ΜΕΓΑΛΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΔΡΑΧ
β
ISBN: 978-618-5531-83-6
ΧΑΡΡΙΕΤ ΜΠΗΤΣΕΡ ΣΤΟΟΥ
Η ΚΑΛΥΒΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ-ΘΩΜΑ Ά π ό 5 ο σ ι ς
ΓΙΩΡΓΟΥ ΦΩΚΑ
ΦΘΗΝΑ ΒΙΒΛΙΑ ΜΕΓΑΛΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΑΘΗΝΑ!
Τελειώσαμε, λοι-τ*όνν εΐττε ό έμπορος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ ι. ΣΥΖΗΤΉΣΙ αυτή γινόταν στο σαλόνι ενός πλούσιου σπιτιού, κόπτοιας πόλεως τού Κεντάκυ, ανάμεσα σέ δυο κυρίους η καλύτερα, ανάμεσα σ’ εν αν κύριο και σ’ Εναν κοντό και χοντρούτσικο άν θρωπο μέ άποκραυστικά χαρακτηριστικά, σπουδαίο ύψος καί φανταχτερό, πολύχρωμο ντύσιμο. Ή ομιλία του ήταν τό Τδιο άποκρουστική >με τό παρουσιαστικό του, άν δχι καί περισσότερο καί φαινόταν πώς δεν έδινε καί ,μεγάλη σημασία στη γραμματική καί τό συντακτικό, ιέινώ μεταχειριζόσαν :μέ πολλή ευκολία καί εξαιρετικά σωστά, τις πιο χυδαίες εκφράσεις τής αγοράς,^ πολλές απ’ τις όποιες δεν είναι δυνατόν νά γραφτούν σ’ ένα βιβλίο. Ό άλλος -— ό κύριος Σέλμπυ — ήταν ένας πρα γματικός τζέντλεμαν καί τό σπίτι που κουβέντιαζαν ήταν τό δικό του. Τά έπιπλα καί ή ατμόσφαιρα μαρτυρούσαν πλούτο καί αρχοντιά.
3
Ό κύριοξ Ιίλμττυ έλεγε έκέίνή τήν ά,ρΰέΐ
7
— Μ’ αυτόν τον τρόπ-ο ίσως θά μπορούσε νά τά~ κτοποιηθή ή ύπόθεσι. — Δεν μέ συμφέρει — όχι, μά την πίστι ,μου, δεν μέ συμφέρει καθόλου μιά τέτοια συμφωνία!, έκανε ό άλλος ξερά και σήκωσε ψηλά τό ποτήρι του, θαυμά ζοντας στο φώς τό χρώμα_του κρασιού του. _— Και γιατί, Χαλεϋ; -έρεις πώς ό θωμάς είναι εξαιρετικός σκλάβος. Θά μπορούσα νά ζητήσω άπ3 όποισνδήποτε αυτό τό ποσόν, άν ήθελα νά τον που λήσω άλλου. Ό Χαλεϋ ξερόβηξε. — Μάλιστα, συνέχισε ό κύριος Σέλμττυ. Τό ξέρεις πώς είναι εργατικός, άξιος, σοβαρός και τίμιος. Τον έχω επιστάτη στο κτήμα μου και όλα πηγαίνουν θαυ μάσια. — Τίμιος ένας νέγρος; έκανε ό άλλος ειρωνικά. Μωρέ μπράβο! Πρώτη μου φορά ακούω τέτοιο πρά μα! Καί γέμισε ξανά τό ποτήρι του. — Κι3 όμως είναι, είπε ψυχρά ό κύριος Σέλμπυ. Καί τίμιος καί σοβαρός καί θεοφοβούμενος. "Έχει γί νει χριστιανός έδώ καί τέσσερα χρόνια, από κάποιο κήρυγμα που ακούσε καί πιστεύω πώς είναι αλη θινός χριστιανός. Τού εμπιστεύομαι πάντα ό,τιδήποτε έχω, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό: Χρήμα τα, ζώα, σπίτι. Τον στέλνω όπου νάναι μονάχο του καί μέ πολλά λεφτά στην τσέπη καί ποτέ δεν σκάφθη κε νά μην ξαναγυρίση — ενώ θά μπορούσε νά τό εί χε κάνει. — Ό πιο πολύς κόσμος, Σέλ,μπυ, είπε ό Χαλεϋ, λέει πώς δεν υπάρχουν πουθενά θεοφοβούμενοι νέγροι. Έγώ όμως τό πιστεύω — αλήθεια! Στο τελευταίο φορτίο μέ μαύρους που κουβάλησα στη Νέα Όρλεάνη, είχα κι’ έναν, ίδιο σκαρί θά μ* άφησε καί έξακόσια δολλάρια καθαρό κέρδος, χωρίς υπερβολή! Τον αγόρασα βλέπεις, ευκαιρία, κάπό κάποιον φαληρημένο. Λοιπόν, στ3 άλήθεια, είναι χρήσιμη ή θρησκεία γιά τούς νέγρους^ ειδικά — ανεβάζει την τιμή τους\, Φτά νε: νά πιστεύουν πραγματικά δηλαδή, νά έξηγούμεθα. — ^Πάντως ό Θωμάς είναι πραγματικός Χριστια νός, είπε κουρασμένα ό κύριος Σέλμπυ. Τελευταία τον έστειλα στο Σινσινάτι νά μ-ου φέρη πεντακόσια δολλάρια κι’ έμαθα πώς βρέθηκαν πολλοί έκεί πέρα,
ττόυ τέν μβόύλευσάν να πάρη τα λεφτά καί νά τό σκάση. "Αιν πήγαινε στον Καναδά, λόγου χάρη δέν θά μπορούσε πιά κανείς νά τον πιάση, ούτε κάν τά χρήματα πίσω νά ζητήση. Κι5 εκείνος ξέρεις τί απάν τησε; «Έμενα μ3 εμπιστεύτηκε τ’ αφεντικό μου», τους λέει «και δεν θά τον γελάσω ποτέ!». ’Άν θές νά ξερής μου ραγίζεται ή καρδιά στη σκέψι πώς πρέπει νά^τόν πουλήσω. Τι νά χάνω όμως; Ή ανάγκη κί3 αυτό είναι τό μόνο πού δεν αλλάζει ^μέ τίποτα. Τό σωστό είναι νά κλείσουμε μέ τον Θωμά, Χάλεϋ, άν βάλης τό χέρι στην καρδιά. Μα τό βάζω, Σέλμπυ\ Και βέβαια τό βάζω! Έγώ όλες μου τις δουλειές έτσ^ι τις κάνω. Και θέλω νά σ’ ευχαριστήσω δπως μπορώ — πάντα θέλω νά υποχρεώνω τούς φίλους.^ Σέ βεβαιώ ωστόσο, πώς ό έφετεινός χ,ρόνος παρά είναι δύσκολος! Άνάσανε βαθειά κι3 έβαλε κι’ άλλο κσνιάκ στο πο τήρι. — 3Ειν τάξει, Χάλεϋ. Τί θές ακόμα λοιπόν, γιά νά ξωφλήσω; — Δέ βαρυέσαι·... Τίποτα σπουδαία πράγματα, Σέλμπυ... Νά, άν έχης κανένα μικρό αραπάκι ή καμμιά νεγρούλα περιπλέον από τον Θωμά, κλείνουμε τό ποσάν. — "Αλήθεια δεν έχω κανένα. 'Όσους έχω τούς χρει άζομαι. Κι3 αυτόν πού τον δίνω, δεν θά τό έκανα πο τέ σ’ άλλη περίπτωση απάντησε 6 κύριος Σέλμπυ. Τότε άνοιξε ξαφνικά ή πόρτα του σαλονιού και μπήκε ένα μικρό νεγράκη τεσσάρων ή πέντε χρόνων. 9Ηταν εκπληκτικά όμορφο τό προσωπάκι του καί τά ολόμαυρα σγουρά μαλλιά του ήταν σάν τό μετά ξι. Πανέξυπνα καί γεμάτα καλωσύνη τά ματάκια του πλαισιωμένα από μακρυές βλεφαρίδες, παρατηρού σαν ολόγυρα τό δωμάτιο μέ περιέργεια. — Χάρυ! φώναξε ό κύριος Σέλμπυ πού χαμογέλα σε μόλις τ’ άντίκίρυσε. Καί μ’ ένα σφύριγμα του πέταξε ένα τσαμπί στα φύλια, πού ό μικρός πήδηιξε καί τ3 άρπαξε στον α έρα. — ’Έλα δώ, Χάρυ Κράου. Τό παιδί ^πλησίασε χωρίς κανένα φόβο κι3 ό κύ ριός του του χάϊδεψε τά σγουρά μαλλάκια του καί τό μάγουλο. ’Εκεΐινο άρχισε τότε ένα μακρόσυρτο νέγρικο τρα-
γόύδι καί ή φωνή του ήταν _ λεπτή καί διάφανή κρυστάλλινη ,κλωστή. Τά λόγια του τραγουδιού τά συνώδευε μέ κωμικές, χαριτωμένες χειρονομίες, πού ταίριαζαν όμως θαυμάσια μέ τον ρυθμό. — Μπράβο!, φώναξε ό Χάλεϋ ένθουσιασμένος και τού πέταξε ένα πορτοκάλι, πού ό μικρός τδπιασε κι5 αυτό στον αέρα. — Περπάτησε σαν τον ,μπάρμπα Τζόε Κούντ, όταν τον πιάνουν ο! ρευματισμοί του, Χάρυ, εΐπε ό κύριος Σέλμπυ γελώντας. Αμέσως τά όλόϊσια ποδαράκια τού μικρού παρα μορφώθηκα. ν "Εγειρε την πλάτη του από τη μιά με ριά, πήρε τό μπαστούνι τού κυρίου του κι* άρχισε νά περπατάη κουτσαίνοντας μές τό δωμάτιο. "Εφτυνε δεξιά κι5 αριστερά μέ αστείες γκρι,μάτσες, πού έκαναν τούς δυο άντρες ινά ξεκαρδιστούν στά γέ λια. —- ^ ώρα, δείξε μας πώς διαβάζει τούς ψαλμούς του ό "Ελντερ Ρόμπενς, είπε ό κύριος Σέλμπυ. Τό αραπάκι φούσκωσε στη στιγμή τά μαγουλάκια του κΤ άρχισε νά ψέλνη μέ τη μύτη καί μία σοβαρό τητα αφάνταστη. —- Μπράβο! Μπράβο, παιδί μου!, φώναξε ό Χά λεϋ ενθουσιασμένος. Νά, μιά ευκαιρία, Σέλμπυ! Πές μου πώς θά μού στείλης αυτόν τον μικρό -μαζί μέ τον Θωμά και δέν μού χρωστάς πιά τίποτα! Πριν εκείνος προφτάση ν' άπαντήση, άνοιξε πάλι ή πόρτα καί μπήκε στο δωμάτιο μ·ιά μελαψή γυναίκα, όχι παραπάνω από είκοσι πέντε χρόνων. Δέν θά χρεια ζόταν δεύτερη ματιά γιά νά καταλάβης πώς ήταν ή μητέρα τού παιδιού. ■Κοκκίνησε μόλις είδε τό αναιδέστατο θαυμαστικό βλέμμα, μέ τό οποίο τη κυττούσε ό Χάλεϋ, Απολαμ βάνοντας την ασυνήθιστη ομορφιά της. — Τί τρέχει, Έλίζ; ρώτησε μέ καλωσύνη ό κύριος Σέλμπυ. — Συγγνώμην, κυριε,^ ζητούσα τον Χάρυ. Ιό μικρό έτρεξε κοντά της χοροπηδώντας καί δεί χνοντας τά σταφύλια καί τό πορτοκάλι. — Μπορείς νά τό πάρης, είπε ό κύριος Σέλμπυ Εκείνη άρπαξε τό .μικρό απ’ τό χέρι κι5 έφυγε α μέσως. — Μωρέ τί μού λες!, σφύριξε μέ ανυπόκριτο θαυ μασμό ό Χάλεϋ. Τό λοιπόν, φίλε μου, θά μπορούσες $ .Λ.
· " V- ·φ*ζΛ"·ρ$.
νά κάνης την τύχη σου υέ δαύτη, χωρίς υπερβολή! "Εχω 6η να σκάνε χίλια δαλλάρια στή Νέα Όρλεάνη, για κάτ^νέγρες πού κάθε άλλο παρά ωραιότερες ήταν απ’ αυτήν. ^ — Δεν έχω διάθεσι νά κάνω μ’ αυτόν τον τρόπο την τύχη μου, είπε ό κύριος Σέλμπυ ξερά. Ό εμποοος όμως τον χτύπησε φιλικά οπήν πλάτη και χαμογέλασε. — Έλα!, είπε. Πόσα θέλεις γιά τό κορίτσι; — Δεν τη πουλώ, κύριε Χάλεϋ. Ή γυναίκα μου 6έν θά δεχτή νά την άποχωριστή, ούτε γιά ολόκληρο τό χρυσάφι του κόσμου. — Καλά τώρα! Και ποιά γυναίκα δεν τά λέει αυ τά; Με μερικά φτερά, στολίδια κι* ένα ρολογάκι, θά την κστάφερνες στη στιγμή. — 'Άδικσ τό κουβεντιάζεις, Χάλεϋ. ΆρνοΟμαι κα τηγορηματικά. — Πάει καλά. Θά μου δώσης όμως οπωσδήποτε τό παιδί. Είναι φανεοο πώς σου κάνω1 μεγάλη» υποχώρησι, αλλά έστω. Δώσε μου αυτόν τον πιτσιρίκο. — Στο Θεό σου! Τί θά τό κάνης ένα τόσο παιδάκ ι; — Υπάρχει κάποιος που κάνει άκαιδώς αυτή τη δουλειά, εΐπε ό Χάλεϋ. Αγοράζει και πουλάει καλοφτιαγ,μένα άγοράκισ. Τά παίρνουν οι πολύ πλούσιοι γιά ύπηρετάκια. 'Πάς στά σπίτια τους και βλέπεις κάτι τέτοια μικοά όμοοφούλικα νά σ’ άνοίγουν την πόρτα. Δίνουν ένα σωοό λεφτά, Σέλμπυ. Αυτός ό διαβολάκος πού εΐδες, είναι πρώτης τάξεως έμπόρευμα. — Δεν θά μ* άρεσε καθόλου νά τον πουλούσα, έκα νε σκεφακός ό κύριος Σέλμπυ. Μέ γεμίζει φρίκη ή ι δέα νά χωρί’ί&ουν τό παιδί από τη μητέρα του. — Πώ, πώ, πώ!, φώναξε ό Χάλεϋ μέ μια κίνησι δυσφορίας. Παντού βρίσκεις δυσκολίες. Δέ λέω πώς δεν εΐνσ' μπελάς νά ,μπλέκης <μέ γυναίκες καί υέ κλά ματα, αλλά υπάρχουν χίλιοι - δυο τρόποι νά ξεμπλέ ξει χωοίς αυτά. Στέλνεις τη μόνα του γιά μιά δου λειά, άς πούμε, κι* δταν γυοίση, τό παιδί έχει κάνει φτερά. Θά χλάψη, θά γτυπηθή, θά τής περάση — τής χαρίζει καί κάνα μπιχλιμπίδι ή γυναίκα σου καί ή ι στορία τέλος. — Δεν είναι τόσο απλά πού τά λες τά ποάματσ.. — "Όσα δεν μπορείς νά ξεμπερδέςιης μόνος σου, νά τ’ άφήνης στην κρίσι τού Θεού. Καί νά ξερής,
7
Σέλ,μπυ, πώς αυτές οί βρωμιάρες οί_νέγρες δένομαι ό ζουν στάλα μΛ εμάς τους άσπρους. Ξεχνάνε στη στι γμή — φτάνει νά ξερής πώς θα τούς τή σκάσης. Θάχης ακούσει καί του λόγου σου πώς αυτό τό είδος εμπόριο, .κάνει πέτρα την καρδιά τ’ ανθρώπου. Έ; Δεν είν’ αλήθεια ί Κακούς βρίσκεις σ’ όλες τις δου λειές. Έχω δή νά παίρνουν παιδιά από την αγκαλιά των μανάδων τους κι* εκείνες νά κλαΐνε καί νά ουρ λιάζουν σπαραχτικά. Βρώμικες περιπτώσεις. "Ασε πού χαλνάνε καί τό εμπόρευμα έτσι, γιατί μιά νέ γρα πού θά ράί'ση ή καρδιά της μ* ένα τέτοιο^ γί νεται κι5 άχρηστη μετά. Είδα μιά πού τής πήραν τό παιδί της με σωστή μάχη. Γιά νά τό καταφέρουν στο τέλος αναγκάστηκαν νά τήν κλειδώσουν σ’ ένα δωμάτιο. Στην τιμή μου, Σέλμπυ, δεν μπορείς νά φαντασθής πώς έκανε. Τί κέρδισαν; "Οταν άνοιξαν νά τήν βγάλουν τή βρήκαν θεότρελλη καί σέ λίγο τά τίναξε κιόλας. "Αντε λογάριασε τα τώραλ Αυτή ά ξιζε δέκα φορές σάν τό παιδί. Εμπόριο είναι αυτό; Σέ ρωτάω. Γιά τούτο πιστεύω πώς πρέπει νά φέρνε ται κανείς σπλαχνικά σ’ αυτά τά πλάσματα. Ή πεί ρα μου τδχει μάθει, κύριε. Κ.ι’ ό Χάλεϋ τεντώθηκε νωχελικά στήν πολυθρόνα του. "Υστερα είδε πού ό κύριος Σέλμπυ άρχισε νά καθαοίζη ένα πορτοκάλι βυθισμένος σέ δύσκολες σκέ ψεις καί ξανάπε: — Είναι άσχημο νά ,μιλάη κάνεις γιά τον έαυτό του κΓ δμως πρέπει νά τό πώ: Είμαι ό πιο καλός έμπορος σκλάβων. Ολοι τό ξέρουν. "Ολοι οί δικοί μου φεύγουν σέ άριστη κατάστασι απ’ τά χέρια μου. Δε λέω πώς καμμιά φορά δεν υπάρχουν κι* ε ξαιρέσεις, δμως αυτά συμβαίνουν σ’ άλες τις δου λειές. Τήν επιτυχία μου λοιπόν τήν Αποδίδω στο γε γονός πώς ξέρω νά τά κανονίζω. Είμαι σπλαχνικός καί στή δουλειά ,μου ή βάσι είν’ αυτή. Τίποτ’ άλλο. —- Σωστά, είπε ό κύριος Σέλμπυ, πετώντας τά φλούδια τού πορτοκαλιού σ’ ένα πιάτο. Ό Χάλεϋ πήρε θάρρος κι5 είπε: — Νά: Είχαν έναν συνεταίρο μιά φορά, όνο μάτι Του Αόκερ. Καλόκαρδο παιδί αλλά οξύθυμος ό διά βολος —- σκέτο νεύρο! Τούς τάραζε τούς νέγρους. "Όλο τοϋλεγα: «Γιατί τούς σκοτώνεΐ'ς στο ξύλο, Τόμ κάθε φορά που κλαΐνε καί φωνάζουν; "Εχουν ψυχή ►Λ--· >Λ«
κι* αυτοί, πού νά πάρη καί νά σηκώση! Είναι κάτι που δεν γίνεται νά έξσφανιστή από τη μια στιγμή στην άλλη για το κέφι σου. Τί κερδίζεις μ5 αυτόν τον κακό τρόπο; Τους άρρωστα ίνεις, τούς κατα στρέφεις, τούς ρίχνεις την άξί>α τους, μέ δυο λόγια. "Ας τους νά κλάψουνε, αδελφέ! Πες τους και καμμιά καλή κουβέντα. Λίγη άνθρωπιά ά'ξίζει· πιο πολύ άπό χίλιες βουρδουιλιές». Αυτός, έκεΤ. Στο φινάλε άναγκάστηκα νά χωρίσω τά τσανάκια μου μαζί του, μ5 δλο πούχαμε στήσει καλή δουλειά. —“Πιστεύεις πώς το φέρσιμο το δικό σου είναι καλύτερο άπ’ του Λόκερ; ρώτησε ό κύριος Σέλμπυ. — Οϋουου ί Έγώ, όταν πρόκειται για τίποτα δυ σάρεστο, λαβαίνω τά μέτρα μου. Θά πουλήσω μι κρά; Μακρυά οι μανάδες! "Αμα γιά λίγαν καιρό δέν τά βλέπουν και δέν τά σκέφτονται, έρχεται πολύ πιο βολικό ύστερα. ΚΓ έπειτα μή νομίζης πώς μάς μοιά ζουν. Εμείς μεγαλώνουμε μέ τήν ιδέα πώς θά ψή σουμε μέ τήν οίκογένειά μας γιά πάντα. Εκείνοι δέν τά καταλαβαίνουν αυτά. "Υστερα το βλέπουν δτι πουλίώνται κι* άγοράζονται. Κάθε μέρα τό βλέ πουν. "Οταν κάνουν ένα παιδί, ξέρουν πώς μιά μέρα θά πουληθή — μ ή δέν τό ξέρουν; Γέλασε κΓ ύστερα ρώτησε: — Λοιπόν; Τί λές; — Θά τό συλλογιστώ μέ τήν ήσυχία μου, άποκρίθηκε ό κύριος Σέλμπυ. Ωστόσο μήν κάνης κου βέντα πουθενά, γιατί, αν τό μάθη ή γυναίκα μου, θά γίνη μεγάλο κακό. — Αυτό ν5 άκούγεται, είπε ό Χάλεϋ καί σηκώθη κε άπό τήν πολυθρόνα του. Φόρεσε τό παλτό του κΓ έφυγε. Σάν έμεινε μόνος του ό κύριος Σέλμπυ, μουρμού ρισε μέσ' άπό τά δόντια του: — Μέ τί ευχαρίστησι θά τον πετοΰσα έξω μέ τις κλωτσιές! 'Έχει καί Θεωρίες, τό κτήνος! αέρε; πώς μ' έχει στο χέρι όμως... ΤΑν μοϋλεγε κανείς πώς θά πουλούσα μιά μέρα τον Θωμά σ’ έναν άπ^ αυτούς τούς συχαμερούς εμπόρους, θά τού άπαντούσα ,πώς ό υπηρέτης μου δέν εΐναι σκύλος, γιά νά κάνω τέτοιο πράγμα. Καί νά τώρα! Πρέπει νά ^δώσω τον Θωμά καί πρέπει νά δώσω καί τό μικρό τής Έλίζ.... Θάχω μπελάδες μέ τή γυναίκα μου, νά παρ’ ή οργή, κύ όλ’ αυτά γιατί έπιασα καί χρεώθηκα!
9
Ό κύριος Σέλμπυ ήταν καλόκαρδος κύ εύγενικος άνθρωπος. Ποτέ δεν είχε συμβή κάτι πού νά ταράξη τήιν ησυχία των νέγρων πού δούλευαν στο κτήμα του. Κι" όμως ,μιά φορά έτυχε νά ξανοιχτή στο χρη ματιστήριο ανόητα κι" έχασε. Τά γραμμάτιά του έ πεσαν στά χέρια αυτούνου του Χάλεϋ και γι’ αυτό τώρα εΐχε γίνει εκείνη ή συζήτησι. Είχε συμβή όμως_ ταυτόχρονα και κάτι άλλο, δη λαδή τό αυτί τής 3 Ελίζ είχε αρπάξει μερικές λέξεις από την κουβέντα τους. Αυτό είχε σάν_ άποτέλεσμα νά γίνη τόσο ανήσυχη, πού ή κυρία Σέλμπυ, βλέποντάς τη το κατάλαβε μέ το πρώτο. — Τί σου συμβαίνει, Έλίζ; τη ρώτησε μέ καλωσύνη. —- *Ω, κυρία! Τά μάτια της γέμισαν μονομιάς δάκρυα κι5 άρχι σε νά κλαίη σπαρακτικά. —Μα τί τρέχει μικρή μου; Τί έχεις; —- "Αχ, κυρία μου, καλή μου κυρία! Ό κύριος κουβέντιαζε στο σαλόνι μ3 έναν έμπορο! — "Αλλο πάλι τούτο! Κι3 ύστερα; ^ — Λέτε νά θέλη νά πουλήση τον Χάρυ μου ό κύριος; — Γρελλάθηκες, παιδάκι μου; Τ3 εΐν3 αυτό πάλι πού σκέφτηκες; Πούλησε ποτέ του νέγρο ό κύριός σου, κουτουτσικο; "Η νομίζεις πώς όλος ό κόσμος δέν έχει άλλη έγνοια από τον Χάρυ σου —σάν κι3 εσένα; 3 Ανόητη, ιέ, ά'/όητη! Σκούπισε τά δάκρυα σου και κούμπωσέ μου τό φουστάνι γρήγορα. "Ελα. Φτιάξε μου και τά μαλλιά λιγάκι, πίσω. Καί νά πά ψης ;νά κρυφσκοΰς στις πόρτες. Τ3 ακόυσες; — Μάλιστα, κυρία... Εσείς όμως ποτέ δέν θ’ αφήνατε·... νά.,.νά... — Κακομοίρα ·μου! Παραεϊσαι κουτή! Γιατί επι μένεις καλά καί σώνει σ3 αυτή τήν ανοησία; Ν3 άφήσω νά πουλήοαυν τό παιδί σου; Έ όχι δά_! Τό ίδιο θά πουλούσα κι3 ένα από τά δ^ικά ,μουέ -έρεις κάτι όμως; Μου φαίνεται τό παραπήρες απάνω σου μέ τον γιό σου! Δέν μπορεί νά μπή ένας άνθρωπος εδώ μέσα καί θά πρέπει νά σου τον άγοράση! Γιά λογικέψου! Καί πράγματι ή Έλίζ καθησύχασε αρκετά καί τή βοήθησε νά ντυθή. Ήταν μιά εξαιρετική γυναίκα ή κυρία Σέλμπυ,
10
καλή κι* έξυττνη. ΈΤχε ανώτερες ηθικές αρχές και τις έφήρμοζε κιόλας στην καθημερινή της ζωή. Ό σύζυγός της μπορεί νά ,μήιν πολυπίστευε στην άποτελεσματικότητα πού έχουν οΐ καλές πράξεις για τις σχέσεις μέ τον θεό, είχε όμως ακράδαντη πεποίθησι πώς ή ευσέβεια κι* ή φιλανθρωπία τής γυναίκας του, ήταν αρκετές καί για τούς δυο τους. Φανταζόταν πώς αν πήγαινε στον ουρανό κρατώντας την από τό μπράτσο, θά τον άφηναν ασφαλώς νά μπή στο ΙΠαράδεισο, γιά νά μην την στενοχωρή σουν. Πρέπει νά σημειωθή άκόρα πώς ή κυρία Σέλμπυ ήταν απόλυτα ειλικρινής σέ δσα είχε πή στην Έλίζ, γιατί δεν είχε ιδέα γιά τις οικονομικές δυσκο λίες του άντρα της. Γι9 αυτό και τά ξέχασε πολύ γρήγορα δλ9 αυτά κι9 ασχολήθηκε μέ τίς έτσι μασιές γιά την εσπερίδα πού θά πήγαινε έκεΐνο τό βράδυ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ Ή ΚΥΡΙΑ Σέλμπυ είχε αναθρέψει άπό^ μικρό κοριτσάκι τήν Έλιζ καί ήταν ή χαϊδεμένη και ή αγαπημένη της. Είχε μια ξεχωριστή λεπτότητα, άπαλή φωνή, κα λούς τρόπους και υπέροχη όμορφιά. Αυτή ή Έλιζ δεν ήταν ένα πλάσμα πού τή γέννησε ή φαντασία άλλα ένα πραγματικό πρόσωπο, πού ποτέ δεν έσβη σε από τή σκέψι, άπ9 τήν έποχή πού τό συναντήσαμε στο Κεντάκυ(*). Παντρεύτηκε μ9 έναν έξυπνο καί δραστήριο νέο, πού τόν έλεγαν Τζώρτζ κι9 ήταν σκλάβος σ9 ένα γει τονικό κτήμαΤόν νέο αυτόν τον είχε νοικιάσει ό κύριός του σέ κάποιον έργοστασιάρχη κι9 έκεΐ ή εξυπνάδα του τούδωσε τήν ευκαιρία νά διακριθή. Εφεύρε καί υαά δι κή του συσκευή γιά τό καθάρισμα του καναβιου, πού έδειχνε τήν πραγματική ίδιοφυΐα του στη μηχανική, (*) Ό άναγνώστης δεν πρέπει νά 'ξοχνάη, πως ή «Καλύβα: τον Μπάιομπαι - θωριά» £χει γραφτή ;μρρ:.κά χοάνια τηρΐν άττό τόν έυκρύλιο ττόλε.νρ Νοτίων .καί Βορίων, που είχε σάν άττοτέλιεσμα νά έλευθερωβοΟν οί νέγρο :■ σκλάβο:. Οι ηρωος τεύ έργου, είναι ι ττρόσωπσ που υπήρξαν πραγμστ ΐικά·
11
άν λάβης ύπ’ δψιν την παντελι έλλειψι μορφώσεως πού είχε. ^Ηταν όμορφος και μέ καλούς τρόπους. Κι5 όμως, επειδή αυτός ό άνθρωπος κατά τον νό μο δεν ήταν άνθρωπος παρά πράγμα, ήταν οπήν α πόλυτη διάθεοι ενός στενόμυαλου και γεμάτου κα κίες αφέντη, πού μόλις ακούσε για την έφεύρεσ: του Τζώρτζ, έτρεξε στο εργοστάσιο, νά ίδή μόνος του τί ήταν εκείνα πού έφτιαχνε τό «πράγμα^ του. "■Εγινε έξω φρένων όταν διαπίστωσε τήν αξία τής έφευρέσεως. Μέ τι δικαίωμα τριγύριζε εδώ κι5 εκεί ό σκλά βος του κι·* έκανε εφευρέσεις καί κρατούσε ψηλά τό κεφάλι του, όταν -βρισκόταν ανάμεσα σέ κυρίους; Αυτά όλα έπρεπε νά τελειώσουν αμέσως. Αποφάσι σε νά τον ξαναπάρη κοντά του, νά τον βάλη νά σκάβη καί νά φτυαρίζη, γιά νά τον μάθη νά μην ξανακάνη τον σπουδαίο. Ό έργοστασιάρχης κι’ οι έργάτες μαρμάρωσαν σάν ακόυσαν την άπόφασί του. — Μά, κύριε Χάρρις, διαμαρτυρήθηκε^ ό πρώτος,, έτσι ξαφνικά, χωρίς αιτία, θέλετε νά μάς τον πά ρετε; — Λογαριασμό θά δώσω τώρα; φώναξ’^ εκείνος. ’Ή δεν είναι δικός μου καί δεν μπορώ νά τον κάνω ό,τι μ5 αρέσει; — Βεβαίως, κύριε αλλά... "Αν θέλετε νά του αυ ξήσουμε τον μισθό. — Δεν μ* ενδιαφέρει αυτό, κύριε. Δεν νοικιάζω τούς σκλάβους μου, όταν δεν ύπάρχη άνάγκη. — Ωστόσο πρέπει νά σκεφθήτε^πώς εδώ μέσα, στις μηχανές, έχει βρεθή στο στοιχείο του ό Τζώρτζ. — Μπορεί νάναι κι* όπως τό λέτε. Στις άλλες δουλειές πού του ανέθετα εγώ, μου τάκανε πάντα μούσκεμα! — "Έφτιαξε μόνος του μιά σπουδαία μηχανή! — Μάλιστα. Μιά μηχανή ποΰχει ^ προορισμό νά κάνη τούς ανθρώπους νά γλυτώνουν τή δουλειά! Μό νο ένας τεμπέλης νέγρος, μπορούσε νά σκαρφιστή τέτοια μηχανή! Θάρθη μαζί μου! Σαστισμένος κι" απελπισμένος εΐχε^ παρακολου θήσει αμίλητος την καταδίκη του^ ό Τζώρτζ. Οι φλέ βες του πετούσαν απ’ την άγανάκτησι καί ίσως νά εΐχε επιτεθή έναντίρν τον άφρντικου του, αν ό έργο-
στασιάρχης δεν τό καταλάβαινε και δεν του έσφιγ γε ένθαρρυνικά τό μπράτσο. — Υπομονή, Τζώρτζ!, του ψιθύρισε. Δεν θά σ’ άφησα} έτσι. Τό κακό όμως ήταν πώς ό απαίσιος αψέντικός του πήρε είδη σι τη σκηνή κι’ έγινε ακόμα περισσότερο μπαρούτι. Πήρε τον σκλάβο του στο κτήμα αποφα σισμένος νά του δώση νά καταλάβη τη δύναμί του. Τον έβαζε πάντα στις πιο εξαντλητικές δουλειές του υποστατικού. Την Έλιιζ ο Τζώρτζ τη γνώρισε τον ευτυχισμένο καιρός πού ςούσε στο εργοστάσιο. Τον γάμο τους τον είχε επιδοκιμάσει1 μ5 δλη της τήν καρδιά ή κυρία Σέλμπυ και τούς πάντρεψε στο σαλόνι της, μέ ό λες τις τιρές πού γίνονταν και γιά τούς λευκούς: "Ασπρα γάντια, όονθη λεμονιάς, γλυκά και κρασί γιά τούς έκπληκτους καλεσμένους, πού θαύμαζαν τήν ομορφιά τής νύφης καί τήν απέραντη καλωσύνη τής κυρίας της. Τά πρώτα χρόνια πέρασαν ήρεμα,λ μέ μια ευτυ χία πού τή μεγάλωσε ό ερχομός τού μικρού Χάρυ στον κόσμο. Κράτησε όμως ώς τή ,μέρα πού πήραν τόσο ά γρια τό Τζώρτζ από τό εργοστάσιο, γιά να τον σύ ρουν κάτω από τήν τυραννία τού αληθινού του κυ ρίου. Ό έργοστασιάρχης κράτησε τον λόγο του καί ξαναπήγε μετά άπό μερικές μέρες σ’ αυτόν, λογαριά ζοντας πώς θάχε μαλακώσει πιά ό θυμός του. Με ταχειρίστηκε όλη του τήν πειστικότητα κι* έκανε δε λεαστικές προτάσεις γιά νά ξαναπάρη* τον Τζώρτζ, ό άθλιος όμως εκείνος δέ δέχτηκε ούτε νά συζητήση. — "Αδικα κουράζεστε, κύριε!, φώναξε σκληρά. Ξέρω γώ τί κάνω. — 5Ασφαλώς— τό καταλαβαίνω, κύριε. Σκέφτηκα μόνο πώς αφού δεν επιτρέπετε στά αισθήματα σας νά σάς κάνουν ν5 αλλάξετε μια άπόφασι. ίσως νά τό πετύχαινε τό συμφέρον σας. Σάς προτείνω τον διπλό μισθό άπό κείνον πού σάς πρότεινα τήν άλλη φορά. —"Εννοια σας. Κΐ'’ αυτό τό ξέρω. Εΐδα^πού ψιθυρί ζατε στον σκλάβο τή μέρα πού τον πήρα. Δεν υ πάρχει λόγος νά πήτε ούτε λέξι παραπάνω. Δεν εϊμαστ, |λε6θεροι άνθρωποι πού ζούμε σ5 ελεύθερη
11
χώρα, κύριε; Λοιπόν 6 άνθρωπος αυτός είναι δικός μου και τον κάνω δ,τι μ’ αρέσει! Πόσες φορές θά τό πούμε; Μ’ αυτόν τον τρόπο οί τελευταίες έλπίδες του Τζώρτζ έσβησαν κι* αυτές. Ό Τζώρτζ δεν μπορούσε πια νά βλέπη τή γυναί κα και τό παιδί του, παρά σπάνια κι* αυτές σκα στός. ’Έτυχε νά 'βρεθή κοντά στην Έλιζ εκείνο τό ίδιο απόγευμα, την ώρα που ή κυρία Σέλμπυ είχε βγή γιά μερικές έπισκέψεις. — Πόσο χαίρομαι που ήρθες Τζώρτζ!, φώναξε ευτυχισμένη ή όμορφη νέγρα. Γιατι είσαι έτσι σκυ θρωπός; Κύττάξε τον Χάρυ ,μας, πόσο μεγάλωσε! Δεν εΐν’ όμορφος; — Καλύτερα νά μην είχε γεννηθή!, γρύλλισε ό άντρας μέ σφιγμένες τις γροθιές του. Ναί! θάδινα τό παν γιά νά μην είχε έρθει ποτέ στον κόσμο! Κατατρόμαξε ή νέα απ’ τον τρόπο του κι’ έβαλε τά κλάματα. — Φτωχή μου Έλίζ! Νάξερες ^ιτόσο ^φοβερό εί ναι γιά μένα νά σέ βλέπω έτσι!, είπ’ εκείνος τρυφε ρά^ Κι’ όμως τό καλύτερο ήταν νά μην είχαμε γνωριστή. θάσουν κι’ έσυ ήσυχη κι* ευτυχισμένη. —- Τζώρτζ! Τί τρομερά πράγματα λές; Μήπως θά γίνη τίποτα πολύ κακό; Γ ιατι εγώ ξέρω πώς πρέ πει νάμαστε ευτυχισμένοι! — Ναί, αγάπη μου — ευτυχισμένοι είμαστε. Κύτταξε αλλού και πήρε τό άγοράκι στα γόνατά του. Τό χάϊδεψε περνώντας τά δάχτυλά του στά μακρυά του σγουρά μαλλιά. — Κι* εγώ ήμουν ευτυχισμένος όπως εσύ, μουρ μούρισε. Είσαι ή πιο όμορφη γυναίκα που ξέρω καί δέν υπάρχει πιο καλή από σένα στον κόσμο. Καί πάλι όμως θάταν πολύ καλύτερα νά μη σ’ είχα γνωρίσε!! —Μά γιατί τά λες αυτά, Τζώρτζ; Πώς μπορείς; — ^"Ολα είναι μαύρα — γι’ αυτό μπορώ! Ή ζωή μου είναι πιο άθλια κι’ απ’ του πιο άθλιου σκουλη κιού. 'Χαμένη. Καταστραμμένη. Είμ’ ένας δυστυχι σμένος, φτωχός κι* απελπισμένος σκλάβος. Μαζί μου θά παρασύρω1 κι’ εσένα στην καταστροφή. Αυτά σκέπτομαι. Τί λόγος υπάρχει νά προσπαθώ νά κά νω κάτι; Τί λόγος υπάρχει γιά δ,τιδήποτε; Τί λόγος
■υπάρχει πού ζώ; ΚΓ υπάρχουν χίλιοι λόγοι γιά να πέθαινα! — Κακομοίρη Τζώρτζ! ?Ηταν πολύ κακό αυτό πού είπες τώρα δά. Λυπάσαι γιά τη θέσι πού έχα σες στα εργοστάσιο. Ό κύριός σου είναι φοβερός. "Αν όμως παρακάλεσης τον Θεό νά σοΰ δώση λίγη υπομονή.... — Υπομονή!, την έκοψε με ,μιά αστραπή στο βλέμμα. Έ, καί τί κάνω ώς τώρα, έκτος από υπο μονή; Μήπως έβγαλα λέ'ξι άπ5 το στόμα μου, σαν ήρθε καί μ3 άρπαξε έτσι, χωρίς λόγο, από κείνη την υπέροχη δουλειά πού είχα καί πού δλοι μου φέρον ταν μέ καλωσύνη; Μήπως δεν τουδινα μέχρι την τε λευταία πεντάρα τούς μισθούς ,μου; — Δεν λέω πώς δεν εΐναι τρομερό, είπε ή Έλίζ. 3 Αλλά, όπως καί νά τό σκεφτής, δεν γίνεται τίποτα. ΕΤνα·ι· αφέντης σου! Ό Τζώρτζ τινάχτηκε όρθιος κρατώντας τό κεφά λι του μέ τά δυο του χέρια. — Αφέντης μου! μοόγγρισε. Ποιος τον έκανε α φέντη μου; Αυτό συλλογιέμαι άπ3 τό πρωΐ ώς τό βράδυ. Τί δικαίωμα μπορεί νάχη απάνω μου αυτός; Δεν είμαι κι3 εγώ άνθρωπος; Γιά όλες τις δουλειές, μου κόβει περισσότερο από κείνον τί πρέπει νά γίνη. Διαβάζω καλύτερα του, γράφω καλύτερα κι3 ό λα τά κατάψερα τελείως .μόνος μου, χωρίς τη βο ήθεια του. Τώρα, λοιπόν, έρχεται αύτος καί μου φέρ νεται σαν νάμουν παλιάλογο, από κείνα πού σέρ νουν τά κάρρα. Γιατί μέ παίρνει άπ3 τη δουλειά πού μπορώ νά την κάνω χίλιες φορές πιο καλά άπ3 αυ τόν; Γιατί νάνοι .στο χέρι του νά μέ πετάη όπου τ3 αρέσει, χωρίς νά σκοτίζεται νά μέ ρωτήση, λές κι3 είμαι κτήνος; Καί λοιπόν αυτό ακριβώς θέλει: Νά μέ κάνη νά καταντήσω ένα κτήνος! Τό είπε — δεν είναι ή ιδέα μου. Θά μέ ταπείνωση, θά μ3 έξευτελί ση τόσο πού νά μην ύπάρχη περισσότερο, θά μέ πετάξη στην π ιό σκληρή καί στην πιο βρώμικη δου λειά. Επίτηδες γιά νά μέ έξοντώση! — Μέ τρομάζεις, Τζώρτζ! Δέν σέ ξανάκουσα πο τέ νά μιλάς έτσι. Μη σκέφτεσαι νά κάνης τίποτα κακό; Καί δέν μου φαίνεται περίεργο πού κάνεις αυ τές τις σκέψεις αλλά... πρόσεχε, Τζώρτζ! Πρόσεχε πολύ, αγάπη μου! Γιά μένα καί γιά τον Χάρυ μας πρέπει νά προσεχής.
15
— Δέν πάει ό νους σου τί μου κάνουν, Έλίζ... Τις άλλες μέ μαστίγωσε επειδή, παρακάλεσα τον γιο του νά μην πετάη πέτρες στο καημένο τό άλογο. Καλύτερα νά μή δής την πλάτη μου, πώς έχει γίνει. ΚΤ υστέρα... Θυμάσαι τον Κάρλο; — τό σκυλάκι πού μούδωσες; 5Ηταν ή μόνη μου παρηγοριά κεΐ πέρα. Λοιπόν σάν τον είδε μιά μέρα — τον τάϊζα μέ τ’ αποφάγια μου — έγινε έξω φρένων. Είπε πώς δέν μπορεί νά έπιτρέπη στον κάβε βρωμανέγρο νάχη κι5 άπό ένα σκύλο. Μέ διέταξε νά τον πνίξω στη λίμνη.... —^Ω, Τζώρτζ! Δεν πιστεύω νά... — Όχι βέβαια αλλά μ5 αυτό βέν βγήκε ^τίποτα. Τον έπνιξαν εκείνος κι5 6 γιός του καί μ5 είχαν νά τον κυττάζω. Καί πώς μ5 έβλεπε τό κακάμοιρο;... Τό πετροβολούσαν καί... «Κάθεσαι, καί τούς κυττάς, Τζώρτζ;... Τά μάτια του... Νάβλεπες τά μάτια του. Έγώ οέν έπαψα καθόλου νά τά βλέπω άπό κείνη την ώρα καί μετά... Πάλι μέ μαστίγωσαν επειδή δέν τον είχα πνίξει εγώ.... 3Αλλά λίγο... Πολύ λίγο αυ τή τή φορά... Θάπρεπε νά μέ ξέσχιζαν ώς τήν καρ διά γιά νά ξέχναγα πώς μέ κυττούσε... "Ενας λυγμός τού ςέφυγε άθελα καί σκέπασε τά μάτια του μέ τό χέρι. — Τί πρόκειται νά κάνης, Τζώρτζ; ρώτησε παν ισ ασμένη ή νέα. Θεέ μου! "Ας μήιν είναι^τίποτα πολύ κακό... Προσπάθησε νά κάνης τό καθήκον σου καί ό Θεός θά σ’ έλευθερώση. — Δέν μπορώ νά νοιώσω σάν εσένα τον Χριστια νισμό έγώ. Δέν τούχω του Θεού τυφλής εμπιστοσύνη γιά ν’ άφεθώ στο έλεος Του. Γιατί αφήνει νά γίνωνται- τέτοια πράγματα; — Ή κυρία λέει· πώς ακόμα κι5 όταν άλα έρχον ται ανάποδα, ό Θεός κάνει γιά μάς 6,τι είναι τό πιο καλό! — Κι’ έγώ θά μπορούσα νά λέω τέτοια. Καί μά λιστα άν ήμουν όλη μέρα ξάπλα σέ μιά πολυθρόνα κι* είχα γιά δουλειά νά κάνω επισκέψεις καί νά πη γαίνω σέ χορούς.... "Ας ερχόταν στή θέσι^.μου κι5 αμφιβάλλω άν θά^ξανάλεγε ποτέ τή λέξι- υπομονή. Θάθελα νά μπορούσα νάμαΐ' καλός, αλλά ή καρδιά μου έχει γίνει μιά πληγή καί δέν κλείνει. Κι* εσύ θά φούντωνες στή δική μου θέσι> κι* άν ήξερες... — Τί πράγμα, Τζώρτζ;
16
Τό άλογο έκανε ένα θεώροιτο πήδημα, άγγιξε στη σέλλα...
μόλις ό Χάλεϋ
— Λοιπόν θά σου τό πώ: Ό άψέντης είπε τις προάλλες πώς στάθηκε μεγάλος βλάκας νά μ* άψήση νά παντρευτώ μ.ά γυναίκα έξω από τό υποστα τικό του. Μισεΐ τόν κύριο Σέλμπυ και τό σόϊ του, λέει, γιατί ^ είναι περήφανοι· καί κάνουν τούς μεγά λους καί τό ίδιο πάω νά κάνω κι5 εγώ κοντά σας. ΚΥ είπε πώς δεν θά μ’ άφηνε νά ξανάρθω εδώ πέρα. Χτές μέ φώναξε καί με διέταξε νά παντρευτώ τη Μί να καί νά καθήσω μαζί της σέ μιά καλύβα, άλλοιώτι·κα θά μέ πουλήση. —Μά πώς; ρώτησε μ5 άλη την αφέλειά της ή νέα. Αφού εΐσσι παντρεμένος μ5 εμένα μ5 όλους τούς τύ πους — ακόμα καί μέ παπα, σάν τούς λευκούς! -— Λεν ξέρεις λοιπόν, πώς δεν υπάρχει γάμος γιά τούς νέγρους; Τίποτα δεν υπάρχει. Είμαστε πρά γματα κι5 όχι άνθρωποι·. -Νόμοι δεν μάς προστατεύ ουν σέ τίποτα. ’Άν τού κάνη κέφι νά μάς χωρίση, μπορεί νά μάς χωρίση. Γι’ αυτό είπα πώς θάταν πιο Η ΚΑΛΥΒΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ-ΘΩΜΑ
καλά νά μή σέ γνώριζα ττοτέ. Νά μην είχα ^γεννηθή. Νά μην εΐχε^ γίνει κι" αυτό τό δύστυχο, ττού μπορεί νά τό περιμένη ή πιο μεγάλη δυστυχία. — Ό αφέντης μου είναι πολύ καλός, Τζώρτζ! — Μάλιστα... 'Κι3 όμως... Ποτέ δεν ξέρεις... 5Α κόμα και να μή ·βάλω χειρότερο στο νού μου, μπορεΐ νά πεθάνη μιά μέρα — άνθρωπος είναι. Στη στιγμή τότε, άλα τα πράγματα του σπιτιού θά που ληθούν — μαζί κι* ό Χάρυ! Τά τελευταία λόγια του έκαναν τήν Έλίζα νά παγώση όλόκληρη. Στο νου της ήρθε ή εικόνα εκείνου του απαίσιου ανθρώπου, του εμπόρου τώιν σκλάβων. Πόσο 6'άθελε νά μπορούσε νά έλεγε τού άντρα της όλη την αλήθεια, γιά τά λόγια εκείνα πού είχε ακού σει, άτι δηλαδή ό κύριός της ήθελε νά πουλήση τον μικρό γ;ό τους..... Κι* όμως ήταν αδύνατο νά γίνη κάτι τέτοιο. *Ηταν αρκετά λυπημένος μόνος του, ώστε νά μή χρειάζεται νά του πρόσθεση κι«* εκείνη περισσότερες στενοχώριες. ^ «Εξ άλλου δεν είναι κάν αλήθεια», σκέψθηκε. «Πο τέ ή κυρά μου δεν θ’ άψήση νά τό κάνουν αυτό». — Λοιπόν, αγαπημένη μου Έλίζ, μουρμούρισε ό άντρας, σφίξε τήν καρδιά σου. Πρέπει ν’ αποχωρώ ο·του.με_ τώρα.^ Έγώ θά φύγω·. -— I ιά πού; ρώτησε τρομαγμένη. — Θά πάω στον Καναδά. "Αν καταφέρω και φτά σω, τότε θ* αγοράσω κι3 εσάς. Αυτό είναι τό σχέ διο πού έχω κάνει και ή τελευταία μου ελπίδα. Μό νο νά θέληση ό Θεός νά μέ βοηθήση. — Χριστέ μου ί ιΚι* άν σέ πιάσουν, Τζώρτζ; ;— Αποκλείεται! "Αποκλείεται οπωσδήποτε νά μέ πιάσουν ζωντανό. , — Σκέπτεσαι νά σκοτωθ'ής μόνος σου; έκανε ή νέα μέ φρίκη. — Μή φοβάσαι. Μου φαίνεται πώς δεν θά χρείαστη. Θά μέ σκοτώσουν εκείνοι μόλις μέ πιάσουν, νάσαι βέβαιη γι’ αυτό. — Τζώρτζ, νά προσέχης αγάπη μου. "Αλλη μιά φορά, σέ παρακαλώ,^ νά προσέχης γιά χάρι μου. Καταλαβαίνω όμως τώρα ;μ’ οσα μου είπες, πώς δεν γίνετ* τίττοτ* άλλο και πρέπει νά φύγης. Μόνο νά προσέχης. Κι" έχε εμπιστοσύνη στον Θεό. Δεν είναι
κακό αυτό πού θέλεις νά κάνης κι5 έκεΐνος θά σέ 6οηθήση. — Και τώρα αντίο, είττε ήσυχα ό Τζώρτζ και τής έσφιξε τό χέρι. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ Γ|Ί I Ο ΚΑΛΥΒΙ του Μπάρμπα - Θωμά ή ταν φτιαγμένο αϊτό κορμούς δένδρων και βρισκόταν ττολύ κοντά στο «σπίτι» — μόνο την κατοικία του άφέντη ονομάζουν έτσι οι νέγροι. Τό καλύβι είχε μπροστά έναν όμορφο μικρό κή~ τγο, πολύ νοικοκυρεμένο, μέ πολύχρωμα λουλούδια, φρσοολιές και σμέουρα. Τά λουλούδια ήταν ή χαρά καί τό καμάρι τής θείας - Χλόης, γυναίκας του μπάρμπα - Θορμά. Τό πρόσωπο τής θείας - Χλόης ήταν ολοστρόγγυ λο, κατά μαύρο καί τόσο γυαλιστερό, πού σούδινε την έντύπωσι μήπως αλειβόταν συνεχώς μ' ασπρά δι αυγού. Στο κεφάλι φορούσε ένα κάτασπρο κολλα ρισμένο τουρμπάνι·, πού ήταν σύμβολο τού αξιώμα τος τη·^ — ήταν άρχιμαγείρισσα ατούς Σέλμπυ. Εκείνη την ώρα καταγινόταν νά μαγειρεύη τό φα γητό τού «γέρου» της. Δυο μικρά νεγράκια πιο πέρα, άποθαύμαζαν τό μωρό τού «σπιτιού», πού έκανε τρεκλίζσντας τά πρώ τα του βήματα. Κοντά στη φωτιά ήταν ένα τραπέζι, στρωμένα μέ φανταχτερό τραπεζομάνδηλο. Επάνω ήταν ακουμπι σμένα φλυτζάνια καί πιάτα, όλα σχεδιασμένα μέ χτυ πητά χρώματα καί^σχέδια. Στο τραπέζι εκείνο καθόταν ό μπάρμπα - Θωμάς, ένας άντρας σωστός γίγαντας — τό δεξιό χέρι τού κυρίου Σέλμπυ — μέ θεώρατο στήθος, 'ολόμσυοο καί γυαλιστερό. Τά χαρακτηριστικά του ήταν καθα ρά αφρικανικά καί τό βλέμμα του ήταν γεμάτα γα λήνη καί κσλωσύνη. Πεσμένος πάνω σέ μια πλάκα αυτή τη στιγμή, προσπαθούσε νά γράψη μερικά γράμματα όσο μπο ρούσε πιο καλλιγραφικά, χωρίς νά τά κατσφέρνη μ’ εύκ ολία. Στην προσπάθεια του τον βοηθούσε ό νεαρός μάσσα - Τζώρτζ, ένα έξυπνο αγόρι δεκατριών χρόνων
περίπου, πού φαινόταν νά του άρέση πάρα πολύ, πού έκανε τον δάσκαλο. — ^Ω! "Οχι βτσι, μπάρμπα - Θωμά! "Οχι έτσι»! φώναζε κάθε τόσο, γιατί ό νέγρος δεν κατάφερνε νά γράψη τό «θ» σωστά καί τό έκανε διαρκώς από την ανάποδη, έτσι πού έμοιαζε περισσότερο μέ 6. —- Αυτό είναι ολοφάνερο 6, όπως τό φτιάχνεις — δεν τό βλέπεις, παιδί μου; — Μέ την υπομονή θά τά καταφέρουμε στο τέλος, απαντούσε χαμογελώντας καλωσυνατα ό μπάρμπα Θωμάς. Τί λες καί σύ; Κΐ'3 ή φωνή του ήταν γεμάτη σεβασμό καί κυττοΰσε μέ αγάπη καί μέ καμάρι τον νεαρό του δάσκαλο, πού του έγραφε συνεχώς τό 6 καί τό Θ, γιά νά τά συ νηθίση καί νά τά ξεχωρίση καλά. — Πώς τά καταφέρνουν μιά χαρά σέ όλα οί ά σπροι, τέλος - πάντων!, φώναξε ή θεία Χλόη, γυ ρίζοντας μιά στιγμή από τη φωτιά της. — Λίγο ^θέλει καί θά ξέρη καί νά γραφή καί νά διαβάζη!, είπε ό Τζώρτζ μ3 ενθουσιασμό, -έρεις πώς πεθαίνω τής πείνας, θεία - Χλόη; Ακόμα δεν ετοί μασες εκείνο τό κέκ; — Στά τελευταία του είναι μάσσα - Τζώρτζ!, απάντησε περήφανα ή νέγρα. Καί που νά δής ένα ρόδισμα πάσχει πάρει! "Αμ είμαι- έγώ, παιδάκι μου, δ,τι πρέπει γιά κάτι τέτοια! Πόσος καιρός πάει πού άφησε ή κυρία τη Σάλλυ νά τής^φτιάξη_ένα κέκ, υόνο καί μόνο γιά νά την κάνη γούστο; -έρεις ^ τί τής είπα; «"Αχ, κόρά μου! Θά μου άναποδογορίση τό στομάχι, όταν δώ τά καμώματά της!» Καί στ’ αλήθεια κάηκε από τό ένα μέρος τό κακόυοιρο τό κέκ κι5 ούτε σχήμα είχε, ούτε μπορούσες νά τό μασήσης. Γέλασε: — Αληθινή σόλα, Θεούλη μου| "Ε! Σείς! Α ραπάκια! Κάντε πέρα! Υστερα είναι ή σειρά σας. Πρώτα θά φάη ό μάσσα - Τζώρτζης! Καί μ5 αυτά τά λόγια ή θεία - Χλόη άρχισε νά σερβίρη τό ροδισμένο κέκ. — -έρεις κάτι; είπε ό Τζώρτζ. Ό Τόμ Λίνκολν λέει πώς ή Τζέννυ τους είναι μαγείρισσα π ιό καλύτερή σου. — "Ελα Χριστός καί Παναγιά! 5 Αλήθεια; Δέν θα μάστε μέ τά καλά μας!, φώναξε πεπραγμένη ή νέ-
20