Skip to main content

Γκρέκο #1-36

Page 1

ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: ΤΙΝΑ ΧΕΛΙΩΤΗ © ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ Ε.Ε. ISBN: 978-618-206-077-3 ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2021 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ Ε.Ε.: ΑΛΤΑΝΗ 4, 153 51 ΠΑΛΛΗΝΗ ΤΗΛ.: 210-8983824 • E-mail: info@mikrosiros.gr • Site: www.mikrosiros.gr


ΒΙΒΑ, ΓΚΡΕΚΟ:

μά της (*). Ένα λεπτό πριν από τό τέλος του παιχνιδιού, ό δαιμονισμένος ΐνδιάνος Σ ιού Ε Κ ΑΠΟ IΑ ισυνο ικτα, μέ τό παράξενα κουρεμέ­ νοτ ιοανατολ ικα από τό κέντρο του Σάο Πάάλο νο κεφάλι, πέτυχε τό νικητή­ ριο γκολ. —δεύτερη ττόιλι στη Βραζιλία —οι ζητοκραυγές φτάνουν ώς "Υστερα ό αγώνας τελειώ­ τον ουρανό. Ή συνοικία λέγε­ νει. Τα πλήθη γεμίζουν τις· ται Μπάκα. Οί ζητοκρ αυγές μεγάλες πόρτες καί χύνονται έρχονται από τό πελώριο πο­ στους δρόιμους. δοσφαιρικό γήπεδο. Άλη|9ινή Τό γήπεδο αδειάζει. Μόνο τιριικ^μ ι-ορεΜη θάλασσα, τό σέ κάποια γωνιά του ένα ξαν­ πλήθος έχει ξεσπάσει σέ ξέ­ θό αγόρι ιμέ γαλανά ράτια, φρενο παραλήρηιμα. Ή θρυλι­ κή «Τόρεντ» νίκησε! Γ ι« μια (*) «Τόρεντ» σηιμιαίί'νιει Χείιμαιρρος. άκόιμα φορά δικαίωσε τό όνο­ ΜΙΑ ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ

Ε

ΤΙΜΗ ΔΡΑΧ. 2


4 δέν λέει νά τό κσυινήση,. Κυττάζει ιμέ όνεΐιρσττάλο βλέμμα τις δϋδειες κ'ερκίίδες, γεμάτες μέ αποκόμματα^ εφημερίδων, αποτσίγαρα καΐι πατημένα κουτιά. Κυττάζει και τό πρά­ σινο χαλί τού γηπέδου, τό ώργωμένο από τά πόδια των είκοσιδύο π ο δοσφ αιρ ιστών. Τούς βλέπει ιμέ τή φαντασία του ιάκόχμα νά τρέχουν εκεί /μέσα... Νά άγωνίιζωνται γιά τή νίικη. Βλέπει τον ασυγκρά­ τητο Σιού νά χυιμάη σάν μα­ νιασμένος ταύρος στο άντί^παλο τέρμα μέ τή μπάλλα ατά πόδια και νά την καρφώνη στά δίχτυα... Στά αυτιά του βουίζει ή νικητήρια ιαχή τής λαομάζας... Τά γαλάζια /μάτια του λάμπουν υπέροχα. Σπίθες πετοΰν... — ’Έ! Φιλοράκο! 5Άν πρό κειται νά κοιρηθής έδώ μέσα έχει καλώς! -Γιατί οί πόρτες θά κλείσαυν και θά βγής πιά αύριίο ιμέ τό καλό! Τό ξανθό αγόρι Ραφνιάζεται. Τινάζεται όρθιο. Συνήριχε ^αι όμως άμέσως. Χαμογελά ει στον ηλικιωμένο φύλακα πού του έχει μιλήσει, δείχνον ^ας ιμιά σειρά κάτασπρα, μαργαριταρένια δόντια, "Υστερα, χωρίς νά πή λέξι, γυρίζει καί φεύγει ήσυχα. Παίρ νει μέ αργό βήμα τον δρόμο γιά τον σταθμό1. Κόβει εισιτήριο γιά τό Παλμέρας. Μπαίνει στο τε­ λευταίο βαγόνι. Κάθεται άνα παυπΊκά σ’ ένα κάθισμα, δι­ αλέγοντας τό μέρος πού δέν υπάρχουν ίαλλοι επιβάτες. Την ώρα όμως πού τό τραίνο

ΓΚΡΕΚΟ ξεκινάει, τρεΐς άντρες όρμουν μέσα, μόλι ς προλ αβ αί νοντ ας την πόρτα πού έχει αρχίσει νά κλεινή. Κάθονται ό ένας πλάϊ του καί οί άλλοι δυο στο άντικρυνό του κάθισμα. Τό ξανθό αγόρι δέν τούς δίνει καμμ-ιά προσοχή. Τά μάτια του είναι καρφωμένα έξω από τό ανοιχτό παράθ'υρο. Τ αυτιά του είναι ακόμα γεμάτα από τις ζητωκραυγές τών φανατισμένων θεατών του γηπέδου. Ό άργός καί μονότονος θο ρυβος του συρμού, αρχίζει νά τον νανουρίζη, Τά μάτια του κλείνουν σιγαΗσιγά χωρίς νά τό καταλάβη καίί τό ξανθό του κεφάλι γέρνει στον ώμο του. Είναι ένα νεαρό παιδί, όχι περισσότερο από δεκαεπτά χρόνων. Τά χαρακτηριστικά του είναι πολύ όμορφα καί ευ­ γενικά. Είναι λεπτός, αλλά τά χέρια του καί τά πόδια του, ε'ναι γεμάτα ατσαλένια νεύρα, καί μαρτυρούν κατα­ πληκτική δύναμι καί σβελτά­ δα. Δέν είναι όμοιος μέ κα­ νόναν άπο τούς άλλους νέους πού τριγυρίζουν στούς δρό­ μους του Σάο 'Πάολο. Ασφα­ λώς θά είναι ξένος... Στην άρχή τό μουρμουριομα τών άνδρών πού έχουν καθήσει κοντά του άνακατεύε ται μέ τον θόρυβο του τραί­ νου καί τον νανουρίζει κι’ αυ­ τό περισσότερο. Μια δυο πε­ ρίεργες λέξεις δυως, πού φθά νουν στ5 αυτιά του, τον κά­ νουν νά νοιώση χωρίς νά ξέρη τό γιατί ένα αλλόκοτο αί­ σθημα. Δίχως νά τό θέλη προ


Ο ΗΡ&2 ΤΩΝ ΓΗΠ&ΔήΝ σέχει όλο καί πιο πολύ τά λό για τους. Ανοίγει τά^ μάτια καί τους βλέπει πού είναι σκυμμένοι κοντά - κοντά 6 έ­ νας (μέ τον άλλον. Τό ^ ύφος τους είναι συνωμοτ ικό. Τα πρόσωπά τους είναι σκληρά κΐάί γεμάτα κακία. Είναι σί­ γουροι πώς τό ξανθό εκείνο αγόρι κοιμάται καί πώς δεν τους ακούει. Γι5 αυτό όταν ο ένας τους τό βλέπει ξαφνικά νά τους ικυττάζη, γίνεται κατακόικκινος άττό τό θυμό1 του. — Κάνεις τον κοιμισμένο, σπιούνε, φωνάζει άγρια, και παρακολουθείς την κουβέντα μας! Θά σέ σιγυρίσω εγώ! Τό άσχημο μούτρο του εί­ ναι γεμάτο άπειλή. Τό άγόρι όμως τον κυττάζει μ5 ένα ύ­ φος απορημένο και άνασηκώνει τούς ώ/μους. Κάτι του λέ­ ει σέ μιά γλώσσα πού ό άν­ τρας δεν καταλαβαίνει οΰτε λέξι. Μονομιάς ησυχάζει. — Είναι ξένος !, (μουρμου­ ρίζει ,μέ άνακούφισι. Και με τρόμαξε ό βλάκας! 3Από ποιο ιμέρος είσαι, νεαρέ; Τό παιδί κουνάει πάλι τό κεφάλι πέρα - δώθε, σημάδι πώς δεν κατάλαβε τι σημαί­ νει ή έρώτησις. Ό συνομιλη­ τής του πεισμώνει καί οί άλ­ λοι δυο τον κυττάζουν πολύ προσεκτικά· Τά βλέμματά τους είναι ύπουλα σαν τού φιδ ού. Μά τό ξανθό άγόρι τους παρατηρεί μ5 ένα αμήχανο χαμόγελο, αάν νά στενοχωρι­ έται πού δεν μπορεί νά τους μιλήση. Φαίνεται έκατό τά έκατό αθώο. Εκείνος πού Τόδ μίλησε

πρώτος,^ ξαναλέει δείχνοντας με τό δάχτυλο τό στήθος του: -—*Έγώ Μπραζίλ!... Μπρα ζίλ!..ί Κατάλαβες, μπούφο; Έγώ, Μπραζίλ! 3Εσύ; Και κολλάει τώρα τό δάχτυλό του ατό στήθος τού αγοριού, πού το μάτια του λάμπουν, δεί­ χνοντας ότι κατάλαβε. — 3Ώ!, φωνάζει χαρούμε­ νος./Εγώ, " Ελλην! Ελλάδα! Ό συνομιλητής του στρα­ βομουτσουνιάζει πάλι. —ιΠώς τό είπες; μουγγρίζει ιμέ μια άσχημη^γκριμάτσα Είναι στη Γη αυτό τό μέρος πού λες; — Γκμέκο! Γκρέκο!, έπαναλαμβάνει τό ξανθό άγόρι. Τώρα καί οί τρείς Βραζι­ λιάνοι κυττάζονται μεταξύ τους ίκανοποιήμένοι. — Γκρέκο, έ; Μπράβο!, γρυλλίζει μέ κακό τρόπο έκεί νος πού τού έχει υποβάλλει την έρώτησι ικαί γυρνάει προς τούς συντρόφους του χωρίς νά τού δίνη άλλο σημασία. —"Ελληνας είναι!, τούς λέει περιφρονητικά. Πού στο δαίμονα βρέθηκε εδώ πέρα, Υσα-ίσα για νά μοΰ κόψη τό αίμα! Φοβήθηκα πώς μάς κα τασκόπευε, τό ζώον! 3Άς εί­ ναι, μπορούμε λοιπόν νά τά κουβεντιάσουμε ελεύθερα. Δεν μάς ακούει κανείς. ~Ας τελει­ ώνουμε τό σχέδιό1 μας... Πρέ­ πει, πριν φτάσουμε στη Σάν τα Σεσίλια, νά έχουμε συμ­ φωνήσει στις λεπτομέρειες... Θά τον βουτήξουμε λοιπόν ο­ ριστικά απόψε, νά τελειώνου­ με μ* αυτή την υπόθεσή Τι είβ πε ό αρχηγός;


ΓΚΡΕΚ€ — Ναί... Είπε πώς-πρέπει νά τελειώση; οπωσδήποτε. Αύριο είναι πιθανόν νά φύ­ γουν όλοι μαζί και τότε θά είναι πολύ δύσκολο, ανάμεσα σέ τόίσοιυς συντρόφους του... — Και πού θά τον δρουμε; — "Εμαθα ότι συχνάζει α ένα κέντρο, τό «Μπιάνκα». Έ γώ θά πάω μέσα καί θά τού παρουσιαστώ ώς δημοσιογρά ψος. Θά δρω τρόπο νά τον τραβήξω ^έξω. Εσείς θά εΐοαστε έτοιροι. Ό ένας θά τον χτυπήση στο κεφάλι. Ό άλλος θά είναι στο αμάξι ,μέ αναμμένη τή μηχανή, Θά τον φορτώσουμε στά γρήγορα καί θά τό σκάσουμε. Αυτό είναι όλο. Είναι πολύ απλό καί εύ­ κολο. —^ Έν τάξει, .μουρμουρίζει ο δεύτερους. "Αν προσέξουμε ολα θά πάνε ρολόι. Έγώ μό-

— 5Έ! φιλαράκο! "Αν πρό­ κειται νά κοιμηθής εδώ μέσα, έ­ χει καλώς!

Κόβει είσητήριο για τό Παλμέρας. λ ις βγούμε από τό τραίνο θά πάω νά φέρω τό αμάξι... Δεν ξαναμιλούν πιά, ώσ­ που τό τραίνο φτάνει στο Παλ μέρας. Οί τρεΐς άντρες ση­ κώνονται από τή θέσι τους. Τό ξανθό αγόρι άντίιθετα δεν κουνιέται. Ό ένας από τους τρεΐς συνωμότες τού ρίχνει μια λοξή ματιά. Φαίνεται ^ι­ κανοποιημένος πού δεν τον βλέπει νά σηκώνεται κι’ εκεί­ νος γιά νά βγή μαζί τους. ^— "Εχεις μεγάλο ταξίδι ά κόμα, έ; του φωνάζει κοροϊ­ δευτικά. Τό παιδί κουνάει καταφα­ τικά πολλές φορές τό κεφάλι του γελώντας ηλίθια καί έπα λαμβάνει1: — Ναί... Γιφέικο! Γκρέκο! ^ — Ρκρέκο, «βλάκας μέ λο­ φίο!, σκούζει ό άντρας και οί άλλοι δυο Βραζιλιάνοι σκάνε


9

6 ΗΡ0Ι ΤΩΝ ΤΗΠέΔΩΝ στα γέλια ραζί του. Τό ξανθό άγόρι βλέποντας τους ινά γελάνε, γελάει κι5 ε­ κείνα ιμέ /μεγαλύτερη ευθυμία. —* 5Εγώ Γ'κιρέκο!, φωνάζει Έσύ, Μπραζίλ! Σκασμένοι στα γέλια οι Βραζιλιάνοι, βγαίνουν στην πλατφόρρα και προχωρούν ττράς την έξοδο του στάθμου. Τότε μονομιάς τό πρόσωπο του αγοριού αλλάζει έκφρασί. Κάθε ίχνος ευθυμίας φεύγει ά ττό πάνω^ του και τά -μάτια του πετουν σπίθες ενεργητικιόίτηΐτος. Μ3 ένα ρεγάλο πήόη μα τρέχει ιστήν πόρτα του βα γονιού από την οποία είχαν βγή οι συνωμότες καί βγαίνει κι5 εκείνος από τό τραίνο. Α­ νακατεμένος με τον κόσμο πού συνωστίζεται έικεΐ ιμέσα, αρ­ χίζει νά τούς παρακολουθή βήμα προς βήμα μέ πολύ με­ γάλη, προσοχή...

Μ’ ενα πήδημα φτάνει στην άλλη πόρτα του βαγονιού και βγαίνει τρ έχοντας. Ο ΘΡΙΑΜΒΕΥΤΗΣ

Ο ΔΕΞΙΟ ιμπάκ τής «Τόρεντ», ό ίνδιάνος Σιού, είναι τό πρόισωπο τής ήμερας. Μέσα στο πολυτελές «πούλμαν» πού φέρνει την ο­ μάδα στη Σάντα Σεσίλια— την καρδιά τού Σάο Πάολο —-όλοι οι συιμπαΐκτες του τον έχουν περιτριγυρίσει μέ θαυ­ μασμό κι5 έχουν νά κάνουν ιμα ζί του. Ό ίδιος ό Σιού, πού πάντα παραδέχεται χωρίς κορμιά δυσκολία πώς είναι τρομερός π ο δοσφαιριστής, καμαρώνει σαν γύφτικο σκεπάρνι. Τό όνομα αυτό πού τού δί­ νουν είναι παρατσούκλι. Τον φωνάζουν έτσι επειδή ανήκει στην φυλή των ερυθροδέρμων

Τ

— Κάνεις σπιούνε I

τον

κοιμισμένο,


Ρκρβκο τών Σιού. "Οσο για τό άληθ,νό ταυ· είναι 'Ίντσου Να Τι­ άρα Λαμάτα, πού σημαίνει υεταφιραιζόμιενο «Γενναίος Α­ ετός ιμέ Τρυφερή Καρδιά»! Την ώρα πού τό «πούιλ,μαν» σταματάει έξω από την είσο­ δο τής «Μπάνκας», τό σκο­ τάδι έχει άρχίΐσει νά άπλωνε ται στο Σάο Πάολο. Ό Πντσου Νά πηδάει στο πεζοδρόμιο. Μπαίνει στο ικιέντρο. "Ολοι τόιν γνωρίζουν εδώ μέσα. Ό θυρωρός ύποκλίνεται βαιθειά μπροοτά του και τό πρόσωπό του λάμπει μό­ λις τον βλέπει. — Πιο γρήγορα, Σιού, του λέει χαμογελώντας, άν θέλης νά προλάβης τό μάτς! Πλη­ σιάζει ή ώρσ, πού θά... βγάλης τό γικίόλ! Ό Πντσου Νά, πηγαίνει κατ’ εύθεΐαν στο .μαγειρείο. Εκεί μέσα δεν γίνεται καμ μια δουλειά αυτή την ώρα. "Ολοι, μάγειρος βοηθοί και σερβιτόρες είναι γύρω από την τηλεόρασι. Πολλά έπιφω­ νήματα άπογοη,τεύσεως άκου γονται. Τούτη τη στιγμή ό ίδιος ό Σιού βρίισκιεται στην οθόνη τής συσκευής με τη μπάλλα στά πόδια του. "Ενας αντί­ παλος ορμάει καί του την παί|ρνει χωρίς καιμμιά απο­ λύτως δυσκολία. Ό Ινδιάνος κάθεται καί χάσκει αυτόν πού του πήρε τη μπάλλα, χωρίς νά κινηθή καθόλου γιά νά τρέ ξη νά τή;ν διεκδίκηση πάλι. Νέες κραυγές άπογοητεύσεως στο μαγειρείο. *Ένας

μέ άσπρο σκούφο γυρίζει καί τον βλέπει. —-Νά, ο Σιού!, ξεφωνίζει. Καλέ τί χάλια ήταν αυτά πού είχες σήμερα ’Ίντσου Νά; —Παρακαλώ τον λευκό α­ δελφό μου μέ τό λευκότερο λο φίο, λέει ό Σιού σοβαρώτατα δίαν λέη τό όνομά μου, νά τό λέη ολόκληρο! Δεν είμαι μό­ νο Γενναίος Αετός, αλλά καί Τ ,ρυφερή Κ αρδ ι ά! Κ αί', μέ την ευκαιρία αυτή, πού είναι ή αγαπημένη μου Λάλο; Μια μικρή καί πεταχτή, ό­ μορφη μελαχροινή, πού βρί­ σκεται^ ανάμεσα στις άλλες σερβιτόρες ντυμένη μέ την όμοάμορφη στολή τής «Μπιάν κας», βάζει μια φωνή: -— Φύγε από δώ νά μη σέβλιέπω! Δέν κυττάς τά χάλια σου, κακομοίρη, Σιού; Δέν μπορείς ...νά πάοης τά πό­ δια σου! Κύτταξε! ^"Ολοι καί ό Σιού μαζί κυττούν προς την όθόινη. Είναι πάλι ό Ινδιάνος μέσα σ’ αυ­ τήν. Τρέχει νά άνακόψη την κάθοδο ενός αντιπάλου κυνη­ γού, αλλά, βλέποντας πώς εί ναι δύσκολο νά τον φτάση;/ τον παρατάει καί στέκεται. Ό ^φοκός μεταφέρει τη σκηνή στις εξέδρες όπου οί σποδοί τής «Τόρεντ» χαλούν τον κό­ σμο μέ τις αποδοκιμασίες τους εναντίον τού "Ιντσου Νά "Υατείρα δείχνει τό μεγάλο ρολόϊ τού γηπέδου. ,, Μένουν δυο λεπτά γιά νά τελείωση ό αγώνας. "Υστερα δείχνει τον πίνακα τών αποτελεσμάτων. Τό σκορ είναι 2—2! Κάί^ ή σκηνή μεταφέρεται καί πάλι


Ο ΗΡΩΣ ΤΩΝ ΓΗΠΕΔΩΝ

9

στο γήπεδο. Ό κυνηγός πού Ή μπάλλα έρχεται καί βρί'είχε περάσει τον Σιού,^ φτά­ σκιει μέ τρομερή δύναμι τον νει στη μικρή περιοχή καί Ινδιάνο στο σβέ|ρκο, εκεί πού σουτάρει. Ή μπάλλα τραντά κάθεται... Τότε γίνεται κάτι ζει τά δοκάρια και γυρίζει τό απίστευτο. πίσω. Ό Σιού τινάζεται όρθιος -— Όρίστε!, ξεφωνίζει ή ξεχνώντας λυμένα τά κορδό­ Αάλα κοκκ ΐινίίζοντας από τό νια του. Τά μ άτια του, πετουν κακό της. Παρά λίγο νά τρώ­ λές φλόγες! Οί γροθιές του γαμε γκολ έξ αιτίας πού βα σφίγγονται μανιασμένα! Γί­ ρυάσουν νά κουνηιθής! Γιατί νεται ολόκληρος κατακιάκΐκινος, σά νά έχηι πάρει φωτιά! δεν σε πετουν πια έξω από τήν αμάδα γιά νά γλυτώσου­ Οί φλέβες του λαιμού του φθυ σκώνουν! Στριφογυρίζει τή με από τή λαχτάρα σου; Ή κοπείλλα δεν προλαβαί­ ματιά του στο Απέραντο γή­ νει νά πή τίποτα περισσότε­ πεδο μέ τέτοια λύσσα καί κα ρο. Μιά καινούργια φάσι στήν κία, σά νά ψάχνη, νά βρή κά­ οθόνη τής τηίλερράσεως έχει ποιον νά σκοτώση! καί πάλι γιά πρωταγωνιστή Καί ξαφνικά. βλέπει τή τον "Ιντσου Νά. μπάλλα στα πόδια ενός άντι Ό Ινδιάνος αυτή τή φορά πώλου παίκτου, πού προχω­ είναι καθισμένος κάτω στο ρεί Τρέχοντος προς τό τέρμα γρασίδι καί^ ενώ αγώνας υτής «Τόρεντ». πάρξεως διεξάγεται μπροστά Ό "Ιντσου Νά Τιάρα Λά στο τέρμα του, αυτός απαθέ­ μάτα, χύνεται καταπάνω του στατα δένει τά κορδόνια των σάν πραγματικός άετός. Ή π-απουτσιών του. ταχύτητά του είναι καταπλη­ — θεέ καί κύριε! # ξεφω­ κτική αυτή τή στιγμή. Ό αν­ νίζει ή Λάλα έξω φρένων. Τώ­ τίπαλός έχει κάνει δυο βήμα­ ρα τό κατάλαβα! Επίτηδες τα κΓ εκείνος δέκα καί τον έ­ τό κάνει! Είναι πληρωμένος! χει φτάσει! Τον πλήρωσαν! Του παίρνει τή μπάλλα καί Ούτε αυτή τή φορά δεν κα­ χάνεται άπό μπροστά του σάν τορθώνει νά συνέχιση τις φρικεραυνός. Τού κάκου ό άλλος κτές κατηιγορίες της, προσπαθεί νά τον άκολουθήΣτήν οθόνη τής τηλεοράση γιά νά τού τήν ξαναπάρη.. οεως συμβαίνουν καταπληικτι Μέσα σέ μιά στιγυή εγκατα­ κά πράγματα. λείπει τις προσπάθειες του. Κ αθως ό Σιού είναι καθι­ γ "Αλλοι διυό συμπαίΐκτες του σμένος κάτω καί εξακολουθεί χύνονται νά κόβουν τον δοόμε την ίδια πάντα απάθεια μο του Σιού. Μά οοτ5 έκεΤνοι νά είναι άπασχολημέ|νος μέ καταφέονουν τίποτα. Γεν­ τά κορδόνια του, ένας άλλος < ναίος Αετός είναι άσυλληαπό τά μπάκ τής ομάδας του " Γπτος. Σάν ένας άέρινος παί­ αποκρούει μέ ισχυρό σουτ. κτης τούς ξεφεύγει, μέ τήν


10 μπάλλα πάντα κολλημένη στά πόδια του. Κατεβαίνει προς το αντίπαλο τέριμα. ζεπερνάει σάν άστραπή τή γραμμή τής σέντρας. Τά πλήθη* ωρύονται πάνω στις εξέδρες. Οι οπαδοί τής «Τόρεντ» χειρονομούν σάν ,μα νιακιοί και χοροπηδούν στις κερκίδες τους. Ό Σι ου προχωρεί πάντα ακάθεκτος. "Άλλοι δυο προσ­ παθούν νά τον άνσκάψουν, -ε φεύγει κι5 απ’ αυτούς ξεγλοστρώντας σάν ψίδι κι" ύστερα από άλλον και άττο άλλον. Τρομοκρατημένοι δσοι άντίπα λοι έχουν άπομείνει υποστή­ ριξές τής αμύνης, όρμούν μαζεμένοι επάνω του γιά νά τον άνσκάψουν. Τίποτα αμως δεν φαίνεται άνθρωττίνως ικανό νά τον στα ματήση αυτή τή στιγμή, ΕΤ-

'Ο θυρωρός υποκλίνεται βαθειά μπροστά στόν Σιού.

ΓΚΡΕΚΟ

Αγώνας υπάρξεως διεξάγεται μπρος του κι’ εκείνος απαθέστα­ τα δένει τά κορδσνια του ϊ

ναι ένα υπεράνθρωπο Όν που αλωνίζει τό γήπεδο τώρα... Σάν τον άγριο άνεμο που δεν μπορείς νά έμπτοδίοης τον δ,ράμο του γιατί περνάει σψυ ρίζοντας άπ" όπου υπάρχει τό παραιμικίροτείρο κενό, έτσι κι" ό "Ίντσου Νά χύνεται προς τό αντίπαλο τέρμα. Ξεπερνάει τή γραμμή τής μεγάλης περιοχής καί ύστερα φθάνει στην άκρη τής .μικρής. Δυο μπάκ ραζί άρμουν να τον άνακόψουν. "Εκείνος μ" έ­ ναν άγριο βρυχηθμό σάν του πε ιναισμενού λ ι ονταρ ιου, σου­ τάρει. Λ·Παρά τις ξέφρενες κραυγές των φιλάθλων, ό κρότος του ποδιού του πάνω στο πετσί τής μπάλλας, άκούγεται ώς τις τελευταίες κερκίδες καί ά


Ο ΗΡΩΣ ΤΩΝ ΓΗΠΕΔΩΝ ττο τούς θεατάς τή,ς τηλεοράσεω-ς. Είναι ένα τρομακτικό σούτ. Ό άντίπταλος τερματοφύλα­ κας δεν προλαιβαίνει νά κινη6η από τη Βέσι του. Ή μπάλλα τραντάζει τά δίχτυα. Ό κόσμος στις εξέδρες πετάγε­ ται όρθιος. Μιά φοβερή βοή άκούγίεται. Οι συμπαΐκτες του Γενναίου 5 Αετού ορίμούν καταπάνω του νά τον άγκα­ λί άσουν. Τον ρίίχνουν κάτω, πέφτουν από πάνω του και τον ταράζουν ατά φιλιά καί σι ά συγ χ αρη,τή.ρ ι α. Ή σκηνή στήν τηλεόραισι δείχνει το πελώριο ρολόι. Τό τέλος τού παιχνιδιού έχει φτά σει·. Μερικά δευτερόλεπτα α­ πομένουν. Μέ τό χτύπημα τής σέντρας θά λήξη;. Τά πλήθη έξαικίολουθούν νά αποθεώνουν

Μ’ Εναν άγριο βρυχηθμό σαν τοΟ ττεινασμένου λιονταριού σουτά­ ρει μέ δάναμι.

11

Άίτ’ τή χαρά της ή Λάλα τού δίνει δυο σκαστά φιλιά ατά μά­ γουλα.

τον Σιού γιά την τρομερή καί χωρί ς προηγούμενο κατεβαίσιά του. "Οσο γιά τή Λάλα κι* αυ­ τή έχει ξεχάσει εντελώς όλα όσα έλεγε ως αυτή τή στιγμή. Τήν έχει συγκλονίσει ό ενθου σιασμός καί χοροπηδάει χτυ­ πώντας παλαμάκια καί ξεφων ίζοντ α ς χαρούμενα. Βλέπει ύστερα τον Ινδιάνο καί ορμάει επάνω του. 5Απτό τή χαρά τηρ τού δίνει δυο σκαστά φιλιά ατά δυο. μά­ γουλα. —Είσαι ήρωας !, τού λέει χωρίς νά την ένδιαφέρη πού πρίίν από λίγο έλεγε άλλα. Είσαι ό καλύτερος ποδοσφαι­ ριστής τού κόσμου! Μουψερες ανατριχίλες υπερηφάνει­


ας γ’ αυτή τήιν κατεβασιά σαυ! —"Ωστε.... "Ωστε ή μικρή λευκή μάγισσα είναι πειρήφαΜΠι για τον -φίλο τη(ς τον Σιού; ρωτάει 'ό Ινδιάνος συγκινημένος. —■ Και βέβαια! —"Ωστε τό μεθυστικό λου λουδι των αγρών θά δεχτή, νά γίνη; αρραβωνιαστικιά μου, άν στείίλω στον πατήρα της τόιν πατέρα μου, τον Μεγάλο Βούβαλο με τά Τρία Κέρατα; — "Οχι! , Ό Σ ιού μένει κατάπληκτος καί δλη του ή χαρά παγώνει μονομιάς. Στέκεται άπολιθωμένος σάν άγαλιμα. — Γιατί; μουρμουρίζει. Ή χίλωμή κόρη δεν συμτταθεΐ κα θολού τον Σιού; —Τον λατρεύει!, ξεφωνίζει ξάστερα ή ζωηρή Λ άλα. —Τότε λοιπόν; — 9Ω, Γενναίε Αετέ ^μέ τήν Τρυφερή Καρδιά καί τό... λιγοστό μυαλό!, ξεφωνίζει ή κοπέλλα σουφρώνοντας τά χειλάκια της. Σου τόιχω πη έικαηό φορές τό γιατί! "Άν δεν άλλάξης κεφάλι, μήν περί μένης πώς μπορεί ν" άρραβω νιαστούμε ποτέ! "Ή άφη|σε ό­ λα τά μαλλιά σου νά βγουν η κόψε κι5 αυτό τό φοβερό λοφίο πού έχεις αφήσει! — Λάλα! Μά αυτό είναι τό κούρεμα των αρχηγών των Σιού! Ό πατέρας μου είναι άογρίγός τής φυλής! Χωρίς αυτή τή φούντα δεν θά με ξαναδεχτή ποτέ πια στήιν καλύ­ βα του!

Κ ι’ έγώ 'δεν θά σε ξαναδε-

χτώ -μέ τή φούντα! Διάλεξή καί πάρε! Ό Σιού δμως δεν προλα­ βαίνει νά διαλέξη. "Ένα χέρι άικουμπάει στον ώ μ ο του καί γυρίζοντας βλέπει νά στέκη εμπρός του ένα πρό σωπο πού δεν τό έχει ξαναδή ποτέ του. -— Είμ α ι δημοσ ι ογράφ ο ς, του1 λέει ό τελευταίος αυτός. Θέλω νά σέ ρωτήσω κάτι ε­ ξαιρετικά ενδιαφέρον, Σιού. 5Αλλά εδώ γίνεται μεγάλη, φα σαρία. "Έρχεσαι σέ παρακα­ λώ μαζί μου, κάπου πού νά μπορώ νά γράψω αυτά πού θά μου πής ; Ό Σιού πού ή συζήτηαί του μέ τή Λάλα γιά τή φούν­ τα του κεφαλιού του έχει φτά σει σέ επικίνδυνο σημείο, παίρ νει τόν δημοσ ι ογράφο από τό χέρι καί βγαίνει άπό τό μα­ γειρείο τής «Μπιάνκας». "Οσο γιά τόν μάγειρο μέ τόν ψη|λό άσπρο σκούφο, έχει ένα πολύ παράξενο ύφος. — -Είναι καταπληκτικό!, μουρμουρίζει. Κάποιο μυστή­ ριο υπάρχει ιμ* αυτόν τόν δαι­ μονισμένο "Αετό μέ τήν Τρυ­ φερή Καρδιά! — Μά τίς λές, ΜττάρμπαΣάμ; ρωτάει κάποιος άπό τούς βοηθούς του. ,— Αυτό πού σου λέω!... "Έχω προσέξει δτι κάθε φορά πού κάτι συμβαίνει καί τόν χτυπάνε στο κεφάλι επάνω στο μιάτς, γίνεται άλλος άν­ θρωπος! "Αγριεύει!... Μοιάζει σαν θεός τού (Πολέμου εκείνη τή στιγμή!... -Καί κανείς δεν μπορεί νά τόν συγκράτηση!


Ο ΗΡΠΣ ΤΩΝ ΓΗΠΕΔΩΝ 5Ενώ ώς τότε σέρνεται μέσα στο γήπεδο κιαίΐ ιμέ δυσκολία μπορεί να κάνη ίμια σωστή πάσα, από τήν ώρα πού θά χτυπήση στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, γίνεται ασύγ­ κριτος !... " Ηιρωας !... 1 Ημίθε­ ος ! 'ΥΙπάρχει κάποιο μυστή­ ριο μ5 αυτόν τον ΐνδιάνο! Δεν μου τα βγάζετε από τό κεφά­ λι πώς υπάρχει κάποιο μυστή ριο... ΤΟ ΞΑΝΘΟ ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΟ

Ο ΞΑΝΘΟ * Ελληνόπουλο δεν αφήνει ούτε στιγμή από τά μάτια του τούς τιρεΐς άντρες που βγήκαν τό τραΐνο. "Εχει ακούσει όλα δσα είπαν και τάχει καταλά­ βει περίφημα. Έκεΐ πού αυ­ τοί τον πείραζαν νομίιζοντάς τον για χαζά, τούς έχει κο­ ροϊδέψει αυτός πού τούς έκα­ νε να πιστέψουν πώς δεν κα­ ταλάβαινε τή γλώσσα τους. Πριν όμως προχωρήσουμε παρακάτω, πρέπει νά πούμε δυο λόγια για τό παράξενο αυτό παιδί πού βρίσκεται σ’ έναν τόπο μακίρυά από τήν πατρίδα του. Τ’ όνομά του είναι Κώστας Γεωργίου. 'Πεννήθη,κε στην Α­ θήνα κΓ έμεινε νωρίς ορφανός άπό πατέρα. Ή μητέρα του πού εργάστηκε σ ικ λ η, ρ ά για νά τον μεγαλώση, πέθανε ικι* εκείνη όταν ό Κώστας έφθασε σέ ηλικία 12 χρόνων. Τό μικρό αγόρι έμεινε ολο­ μόναχο στον κόσμο. Κάποιος μσκρυνας θείος του, τάχα για

Τ

13

νά τον 'βοηιθήση: τόιν πήρε στην ταβέρνα του για βοη|θά. Στην πραγμ ατ ικότητ α ή δούλε ι ά ήταν πολύ σκληρή και ό θεΐος του, πού δεν τού έδινε δεκάρα έξω άίπό τό φαΐ του, είχε με­ γάλο κέρδος άπό αυτόν. Μα ο ιΚώστας ήταν ένα πα­ ράξενο αγόρι- μΐέ φωτεινό βλέμ μα. Καθώς ή ταβέρνα τού θεί­ ου ήταν στο Φάληρο, τά μά­ τια του κάθε φορά πού ξα­ πλωνόταν στο σανιδένιο κρεβ βάτι του, καρφώνονταν για ώ ρες στην απέραντη,, γαλάζια θάλασσα. Καί στον ύπνο του τά βράδυα, ό απαλός ήχος των κυμάτων γινόταν μια αλ­ λόκοτη φωνή που τον καλούαπό σε άπό πολύ μακρυά... 'Ένα πρωΐ ό Κώστας μίλη­ σε σέ κάποιον ναυτικό πού έρ χόταν συχνά στην ταβέρνα τού θείου του κι* έδειχνε νά συμπαθή εξαιρετικά τό νεαρό αγόρι. Τήν άλλη μέρα κιόλας, χωρίς νά ξέρη κίανεΐς τίποτα, βρισκόταν στο κατάστρωμα ενός μεγάλου φορτηγού πού έσχιζε περήφανα τή θάλασσα καί κυττούσε πίΐσω ταυ τήν άχνογάλαζη γραμμή τής στε­ ριάς πού χανόταν στην άπόστασι ....ίσως για πάντα... "Ετσι βρέθηκε στη Βραζι­ λία. Εργατικός κι5 έξυπνος δ πως ήταν, γρήγορα βρήκε δουλειά όπου όλοι τον άγαποΰ σαν. Γράφτηκε καί στο Γυμνά σι ο, όπου έκτος άπό^ τά μα­ θήματα του ήταν πρώτος καί ατό άγαπηίμένο του σπόρ: Τό ποδόσφαιρο. ^Ηταν ό καλύτε­ ρος παίκτης τού -Γυμνασίου του καί όλοι οι συμμαθητές


14 τ ου τον λάτρευαν κοοΐ τον θαύ ,μοοζσαν. ΑΠΑΓΩΓΗ

I ΔΥΟ συνωμότες φτά­ νουν στην πλοοτεία Παλ μέρας. 'Από την πλατεία παίρνουν τό λεωφορείο για τη Σάν τα Σεσίλια. Ό Κώστας ξέρει· καλά ττόΟ βρίσκεται ή «Μπιάνκα» στη Σάιντα Σεσίλια. Αποφασίζει νά τούς άκολουθήση μέ τό ε­ πόμενο^ λεωφορείο, για νά μη τον δουν μέσα στο Τ5ιο. Περιμένει. Για κακή του τύχη τό λεωφορείο έχει δυο λεπτά καθυστέρησ ι. Μέ την ψυχή στά^ δόντια ό Κώστας χύνεται μέσα μόλις φτάνει. Ψάχνει ολόκληρο τό-λεωφο­ ρείο μέ τό μάτι μήπως δη μέ-

©

'Ο ένας είναι τό ίνδαλμά του: 'Ο φημισμένος Ινδιάνος Σιον!

ΓΚΡΕΚΟ σοο κανέναν αστυφύλακα, αλλά δεν είναι τυχερός. Σ5 ένα τέταρτο έχει φτά­ σει. Κατεβαίνει και τρέχει μ5 όλη του τη δυναςμ ι τπρός τό ση μεΐο τής Σάντα Σεσίλια που ξέρει πώς βρίσκεται ή «Μπιάν κα». "Οταν φτάνη κοντά άναγ κάζεται νά σιγανέψη την τα­ χύτητά του. Άπό την άντιικρυνή γωνία βλέπει την λαμπροφωτισμένη είσοδο του κέντρου. Βλέπει καί τό πλαι'νό στενοσόκακο, ό­ που στέκεται ένα όομάξι μέ σβυστά φανάρια·. Ακούει ό­ μως τον κρότο τής μηχανής του πού είναι αναμμένη καί ή αγωνία σφίγγει σάν τανά­ λια την καρδιά του. Καταλα­ βαίνει ότι θά είναι έ κ ε ΐ ν ο τό αυτοκίνητο. Την ίδια στιγμή δυο άνθρω ποι βγαίνουν άπό τό κέντρο. Τον έναν τον ξέ(ρει πολύ κα­ λά: Είναι ό ένας άπό αυτούς πού έκαναν τή συνωμοσία του τραίνου. "Οσο γιά τον άλλο... ?Ω! Τον δεύτερο τον ξέρει α­ κόμα καλύτερα! Είναι τό ίν­ δαλμά του ανάμεσα στούς π ο δοσφαιριστές του Σάο Πάολο: Ό φημισμένος ίνδιάνος Σιού, πού τον αφήνει άναυδο <μέ τις ξαφνικές καί λιγοστές, αλλά τρομακτικές εφορμήσεις του. Αυτός πού τον έχει κά­ νει νά περιφρονή κάθε είδους διαισκέδασι γιά νά μαζεύη ό­ λα τά χρήματα πού του πε­ ρισσεύουν καί κάθε Κυριακή νά τά δίνη αδίστακτα γιά μιά καλή θέσι στο γήπεδο πού παίζει ή «Τόρεντ». Αυτός είναι λοιπόν ρ όονθρο}


Ο ΗΡΠΣ ΤΩΝ ΓΗΠΕΔΩΝ ττΌς ττου θέλουν ν’ άπαγάγουν καΐ^ ίσως νά σκοτώσουν οί τρεις συνωμότες του τραί­ νου; Φρίκη γ~>·ίζει την ψυχή του σ’ αυτή την ιδέα. Οι γροθιές του σφίγγονται με λύσσα. Δέ ξέρει τι νά κάνη. Βλέπει τον Σιού μέ τον α­ παίσιο συνοδό1 του πού βαδί­ ζει ξέννοιαίστα προς την γω­ νιά του δρόμου. Β λείπει μιά σκοτεινή σκιά πού παραμο­ νεύει πίσω- από εκείνη, τή γω νία. Γιά ιμιά στιγμή σκέπτεται νά φιωνάξηι. Δεν θά κερδίση! τίποτε μ5 αυτό. Πάλι θά προ­ λάβουν νά χτυπήσουν τον Ιν­ διάνο καΓι νά τον πάρουν μαζί τους και ύστερα αύτόρ δεν θά μπρρή νά κάνη πιά τίποτα. Σκέπτεται νά τρέξη νά τούς έπιτεθή ,μέ τις γροθιές του. Πάλι, ή αποτυχία του εί­ ναι πιροδιικασμένη. Οί κακο­ ποιοί είναι τρεΐς μεγαλόσω­ μοι· άντρες καί ασφαλώς θά είναι κ.α(ί ώπιλισ μόνοι. "Αντί νά βοηθήιση τον Σ ιού, μπορεί νά τους σκοτώσουν καί τούς δυο πάνω στήν πάλη.., βλέποντας ότι· κινδυνεύουν. Τί νά κάνη·; Μακάρι νά υπήρχε καιρός νά σκεφθή τό πρόβλημα αυτό. Δεν υπάρχει όμως. Ό Σιού έχει· φτάσει κιόλας στή σκο­ τεινή γωνιά. Ή ιμαύρη σιλουέττα που πα ρσμονευει τινάζεται. Τό* χέοι πού κρατά έναν λοστό σηκώ­ νεται ψηλά καί ξαναπέφτει με φόιρα. Ό Ινδιάνος βγάζει μιά >μι-

15

ιΟ Ινδιάνος δεν καταφέρνει ν’ α­ ποφυγή τό χτύπημα.

κ|ρή εκπληικίτηι κραυγή καί κά νει μιά προσπάθεια νά απο­ φυγή τό χτύπημα, αλλά δεν τά καταφέρνειι. Οί δυο κακοποιοί τόν άρπα ζουν καθώς πέφτει· καί τόν πε τούν μέσα από τήν πόιρτα του όςμαξιού πού ανοίγει μόνη της Τά φανάρια του^ αυτοκινήτου ανάβουν μονομιάς. Οί δυο άπαγωγεΐς μπαίνουν κι·5 εκείνοι μέσα στά σβέλτα καί ξεκινούν. Σε πολύ μικρή άπόιστασι, αλλά χωρίς νά μπορή νά κά­ νη καί τό παραμικρό, τό ξαν­ θό Ελληνόπουλο έχει· άπομεί νει μσιρμαρωμένο στή θέσι του. Έχει παρακολουθήσει μέ σφιγμένες τις γροθιές καί γουρλωμόνα μάτια τή φοβερή αυτή σκηνή. Καί τό μόνο πού μπόρεσε νά κάνη ήταν νά άποστηθίάη τόν αριθμό έκεί°


16

ΓΚΡΕΚΟ

νου του αυτοκινήτου ττού είχε ευθείαν στο τρήμα κινήρεως πάρει ιμαζί το-σ τους άπαγω- ^ ιδιωτικών αυτοκινήτων» γεΐς. , ^2 Ένας αξιωματικός κλειδώ—Ζ.Ρ. 986768..., ψιθυρίζει.^"νει αυτή τή σττγμή τά συρτάκάθε τόσο ρέσα άπρ τά δον- ^ρια του ετοιιμος να φυγή. Ό τια του για νά :μήν το ξεχάΚώστας τρέχει με θάρρος ση. ^ ^ κοντά του. Στο -μεταξύ^ τό άμάξι· μέ — Σάς παρακαλώ,- του Αε­ τούς άπαγωγεΐς και τον δύει ευγενικά, θά ήθελα άν σάς στυχο Σιού, χάνεται στο βάήταν δυνατόν νά μου κάνετε θος του δρόρου... μιά χάρι... Τό πρόσωπό του είναι συμ­ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ παθητικό καί τά γαλάζια ΣΧΕΔΙΟ μάτια του αιχμαλωτίζουν. Έξ άλλου από τήν προφορά του .ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ φαίνεται πώς είναι ξένος καί ξεκινάει στή στιγμή ό αξιωματικός τής τροχαίας τρέχοντα ς. του χαμογελάει. Τά ριάτι-α του σπιθίζουν πα — Τί ζηΐτάς νεαρέ μου; ράξενα. — θά ήθελα νά ράθω τή "Αν πάη. στήν αστυνομία διεύθυνσι κάποιου φίλου μου καί αναφέρει τό γεγονός, α­ από τον αριθμό του άμάξιου σφαλώς οί αστυνομικοί θά του. στείλουν ένα απόσπασμα νά Ό αξιωματικός κουνάει τό δρη τον Σιού. Εκείνος όμως κιεφάλ ι του. δεν θά μπόρεση νά πάη μαζί — Δέν νομίζεις πώς ήρθες τους. Αλλά ή άπόφασις του αργά γι’ αυτή τή δούλε ιά; Κώστα είναι ό μοναδικός τρό Αύριο τό πρωΐ θά σου πω ευ­ πος γιά νά πραγματοποίηση χαρίστως... τό όνειρό του καί νά μπόρε­ ση, κι* αυτός κάποτε νά φορέ— Κύριε, λέει 6 Κώστας ι­ ση τή θουλιική φανέλλα τής κετευτικά, ξέρω^πώς σάς κα­ «Τόρεντ» Καί ή ευκαιρία πού θυστερώ καί σάς ζητώ συγπαρουσιάζεται τώ,ρια γιά νά νώιμη. Αυτός ό φίλος μου ε^γίνουν φίλοι μέ τον Σιού εί­ ναι σωψέρ του κυρίου πού έ­ ναι μοναδική... χει τό αυτοκίνητο. Μέ περίιμέ "Οχι... Τό ξανθό Ελληνό­ νει απόψε, άλλα έχω ^ χάσει τή πουλο δεν θ’ άφήση νά πάη διεύθυνσι του. "Αν δέν τή μά­ χαμένη ή ευκαιρία αυτή. θω δεν θά μπορέσω νά πάω.. Στή στιγμή παίρνει ένα Ό αστυνομικός τον κυττάταξί καί δίνει στον οδηγό τή ζει περίεργα. διεύθυνσι τής τροχαίας. —^ "Εχεις χάσει τή δεύθυν Μ’δλο πού έχει σκοτεινιά­ σι κι’ έχεις τον αριθμό κύκλο σει είναι νωρίς άκόρα. Προ­ φορίσς του αφεντικού του; ρω λαβαίνει τά γραφεία τήν ώρα τά παραξενειμένος καί τον κυτ πού Κλείνουν. Πηγαίνει κατ’ τάζει έπίιμονα,

©


ό ΗΡ01 ΤΩΝ ΓΗΠΕΔΩΝ — Ναι, γιατί είχε φέρει ΊΤίραχτές το άμάξι στο συνερ­ γείο για έΐτπδιφθωσι και εί­ ναι περασμένο στα βιβλία μας... Έκε» το είδα. Ή δικαιολογία είναι φιυσικωτάτη. Ό Κώστας εξ άλλου τήγ είπε γρήγορα, σα να την εΤ(χε σχεδιάσμένη από καιρό στο μυσλό του1. Ό αστυνόμος του χαμογε­ λά πάλι. — Με κατάφερες!, του λέ ει. "Έλα μαζίι μου. Ό Κώστας πού στο μετα­ ξύ, μέσα στο αύτακίνη[το πού τόν έφερε έχει γράψει τό νοι> μερο μέσα σ" ένα χαρτάκι για νά μην τό ξέχάση, βγάζει τό χαρΤΐ άττό την τσέπη· του και τό δίνει στον άστυνόμο. Ό αξιωματικός τό παίρνει και τιίληισιάζει ένα ράφι μέ πολλά συρτάρια. "Αφού ψά­ χνει μέ μια ματιά τά ψηφία πού υπάρχουν έξω από τά συρτάρια, ανοίγει στο τέλος ένα άπ" αυτά. Βγάζει ένα δελτίο. Διαβά­ ζει : — Ζ.Ρ. 986768. Τζόε Κόλ λινς, αντιπρόσωπος. Παρέζο Β.Α. 36. Ό Κώστας κρατώντας ένα μολύβι σημειώνει γρήγορα τη διεύθυνσι. — Σάς ευχαριστώ πάρα πολύ!, μουρμουρίζει. Η... ΧΟΡΟΕΣΠΕΡΙΔΑ

Ο ΠΑΡΕΖΟ εΐναι μιά συ νοίκια στά Νότια τού Σάο Πάολο. Ό Κώστας βιάζεται νά φτάση και

Τ

και την τελευταία του δεκάρα γιά νά πάρη; πάλι ταξί1. Σέ δέκα λεπτά όμως βρίσκεται στον προορισμό του. "Αφήνει τό άμάξι και προχωρεί λίγο μέ τά- πόδια. Στά ηλεκτρικά φώτα τού δρόμου, ψάχνει γά­ το Β.Α. 36. ^ Λεν άργει νά τό άνακσλύψηι. Είναι ένα απομονωμένο κτί. ριο παλαιού ρυθμού, χτισμένο μέσα σ’ έναν πελώριο κήπο πού τον τριγυρίζει μιά ψηλή μ-άντρ)α. Πιάνω άπό' την καγκελένια αυλόπορτα κρέμεται ένα δυ­ νατό φως. Τό Ελληνόπουλο δέν τολ­ μάει νά ζυγώση προς τά έ­ κεΐ. Φέρνει γύρο τόν μαντρότοιχο και φτάνει στο πίσω μέ­ ρος τού σπιτιού. Χωρίς κανέ­ να δισταγμό -κάνει ένα πραγ­ ματικά αιλουροειδές πήδημα καί βρίσκεται στην κορφή τού τοίχου μέ μιά δυνατή έλξι. Μ" ένα δεύτερο πήδημα βρί­ σκεται μέσα στον σκοτεινό κήπο, ανάμεσα στά πυκνά δέντρα. Μιά στιγμή στέκεται καί κυττάζει ολόγυρα. Στήνει τό αυτί του μήπως πάρει από πουθενά κανέναν ήχο. Τίποτα όμως. Νεκρική σιγή απλώνεται, παντού. Π αίρνει θάρρος καί προχωρείς προς την κστεύθυνσι τής έπαύλεως. "Οταν φθάνη κοντά, βλέπε^ι πώς όλα τά παράθυρα τού σπιτιού είναι σκοτεινά, έκτος από ένα στην πρόσοψη στο ισόγειο. Πηγαίνει, κοντά στις μύτες τών ποδιών του, χωρίς δίνει


18

νά κάνη; καθόλου θόρυβο. Στέ­ κεται έξω από το παράθυρο και στήνει τό αυτί του. Α­ κούει κάτι, σιγανές ομιλίες, άλλα δεν μπορεί νά ξεχωρίση λόγια ούτε νά αναγνώριση κορμιά φωνή. Δεν στέκεται περισσότερο στο Τδιο /μέρος. Πηγαίνει στην δεξιά πλευρά τού οικήματος. Φθάνει έξω άπτό την κλειστή πόρτα τού γικαράζ. Είναι ηλεκτροκίνητη. Τρία μέτρα πρ]ν από αυτήν υπάρ­ χει στο χώρα ένα πεντάλ, πού δτίαν τό πατήση ή ρόδα τού άραξιιού, ανοίγει αυτομάτως. Ό Κώστας πηγαίνει και στέκεται πάνω σ5 αυτό τό π εν τάλ. Ή πόρτα αρχίζει νά ση

ΓΚΡΕΚΟ χώνεται σιγά-σιγά μ’ έναν σι γανό βόμβο. Τό ' Ελληνόπουλο νοιώθει την καιρδιά του νά σκιρτάη στην ιδέα ότι άιπό τό σπίτι .μπορούν ν' .ακούσουν τον θό­ ρυβο τής πόρτας του γκαράζ και νά τρέξουν νά δουν τι συμ βαίνει. Στέκεται ακίνητος σάν μαρ μαρωρένος ένα όλόικληρο λε­ πτό και περ[(μένει. Δεν άκούγεται ορως τίποτα. Ησυχά­ ζει. Μπαίνει στο γκαράζ και α­ νάβει μιά στιγμή τό φως. Δυο αστραφτερά αυτοκίνη τα βρίσκονται εκεί μέσα. Τό ένα είναι χωρίς αμφιβολία αυ τό πού μεταχειρίστηκαν γιά

Ό Κώστας δίνει μιά τρομερή κλωτσιά στον πρώτον άπ’ αυτούς.


Ο ΗΡΩΣ ΤΩΝ ΓΗΠΕΔΩΝ

'Η κλωτσιά του είναι άγρια. Είναι τό ξέσπασμα τής ψυχής του.

νά άπαγάγουν τον Σιού. Τό αναγνωρίζει καί πρίν ακόμα δή τόν άρι€|μό του. "Οταν τό βίλέπη, απλώς βεβαιώνεται. Τό γκαράζ δεν έχει καμίμιά άλλη έξοδο. Ό Κώστας δεν έχει πια δουλειά εκεί ιμέσα. Βγαίνει και πηγαίνει και πα­ τάει πάλι τό ίδιο πεντάλ, άφου πριν φροντίζει νά ξανασβύση1 τό φώς πού άναψε. Στέκεται άλλη /μια φορά έ­ να λεπτό στη θέσι του γιά νά σ ιγουρευτιή πώς δεν τόν άκου σαν και κανείς δεν έρχεται προς τό ίμερος του. Κυττάζει την κατασκότεινη έπαυλι. «Έδώ ιμΐέσα λοιπόν βρίσκε ται αυτή τη στιγμή ό Σ ιού!»

σκέπτεται μιέ σφιγμένες τίς γροθιές. «Δεν υπάρχει κορμιά όρφί'βολί'α γι5 αυτό. Και πρέ πει εγώ τώρα νά τόν ελευθε­ ρώσω... Πώς όμως θά τό κα­ ταφέρω; Και σε ποιο απ’ όλα τά δωράτια του μεγάλου αυ­ τού σπιτιού θά βρίσκεται, α­ κόμα κι5 άν καταφέρω νά μπω μέσα χωρίς νά με ρυριστοάν; Ή δούλειά αρχίζει νά φαί­ νεται δυσκολώτερη απ’ ότι τήν έχει λογαριάσει στήν άρ χή. Ωστόσο δεν απογοητεύε­ ται. -αναγυρίζει ανάμεσα στά δέντρα καί κάθεται κάτω. Άρ χίζει νά σκέπτεται, μέ τά μά­ τια καρφωμένα διαρκώς προς τήν έπαυλι. — ^ΊΞγω καιρό νά τό συλ


ίό

λογιστώ, μουρμουρίζει. "Ίσως όταν περιμένω να νυχτώση. πε ρισσάτερο θάναι πιο καλά. Μπορεί όλοι νά πάνε γιά ύ­ πνο... Για μια στιγμή ανατριχιά­ ζει. «Κι5 άν δεν είναι τούτο το μέρος που θέλουν νά τον πάνε οριστικά τον Σιού αυτοί πού τον έχουν άπαγάγει; Κι5 άν περιμένουν κι5 εκείνοι νά νυχτώση πιο πολύ γιά νά τον πά|ραυν από δώ^ και νά τον πάνε κάπου άλλου; "Ίσως γιά νά τον δολοφονήσουν;» Στην τρομερή αυτή σκέψι πετάγεται όρθιος και τά μά­ τια του λάμπουν αποφασιστι­ κά. — Ό,τι είναι νά γίνη, πρέπει νά γίνη τώρα!, μουρ­ μουρίζει μέσ5 από τά σφιγμέ να δόντια του. Βαδίζει πάλι προς τήν έπαυλι περπατώντας αθόρυβα. Πηγαίνει πρός^ τό πίσω μέ­ ρος του σπιτιού όπου υπολο­ γίζει νά βρή κάποια βοηθητι­ κή πόρτα ή κανένα παράθυ­ ρο, άπό τό οποίο ίσως καταφέρη; νά μπή μέσα. Πραγματικά, φτάνει έξω από την πόρτα τής κουζίνας, πού είναι κοπ-ασκότεινη,. Πριν δοκιράση άν άνοίγη, στήνει τό αυτί του. Λεν άκούγεται ό παραμικρός θόρυβος άπό μέ­ σα. •Π ι άνε ι τότ ε άποφ ασ ι στ ι κά τό χερούλι. Τά γυρίζει σιγάσιγά. Πριν φτάση στο τέρμα του τρίζει πολύ ανεπαίσθη­ τα, άλλα στ5 αυτιά του άντηχεί σάν κανονιά έκεΐνο τό έ-

ΓΚΡΕΚΟ λάιχιστο τρίξιμο. Μένει άκίνιη τος σάν άγαλμα γιά άλλη μιά φορά με το χερούλι τής πόρ­ τας μισοικατεβασμένο. Πάλι δεν άκούγονται βήματα. ΠαίΙρ νει θάρρος και κατεβάζει τό σιδερένιο χέρι ώς κάτω. Σπρω χνε τήν πόρτα, άλλά δεν άνοί γει. Είναι συρτωμένη άπό μέ­ σα. 5Αφήνει τό χερούλι μέ άπογοητευισι κι εκείνο τρίζει άλ­ λη μιά φορά δυνατώτερα κά­ πως άπό πριν. Ή καρδιά του Κώστα αρ­ χίζει νά τρέίμη. Δεν τον ενδιαφέρει γιά τόν διικό του κίνδυνο, ζέρει πώς δ,τι και νά συμβή εκείνος θά τρέξη καί μ5 ένα πήδημα θά ξεπεράση τη μάντρα γά νά χαθή στο σκοτάδι. Σκέπτεται όμως τόν καημέ νο τόν ϊνδιάνο πού θέλει νά σώση. Μήπως ήταν προτιμό­ τερο έστω καί τώρα, νά τρέ­ ξη, νά φέρη τήν άστυινομία καί νά αιφνιδιάσηι τούς άπαγωγεΐς; Λ Στή σκέψι αυτή σφίγγει μέ πείσμα τις γροθιές του. — Όχι!, γρυλλίζει θυμω μένος θά τά καταφέρω μόνος μου ώς τό τέλος!... Οΐ ένοικοι τού σπιτιού φαί­ νεται πώς ούτε αυτή τή φο­ ρά άκουσαν τό τρίξιμο τής πόρτας. Κι5 ό Κώστας διευθυ νεται στά δυο πλαϊνά παρά­ θυρα. Μ5 όλες του όμως τις έ­ ρευνες, βλέπει πώς είναι κα­ λά κλεισμένα καί μόνο άν σπάση τό τζάμι μπορεί νά ά­ νοιξη καί νά ,μπή. Μά είναι βέβαιο ότι τό σπί


Ο ΗΡΩΣ ΤΩΝ ΓΗΠΕΔΩΝ τι κατοιΙκιεΐται. Δέν τολμάει νά κάνη· κάτι τέτοιο. Άσφα1λώς θά τον ακούσουν άττό μέ­ σοι καί τότε όλες του οι πιροσ πάθειες νά πάνε χαμένες. Ναί, άλλο τότε πώς θα μπή έττιτέλους μέσα στην έπαύλι, γιΐο νά πρσσπαθήση, νά έλευθε ρώιση τον Σιού; Ό Κώστας ξύνει τό κεφάλι του μέ αμηχανία. Μέσο στο -μυαλό του άκούει ίμια λεπτή φωνούλα, που άσφολώς ανή­ κει· στη συνειίδησί του: «Σκέπτεσαι πολύ έγωϊστικά!», λέει αυτή ή φωνή, «Λο­ γαριάζεις περισσότερο τό κιέρ δος σου από τη γνωριμία σου μέ τον Σιού κΌι δεν λογαριά­ ζεις τη ζωή αυτού του νέου πού ίσως διατρέχει θανάσιμο κίνδυνο... "Έχεις κάθήκσν νά είδοπο ιήισης την άστυνο μ ία και νά μήν κάνης κάτι πού θά τον 6άλη σέ κίνδυνο...» Ό Κώστας κουνάει μέ άπο γοήτευαι τό κεφάλι του κακαφατιικά, σά νά άπαντάη στή συνείδησί του ότι έχει απόλυ­ το δίκιο σέ όσα τόΟ είπε. Ρίχνει μια τελευταία νευ­ ριασμένη ματιά προς τή σκο τεινή έπαϋλι και κάνει κιό­ λας τό πρώτο βήμα για νά πάηι στον μαντρότοιχο. ζαφνι κά, όμως, κοκκαλώνει στή θέσι του. ΤΓ είναι αυτός ό υπόκωφος θόιριυβσς πού ακούσε μέσα στή σιωπή τής νύχτας; Στήνει τ’ αυτί του ανατρι­ χιάζοντας μήπως τον άκούση ξανά. Καί πραγματικά, δέν περνάνε τρία - τέσσερα δευ­ τερόλεπτα καί ό θόρυβος ξα­

21

νακούγεται. Μοιάζει σαν κάποιος πόνεμένος βόγγος πού έρχεται μέ σα από τά έγκατα τής γης.., «Ό Σιού! !» Ή σκέψις αυτή σαν άστρα τυή περνάει από τό μυαλό του. Τινάζεται προς τή διεύθυνσι απ’ όπου προέρχεται τό βογ γηιτό. Τό ξανακούει για τρίτη φορά καί^ τώρα ^δυνατώτερα από τίς άλλες δυο-. Ξαφνικά σκοντάφτει· σ’ ένα πεζούλι^όπως βαδίζει. Είναι κατασκότεινα σ’ αυτό τό μέ­ ρος καί ^ δέν μπορεί νά διακρί νη μπρος του. Σκύβει. Μ·ιά σκάλα αρχίζει έκεΐ πού έχει χτυπήσει ^τό πόδι του Μια σκάλα πού κατεβαίνει βαθειά. Χωρί ς ^νά δ ι στάση ό Κώ­ στας αρχίζει νά κατεβαίνη τή σκάλα στις μύτες των παπου τσιών του. "Έχει απλωμένα τά χέρια μπροστά για νά μη σκοντάψη πουθενά. Φτάνει σέ μια πόρτα. Τότε ό βόγγος άκούγεται κάθσρώτερα στ’ αύτιά του πί σω από τήν πόρτα αυτήν. Εί­ ναι βόγγος ανθρώπου πού υ­ ποφέρει. Ό Κώστας είναι βέ βαιος ότι πρόκειται για τόν Σιού πού τόν έχουν ρίξει σ’ αυτό τό σκοτεινό υπόγειο. Λεν χάνει καιρό. Στήνει τ’ αυτί του κάί δέν άκούει τίποτ’ άλλο εκτός άπο τά βογγητά πού όσο πάνε -καί δυναμώνουν. Δεν θά είναι κανείς άλλος ε­ κεί μέσα... Ό Σιού θά είναι σίγουρα μόνος του. Πιάνει τό χερούλι κάί'προσ παθεΐ ν’ άνοιξη τήν πόιρτα. Δεν τά καταφέρνει. Ψηλαφί-


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook