Skip to main content

Ιπτάμενο Βέλος

Page 1

ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: ΤΙΝΑ ΧΕΛΙΩΤΗ © ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ Ε.Ε. ISBN: 978-618-206-086-5 ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2021 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ Ε.Ε.: ΑΛΤΑΝΗ 4, 153 51 ΠΑΛΛΗΝΗ ΤΗΛ.: 210-8983824 • E-mail: info@mikrosiros.gr • Site: www.mikrosiros.gr


Πρώτο ταξίδι μέ τό «Βέλος» ϋΕ I ΝΑ 1 ένα μελαχροινό κα'ι γεροδεμένο παιδί δεκαπέντε χμονών, μέ μάτια που λάμ­ πουν από εξυπνάδα και μέ χσιρακτηριστιικά οπού είναι άποτυπωμένη ή τόλμη και ή θέ ληισι. Είναι καθισμένος σέ μια παράξενη συσκευή πού μοιά­ ζει μέ αλλόκοτη «6έσπα» και μέ σταθερό χέρι ρυθμίζει με­ ρικούς διακόπτες πού είναι μπροστά του, πάνω σ’ ένα πλαίσιο τής συσκευής. — "Ολα είναι έτοιμα!, μουρμουρίζει. "Ετοιμα για τό πρώτο ταξίδι, στο π α ρ ε λ θό ν! Σέ λίγες στι­ γμές θά βεβαιωθώ άν ή μεγά­ λη έψεύρεσι τού πατέρα μου,

ΤΙΜΗ ΔΡΑΧ. 2


4

ΤΟ ΙΠΤΑΜΕΝΟ ΒρΛΟΣ

ή εκπληκτική αυτή συσκευή, ^λος να μέ γύρίση πίσω σέ στην οποία έδώίσε τό όνομα Η!§ πέντε λεπτά! Θά μείνω πέντε «Βέλος», μπορεί πραγματικά “ μόνο λεπτά στη. Ρώμη. τού νά ,μετίοόφερη! τόν άνθρωπο σ' άλλες εποχές καί σ’ άλλους θά μέ φερη αυτομάτως πίσω! τόπους! "Αν αυτό άποδειχθή Δέν ξέρω τί θά βρω φτάνον­ πραγματικό, τότε πρόκειται, τας στή Ρώμη καί π ο ιούς κιν­ για τή μεγαλύτερη έφεύρεσι δύνους θά δ ιατρέξω!... Έ μ­ που έχει γνωρίσει ό κόσμος! προς, λοιπόν! "Οπως δάμασε τον χώρο, τό Μέ μάτια πού λάμπουν, τό άγόρι γυρίζει ένα διακόπτη. Δ ά σ τ η μ α, ό άνθρωπος θά έχη. δαμάσει και τό χ ρ ο­ Ή καρδιά του χτυπάει τρελλά. ν ο και θά μπορή νά ταξιδεύη στο παρελθόν και νά ξαναζή δσα συνέβησαν πριν από αιώ­ Ι ό συναίσθημα πού νοώθει είναι τρομακτικό, ανεξήγητο, νες ή χιλιάδες χρόνια! άπερίιγραπτο. Σαν ένας ακα­ ■Καί καθώς τά δάχτυλά του άγΜίζουν τούς διακόπτες συνετανίκητος αέρας νά φυίσηιξε ά­ ξαφνα τόσο δυνατά, πού έγινε χίζει: , — Θά ρυθμίσω τό Βέλος κι5 αυτός άξαφνα ένα χνούδι νά μέ πάη στη Ρώμη, άς πού­ από τήιν παγωμένη, πνοή του: με, του 80 μετά Χριστόν! Θά "Ένα τίποτα! βρεθώ ολοζώντανος ανάμεσα 5Αναλα(μπές υπέροχες, πρά­ σέ ανθρώπους πού έζησαν ε­ σινες, κίτρινες κόκκινες σάν δώ και δυο χιλιάδες χρόνια! ένα Ουράνιο Τόξο, πού σκάει ίΠιάνει ένα διακόπτη;, ,μά δεν σιωπηλά στο "Απειρο. "Υστερα, τό σκοτάδι κι* τόν γυρίζει. Τό πρόσωπό του γίνεται πολύ: σο'βσίρό. ένας φοβερός θόρυβος, μιά "Αν ή συσκευή 5έ λειτουρ6οή συγκλονιστική, πού λές γή)ση: καλά; Βέβαια έχει διορ­ καί θά τόν συνίθλίψη κάτω άπό θώσει τό λάθος εκείνο τού τό βάρος της. Βέλους πού είχε σκοτώσει τόιν Τό· αγόρι νοιώθει σάν νά πατέρα του... "Αν όμως τό κατραικυλάη στή γη καί τ' λ άίθο ς σ τού ς ύπ ολ ογ: σ μ ους αυτιά ταυ πάνε νά σπάσουν του δεν είναι ένα αλλά περισ­ από έναν τρομακτικό βρυχη­ σότερα καί τό «Βέλος» αντί θμό. Δέν βλέπει τίποτα. Ή νά τόν στείλη στο παρελθόν καρδιά του γεμίζει τρόμο. Ή γίνει ό τάφος του, όπως είχε τελευταΐίσ σκέψι πού φτεραυγίνει ό τάφος του πατέρα του; γίζει στο· παγωμένο μυαλό Ζαρώνει τά φρύδια του καί του είναι αυτή: προσθέτει: «Χάνομαι!... Μέ συνέΥριψαν — Θά κάνω μιά δοκιμή! οι Αιώνες πού προσπά­ Χωρίς τόλμη καί κίνδυνο, καμ θησα νά δ'.σπεράσω !» μιά πρόοδος δεν εΐνα-' δυνα­ Μέ τρόπο όμως παράδοξο, τή! Θά κανονίσω μόνο τό Βέκαταλαβαίνει τήν Ιδια στιγυη ΓΝ /-»

XX

>

X

Τ-^

X X


Ϊ6 ΙΠΤΑΜΕΝΟ ΒΕΑόί ίτώς δεν έχει συντριβή. Πώς άν άκούη κι* αισθάνεται, χω­ ρίς νά βλέπη, είναι γιατί κρα τάει σφαλισμένα τά μάτια ταυ... Τ' ανοίγει με λαχτάρα, άλλα τότε παγώνει περισσότε ΡΟ;

Απέναντι του μόλις ένα μέτρο μακρυά, βλέπει ένα άπαίίσιο κεφάλι. Δύο φοβερά μάτια, πού πετούν φωτιές ο­ λοκόκκινες. "Ενα πελώριο στό μα μέ σούβλερά δόντια. "Ενα πηγούνι μαλλιαρό, πού στά­ ζει φρέσκο αίμα! "Ενα κεφάλι λιονταριού! Τά σατανικά μάτια είναι καρφωμένα πάνω στά δικά του. Τό απαίσιο στόμα ανοί­ γει άκό|μα περισσότερο καί χύνεται προς τό μέρος του. Τό ένστικτο οδηγεί τό παι­ δί νά κατρακυλή,ση σαν βαρε­ λάκι στη γη καί έτσι τό λιον­ τάρι περνάει δίπλα του μ3 έ­ ναν καινούργιο, λυσσασμένο βρυχηθμό, χωρίς νά τό άγγίξη;· ίΠετ ιέται· όλό ρ θος γε μάτος φρίΐκη,. Μπροστά του κοίτεται τό καταΐξεσχισμένο κορμί ένός άνθιρώπου, πού ένα άλλο λιον ταίρι τον καταβροχθίζει Τά μάτια του αγοριού στρέ φουν ολόγυρα, ενώ ή τρέλλα τού αγγίζει τό μυαλό μέ τά παγωμένα της δάχτυλα. Βρίσκεται σ’ έναν τεράστιο κυκλικό χώρο γεμάτον ανθρώ­ πους πού τρέχουν πανικόβλη·τοι, ικυνηγημένοι άπό πελώρια λιοντάρια κι3 άλλους πού βρί­ σκονται σωριασμένοι στη γη, ακίνητοι, πλέοντας μέσα στό

αίμα τους, κοοταικομιματιασμένοι... Κι3 οί δύστυχοι αυτοί άν­ θρωποι. είναι παράξενοι. Φο­ ρούν κάτι μακρυές χλαμύδεςάνάρες καί γυναίκες- καί τίποτ3 άλλο. Τά μάγουλά τους είναι χλω μά καί βαθουλ ω μένα άπό τις στερήσεις καί τις κακουχίες, στά μάτια τους όμως υπάρ­ χει μια παράξενη — σάν θεϊ­ κή — λάμψι. Μερικοί τραγουδούν ύμνους καί δεν τρέχουν νά ξεφύγουν την ώρα πού τά θηρία ρίχνον­ ται καταπάνω τους, νά τούς ξεσχίσουν μέ τ3 ατσαλένια τους νύχια·. "Αλλοι κροατιώνται σφιχτά άπό τά χέρια, σάν νά παίρνουν θάρρος ό ένας άπό τον άλλον, για νά περά­ σουν τό σύνορο τής ζωής... Τό παιβί περνάει τό χέρι άπό τό μέτωπό του κι3 ανοι­ γοκλείνει τά μάτια. — "Ονειρεύομαι, μουρμουρί ζει^ , Τώρα βλέπει τούς όρθιους τοίχους πού υψώνονται ολό­ γυρα στην αρένα καί τά πλή­ θη πού ούρλιάζουν ξέφρενα στις κερκίδες κι3 είναι αυτά πού δημιουργούν τήν τρομα­ κτική βοή, πού τον έκανε στην αρχή νά πιιστέψη πώς εκμηδε­ νίστηκε. Ή έκπληξίς του είναι τόση πού άσφαλώς θά τού στοίχιζε τή ζωή, αλλά — σ’ αυτό τό σημείο τουλάχιστον στέκεται τυ'χερός — τό λιοντάρι, πού τού έπετέθη στην αρχή/ βρί­ σκει μπροστά του έναν άλλον

άπό τούς άνθ'ρώπους μέ τις


ΙΓίΤΑΜίΝθ Β£ΛΟΧ

χλαμύδες καί χύνεται- πάνω του. Τα νύχια του χώνονται στο στήθος του δυστυχισμέ­ νου, ττού σωριάζεται βαρεία... Τό παιδί άπαστρέφει τά μάτια ανατριχιάζοντας. «Βιρίισκομα στη, Ρώμη;» σκέπτεται και ή καρδιά του πάει νά σταιματτή/ση, χωρίς νά ξερή άν είναι από χαρά για τον θρίαμβο τής επιστήμης ή από οίκτο για τούς άμοιρους ανθρώπους που κείτονται γύ­ ρω του. «Βρίσκομαι στη Ρώ­ μη τό έτος 80 μετά την Γεννη|σι·. του Χριστού!... Τό «Βέ­ λος» — ή υπέροχη; συσκευή τού πατέρα δούλεψε μέ από­ λυτη ακρίβεια... Έγώ φταίω πού δεν ρύθμισα σέ ποιο ση-

ι

^•5

μεΤο τής Ρώμης επρείΐ! να βρεθώ καί τό άφησα στην τύ­ χη... Έτσι, βρέθηκα μέσα στο Κιολοσίσσΐο, την αρένα οπού οι Ρω<μα?οι φέρνουν τούς άμοι ρους Χριστιανούς, γιά νά τους φάνε τά λιοντάρια. 9Ω, τι φρίικη, θεέ μου! Κυτταξε πώς πανηιγύριζουν έξαλλοι, τον φο βερό θάνατο των συνανθρώ­ πων τους!...» Ή πικρή οσμή του αίματος γεμίζει τον αέρα καί τού φέρ­ νει κρύες ανατριχίλες. Τά λιοντάρ! α πήγα ινοέ,ρχοντα ι μα­ νιασμένα. Ψάχνουν γά τά τε­ λευταία τους θύματα... Οί πε­ ρισσότεροι μάρτυρες κείτωνται ττιά στην αρένα ,σάν ά­ μορφες μάζες...

Είναι 'μιά στιγμή ή χιλιάδες χρόνια;


Κυττάζει μέ γουρλωμένα μάτια τό σκισμένο παντελόνι τοϋ Πέτρον

«Ευτυχώς που πράβλεψα τουλάχιστον να μή μείνω στη Ρώμηι περισσότερο από πέν­ τε λεπτά!» συλλογίζεται μέ κάποια άνακουψισι. «Σέ λίγο τό «Βέλος» θά μέ ξαναγυρί­ ση κοντά του..,, 5Ελπίζω νά μπορέσω νά γλυτώσω τον θά­ νατο ατά ελάχιστα λεπτά που μου απομένουν...» Και μ* αυτές τις σκέψεις Φροντίζει νά βρίσκεται δσο τό δυνατόν μαχρύτερσ από τά άπαίσια θηρία που στριφογυρίζουν^ μανιασμένα. ^ Μαύροι σκλάβοι, πάνω άπό τά ψηλά τείχη, τά ερεθίζουν κεντώντας τα μέ κάτι μακριά κοντάρια που κρατούν, που

καταλήγουν σέ μετάλλινες αιχμές. ^-αφνικά τό άγόρι ξεχνά κάθε κίνδυνο. Λίγο πιο πέρα άπό τό ση­ μείο που βρίσκεται, ένα λιον­ τάρι ετοιμάζεται νά ριχτή πά­ νω σ3 ένα νεαρό κορίτσι, που, εντελώς σάστισμένο κι* όλόσσπρο άπό τον τρόμο, έχει σταθή^ ακίνητο σαν άγαλμα, περιμένοντας τον θάνατο μέ κλειστά τά μάτια. Ή ψυχή του παιδιού έπαναστατεΐ. Κάνει ένα πήδημα αίλου­ ρου προς τό^ τείχος τής αρέ­ νας ^κι* αρπάζει άπό έναν σκλάβο τό μακρύ κοντάρι τον,


Τά τραβά μ* δλη του τή δύνσΒέλος». Τό^ ότι καταλαβα ΐ* ,μ ι». νει· αυτά πού ξεφωνίζουν οι Σπαρακτική κραυγή άκουθΐεαται καί τό ότι κύ αυτός γιετται. μπορεί καί^μιλά στήν κοπέλ­ Ό μαύρος στήν προσιτάλα λατινικά, ,χιώρΐς δυσκολία, 'θεΐιά ^τόυ να μην άφήση το Θά τον παραξένευε άν δεν εί­ κοντάρι, χάνει την ισορροπία χε διαβάσει τήν έξήγηισι στά του και κατρακυλάει ουρλιά­ χειρόγραφα τού πατέρα του. ζοντας στην αρένα, για νά ζέρει^έτσι, πώς τά ηλεκτρονι­ ορεθή ατά νύχια τού λ ιόντα - κά κύτταρα πού βομβαρδί­ ριού που τό κεντούσε λίγο ζουν τόν^ εγκέφαλο τή σ τ ιπριν για νά το ερεθίση... γ μ ή τού ταξιδιού στον X ρ ό­ Το αγόρι ωστόσο χύνεται νο, πολλαπλασιάζουν ένα τρι καταπάνω στο άλλο λιοντάρι σεκατοιμμύριο φορές τήν τηλεπού ετοιμάζεται νά καταισπαπαθητιική ικανότητα τού μυα­ ράξη την κοπέλλα. Στο ανοι­ λού. Έτσ ι άπό τον τόνο καί χτό στόμα τού θηρίου, αντί μόνο τής κάθε φωνής, καταλα­ νά βρειθή τό κεφιάλι τού κορι­ βαίνει τό ακριβές νόημά της τσιού, καρφώθηκε βαθειά ή κα ί ταυτόχρονα μ εταφράζε ι σιδερένια αιχμή τού κονταριού τή σκέψ-ι του στους φθόγγους καί ένας τρομερός ράγχος τα­ έκείνους πού είναι απαραίτη­ ράζει τήν αρένα. τοι, γιά νά μιλήιση κι* αυτός ιΓΊάνω άπό τίς κερκίδες ά­ στην ίδια γλώσσα. κουγονται άγριες κραυγές εν­ "Αλλά τρία φοβερά λιοντά θουσιασμού: ρια προχωρούν τώρα εναντίον — Νά κι* ένας Χριστιανός τους καί τό άγόρι, προστα­ πού πολεμάει για τή ζωή τεύοντας τή δυστυχισμένη νέα του! ιμέ τό κορμί του, ολοένα υπο­ χωρεί. Τό απροσδόκητο... νούμε­ Τό πρώτο θηρίο επιτίθεται ρο κάθε άλλ,ο παρά έχει δοξαφνικά καί δέχεται κατάκαοσαρεστήσει τούς μισότρελλους θεατές. Οι σκλάβοι ωσ­ δα τήν σίχμη τού κονταριού. Καθώς όμως προσπαθεί νά τόσο κεντρίζουν τώρα τά υπό­ τιραβήξη πίσω τό κοντάρι του, λοιπα λιοντάρια νά ριχτούν πάνω στο αγόρι καί τήν κο­ επιτίθεται τό δεύτερο θηρίο. Ή κοπέλλα ξεφωνίζει ^τροπέλλα. μαγμένη καί τά νύχια τού τέ­ —- Κρύψου πίσω μου!, τή διατάζει αρπάζοντας την άπό ' ρατος περνούν ξυστά άπό τον μηρό του καί τού κατεβάζουν τό ,μπράτσο. ,μόνο μιά μεγάλη λουρίδα άπό Χαί δεν μπορεί παιρ5 δλ,ον τον τρομερό κίνδυνο που δια­ τό παντελόνι του, όπως τό α­ γόρι προλαβαίνει καί πηδάει τρέφει, νά μήν κάνη τή σκέψ η στο πλάϊ... πόσο υπέροχα λειτουργεί η Στήν κρίσιμη αυτή στιγμή κ αταπληικτ ιική μ ηχανή που ταξιδεύει στον Χρόνο —-τό τό παιδί έχει ξε;χάισει ποιος


ΤΟ ΙΠΤΑΜΕΝΟ ΒΕΛΟΣ

είινα:ι και πώς έχει βρεθή μέσα στήν αρένα τών βασανιστηρί­ ων τής αρχαίας Ρώμης. Τό αί­ μα ταυ βράζει άπό τον πυρε­ τό τής μάχης και από την άγανάκτησι έναντίόν τών βασα­ νιστών. Τραβά τό κοντάρι άπό τό νεικοό θηρίο καί τό καρ­ φώνει στη ραχοκακκάλιά του άλλου. Τό ουρλιαχτό τών ξέφρενων ανθρώπων γεμίζει τ5 αυτιά του καί δεν ακούει την και­ νούργια στριγγλιά τής κοπέλλας. Βλέπει μόνο την τελευ­ ταία στιγμή τό στόμα του λιονταριού όλάνοιχτο εμπρός του καί νοιώθε: την καυτή του ανάσα τόσο κοντά στον λαιιμό του, που κλείνει μέ φρίκη τά μάτια. Τ' άνοιγει δμως πάλι απότομα μ’ ένα παράξενο συ­ ναίσθημα καί βλέπει πώς βρί­ σκεται πάνω στο θαυμαστό πλοίο του Χρόνου —τό «ιΒέλος»!... Εφιάλτης ή αλήθεια; !Ρ Ο ΚΟΡΜΙ του τρέμει από τη συγκίινησι καί την αγωνία πού πέρασε. Ωστόσο, τά μά­ τια του λάμπουν θριαμβευτι­ κά: Αυτός, ό Πέτρος Μέξης, ένα Ελληνόπουλο πού ώς χτες δεν είχε κάνει τίποτα στη ζωή του, είναι ό πρώτος πού μπόΙρεσε νά ταξιδέψη στο π α ρ ε λ θ ό! ν —οέ μιά επο­ χή πού έχει χαθή στο βάθος τών χρόνων ! Έζησε πέντε λεπά τής ώ­ ρας, στην άρχαη'α Ρώμη, την

9

εποχή τών φρικιαστικών διω­ γμών τών Χριστιανών —είδε μέ τά μάτια του τον θάνατο, την άρένα, τό μαινάμενο πλή­ θος, ακούσε τις κραυγές τους —ακόμα αντηχούν στ5 αυτιά του... ·» 7\λλά... ταφνικ,ά ταράζεται καί ή λάμψι του θριάμβου χάνεται από τά μάτια του. Μια σκέψι πού περνάει φτε­ ρωτή από τό μυαλό του, τον αναστατώνει:

«Μήπως ονειρεύτηκα; Μή­ πως τίποτ5 απ’ δλ’ αυτά δέν συνέβη στήν π οσγι μ α!τ ικ ό τ η τα; Δέν άπακλείετα· άπό τή μεγάλη μου λαχτάοα νά πετύχω, νά δημιούργησα μόνος μου αυτόν τον εφιάλτη, μέ τή Φαντασ ί α μου...» Δ λ/ ποοΦτο'ίΚ/'Γ,- νά σκεφθή ■ηττοη-* άλλο ξω άπό το δωυτΤ’Λ πού βο^ανε^α1 όν­ τα· βήματα πού πλη-^'άζουν. Ππ^άει β'αστ·κά πάνω άπό τό «Βέ^ος» καί τοένε' στον τοΤυο. Τά δάντυλά του κατε­ βάζουν έναν δ'ακόπτη.

Είναι παοάξενο τό δωμάτιο οπού βρίσκεται τό νεαοο άνόρι. Μια μεγάλη β'βλ'οθήκη γεμάτη βιβλία πού καλύπτει τον πλαϊνό τοίχο, στρέφεται σιγά - σιγά πάνω στον άξονα της καί κρύβει τό θαυμαστό μηχάνημα. Είναι καιρός, για­ τί ένα χτύπημα άκούγεται στήν πόρτα τού δωματίου, πού τώρα έχει μικρύνει πολύ καί μοιάζει σάν ένα κοινό έογαστήιοιο μέ επιστημονική βι­ βλιοθήκη. Ανόρεχτα γιαπί τον ένα-


10

ΤΟ ΙΠΤΑΜΕΝΟ ΒρΛΟΣ

χλούν μια τέτοια στιγμή, το άγόιρι πηγίαίνει ν άνοιξη. Μό­ λις όμως βλέπει το συνομή­ λικό τοο παιδί πού μπαίνει μέ'σα, χαμογελάει χαρούμενα. — Έσύ ’σαι, Σάμ; λέει εγκάρδια. Πέρασε. Τά δυο παιδιά αποτελούν χτυττηιτή άντίθ'εσι όταν βρίσκωνται κοντά. Ό Σάμ είναι κατάξανθος και τά μαΐτάκια του· είναι τό­ σο στρογγυλά, μέσα σ’ ένα ο­ λοστρόγγυλο, σάν φεγγάρι πρόσωπο, πού καταντούν κω­ μικά. Ό Πέτρος είναι μελαχροινός, μέ σοβαρή έκψιρασι καί αρρενωπός. Ό Σάμ κρατάει μιά μπου-

κάλα γεμάτη γάλα καί έτοιμάζεται νά την φέρη στο στό­ μα του, ότοα/ ξαφνικά τά μά­ τια του γουρλώνουν τόσο, πού κοντεύουν νά του πεταχτούν καί νά τού... πέσουν μες στο μπουκάλι. — Έϊ!, ξεφωνίζει. Πού έσκισες έτσι τό παντελόνι σου, Πή;τ; Ό Πέτρος γίνεται μονομιάς ν εκ ρ ;ικ ά χλωιμ ό ς, βλ έποντα ς πώς τό παντελόνι του είναι σκισμένο από τον μηρό καί κάτω. — "Ωστε λοιπόν είναι αλή­ θεια! , ψελίζει. Δεν τό ονειρεύ­ τηκα τό λιοντάρι! — Λιοντάρι; Ποιό λιοντά­ ρι; κάνει ηλίθια ό Σά,μ, πού

Έ6ώ είναι το περίφημο Νησί τής Χελώνας!


ΤΟ ΙΠΤΑΜΕΝΟ ΒΕΛΟΣ

11

Βρίσκονται άξαφνα στη θάλασσα!

πάλι ετοιμαζόταν να φέρη τη μπουκάλα ,μέ το γάλα στο στόμα και πάλι αναγκάστηκε νά την άποτιραβήιξη. -έφυγε από τον ζωολογικό κήπο κα­ νένα λιοντάρι;

"Αθελα πάει ά νους του στο ξαφνικό ταξίδι του στην Α­ μερική εδώ καί λίγον καιρό. Πόσο απροσδόκητα ήρθαν ά­ λα Ό πατέρας του ήταν διά­ σημος επιστήμων, πού βοήθη­ "Ενα 1 Ελληνόπουλο σε όσα κανείς άλλος τούς άμερ ικανούς, στήν^ εκτόξευα ι στην Αμερική των πυραύλων τού Διαστήμα­ τος. Μια μέρα δ μ ως ό υπέρο­ χος. αυτός άνθρωπος εξηΐφανίΡΈΠΕΙ^ νά πιστέψω σθη, μυστηριωδώς. Μερικοί φί­ πώς είναι αλήθεια», συλλογί­ λοι.. του,, στούς όποιους είχε ζεται με δέος ό Πέτρος. κάνει λόγο για κάτι «ιδιαίτε­ Ή συγκίνηοίς του σ’ αυτή ρα» πειράματά του, δήλωσαν τή σκέψι είναι τόση, πού δεν μπορεί ν’ άπαντήση στον φυ χ πώς ό ΝΤικος Μέξης θά είχε λο του πού περιμένει μέ^ τα |8| πέσει ασφαλώς θύμα κατασκό πων, πού πιθανόν νά τον πή­ μάτια γουρλωμένο^ καί με τή ραν μαζί τους καί πιθανόν νά μπουκάλα του μετέωρη...

Χϊ


12

ΤΟ ΙΠΤΑΜΕΝΟ ΒΕΛΟΣ

τον σκότωσαν κιόλας, για νά κλέψουν τις σημειώσεις του. ■Πάντως οι Αμερικανοί, σάν φόρο τιμής για όσα τους εί­ χε προσφέρει, αποφάσισαν νά καλέσουν τον γυιό του, Πέ­ τρο Μέξη, από την 3Αθήνα, για νά τον σπουδάσουν με δικά τους έξοδα και νά τον κάνουν επιστήμονα αντάξιο τού πατέρα του. Κ ι5 όπως φάνηκε γρήγορα, αύτό δεν ή­ ταν καθόλου δύσκολο νά γίνη, γιατί ό Πέτρος, σε συνδυ­ ασμό βέβαια καί μέ τη νεαρή ηλικία του, έχει ένα μυαλό, πού φτάνει στά δρια τής μεγαλαφυ'ΐας. Τό αγόρι, ορφανό· άπό μη­ τέρα εδώ καί πολλά χρόνια, δεν άφησε κανόναν στενό συγ­ γενή πίσω του πού νά τού α­ ποσπά τό μυαλό άπό τίς με­ λέτες του καί άφωσιώθηικε όλότελα σ’ αυτές. Ταυτόχρονα όμως, προσπάθησε ν3 άνακαλυψη τί απογίνε ό αγαπημέ­ νος πατέρας του. Νά βρή τά ίχνη του. Καί σ’ αυτή τήν περίπτωσι, στάθηκε πάλι τυχε­ ρός. Δεν είχε παρά μόνο μερι­ κές μέρες πού ήρθε στον Νέο Κόσμο, όταν έλαβε ένα γράμ­ μα υπογεγραμμένο άπό κά­ ποιον κύριο Τζών Σάμσον, πού τού1 ώριζε ραντεβού, γιά νά τού πή «ώρισμένα ενδια­ φέροντα πράγματα γιά τον πατέρα του». Χωρίς νά σκεφθή τόν κίνδυ­ νο _πού πιθανόν νά διέτρεχε, 6 1 Ιέτρος έτρεφε γεμάτος λα­ χτάρα τήν ώρισμένη ώρα καί στο ώρισμένο μέρος. Έτσι

συναντήθηκε μέ τόν κύριο Σάμσον, έναν καλόκαρδο καί αγαθότατο άνθρωπο, που τού έδωσε έναν κλειστό· φάκελλο. Στο εξωτερικό του έγραφε τό όνομα τού Πέτρου καί το παι­ δί αναγνώρισε μέ συγκίνηρι τόν γραφικό χαρακτήρα τού πατέρα του. Αυτός ό τελευταίος—όπως τού εξήγηΙσε ό κ. Σάμσον— έ­ μενε επί έξη χρόνια στο· σπί­ τι του, στο Τρέντον, εκατό χι­ λιόμετρα νοτιώτερα τής Νέας Ύόρκης. ΈικεΤ μέσα έστησε τό κρυφό του εργαστήριο, πού τό κράτησε μυστικό άπ5 όλους, έκτος απ’ αυτόν καί τόν γυιό του Σάμ, πού τούς εΐχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Στον ίδιο είχε αφήσει εντολή, άν ποτέ τού συνέβαινε τίπο­ τα, νά μήν άναφέρη πουθενά γιά τό μυστικό εργαστήριό του, αλλά νά παρσβώση τό ,κλειδ'ί μόνο στον γυιό του τόν Πέτρο, όταν θά έφθανε στήν Αμερική. Γι3 αύτό τό λόγο μάλιστα καί παρά τίς^άντιρή­ σεις τού κ. Σάμσον, είχε προΓττληΙρώσει καί τά ενοίκια δέκα ετών. Ό Πέτρος λοιπόν, συνεχί­ ζοντας τίς σπουδές του, εγκα­ ταστάθηκε στο σπίτι τού Τρέντον, όπου έμενε καί ό πα­ τέρας του. Στά σαράντα πυκνογραμμένα χει ρόγραφα ^πού περιείχε ό φάκελλος εκείνος, βρήκε όλα τά μυστικά γύρω άπό. τήν θαυμαστή μηχανή που ταξιδεύει στον X ρό ν ο καν, φυσικά, πώς θά μετατό­ πιζε τή βιβλιοθήκη γιά νά τήν άνακαλύψη.


ΤΟ ΙΠΤΑΜΕΝΟ ΒΕΛΟΣ

13

άμερικάνικα— να τον κυττάζη ακίνητος και νά μή μιλάη, ξαναφέρνει τή μπουκάλα του μέ τό γάλα στο στόμα, άλλα πάλι δεν προφταίνει νά πιή, γιαίτι τό Έλληνόάουλο σέ μια ξαφνική έκρηξ,ι ενθουσιασμού, τον αρπάζει από τά μπρά­ τσα καί ξεφωνίζει: — Μά... Μά άν δεν ήταν όνειρο... τότε... Τότε θά πή πώς τό «Βέλος» είναι τέλειο! — Τό... τό γάλα!, ,μουγγΐρίΐζει λαχταρισμένος 6 ^Σάμ καθώς παρά τρίιχα νά του φυ­ γή ή άσπρη μπουκάλα από τά χέρια ^μέ την ξαφνική... ε­ πί θεσι του Πήιτ. Φυσικά ό Πέτρος δέν τον α­ κούει, μ’ όλο πού ξέρει πώς ό Σάμ, πού είναι ό μοναδικός του φίλος στην Αμερική, έ­ χει μια παθολογική αδυναμία γιά τό «λευκό υγρό τής ζωής» όπως λέει τό γάλα. — Τότε θά πή..., συνεχί­ ζει μέ βραχνή φωνή, πώς έζησα πραγματικά πέντε λε­ πτά στην άσχαία Ρώμη! — Στη Ρώμη!, στριγγλί­ ζει ό Σάμ καί χλωαάιζει. Μόλις εΐχε συγκροτήσει γε ιρά τό μπουκάλι του, άλλα τώρα ή εκπληξίς του είναι τό­ σο μεγάλη πού του ξαναξεφεύγει καί αναγκάζεται νά κάνη κανονικό πλονζόν σάν τερματοφύλακας για νά τό γλυτώση, την ώρα πού έφτανε Ό Σάμ Σάμσον στο πάτωμα. ΛοΥ^^'τσυ^'^ '^~ττό τ-Υ> 0 ΣΑΜ ΣΑΜΣΟΝ 6λέτγοό^-γτ·1 ο νσί "λ'» ποντας τον Πέτο ο —τον Πήτ, άγκαλιάζει καλά τό μπουκά­ οατως τον φωνάζει αυτός πιο λι ταυ για νά τό σιγουρέψη

Τά διάβασε καί τά ξανα­ διάβασε χίίλες φορές καί1, πι­ στεύοντας ακράδαντα πώς ό πατέρας του κάτι θά είχε πάθει προσπαθώντας να κάνη τό πρώτο ταξίδι στο Παρελθόν μέ τό «Βέλος» —όπως ονό­ μαζε τη μη/χιανή ταυ-— έπεσε μέ τά ρουιτρα στη δουλειά. Έκανε έλεγχο σέ δλα τά σχέ­ δια κατασκευής του «Βέλους» ένα προς ένα καί στο τέλος ανακάλυψε ένα πολύ μικρό λάθος, στη συσκευή εκείνη, πού κανόνιζε τή σύμπτωσι του Τόπου καί του Χρόνου, όπου θά βρισκόταν ό άνθρω­ πος πού θά ταξίδευε στο Πα­ ρελθόν. Ό Πέτρος λοιπόν βεβαιώ­ θηκε πώς ό πατέρας του· είχε διαλυθή στο κενό, προσπα­ θώντας νά δοκιιμάση την υπέ­ ροχη μηχανή του ! Γεμάτος θλίψι γι’ αυτή την εξακρίβωση αποφάσισε ώστό σο νά συνέχιση αυτός την προ απάθεια πού εκείνος άφησε στη μέση ,μέ τον θάνατό του. Μέ μεγάλη προσοχή και ύστε ρα από χιλιάδες ^ υπολογι­ σμούς, διώρθωσε τό σφάλμα καΐί', μέ αδάμαστο θάρρος και πεποίθησι για την επιτυχία, άνέβη,κε ό ίδιος στο «Βέλος», για νά βρεθή στη Ρώμη των Διωγμών — όπως ήδη γνωρί­ ζει ό αναγνώστης.


14

ΤΟ ΙΠΤΑΜΕΝΟ ΒΕΛΟΣ

καί υστέρα λέει >μέ παράπο­ νο: —ιΚαβάλλησες το «Βέλος» καί ταξίδεψες στο Παρελθόν ! Μόνος σου! Είχες ύπσσχεθή νά μέ πάρης κι3 έμενα! Ό Πέτρος χαμογελά. -— ’Όχι στο πρώτο ταξίδι! του λέει. Στο πρώτο ταξίδι δέ θά σ3 έπαιρνα: ποτέ, γιατί μπορεί νά μην ξαναγύριζε κα­ νείς μαρ.. Έπρεπε νά βεβαι­ ωθώ πρώτα πώς δλα πηγαί­ νουν καλά... Καί, τώρα πού βεβαιώθηκα, είμαστε έτοιμοι νά ταξιδέψαμε όπου θέλεις, αγαπητέ μου Σάμ! Ό κό σμος είναι όλόικληρος δικός μας! "Από την εποχή πού δημ ΐ'ουργήθηκε από νερό καί φλόγα —ώς σήμερα! Ό Σάμ ξύνει το κεφάλι του μέ άιμηχανία καί στο τέ­ λος τά στρογγυλά ματάκια του αστράφτουν. — Δεν θέλω νά πάμε στην εποχή πού δημ ιουργήθηίκε τό νερό, αλλά στήν εποχή πού δημ ιουργήθηκε τό γάλα!, λέει. Άμεσους όμως χάνεται ό ενθουσιασμός του καί όχι ε­ πειδή ό Πέτρος έχει βάλει τά γέλια, αλλά επειδή κάποια άλλη σκέψας τον απασχολεί — Δεν θ.ά μου άρεσε όμως κανένα ταξίδι μ3 αυτή τή μηχανή πού., σκίζει παντελόνια! μουρμουρίζει. Θά περιμένω νά τή διορθώίσης! Γατί εδώ πρέπει νά πούμε πώς μιά δεύτερη αδυναμία τού Σάμ Σάμσον είναι τό ντύσιμό του. Είναι Ικανός νά

ττν'ί&η μΙ τά ΙΡ&ια

τον τά χέρια

τον άνθρωπο πού θά του λερόση τό παντελόνι του ή θά του τσαλακώση τον γιακά του. Έτσι ό φίλος του για νά τον κάθησοχάση τού διηγείται μέ κάθε λεπτομέρεια τήν πεν τάλεπτη, φοβερή περιπέτειά του στήν αρχαία Ρώμη καί ό Σάμ βεβαιώνεται πώς τό «Βέ λος» δεν... καταστρέφει τά ρούχα καί από τή χαρά του., πίνει μονορούφι τή μπουκάλα τό γάλα καί πάει για νά φέρη άλλη. **★ Ό Πέτρος βγάζει μιά μι­ κρή φωνή εκπλήξεως. Αιτία είναι πώς πηγαίνοντας νά κυτ τάξη, τήν ώρα, ανακαλύπτει πώς τό ρολόϊ δέν υπάρχει στον καρπό τού αριστερού χε­ ριού του. ^Αμέσως σκέπτεται πώς θά τού έχη. πέσει στο κρυ φό τμήμα του έργαστηΐρίου, κοντά στο «Βέλος». Βρίσκει τον μυστικό διακό­ πτη καί μετατοπίζει τή βιβλίο θήκη. Πηγαίνει κοντά στό κα­ ταπληκτικό μηχάνημα. Δέν χρειάζεται νά ψάξη πολύ. Δέν έχει κάνει λάθος. Τό ρολόϊ ίου είναι πεσμένο δίπλα στο «Βέλος». 3Αλλά πώς έχει καταντήσει έτσ1; Τά μάτια τού άγοριού άνοίγουν διάπλατα από τήν έκ~ κπληξι καί σκύβει σαστισμέ­ νος, γιά νά άνασηκώση τά..^. υπολείμματα τού ρολογιού του, πού έχει άπομείνει ^χω­ ρίς τή τζελατίνα πού σκέπα­ ζε τήν πλάκα του καί χωρίς

τά λ^νράκι του*


ΤΟ ΙΠΤΑΜΕΝΟ ΒΕΛΟΣ

Επειδή δεν μπορεί να θυμηθή αν γαντζώθηκε πουθενά τό χέρι του και επειδή δεν μπσρεΐ να έξηγήση τι απογίνε τό λουράκι, σκύβει πάλι κι5 άρχιζε ι νιά ψάχνη για να τό βρή. Δεν υπάρχει όμως που^ θενά. — Μυστήριο!, μουρμουρί­ ζει ό Πέτρος, θυμάμαι πολύ καλά πώς βρισκόταν στο χέ­ ρι μου, την ώρα που καθόμουν στο «Βέλος». Τό κύτταξα τε­ λευταία φορά πριν γυρίσω τον διακόπτη που θά μ5 έφερνε στη Ρώ;μη... Μέ τη βεβαιότητα πώς κά­ που θά βρίσκεται τό λουρί καί ή τζελατίνα του ρολογιού του ψάχνει άλλη μ ιά φορά ολόγυ­ ρα, άλλα πάλι μάταια. Τήϊν ίδια στιγμή άκούγεται ένας κρότος από τήν εί­ σοδο καί ό Πέτρος ανατινά­ ζεται χλομιάζοντας, γιατί έ­ χει αφήσει τή βιβλιοθήκη ά'νοκτήι καί τό «Βέλος» σέ κοινή θέα για όπτοιονδήποτε μπή μέ σα. Ή πόρτα άνοιγε;. Ευτυχώς όμως αυτός πού μπαίνει είναι πάλι ό Σάμ Σάμσον. Στο ένα του χέρι κρατάει μιά γεμάτη μπουκά­ λα γάλα καιί στο άλλο μιά ε­ φημερίδα, πού τή δ'είΐχνει στον Πέτρο θριαμβευτικά. ^ — Νά, πού θά πάμε!, φω νάζει μ5 ενθουσιασμό. Διάβα­ σε έκεΐ πού λέει: «ΟΙ ΘΗ­ ΣΑΥΡΟ I ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΤΗ ΜΟΡΓΚ ΑΐΝ» ^ · Τό 'Ελληνόπουλο παίρνει καί διαβάζει μέ δυνατή φωνή; ^ «Ή αποστολή τού αρχαιο­ λόγου καθηίγητρύ κ, ΟύΤλ-

II

λιαμσον, άπέτυχε και πάλι νά άνακαλιύψη! τούς θησαυρούς πού ώς ισχυρίζεται ό διάσημος αρχαιολόγος — έχει κρύ­ ψει κάπιοιυ, εις τά παίράλια τής νήσου Χελώνας, ό διάση­ μος "Αγγλος πειρατής τού 1 7ου αίώνος, Χένρυ Μόργκαν. "Ως γνωστόν ό κ. Ουίλλιαμσον πιστεύει πώς ό Μόργκαν έκρυψε μέρος των άμύθητων θησαυρών, πού άπεκόμισε α­ πό τό μεγαλύτερο πειρατικό κατόρθωμα τής "ιστορίας, δη­ λαδή τήν άλωσι τού Παναμά πού κατείχαν σί "Ισπανοί. Ό κ. Ούΐλλιαμσον έδήλωσεν προς τούς δημασιογράφίους πώς δεν άπεγοητεύθη, άλλα θά επιχείρηση, έκ νέου νά άναικο:λύψη; τούς κρυμμέ­ νους θησαυρούς.» Ό Πέτρος σταματά τήν άνάγνωσι καί κυττάζει ανήσυ­ χα τον φίλο του. — Λοιπόν; ρωτάει. Καί πού θέλεις νά πάμε οί δυό μας; ■—- Στο Νησί τής Χελώ­ νας!, φωνάζει θριαμβευτικά ό Σόμ. Τήν εποχή πού ό Μόρ­ γκαν έπέστρεψε άπό τήν άλωσι τού Παναμά! Θά προσ­ παθήσουμε νά δούμε πού θά κρύψη τούς θησαυρούς του κ·' ύστερα θά ξαναγυρίσωμε τήν εποχή μας καί θά πάμε νά ψάξωμε νά τούς βρούμε μπροστήτερα από· τον κ. Ούΐλλιαμσον! Ό Πέτρος κυττάζει τον φί­ λο του παράξενα. Δεν βρίσκει τώρα καί τόσο ^άσχημη την ιδέα του, πού1 στο κάτω - κάτω, άν τήν ακολουθήσουν, μπρ


16

ΤΟ ΙΠΤΑΜΕΝΟ ΒΡΑΟΣ

ρεΐ νά τούς φανή καί πολύ πολύ χρήσιρη... Βουτιά στους αιώνες Τ ΙιΠΟΤΑ δεν

λείπει

άπδ

την υπέροχη βιβλιοθήκη του πατέρα Μέξη. Τά διυο παι­ διά δεν άργοΰν νά βρουν χρο­ νολογίες, χάρτες, βιογραφίες καί δ,τι άλλο χρειάζεται, ώστε ν)ά κάνουν τό ταξίδι τους πλήρως κατατοτ σμένοι. "Υστερ5 ανεβαίνουν —ιμπρος 6 Πέτρος καί πίσω ό Σάμ— στο «Βέλος». Τό 1 Ελληνόπ ούλο «σ κ οπεύει» τό Νησί τής Χελώνας πάνα> σέ μια υδρόγειο πού υ­ πάρχει στο καντράν· τής ,μηχανής καί ύστερα στά υπόλοι­ πα ρολόγια του1 ίδιου καντράν κανονίζει τή χρονολογία πού θά πρέπει νά βρεθούν καί τό χρονικό διάστημα πού θά μεί­ νουν. — "Ολα ετοι'μα, λέει μετά. Μήπως άλλαξες γνώμη; — Ποτέ! — Κανόνισα: τό πρώτο μας ταξίδι γιά πέντε λεπτά, ώστε νά προλάβωρε νά γυρίάωρε άν παρουσιαστή κανείς απρό­ βλεπτος κίνδυνος;, γιατί, δπως ξέρεις, δεν ρπορούίμε νά έπιστ ρέψω με μόνοι ;μας δποτε θέλομε,., ούτε καί νά ρείινωρε πιο· πολύ. Μόλις θά λήξη ή ώρα πού σημειώνεται στον ρε τρη|τή τού «Βέλους», έπιστρέφιορε αυτομάτως! — Πέντε λεπτούλια μονα­ χά, -μουρμουρίζει γκρινιάρικα

9 Σάμ. Νά ταξιδέψωρε τόσα

χρόνια... δρομο, γιά νά μείνω^;με μονάχα πέντε λεπτά; ^— "Οταν δούμε πώς δεν υ­ πάρχει κανείς κίνδυνος, τότε θά ξαναγυρίσωρε γιά περισ­ σότερη ώρα... Έτοιράσου... Καί πρόσείχε: Την ώρα πού θά διασχίζομε τούς αιώνες, δεν θά π,ρολάβης νά μέτρησης τό χρόνο... Κρατάει λιγώτερο από ένα δευτερόλεπτο. Αυτή τή στιγμή διμως δεν πρέπει νά μιλάς, γιατί μπορεί νά μείνης μουγγός! Εξηγηθήκαμε; Ό Σάμ κουνάει τό κεφάλι του καταφατικά καί σφίγγει τά χείλια γιά νά μ,ή μιλήση. Ό Πέτρος πιάνει τον δια­ κόπτη. Ό Σάμ τον σκουντάει στον ώμο, ενώ τά ματάκια του στρ ίιφΟγυρίζουν τρορ αγμένα. Τρέμει ολόκληρος πάνω στη θέσι του. Ό Πέτρος αφήνει τον δια­ κόπτη ανήσυχος καί γυρίζει προς τό μέρος του. — Τί τρέχει; ρωτάει. — Τό... τό γάλα!, ψελλί­ ζει ό Σάμ. — Έ! Τί' έγινε τό γάλα; — Την ώρα πού μου μιλού­ σες, άφη!ρη)μένος ήπια δλη τή μπουκάλα, ενώ ήθελα νά την πάρω ραζί' μου!... -έρω 5γώ άν θαιχη κατσίκες στο Νησί τής Χελώνας; Στάσου μιά στιγμή σέ παρακαλώ, νά πάω > . ? <7* να φέρω ενα καινούργιο μπουκάλ ι! — Μά τρελλάθηκες, Σάμ; φωνάζει ό Πέτρος άγανακτισμένος. Πέντε λεπτά τής ώ­ ρας θά μείνουμε ! Τό ξέχασες;

Την άλλη φορά πού θά πάμε


ΤΟ ΙΠΤΑΜΕΝΟ ΒΕΛΟΣ

για περισσότερο, παίρνεις μαζί σου ένα.. βουστάσιο! — Κι’ άν... Κι5 άν πάθη καιμμ,ιά βλάβη κα ι μείνω με παραπάνω; — ’Άν πάθωμε βλάβη, α­ ποκρίνεται νευριασμένος ό Πέ τρος, δεν θά σου χρειαστή πια τό γάλα, γιατί δεν θά έχης... στόμα νά τό πιης! — Καί τί θόήχω; μοορμουιρίζει παραξενεμένος ό Σάιμ αλλά ό Πάτρας δεν του απο­ κρίνεται πιά. ;— Εμπρός!, λέει. Ταξι­ δεύομε στον Χρόνο! Πάμε για τό Νησί τής Χελώνας! Τό ξακουστό λημέρι των πει­ ρατών τής Καραβαίκής! Μή •μιλάς τώρα! Κράτα καί την άναιπνίοή σου! Καί γυρίζει τον διακόπτη που βάζει σε λειτουργία την θαυμαστότερη μηχανή πού κατασκεύασε στους αιώνες τό ανθρώπινο ,μ ύαλο. Νοιώθει τά ίδια ακριβώς συναισθήματα πού ένοιωσε την πρώτη φοιρά καί ύστερα κατάλαβαίνε ι απροσδόκητα πώς... βρίσκεται μέσα στο νερό! ’ΑνοίΙγοντας τά μάτια, βλέπει τον Σάμ Σάμσον νά κολυμπάη κι3 αυτός πλάϊ του, μέ μάτια γορρλωμένα από την άπορίά... . 5Αλλά δεν προλαβαίνει ού­ τε αυτός νά 6γή άπ3 την α­ πορία του, ούτε ό Πέτρος νά σκεφθή τί λάθος είναι π'θανίον νά έχη γίνει. Τήν ίδια στιγμή άκθύονται λυσσασμένα ουρ­ λιαχτά, πού σκεπάζουν τον δυνατό παφλασμό των κυμά­ των.

17

(Γυρίζουν τά κεφάλια τους προς τό μέρος απ’ όπου προ­ έρχονται οι φωνές καί βλέπουν ένα παλιό πειρατικό καράβι πού πλέει καταπάνω τους μέ όλα τά πανιά απλωμένα. Με­ ρικοί κουρελιάρηδες πειρατές πού κρέμονται- από· την κου­ παστή τής πλώρης, τούς έ­ χουν δ'Ρικρίίνει καί γι' αυτό φω νάζουν έτσι. Κρεμάστε τους! !&ά 'Κ 01ΝIΑ

πέφτουν

στο

πλάϊ τους στο νερό. Ασυλλό­ γιστα τά αρπάζουν οί δυο φί­ λοι καί στη στιγμή οι πειρα­ τές τούς τραβούν επάνω. Δέ^ προφταίνουν ούτε μια κίνησι νά κάνουν. Χέρια άπλώνοντα ι απ’ όλες τις πλευρές καί σε δυο δεύτερόλειπτα, βρίσκον­ ται δεμένοι χειροπόδαρα, έτσι πού δέν μπορούν ούτε νά σα­ λέψουν. "Ενας φοβερός αγριάνθρω­ πος στέκει μπρος τους καί τούς κοπάζει εξεταστικά. — Σίγουρα είναι- Ισπα­ νοί κατάσκοποι!, μουγγρίζει αφρίζοντας. Να μή ^ μέ λένε καπετάν - ΓκρίΙπο, άν δέν εί­ ναι Ισπανοί κατάσκοποι! — Δέν βλέπεις, πού δέν μιλούν κιόλας; φωνάζει ένας δεύτερος, πού τό αριστερό του χέρι καταλήγει σ3 έναν γάντζο. Μού Φαίνεται πώς δέν καταλαβαίνουν καν τη γλώσ­ σα μας! — Κα... καταλαβαίνουμε!, φωνάζει ό Σόμ μέ φόβο. Δέν είμαστε Ισπανοί, παρά Ά-


μερυικανοι! Κ Γ ούτε είμαστε κατάσκοπο:!, Ό καπετάν - Πκρίπο άνσσηκώνει βαρυεστημένα τους ώμους του. —; Τί ττά νιά ττή «Αμερικα­ νοί;» (*) μαυίρμαυρίζει θυμω­ μένος. Δεν έχω ξανακούσει τέτοια φιυλή... Για καλό καί για κακό κρεμάστε τους! Δεν μπορώ νά χάνω άλλο τον και­ ρό μου ιμαζί τους! Ό Πέτρος προσπαθεί κι5 αυτός τώρα νά διαμαρτύρηση αλλά κι5 εκείνος 0έν προλα­ βαίνει·. Δεκάδες χέρια τους αρπά­ ζουν και τούς οδηγούν στο με σαΐο κατάστρωμα, κάτω από (τό ψηλό /κατάρτι. Δυιό σκοι­ νιά φτείρουγίζουν γρήγορα γρήγορα στά ξάρτια και οι άκρες τους δένονται θηλιές. Ό Σάμ ^μ5 όλο πού δεν ιμπορούμε νά πούμε πώς είναι φοβητσιάρης, έχει γίνει ά­ σπρος σάν χαρτί. "Ολα όσα ζή, μοιάζουν μ5 ένα κακό ό­ νειρο. Ό Πέτρος όμως, πού κι5 άλλη ιμά φορά βρέθηκε σέ παρόίμοια Θέσι, σκέπτεται πιο ψύχραιμα. Λογαριάζει τον χρόνο πού έχει περάσει από τη στιγμή πού κολυμπούσαν ώς τώρα καί καταλαβαίνει πώς όσο γρήγορα κι5 άν έγι­ ναν όλα, τά πέντε λεπτά θά τελειώσουν άπό στιγμή σέ στιγμή. Κάτι άλλο ό,μως εί­ ναι πού πάει νά τον τρελλάνη: Κυττάζει^ ολόγυρα καί •βλέπει παντού θάλασσα, έ­ κτος άπό ιμιά ,άρκετά μακρυνή (*) Την (έίττοχη 'έκ&ίνΐΊ ό (Νέος Κ,ότμος δεν είχε άκίόμη ονομαΐα^/} Άμειρική.

-’ί',νΛ

;·:»■

ψ 0 Πέτρος άρπαζει τδ κοντάρι καί επιτίθεται

άκτή^πρός τά δυτικά. Πώς όμως βρέθηκαν στη θάλασσα, τόσο μσκρυά άπό την ακτή, άκόιμα κι5 άν υποθέσωίμε πώς ή παραλία αυτή α­ νήκει· στο Νησί τής Χελώνας; θυμάται καλά πώς είχε ση­ μαδέψει τήν άκρη τής ξηράς στήν υδρόγειο του «Βέλους». 'Καί ξαφνικά μια καινούρ­ για σκέψις κάνει, τήν καρδιά του νά χτυπήση δυνατά, κα­ θώς βλέπει έναν απ’ αυτούς τούς φοβερούς ανθρώπους νάρ χεται καταπάνω του, για νά τού περάση τή θηλιά στον λαιμό: «Μήπως τό λάθος πού έχει γίνει στον Τ ό π ο, έχει γίνει καί στον Χρόνο, πού θά διαρκοΟσε τό ταξίδι τους; 5'Αν εΤν’ έτσι, άν περάσουν τά πέν­ τε λεπτά καί δεν επιστρέφουν στο «Βέλος», τότε είναι ιχαμένοι!...» Βλέπει άνατρι/χιάζοντας έ­ ναν άλλο πειρατή νά ττερνόη τή θηλιά στο λαιμό τού Σάμ ■Σάμσον τού άγαπηίμένοιυ του φίλου. Τήν ίδια στιγμή, μια όμορ­ φη κοπέλλα ξεπετάγεται ιμέσ’ άπό τό συγκεντρωίμένο ^ πλή­ θος των πειρατών καί χύνεται καταπάνω- σ5 εκείνον πού πάει νά κρεμάση τον Σάμ. Τού αποσπά τό σχοινί άπό τό χέρι καί σπρώχνει τον Σάμ πού κατρακυλάει στο- κατά­ στρωμα· φωνάζαντας: — Απρόσεκτη! Θά μου γε,μίσηΐς τά ρούχα μου λά­ σπες ! Ό άριχ πειρατής Γκιρίπο όιμως, βγάζει άφρούς λύσσας. Χύνεται πάνω της καί τήν τραβάει οπό τό χέίρι άγρια.


20

Τό ΙΠΤΑΜΕΝΟ ΒΕΛΟΣ

— Έισύ, βρω μ ο αρ ι στ ο.κ ρ ά­ πισα, -μουγγρίζει, θά πουληθής σκλάβα μέθαύριό και θά μάθ'ης νά ιμήν ανακατεύεσαι σέ ξένες υποθέσεις! Κλείστε την στ5 άμπάρ ι! Ή διαταγή του* έκτελεΤται στη στιγμή. "Ένας πειρατής αρπάζει τον Σάμ άττό τον γιακά και τον σηκώνει δρθτο. — Θά με. σκίσης, βλάκα!, ουρλιάζει τό παιδί κατακόκκινο από θυμό·. "Άσε τον για­ κά μου1! Οι άγρ άνθρωποι βάζουν τά γέλια. Περνούν πάλι τη θη­ λιά στον λαιμό του Σάμ κ«ι* ένας πειρατής τον ρωτάει σαρκαστικά: — Μήπως θέλεις καμ-μιά τελευταία χάρι; ^— Θάθελα λίγο γά... γά... γάλα!, μουρμουρίζει ό Σάμ καί τά λόγια αυτά γίνονται δεκτά μ5 ένα πανδαιμόνιο. Οί πειρατές ξεκαρδίζονται στά γέλια καί κύλιώνται στο κατάστιρω'μ^ ψωνάζοντσς: — Πάλα! Γάλα! Θέλει γά­ λα! ... Καί .μόνο 6 άρχιπειρατής Πκιρίητο θυμώνει. — Μπρος!, ουρλιάζει. Κρε μάστε τους! Ό δήμιος όςρπάζει αποφα­ σιστικά τό σχοινί καί τό τρα­ βάει· μέ δύναμι. Καί τά δυο παιδιά... βρί­ σκονται πάνω στο «Βέλος», την υπέροχη μηχανή του Χρό­ νου, που τούς έχει φέρει πί­ σω στην κρυσιιμάτ&ρη στιγμή.

3 Ιδιοτροπίες του «Βέλους» 0

ΣΑΜ φεύγει τρέχοντας.

Ανεβαίνει στο σπίτι του καί πηγαίνει ολοταχώς στην κου­ ζίνα. Ανοίγει τό ψυγείο. Παίρ νει· μια μπουκάλια παγωμένο γάλα καί την αδειάζει μονο­ ρούφι. "Υστερα παίρνει μ,ιά άλλη1 γεμάτη μαζί του καί ξαναγ υρ ίζει πάλ ι τρέχοντας κοντά στον Πέτρο, πού με τό μέτωπο ρυτιδωμένο απτό τίς σκέψεις, ελέγχει τά λεπτότα­ τα όργανα του «Βέλους» καί βρίσκει την αίτια που βρέθη­ καν στη θάλασσα, αντί νά βρε θούν στην παραλία του Νη­ σιού τής Χελώνας. Ή ^βελόνα πού δείχνει τον τόπο, έχει μετατοπτυσθή έλαφίρά καί θυμά­ ται οτι την τελευταία στιγίμή ό Σάμ εΐχε κάνει ,μιά άπρό.σεκ,τη κίνη|σι, πού σίγουρα εΐχε μετατοπίίσει τή βελόνα. Πρέ­ πει στο μέλλον νά πρσσέχη σέ τέτοιες στιγμές τίς κινή­ σεις του φίλου του. — Μπορείς νά μου πής κάτι; -μουγγρίζει ό Σάμ προσ­ παθώντας νά ξεβοοιλώση μέ τά δόντια τό μπουκάλι μέ τό γάλα. Μπορείς νά -μου πής τί έγινε τό ι μαχαίρι μου; — Τό μαχαίρι σου; Ποιο μαχαίρι; — "Ας τό είχα καί τά λέ­ γαμε άν θάφιηνα εκείνους τούς άγρανθρώπους νά μ’ άγγν ξουν! Τό είχα στερεώσει πο­ λύ καλά στη ζώνη μου, δταν όμως πήγα νά τδ ^τραβήξω για νά άμυνθώ, δεν ήταν πια


ΤΟ ΙΠΤΑΜΕΝΟ ΒΕΛΟΣ στη θέσι του! — Θές νά πής πώς είχες ■ πάρει μαζί σου μαχαίρι; — Και βέ6α·ια! Λέω: Σέ πειρατές πάμε, τρύπωσε το εκέΐ 6ά για καλό - κακό! Μπορεί να χρειαοτή! Κ αι πράγματι χρειάστηκε, αλλά εϊ|χε χαθή! ιΚαί μ5 αυτά τά λόγια φέρ­ νει τη μπουκάλα του ·—πού έχει καταφέρει έπϊ τέλους νά την ξε'βουλώση στο στόμα. Ό Πέτρος την ίδια στιγμή απλώνει το χέρι γουρλώνον­ τας τά μάτια. Φωνάζει: — ΈικεΤ! Ό Σάμ, για νά δη που τού δείχνει ό φίλος του κουνάει α­ πότομα τό κεφάλι. Τό στόμιο του -μπουκαλιού ξεφεύγει α­ πό τά χείλ ια του καί τό γάλα χύνεται επάνω του. Στριγγλί ζει σαν νά τον σφάζουνε. Ή συμφορά είναι διπλή, γιαιτι δεν φτάνει που χύθηκε γάλα αλλά χύθηκε κι* επάνω στά ρούχα του. 5Αλλά ό φίλος του έχει όρμήΐσει στο «Βέλος» καί σηκώ­ νει οστό κάτω κάτι πού του τό δείχνει: — Αυτό εΤναι; Ό Σάμ γουρλώνει τά μά­ τια. — Μοιάζει σάν νάνοι αυ­ τό!, ψελλίζει. 5Αλλά που εΐνει τό κοκκάλινο χέρι του. Εί­ χε μιά ωραία, κοικικάλινη λα­ βή! — Βρίσκεται στην Κσρσϊβιική. θάλασσα από τό χίλια εξακόσια έβόοίμήνα!, αποκρί­ νεται ό Πέτρος σοβαρά καί ό Σάμ τον κνττάζει ρπως κντ-

1\

τάζουν έναν τρελλό. — Τό... τό μανίκι τού μα­ χαιριού -μου; ψελλίζει. — Μάλιστα! Καί τό λαυ­ ράκι καί ή τζελατίνα του ρο­ λογιού μου, βρίσκονται στο Κσλοσσαΐο τής Ρώμης από τό ογδόντα -μετά Χριστόν! — Πή-τ! ?Ω, Πή;τ!, μουρ­ μουρίζει ό Σάμ απαρηγόρη­ τος. Μήπως ή -μηχανή σου κά­ νη ζημιά στο μυαλό; — 3Όχι, Σάμ! Μη ^φοβά­ σαι!, αποκρίνεται τό Ελλη­ νόπουλο χαμογελώντας. Μό'νο πού μεταφέρει τά πάντα μέσα στον Χρόνο, έκτος από τά μέ­ ταλλα. Γ ι3 αυτό έμεινε έδώ τό ραλόί μου χωρίς λουρί καί τζε λαττίνα καί γι’ αυτό έμεινε ε­ δώ καί τό .μαχαίρι σου, χωρίς την κοκκάλινη λαβή του!... Γ ι3 αυτό επίσης ξέφυγε καί ή αγκράφα· του παντελονιού μου —κι3 εγώ νόμισα πώς θάφιυγε πάνω στην πάλη μου μέ τό λιοντάρι! Ό Σάμ γουρλώνει τις ματούκλες τοιυ, καθώς ανακαλύ­ πτει πώς δεν υπάρχει ούτε τής δικής του ζώνης ή αγκρά­ φα. — Π ροβόσ ία!, ούρλ ιάζει. Ευτυχώς πού είχα. πιή πολύ γάλα καί είχε φουσκώσει ή κοιλιά μ-ου, διαφορετικά θά μού έπεφτε τό* βρακί καί κα­ ταλαβαίνεις τί’ ρεζιλίκι πού θά πσθ'αίναμε μέ τούς πειρα­ τές —ήταν κι* εκείνο τό κο­ ρίτσι μπροστά! Ό Πέηρος διμως δεν τον α­ κούει παρά τρέχει κοντά στο «Βέλος» καί ψάχνει. Δεν άργέί νά ά^κρλύψη τις δνό άΥ’


22

ΤΟ ΙΠΤΑΜΕΝΟ ΒΡΛΟΣ

ικράφες πού έχουν κυλήσει κά­ τω οπτό τους πάγκους του ερ­ γαστηρίου που είναι δίπλα. Την ίδια στιγμή ακούει μια σπαρακτική κραυγή. Πετιέται όρθιος. — Τίί επαθες, Σάμ; ρω­ τάει ανήσυχος και τρέίχει κον­ τά σττόν φίλο του. Τί σου συμβαίνει; Τό ξανθό αγόρι είναι απα­ ρηγόρητο και τό χρώμα του κέρινο. Κουνάει τό κεφάλι του μ5 απελπισία. — Τό δόντι ιμαυ!, μουγγρί ζει. Τόι ωραίο «μου χ|ρυσό δον­ τάκι ! Καλά έβαζα έγώ τη γλώσσα μου εδώ ,5ά κι* έλεγα πώς κάτι λείπει! Ή μηχανή σου μου τό ξερίζωσε, πανάθε,μά τη! Νά το! Έδω νέρα είχε πέσει! Καί κρατάει ανάμεσα στα διυό δάχτυλά του ένα χρυσό δόντι... Ό Πέτρος συγκροτώντας, ,μέ κόπο τά γέλια, τον αγκα­ λιάζει :μέ συμπόνια^ του άναση|κώνιει τό χέρι που κρατάει τη μπουκάλα και την φέρνει ατά χείλια του. ιΠρσγμστικά^ό Σάμ την α­ δειάζει ιμονορούφι και παρηγοριέτα: κάπως. — Αυτό όμως μέ τά μέ­ ταλλα εΐναι πολύ άσχημο!, μουρμουρίζει μετά. Είμαστε ύποχ'ρεωμένοα νά γυρίσω'με ά­ οπλοι κοντά στους πειρατές... Κ(ύ ήθελα νά,παιρνα ένα πο­ λυβόλο !... — Δεν μάς υποχρεώνει κα­ νείς νά ξαναγυρίσωμε κοντά τους!, λέει ό Πέτρος άνήισυγα,

'

— Κι’ ό θησαυρός; φωνά­ ζει ό Σάμ ζωηρά. Κι* εκείνος που... μου τσαλάκωσε τον γιακά; _ »Κιι’ εκείνο τό όμορφο κο­ ρίτσι που βρίσκεται στά χέ­ ρια τού φοβερού Γκρίπο; συλ­ λογίζεται τό ^Ελληνόπουλο. Κι5 έτσι, χωρίς νά τό πή κανείς τους, έχουν πάρει την άπόφασι νά ξαναγ ορίσουν στο Νησί τής Χελώνας, <μέ την καταπληκτική συσκευή πού ταξιδεύει στον Χρόνο... Στο νησί τής χελώνας 0! ΟΤΕ δεν είχε ξαναβρεθή τόσος κόσμος ραζεμένος πά­ νω1 στο Νησί τής Χελώνας. "Ενας ολόκληρος στρατός απτό παλιανθρώπους —ό ίδιος στρατός πού κατέλαβε καί λε­ ηλάτησε τόν Παναμά, κάνον­ τας στάχτη τη μεγαλύτερη πολιτεία τού Νέου Κόσμου— βρίσκεται τώρα εδώ καί ετοι­ μάζει ένα μεγάλο γλέντι, γιά νά γιορτάση τή νίκη του... Νά γιορτάση γιά τό κα­ ράβι τού κανετάν - Μόργκαν, που είναι τόσο γεμάτο χρυ­ σάφι καί πολύτιιμες πέτρες — όλους τούς θησαυρούς τού Πα ναμά έχει στην ξύλινη κοιλιά του— ώστε ιμόλις μπορεί καί στέκει πάνω στά νερά! Οι άμύθήτοι αυτοί θησαυ­ ροί θά μοιραστούν αύριο·, ύ­ στερα άπτό1^ τό γλέντι, σε ό­ λους καί είναι τόσοι, ώστε φτάνουν νά γίνουν όλοι πλούσι οι !·


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Ιπτάμενο Βέλος by ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ / MIKROS IROS PUBLICATIONS - Issuu