξεγλυστρήση σέ μιά στιγμή απαρατήρη τος καί τρέχει προς τ’ άλογό του. Τον αντιλαμβάνεται όμως ό Μπόμπυ καί βγάζοντας την πολεμική του ιαχή, ρίχνεται πά νω του. Τον πιάνει, τον γυρίζει καί αρχίζει νά τον σφυροκοπάη με τις γροθιές του. Βλέπουν καί παθαίνουν οί άλ λοι γιά νά ξεκολλήσουν ,τόν α ναίσθητο Φώλκνερ από τά χέρια του. Καί μετά, έχουν άλλο πρό βλημα. Πώς νά συγκρατήσουν τον αγριεμένο Μπόμπυ. — Φέρτε μου καί τούς άλ λους!, μουγγρίζει ό τελευταίος. Φέρτε τους νά τούς φάω ζωντα νούς ! Οί απλοϊκοί άνθρωποι τρομά ζουν καί δέν ξέρουν τί νά κά νουν. Σκασμένος στά γέλια, ό Τζώννυ Ντέλμοντ, τούς λέει νά τον δέσουν. Οί άλλοι παραξε νεύονται, άλλά τελικά δένουν τον Μπόμπυ καί τον πάνε σηκω τό στην πόλι. μαζί με τούς κα κοποιούς. Στον δρόμο κάνουν σχέδια γιά τή μεγάλη γιορτή πού θά διοργανώσουν έκεΐνο τό βράδυ στο Σίλβερ Ρόκ. Πρέπει νά γιορτάσουν τον λυτρωμό τής πόλης τους άπό τήν συμμορία του Φώλκνερ καί νά τιμήσουν
τον Κάου Μπόυ Φάντασμα καί τήν παρέα του. ★ ★ * 'Η γιορτή γίνεται, αλλά χω ρίς τον Τζώννυ Ντέλμοντ καί τούς φίλους του. Δικαιολογών τας άλλη μιά φορά τον τίτλο τού, ό Κάου Μπόϋ Φάντασμα γί νεται άφαντος, έκεΐ πού τον γυ ρεύουν όλοι. Νοιώθει τρομερή α μηχανία όταν τον παινεύουν ή τον ευχαριστούν καί κάνει πάν τα ό,τι μπορεί γιά ν’ άποφεύνη τέτοιες καταστάσεις. Τρεις μέρες αργότερα, βρί σκεται μέ τούς δύο αχώριστους συντρόφους τοιΐ μακρυά άπό τό Σίλβερ Ρόκ, σέ μιάν άγονη πε ριοχή, γεμάτη άμμο καί κά κτους. 'Ο Μπόμπυ αρχίζει τήν γκρίνια τού: —- Δεν μπορώ νά καταλάβω γιατί φύγαμε άπό τό Σίλβερ Ρόκ! λέει. Γιατί άφήσαμε το πανηγύρι καί ήρθαμε .σέ τούτη την ερημιά; · Έδώ δέν έρχεται νά γεννήση τά αυγά του ούτε... φίδι κολοβό! Εμείς τί ζητάμε; Μήπως συμβαίνει τουλάχιστον καί τίποτα... συνταρακτικό, έ τσι γιά νά σπάση τήν πλίίξι μας% Δέν έχει προλάβει νά τελείω ση τήν φράσι του, όταν ή ’Άννυ βγάζει μιά διαπεραστική κραυ γή καί δείχνει έξαλλη μέ τό χέ ρι. της. Τά δύο άγόρια κυττάζουν προς τά έκεΐ ξαφνιασμένα, ενώ ταυτόχρονα παράξενο βουη τό φτάνει στ’ αυτιά τους. Άντικρύζουν ένα θέαμα πού κάνει τό αίμα νά παγώση στις φλέβες τους. Σέ άπόστασι εκατόν πενήντα μέτρων περίπου, δεξιά τους, έ νας άνθρωπος είναι πεσμένος μπρούμυτα πάνω στήν άμμο καί πενήντα μέτρα πέρα άπ’ αυτόν, έρχεται ένα μεγάλο κοπάδι ά πό γελάδια. Τραβούν κατ’ εύ«
18
Ό Κάου — Μπόϋ
θεΐαν επάνω του καί δέν υπάρ χει αμφιβολία δτι σε λίγο θά τον ποδοπατήσουν καί θά τον κάνουν λυώμα. — Θε... Θεούλη μου! ψελλί ζει τρομοκρατημένος ό Μπόμπυ,
ξεχνώντας την ευχή του για «κά τι συνταρακτικό». Πάει θά τον κάνουν λυώμα τον φουκαρά! Τί θά γίνη τώρα; ΤΖΙΜΜΥ
ΚΟΡΙΝΗΣ
Τά τεύχη τού «Κάου - Μπόϋ Φάντασμα» κυκλοφορούν δύο φορές την εβδομάδα!
ΚΑΘΕ ΤΕΤΑΡΤΗ και
ΚΑΘΕ ΣΑΒΒΑΤΟ Σε 16 τεύχη δηλαδή σέ 2 μήνες, θά έχετε ένα ολό κληρο βιβλίο με 16 αυτοτελείς περιπέτειες, πού θά γίνη τό στολίδι τής βιβλιοθήκης σας. Τό ερχόμενο Σάββατο, κυκλοφορεί τό 2ο τεύχος:
Οί Αηότέζ τού Λάβα - ΧιΛ Μην τό χάσετε! £ΧΠ Ε£«1 ΪΒ28 323 ΚιΒ
0313 Ζ303 ΕΤ3 030Ι3Β9 Ε33 ΪΕ3 Ε=3 ΠΕΒ Ε3 I
«ΚΑΟΥ - ΜΠΟΎ* ΦΑΝΤΑΣΜΑ)) - Τεύχος 1 - Τιμή 1,50 δραχ. Γ§ν? Εκδοτικά! Επιχειρήσεις Ο.Ε. -Λέκκα 22 Άθήναι (125)
Για νά αγοράσουν δλοι τον
ΚΑΟΥ-ΜΠΟΥ
έφαρμόσαμε μια πρωτοτυπία: 1. Οι περιπέτειες θα τυπώνωνται σε φυλλάδια μέ λιγώτερες σελίδες, άλλα καί μέ μικρότερα γράμματα, έτσι ώστε Λ μία σελίδα να εχη τό ϊδιο σχεδόν περιεχόμενον σε ποσότητα με δυό κανονικές. 2. Τα φυλλάδια
θα έχουν χωριστό έξώφυλλο.
3. Θά κυκλοφορουν δύο φορές την έβδσμάδα, ένα την Τετάρτη κι5 ένα τό Σάββατο. "Ετσι, μειώνονται τά έξοδα έκδόσεως καί μπορούμε νά προσφέ ρουμε τά φυλλάδια τού «ΚΑΟΥ - ΜΠΟΎ· ΦΑΝΤΑΣΜΑ» στην άπίστευτη τιμή τής
ΓΕΝ I ΚΑΙ ΕΚ.ΔΟΤΙ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Ο.Ε. Λέκκα 22 — ΑΘΗΝΑΙ (125) — Τηλέψ 228.983 Χρωμολιδογράφησις —Έκτύπωσις ΛΙΘ. "Β. ΠΑΠΑΧΡΥΣΑΝΘΟΥ.,
ΚΑΟΥ-ΜΠΟΥ