Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού Τότε ο Μωυσής κάλεσε όλους τους πρεσβυτέρους του Ισραήλ και τους είπε: «Βγείτε έξω και πάρτε ένα αρνί για τις οικογένειές σας και σφάξτε το πάσχα. Και θα πάρετε ένα μάτσο ύσσωπο και θα το βουτήξετε στο αίμα που είναι στη λεκάνη, και θα αλείψετε το ανώφλι και τους δύο παραστάδες με το αίμα που είναι στη λεκάνη· και κανένας από εσάς δεν θα βγει από την πόρτα του σπιτιού του μέχρι το πρωί. Διότι ο Κύριος θα περάσει για να πατάξει τους Αιγυπτίους· και όταν δει το αίμα στο ανώφλι και στους δύο παραστάδες, ο Κύριος θα παρέλθει από την πόρτα, και δεν θα αφήσει τον εξολοθρευτή να μπει στα σπίτια σας για να σας πατάξει. Έξοδος 12:21-23 Και αν κάποιος έχει διαπράξει αμαρτία άξια θανάτου, και καταδικαστεί σε θάνατο, και τον κρεμάσεις σε ξύλο, το σώμα του δεν θα μείνει όλη τη νύχτα πάνω στο ξύλο, αλλά θα τον θάψεις εκείνη την ημέρα· (γιατί όποιος κρεμαστεί είναι καταραμένος από τον Θεό) για να μην μολυνθεί η γη σου, την οποία Κύριος ο Θεός σου δίνει σε σένα για κληρονομιά. Δευτερονόμιο 21:22-23 Διότι σκύλοι με περικύκλωσαν· σύναξη ασεβών με περικύκλωσε· τρύπησαν τα χέρια μου και τα πόδια μου· μπορώ να διακρίνω όλα τα κόκαλά μου· με κοιτάζουν και με κοιτάζουν· μοιράζονται τα ιμάτιά μου ανάμεσά τους, και ρίχνουν κλήρο για το ιμάτιό μου. Ψαλμός 22:16-18 Και μετά εξήντα δύο εβδομάδες ο Μεσσίας θα εκκοπεί, αλλά όχι για τον εαυτό του· και ο λαός του άρχοντα που θα έρθει θα καταστρέψει την πόλη και το αγιαστήριο· και το τέλος της θα είναι με κατακλυσμό, και μέχρι το τέλος του πολέμου έχουν οριστεί ερημώσεις. Δανιήλ 9:26 Και θα εκχύσω επάνω στον οίκο του Δαβίδ, και επάνω στους κατοίκους της Ιερουσαλήμ, πνεύμα χάριτος και δεήσεων· και θα κοιτάξουν επάνω σε μένα, τον οποίο τρύπησαν, και θα πενθήσουν γι' αυτόν, όπως πενθεί κανείς για τον μονογενή του γιο, και θα πικραθούν γι' αυτόν, όπως πικραίνεται κάποιος για τον πρωτότοκο γιο του. Ζαχαρίας 12:10 Διότι παρέδωσα εις εσάς πρώτον απ' όλα όσα και εγώ παρέλαβα, ότι ο Χριστός απέθανε για τις αμαρτίες μας σύμφωνα με τις γραφές, και ότι ετάφη, και ότι αναστήθηκε την τρίτη ημέρα σύμφωνα με τις γραφές· Α' Κορινθίους 15:3-4
Προφήτης Ησαΐας Ησαΐας 53 1 Ποιος πίστεψε στο κήρυγμα μας; Και σε ποιον αποκαλύφθηκε ο βραχίονας του Κυρίου; 2 Διότι θάρθει μπροστά του σαν τρυφερό φυτό, και σαν ρίζα από ξερή γη· δεν έχει μορφή ούτε ωραιότητα· και όταν τον δούμε, δεν υπάρχει ομορφιά για να τον επιθυμήσουμε. 3 Αυτός είναι καταφρονημένος και απορριφθείς από τους ανθρώπους· άνθρωπος των θλίψεων, και γνώριμος της θλίψης· και κρύψαμε τα πρόσωπά μας από αυτόν· καταφρονήθηκε, και δεν τον σεβαστήκαμε.
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
4 Αυτός βέβαια βάσταξε τις θλίψεις μας και έφερε τις θλίψεις μας· κι εμείς τον θεωρήσαμε χτυπημένο, χτυπημένο από τον Θεό και ταλαιπωρημένο. 5 Αὐτός δὲ ἐπληγώθη διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν, μαστιγώθη διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν· ἡ τιμωρία τῆς εἰρήνης ἡμῶν ἦν ἐπ’ αὐτόν, καὶ διὰ τῶν πληγῶν αὐτοῦ ἐθεραπευθήκαμεν. 6 Όλοι εμείς σαν πρόβατα πλανηθήκαμε· στραφήκαμε ο καθένας στον δικό του δρόμο· και ο Κύριος έβαλε επάνω του την ανομία όλων μας. 7 Καταπιέστηκε, και ταλαιπωρήθηκε, και δεν άνοιξε το στόμα του· φέρθηκε σαν αρνί στη σφαγή, και σαν πρόβατο μπροστά σε αυτούς που το κουρεύουν άφωνο, έτσι δεν άνοιξε το στόμα του. 8 Αυτός πάρθηκε από τη φυλακή και από την κρίση· και ποιος θα διηγηθεί τη γενεά του; Επειδή, εξολοθρεύτηκε από τη γη των ζωντανών· επειδή, για την ανομία του λαού μου, τον πατάξαν. 9 Και έκανε τον τάφο του μαζί με τους ασεβείς, και μαζί με τους πλούσιους στον θάνατό του· επειδή, δεν έπραξε βία, ούτε υπήρχε δόλος στο στόμα του. 10 Κι όμως, ο Κύριος ευδόκησε να τον συντρίψει· τον λύπησε· όταν προσφέρεις την ψυχή του ως θυσία για την αμαρτία, θα δει το σπέρμα του, θα μακροημερεύσει τις ημέρες του, και η ευδοκία του Κυρίου θα ευοδωθεί στο χέρι του. 11 Θα δει τον πόνο της ψυχής του, και θα χορταστεί· με τη γνώση του θα δικαιώσει πολλούς ο δίκαιος δούλος μου· επειδή, αυτός θα βαστάξει τις ανομίες τους. 12 Γι' αυτό, θα του δώσω μερίδιο με τους μεγάλους, και θα μοιράσει τα λάφυρα με τους δυνατούς· επειδή, έδωσε την ψυχή του σε θάνατο· και αριθμήθηκε μαζί με τους ανόμους· και βάσταξε την αμαρτία πολλών, και μεσίτευσε για τους ανόμους.
Ευαγγέλιο του Ματθαίου Ματθαίος 26 1 Και αφού ο Ιησούς τελείωσε όλους αυτούς τους λόγους, είπε στους μαθητές του: 2 Ξέρετε ότι μετά δύο ημέρες είναι η εορτή του Πάσχα, και ο Υιός του ανθρώπου παραδίδεται για να σταυρωθεί. 3 Τότε συγκεντρώθηκαν οι αρχιερείς και οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι του λαού στην αυλή του αρχιερέα, που ονομαζόταν Καϊάφας, 4 καὶ συνεβουλεύθησαν ἵνα συλλάψουν τὸν Ἰησοῦν μὲ δόλο καὶ θανατώσουν αὐτὸν. 5 Είπαν όμως: Όχι κατά την εορτή, για να μην γίνει αναταραχή ανάμεσα στον λαό. 6 Όταν λοιπόν ο Ιησούς ήταν στη Βηθανία, στο σπίτι του Σίμωνα του λεπρού, 7 Ἡλθὼν πρὸς αὐτὸν γυναὴ ἔχουσα ἀλαβαστρινὸν ἀγαλματὸν μύρον πολὺ πολὺ, καὶ ἔχυσεν αὐτὸν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ, ὅταν καθῆτο εἰς τὸ τραπέζι. 8 Όταν όμως το είδαν αυτό οι μαθητές του, αγανάκτησαν και είπαν: «Τι είναι αυτή η σπατάλη;» 9 Διότι τούτο το μύρο μπορούσε να πουληθεί πολύ ακριβά και να δοθεί στους φτωχούς. 10 Όταν ο Ιησούς το κατάλαβε, τους είπε: « Γιατί ενοχλείτε τη γυναίκα; Γιατί έκανε καλό έργο σε μένα». 11 Διότι τούς πτωχούς πάντα έχετε μαζί σας· εμένα όμως δεν έχετε πάντα. 12 Διότι ἐχύνοντας τούτο τό μύρο ἐπὶ τὸ σῶμά μου, τὸ ἔκανε γιὰ τὴν ἐνταφή μου. 13 Αληθώς σας λέγω, όπου κηρυχθή το ευαγγέλιο τούτο σε όλο τον κόσμο, θα ειπωθεί και τούτο που έκανε αυτή η γυναίκα σε ανάμνησή της. 14 Τότε ένας από τους δώδεκα, που ονομαζόταν Ιούδας Ισκαριώτης, πήγε στους αρχιερείς, 15 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τί θὰ μοῦ δώσετε, καὶ σᾶς τὸν παραδώσω; καὶ συνήψαν πρὸς αὐτὸν τριάκοντα ἀργύρια. 16 Και από τότε ζητούσε ευκαιρία να τον παραδώσει. 17 Ἐν δὲ πρῶτῃ ἡμέρᾳ τῆς ἑορτῆς τῶν ἀζύμων ἦλθον οἱ μαθηταί πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ λέγουσιν αὐτῷ· Πού θέλεις νὰ σὲ ἑτοιμάσωμεν τὸ πάσχα; 18 καὶ εἶπεν· Πορεύεσθε εἰς τὴν πόλιν πρὸς τὸν τοὺς ἀνθρώπους καὶ εἴπετε αὐτῷ· ὁ Διδάσκαλος λέγει· Ἔγγιξεν ὁ καιρός μου· τὸ πάσχα τὸν οἶκον σου τῷ μαθητῷ μου τὸν γάρ τῷ ἔτι σου τὸν ἔτι τῶ 2
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
19 Και οι μαθητές έκαναν όπως τους είχε προστάξει ο Ιησούς, και ετοίμασαν το πάσχα. 20 Όταν δε έγινε βράδυ, κάθισε στο τραπέζι μαζί με τους δώδεκα. 21 Και καθώς έτρωγαν, είπε: « Αμέσως σας λέω ότι ένας από εσάς θα με προδώσει». 22 Και λυπήθηκαν υπερβολικά, και άρχισαν να του λένε ο καθένας: Κύριε, μήπως εγώ είμαι; 23 Καὶ ἀπεκρίθη καὶ εἶπεν· Ὅποιος βουτήξει τὴν χεῖρα αὐτοῦ μετὰ ἐμοῦ εἰς τὸν φάβακα, αὐτός θὰ με παραδώσει. 24 Ο Υιός του ανθρώπου πηγαίνει, καθώς είναι γραμμένο γι' αυτόν· αλλά, ουαί εις τον άνθρωπον εκείνον, δια του οποίου παραδίδεται ο Υιός του ανθρώπου· καλόν ήτο εις τον άνθρωπον εκείνον, εάν δεν είχε γεννηθεί. 25 Αποκρίθηκε τότε ο Ιούδας, αυτός που τον πρόδιδε, και είπε: «Διδάσκαλε, μήπως εγώ είμαι;» Εκείνος του είπε: « Εσύ είπες». 26 Καὶ ἐνῶ ἔτρωγον, λαβὼν ὁ Ἰησοῦς ἄρτον καὶ εὐλόγησεν αὐτὸν καὶ ἔτει τοῖς μαθηταίς καὶ εἶπεν· Λάβετε, φάγετε· αὐτὸ ἐστιν τὸ σῶμά μου. 27 Και λαβών το ποτήριον, ευχαρίστησεν, και έδωσεν εις αυτούς λέγων· Πίετε εξ αυτού πάντες· 28 ὅτι τοῦτο ἐστιν τὸ αἷμά μου τῆς καινῆς διαθήκης, τὸ ὑπὲρ πολλῶν χυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. 29 ἀλλὰ σὲ λέγω ὑμῖν ὅτι οὐκ ἔτι πιῶ ἀπὸ τοῦτο τοῦ καρποῦ τῆς ἀμπελοῦ ἕως ἐκείνης τῆς ἡμέρας, ὅταν πίνω αὐτὸν καὶνον μετὰ ὑμῶν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Πατρός μου. 30 Και αφού έψαλαν ύμνο, βγήκαν στο όρος των Ελαιών. 31 Τότε ο Ιησούς λέει σ’ αυτούς: Όλοι εσείς θα σκανδαλιστείτε εξαιτίας μου αυτή τη νύχτα· επειδή, είναι γραμμένο: Θα πατάξω τον ποιμένα, και θα διασκορπιστούν τα πρόβατα του ποιμνίου. 32 ἀλλὰ ἀφοῦ ἀναστηθῶ, θὰ ὑπάρξω πρὸς ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν. 33 Απεκρίθη ο Πέτρος και είπε προς αυτόν· Και αν πάντες σκανδαλισθώσιν εν σοι, εγώ ουδέποτε θα σκανδαλισθώ. 34 Ο Ιησούς του είπε: « Αληθώς σοι λέγω ότι αυτή τη νύχτα, πριν λαλήσει ο πετεινός, τρεις φορές θα με αρνηθείς». 35 Ο Πέτρος του είπε: «Και αν χρειαστεί να πεθάνω μαζί σου, δεν θα σε αρνηθώ». Ομοίως, είπαν και όλοι οι μαθητές. 36 Τότε έρχεται μαζί τους ο Ιησούς σε έναν τόπο που λέγεται Γεθσημανή, και λέει στους μαθητές: Καθίστε εδώ, μέχρι να πάω εκεί να προσευχηθώ. 37 Και πήρε μαζί του τον Πέτρο και τους δύο γιους του Ζεβεδαίου, και άρχισε να λυπάται και να στενοχωριέται πολύ. 38 Τότε λέγει προς αυτούς· Λυπημένη είναι η ψυχή μου μέχρι θανάτου· μείνετε εδώ και αγρυπνείτε μαζί μου. 39 Καὶ προχωρῆσας ὀλίγον, ἔπεσεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ προσευχήθηκεν λέγων· Πάτερ μου, εἰ ἢ ἢ δυνατὸν ἂς παρέλθη ἀπὸ ἐμοῦ τὸ ποτήριον αὐτό· πλὴν οὐχὶ ὅπως ἐγὼ θέλω, ἀλλὰ ὅπως σὺ θέλεις. 40 Και έρχεται προς τους μαθητάς και τους ευρίσκει κοιμισμένους, και λέγει προς τον Πέτρον· Τι, δεν ηδυνήθητε να αγρυπνήσετε μετ’ εμού μία ώρα; 41 Αγρυπνείτε και προσεύχεστε, για να μην μπείτε σε πειρασμό· το πνεύμα πρόθυμο είναι, η δε σάρκα ασθενής. 42 Ἀπῆλθεν πάλιν τὴν δευτέραν φοράν καὶ προσευχήθη λέγων· Πάτερ μου, εἰ μὴ δυνηθῇ νὰ παρέλθη ἀπὸ ἐμοῦ τὸ ποτήριον αὐτὸν ἐὰν μὴ πίῃ αὐτό, γενηθήσεται τὸ θέλημά σου. 43 Και ήρθε και τους βρήκε πάλι να κοιμούνται, γιατί τα μάτια τους ήταν βαριά. 44 Καὶ ἀφὼν αὐτοὺς καὶ ἀπὸ τῆς πόλεως ἐξῆλθεν καὶ προσευχήθη τὴν τρίτην φοράν λέγων τὰ αὐτά λόγια. 45 Τότε έρχεται στους μαθητές του και τους λέει: « Κοιμάστε τώρα και αναπαυθείτε. ιδού, η ώρα έφτασε, και ο Υιός του ανθρώπου παραδίδεται σε χέρια αμαρτωλών». 46 Σηκωθείτε, ας πάμε· ιδού, πλησίασε αυτός που με παραδίδει.
3
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
47 Και ενώ αυτός ακόμα μιλούσε, ιδού, ο Ιούδας, ένας από τους δώδεκα, ήρθε, και μαζί του ένα μεγάλο πλήθος με μάχαιρες και ξύλα, από τους αρχιερείς και τους πρεσβυτέρους του λαού. 48 Ὁ δὲ παρέδωκεν αὐτὸν ἔδωκεν αὐτοῖς σημείον λέγων· ὅν φιλήσω, αὐτός ἐστιν· κρατήσατε αὐτὸν. 49 Και αμέσως πλησίασε τον Ιησού και είπε: Χαίρε, δάσκαλε, και τον φίλησε. 50 Καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Φίλε, τί ἔρχεσαι; Τότε προσήλθον, ἔθεσαν τὰ χέρια ἐπὶ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἔλαβον αὐτὸν. 51 Και ιδού, ένας από αυτούς που ήταν μαζί με τον Ιησού, αφού άπλωσε το χέρι του, έβγαλε τη μάχαιρά του και χτύπησε έναν δούλο του αρχιερέα και του έκοψε το αυτί. 52 Τότε ο Ιησούς του είπε: « Βάλε πίσω το σπαθί σου στη θέση του· όλοι οι άνθρωποι που παίρνουν σπαθί θα απολεστούν με σπαθί». 53 Νομίζεις ότι δεν μπορώ τώρα να παρακαλέσω τον Πατέρα μου, και να μου δώσει αμέσως περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες αγγέλων; 54 Πώς λοιπόν θα εκπληρωθούν οι γραφές, ότι έτσι πρέπει να γίνει; 55 Εν τη αυτώ ώρα είπε ο Ιησούς προς τα πλήθη· Ως επί ληστήν εξήλθατε μετά μαχαιριών και ξύλων δια να με συλλάβετε; Καθήμην συνάθροισας υμών διδάσκων εν τω ιερώ, και δεν με συλλάβατε. 56 Ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ ἐγίνοντο ἵνα ἐπληρώθῃ τὰς γραφὰς τῶν προφητῶν. Τότε πάντες οἱ μαθηταί ἐγκατέλειψαν αὐτὸν καὶ ἔφυγαν. 57 Και αυτοί που είχαν πιάσει τον Ιησού τον οδήγησαν στον Καϊάφα τον αρχιερέα, όπου ήταν συγκεντρωμένοι οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι. 58 Ο δε Πέτρος τον ακολούθησε από μακριά μέχρι το ανάκτορο του αρχιερέα, και εισήλθε μέσα και κάθισε μαζί με τους υπηρέτες, για να δει το τέλος. 59 Οι δε αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι και όλο το συνέδριο ζητούσαν ψευδομαρτυρία εναντίον του Ιησού, για να τον θανατώσουν. 60 ἀλλὰ οὐκ εὑρῆκαν· νὰ μοῦ ἦλθαν οὐκ ἔυρον· ἐστὶ δὲ πολλοὶ ψευδομάρτυρες ἦλθαν οὐδὲν. Τελευταῖς ἦλθαν δύο ψευδομάρτυρες, 61 καὶ εἶπεν· Οὗτός εἶπεν· Δύναμαι ἐγὼ γκρεμίσω τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐν τρῷ ἡμέρᾳ ἀνοικοδομήσω αὐτόν. 62 Καὶ ὁ ἀρχιερεὺς ἀναστηθεῖς εἶπεν αὐτῷ· Οὐδὲ ἀπαντῶς; Τί μαρτυροῦν οὗτοι ἐναντίον σου; 63 Ο Ιησούς όμως σιώπησε. Αποκριθείς δε ο αρχιερέας είπε προς αυτόν· Σε εξορκίζω εις τον ζώντα Θεόν να ειπής ημίν εάν συ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού. 64 Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Συ είπες· πλην λέγω υμίν· από του νυν ιδήτε τον Υιόν του ανθρώπου καθήμενον εκ δεξιών της δυνάμεως και ερχόμενον εν νεφέλαις ουρανού. 65 Τότε ο αρχιερέας έσχισε τα ιμάτιά του, λέγοντας: Βλασφημία είπε· τι χρειαζόμαστε πλέον από μάρτυρες; Ιδού, τώρα ακούσατε τη βλασφημία του. 66 Τι νομίζετε; Αποκρίθηκαν και είπαν: Είναι ένοχος θανάτου. 67 Τότε έφτυσαν στο πρόσωπο του και τον γρονθοκόπησαν, και άλλοι τον χτύπησαν με τις παλάμες των χεριών τους, 68 λέγοντας: Προφήτευσε σε εμάς, Χριστέ, ποιος είναι αυτός που σε πάταξε; 69 Ο δε Πέτρος καθόταν έξω στην αυλή. Και μια δούλη τον πλησίασε και του είπε: «Και συ ήσουν μαζί με τον Ιησού τον Γαλιλαίο». 70 Ἐκεῖνος δὲ ἀρνήθη ἐνώπιον πάντων λέγων· Οὐκ ἔγνω τί λέγεις. 71 Καὶ ὅτε ἐξῆλθεν εἰς τὴν στοὺς αἱρεῖς, ἦν αὐτὸν ἄλλη ὑπηρέτρια καὶ εἶπεν πρὸς τοὺς ἐκεῖθεν· Καί αὐτὸς ἦν μετὰ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου. 72 Και πάλιν αρνήθηκε με όρκο: Δεν γνωρίζω τον άνθρωπο. 73 Και ύστερα από λίγο, ήρθαν προς αυτόν οι παρεσταμένοι και είπαν στον Πέτρο: «Βεβαίως και εσύ είσαι ένας από αυτούς, επειδή ο λόγος σου σε προδίδει». 74 Τότε άρχισε να καταριέται και να ορκίζεται, λέγοντας: Δεν γνωρίζω τον άνθρωπο. Και αμέσως λάλησε ο πετεινός.
4
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
75 Και θυμήθηκε ο Πέτρος τον λόγο του Ιησού, που του είπε: Πριν λαλήσει ο πετεινός, τρεις φορές θα με αρνηθείς. Και βγήκε έξω και έκλαψε πικρά. Ματθαίος 27 1 Όταν ξημέρωσε, όλοι οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού έκαναν συμβούλιο εναντίον του Ιησού για να τον θανατώσουν. 2 Και αφού τον έδεσαν, τον οδήγησαν και τον παρέδωσαν στον Πόντιο Πιλάτο, τον ηγεμόνα. 3 Τότε ο Ιούδας, που τον είχε προδώσει, όταν είδε ότι καταδικάστηκε, μετανόησε και επέστρεψε τα τριάκοντα αργύρια στους αρχιερείς και στους πρεσβυτέρους, 4 λέγοντας: «Αμάρτησα, επειδή πρόδωσα αθώο αίμα». Αυτοί όμως είπαν: «Τι μας έρχεται αυτό; Πρόσεχε εσύ». 5 Και αφού έριξε τα αργύρια μέσα στον ναό, έφυγε και πήγε και κρεμάστηκε. 6 Και λαβόντες οι αρχιερείς τα αργύρια, είπον· Δεν επιτρέπεται να βάλωμεν αυτά εις το θησαυροφυλάκιο, διότι είναι τιμή αίματος. 7 Και αφού έκαναν συμβούλιο, αγόρασαν με αυτά το χωράφι του κεραμέα, για να θάβουν εκεί ξένους. 8 Γι’ αυτό, ο αγρός εκείνος ονομάστηκε «Αγρός αίματος» μέχρι σήμερα. 9 Τότε εκπληρώθηκε το ρηθέν μέσω Ιερεμία του προφήτη, λέγοντας: Και έλαβαν τα τριάκοντα αργύρια, την τιμή εκείνου που εκτιμήθηκε, τον οποίο εκτίμησαν οι γιοι Ισραήλ· 10 και τα έδωσε για τον αγρό του κεραμέα, καθώς μου πρόσταξε ο Κύριος. 11 Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἦταν ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος· καὶ ὁ ἡγεῖς αὐτὸν λέγων· Σὺ εἶ ὁ βασιλεύς τῶν Ἰουδαίων; καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Σὺ λέγεις. 12 Και όταν κατηγορήθηκε από τους αρχιερείς και τους πρεσβυτέρους, δεν απάντησε τίποτα. 13 Τότε ο Πιλάτος του είπε: «Δεν ακούς πόσα μαρτυρούν εναντίον σου;» 14 Και δεν του απάντησε ούτε έναν λόγο, ώστε ο ηγεμόνας θαύμασε πολύ. 15 Κατά δε την εορτήν εκείνην ο ηγεμόνας συνήθιζε να απολύει εις τον λαόν έναν φυλακισμένον, όστις ήθελεν. 16 Και είχαν τότε έναν επιφανή κρατούμενο, που ονομαζόταν Βαραββάς. 17 Όταν λοιπόν συγκεντρώθηκαν, ο Πιλάτος τους είπε: «Ποιον θέλετε να σας απολύσω; Τον Βαραββά ή τον Ιησού, που λέγεται Χριστός;» 18 Διότι ήξερε ότι από φθόνο τον είχαν παραδώσει. 19 Ὅταν ἦταν ἐπί τοῦ βήματος τῆς κρίσεως, ἔστειλε πρὸς αὐτὸν λέγων· Μηδεμίαν ἐν τῷ δικαίῳ τοῦτο· γὰρ πολλὰ ὑπέστηκα σήμερον εἰς ὄνδρον ἐξ αὐτοῦ. 20 Οι δε αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι έπεισαν το πλήθος να ζητήσουν τον Βαραββά και να θανατώσουν τον Ιησού. 21 Απεκρίθη ο ηγεμόνας και είπε προς αυτούς· Τιν εκ των δύο θέλετε να σας απολύσω; Είπαν· Βαραββά. 22 Λέγει προς αυτούς ο Πιλάτος· Τι λοιπόν να κάνω τον Ιησούν τον λεγόμενον Χριστόν; Όλοι λέγουν προς αυτόν· Ας σταυρωθή. 23 Καὶ ὁ ἡγεμόνας εἶπεν· Διὰ τοῦτο, τί κακόν ἔκανεν; Αὐτοὶ δὲ περισσότερον ἔκραζαν, λέγοντες· Σταυρωθήτω. 24 Ὅταν εἶδεν ὁ Πιλάτος ὅτι οὐδὲν ἔσεται ἐν ὑποχώρησις, ἀλλὰ ἀλλὰ ἀλλὰ ὑπάρχει ἀναταραχή, λαβὼς ὕδωρ καὶ ἔνιψε τὰς χεῖρας αὐτοῦ ἐμπρὸς τοῦ ὄχλου, λέγων· Ἀθώος εἶμαι ἀπὸ τοῦ αἰῶνος τοῦ δικαίου τούτου· ὑμεῖς φροντῶτε. 25 Τότε απεκρίθη πας ο λαός και είπε· Το αίμα αυτού επ’ ημάς και επ’ τα τέκνα ημών. 26 Τότε απέλυσεν εις αυτούς τον Βαραββά· και αφού μαστίγωσε τον Ιησούν, παρέδωσεν αυτόν δια να σταυρωθή. 27 Τότε οι στρατιώτες του ηγεμόνα πήραν τον Ιησού στην αίθουσα του προεδρείου και συγκέντρωσαν κοντά του όλη την ομάδα των στρατιωτών. 28 Και τον έγδυσαν και τον έντυσαν με κόκκινο χιτώνα.
5
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
29 Και αφού έπλεξαν ένα στεφάνι από αγκάθια, το έβαλαν πάνω στην κεφαλή του και ένα καλάμι στο δεξί του χέρι· και γονάτισαν μπροστά του και τον ενέπαιξαν λέγοντας: Χαίρε, βασιλιά των Ιουδαίων. 30 Και έφτυσαν επάνω του, και πήραν το καλάμι, και τον χτυπούσαν στο κεφάλι. 31 Και αφού τον ενέπαιξαν, του έβγαλαν το ιμάτιο και τον έντυσαν με τα δικά του ρούχα και τον οδήγησαν για να τον σταυρώσουν. 32 Καὶ ἐξῆλθον εὑρῆσαν ἄνδρα ἀπὸ Κυρηνῆς, ὀνομαζόμενον Σίμων, αὐτὸν ἀνάγκασαν νὰ σηκώση τὸν σταυρὸν αὐτοῦ. 33 Και όταν έφτασαν σε έναν τόπο που ονομαζόταν Γολγοθάς, που σημαίνει τόπος κρανίου, 34 Του έδωσαν να πιει ξίδι ανακατεμένο με χολή· και όταν το γεύτηκε, δεν ήθελε να πιει. 35 Και τον σταύρωσαν, και μοίρασαν τα ιμάτιά του ρίχνοντας κλήρο, για να εκπληρωθεί το ειπωμένο μέσω του προφήτη: Μοίρασαν τα ιμάτιά μου ανάμεσά τους, και πάνω στο ιμάτιό μου έριξαν κλήρο. 36 Και αφού κάθισαν, τον παρακολούθησαν εκεί. 37 καὶ ἔστησαν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ γραμμένην τὴν κατηγορίαν αὐτοῦ· Οὗτός ἐστιν Ἰησοῦς ὁ βασιλεύς τῶν Ἰουδαίων. 38 Τότε σταυρώθηκαν μαζί του δύο ληστές, ο ένας στα δεξιά και ο άλλος στα αριστερά. 39 Και όσοι περνούσαν από εκεί τον χλεύαζαν κουνώντας τα κεφάλια τους, 40 καὶ λέγοντες· ὁ γκρεμίζων τὸν ναὸν καὶ ἐν τρῶσιν ἡμέρας οἰκοδομεῖν αὐτόν, σῶσε σεαυτόν· ἐὰν εἶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, κατέβα ἀπὸ τοῦ σταυροῦ. 41 Ομοίως και οι αρχιερείς, περιπαίζοντας τον, μαζί με τους γραμματείς και τους πρεσβυτέρους, έλεγαν: 42 Άλλους έσωσε, τον εαυτόν δε δύναται να σώσει· εάν εστιν βασιλεύς του Ισραήλ, ας κατέβη τώρα από του σταυρού, και θέλομεν πιστεύσει εις αυτόν. 43 ἐπὶ Θεὸν ἐλπίσθη· ἄς τὸν ἐλύσῃ νῦν, ἐὰν θέλει αὐτὸν· γὰρ εἶπεν· ὅτι ἐγὼ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ εἰμι. 44 Και οι ληστές, που σταυρώθηκαν μαζί του, του το έλεγαν αυτό. 45 Από δε της έκτης ώρας έγινε σκοτάδι επάνω σε όλη τη γη μέχρι της ενάτης ώρας. 46 Και περίπου την ένατη ώρα ο Ιησούς φώναξε με δυνατή φωνή, λέγοντας: Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί; δηλαδή: Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες; 47 Ἀκούσαντες δὲ μερικοί ἀπὸ τῶν ἑσταμένων ἐκεῖθεν εἶπαν· Οὗτός φωνάζει τὸν Ἡλίαν. 48 Και ευθύς έτρεξε ένας από αυτούς, πήρε ένα σφουγγάρι και το γέμισε με ξύδι, και το έβαλε σε ένα καλάμι και του έδωσε να πιει. 49 Οι υπόλοιποι έλεγαν: «Άσε, ας δούμε αν θα έρθει ο Ηλίας να τον σώσει». 50 Ο Ιησούς, αφού φώναξε ξανά με δυνατή φωνή, παρέδωσε το πνεύμα. 51 Και ιδού, το καταπέτασμα του ναού σχίστηκε στα δύο από πάνω μέχρι κάτω· και η γη σείστηκε, και οι βράχοι σχίστηκαν· 52 Και ανοίχθηκαν οι τάφοι, και πολλά σώματα των κεκοιμημένων αγίων αναστήθηκαν, 53 καὶ ἐξῆλθον ἐκ τῶν τάφων μετὰ τὴν ἀνάστασίν αὐτοῦ καὶ εἰσῆλθον εἰς τὴν πόλιν τῆς ἁγίας καὶ ἐφανερώθη ἐν πολλῷ. 54 Όταν λοιπόν ο εκατόνταρχος και όσοι ήταν μαζί του και φύλαγαν τον Ιησού, είδαν τον σεισμό και τα όσα έγιναν, φοβήθηκαν πολύ και είπαν: «Αληθινά, αυτός ήταν ο Υιός του Θεού». 55 καὶ ἦσαν ἐκεῖ γυναῖκες πολλὲς ἀπὸ μακρὰν ἀκόμα ἀκόμα ἀκολουθοῦσαν τὸν Ἰησοῦν ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας, ὑπηρετώντας αὐτὸν· 56 ἀνάμεσα ἦν ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή, καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καὶ Ἰωσῆ, καὶ ἡ μητέρα τῶν τέκνων τοῦ Ζεβεδαίου. 57 Ὅταν ἔγινε ἑσπέρα, ἦλθε ἄνδρας πλούσιος ἀπὸ Ἀριμαθαίας, ὀνομαζόμενος Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτός ἦν μαθητής τοῦ Ἰησοῦ. 58 Ἐλθὼν πρὸς τὸν Πιλάτον καὶ παρεκάλεσε τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Τότε ὁ Πιλάτος διέταξε νὰ παραδοθῇ τὸ σῶμα. 59 Και αφού ο Ιωσήφ πήρε το σώμα, το τύλιξε σε καθαρό λινό ύφασμα,
6
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
60 καὶ ἔθετο αὐτὸν εἰς τὸν καινὸν αὐτοῦ τάφον, τὸν ὁποῖον ἐλάμβανε εἰς τὸν βράχον· καὶ κύλησεν λίθον μεγάλον εἰς τὴν θύραν τοῦ μνήματος καὶ ἀπῆλθεν. 61 καὶ ἦν ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καὶ ἡ ἄλλη Μαρία καθήμενες ἀπέναντι στὸν τάφο. 62 Την δε επόμενη ημέρα, που ακολούθησε την ημέρα της παρασκευής, οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι συνάχθηκαν στον Πιλάτο, 63 λέγοντες· Κύριε, ενθυμούμεθα ότι ο απατεώνας εκείνος είπε, ενώ ζούσε ακόμα, Μετά τρεις ημέρες θα αναστηθώ. 64 Δώσε λοιπόν εντολή να φυλαχτεί ο τάφος μέχρι την τρίτη ημέρα, για να μην έρθουν οι μαθητές του τη νύχτα και τον κλέψουν και πουν στον λαό: Αναστήθηκε από τους νεκρούς· έτσι, η τελευταία πλάνη θα είναι χειρότερη από την πρώτη. 65 Ο Πιλάτος τους είπε: «Έχετε φρουρά· πηγαίνετε, φροντίστε όσο μπορείτε». 66 Πήγαν, λοιπόν, και ασφάλισαν τον τάφο, σφραγίζοντας την πέτρα και τοποθετώντας φρουρά. Ματθαίος 28 1 Εν τω τέλει του Σαββάτου, καθώς άρχιζε να ξημέρωνε προς την πρώτη ημέρα της εβδομάδας, ήλθε η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία για να δουν τον τάφο. 2 Και ιδού, έγινε σεισμός μεγάλος· επειδή, άγγελος Κυρίου κατέβηκε από τον ουρανό, ήρθε και κύλισε την πέτρα από την πόρτα και κάθισε επάνω της. 3 Η όψη του ήταν σαν αστραπή, και τα ρούχα του λευκά σαν χιόνι. 4 Και από τον φόβο του οι φύλακες ταράχτηκαν και έγιναν σαν νεκροί. 5 Καὶ ἀπεκρίθη ὁ ἄγγελος καὶ εἶπεν τῶν γυναῖκων· Μὴ φοβεῖσθε· γὰρ οἶδα ὅτι ζητεῖτε τὸν Ἰησοῦν τὸν σταυρωθέντα. 6 Δεν είναι εδώ, γιατί αναστήθηκε, καθώς είπε. Ελάτε, δείτε τον τόπο όπου ήταν ξαπλωμένος ο Κύριος. 7 Και πηγαίνετε γρήγορα και πείτε στους μαθητές του ότι αναστήθηκε από τους νεκρούς· και ιδού, πηγαίνει πριν από εσάς στη Γαλιλαία· εκεί θα τον δείτε· ιδού, σας το είπα. 8 Και αυτοί έφυγαν γρήγορα από το μνημείο με φόβο και μεγάλη χαρά, και έτρεξαν να αναγγείλουν στους μαθητές του. 9 Καὶ ἐνῶ ὑπῆρχον νὰ ἀπαγγείλουν εἰς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ, ἰδοὺ ὁ Ἰησοῦς τὰ συνήντησεν αὐτοῖς λέγων · Χαίρε. καὶ ἐλθόντες, ἐπισκέφθησαν τὰ πόδια αὐτοῦ καὶ προσεκύνησαν αὐτὸν. 10 Τότε ο Ιησούς τους είπε: « Μη φοβάστε· πηγαίνετε και αναγγείλετε στους αδελφούς μου να πάνε στη Γαλιλαία, και εκεί θα με δουν». 11 Ενώ δε αυτοί πορεύονταν, ιδού, μερικοί από τη φρουρά ήρθαν στην πόλη και ανήγγειλαν στους αρχιερείς όλα όσα είχαν γίνει. 12 Και αφού συγκεντρώθηκαν μαζί με τους πρεσβυτέρους, και αφού έκαναν συμβούλιο, έδωσαν στους στρατιώτες πολλά χρήματα, 13 λέγοντες· Εἶπεν, οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἦλθον νυκτός καὶ ἔκλεψαν αὐτόν ἐνῷ ἐμᾶς κοιμοῦμεν. 14 Και αν αυτό φτάσει στα αυτιά του κυβερνήτη, θα τον πείσουμε και θα σας ασφαλίσουμε. 15 Πήραν λοιπόν τα χρήματα και έκαναν όπως τους δίδαξαν. Και αυτός ο λόγος διαδίδεται ευρέως στους Ιουδαίους μέχρι σήμερα. 16 Τότε οι έντεκα μαθητές πήγαν στη Γαλιλαία, στο βουνό όπου τους είχε ορίσει ο Ιησούς. 17 Και όταν τον είδαν, τον προσκύνησαν· μερικοί όμως δίστασαν. 18 Και προσήλθε ο Ιησούς και τους μίλησε λέγοντας: « Δόθηκε σε μένα κάθε εξουσία στον ουρανό και στη γη». 19 Πορευθέντες λοιπόν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος· 20 διδάσκοντες αυτούς να τηρούν πάντα όσα παρήγγειλα εις εσάς· και ιδού, εγώ είμαι μετ' υμών πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν.
7
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
Ευαγγέλιο του Μάρκου Μάρκος 14 1 ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΥΟ ημερας ητο η εορτη του πασχα και των αζυμων· και οι αρχιερεις και οι γραμματεις ζητουντες τροπον να συλλαμβανωσιν αυτον με δολιοτητα και να θανατωσωσιν. 2 Είπαν όμως: Όχι κατά την εορτή, για να μην γίνει αναταραχή από τον λαό. 3 Καὶ ὅταν ἦν ἐν Βηθανία, εἰς τὸ σπίτι τοῦ Σίμωνος τοῦ λεπρού, καὶ καθήμενος εἰς τὸ τραπέζι, ἦλθε γυνὴ ἔχουσα ἀλαβάστρινο δοχείο μῦρου νάρδου πολύτιμου, καὶ ἔσπασε τὸ δοχείο καὶ ἔχετο ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ. 4 Καὶ ὑπῆρχον μερικοί ὀργισθέντες ἐν ἑαυτοῖς καὶ ἔλεγον· Διατί ἔγινε αὐτὴ ἡ σπατάλη τοῦ μύρου; 5 Διότι μπορούσε να πουληθεί για περισσότερο από τριακόσια δηνάρια και να δοθεί στους φτωχούς. Και γόγγυζαν εναντίον της. 6 Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· ἄφητε αὐτὴν ἤσυχα· τί τὴν ἐνοχλεῖτε; ἔργον καλὸν ἐποίησεν ἐπὶ μοι. 7 Διότι τούς πτωχούς πάντα έχετε μαζί σας, και όποτε θέλετε μπορείτε να τους κάνετε καλό· εμένα όμως δεν έχετε πάντα. 8 Ἔκανε ὅ,τι ἠδύνατο· προὶ ἔδωκεν ἀλοιφὴν τὸ σῶμά μου εἰς ταφήν. 9 Αληθώς σας λέγω, όπου κηρυχθή το ευαγγέλιο τούτο σε όλο τον κόσμο, και αυτό που έκανε θα λέγεται σε ανάμνησή της. 10 Και ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, ένας από τους δώδεκα, πήγε στους αρχιερείς, για να τον παραδώσει σε αυτούς. 11 Και όταν το άκουσαν, χάρηκαν και του υποσχέθηκαν να του δώσουν χρήματα. Αυτός όμως ζητούσε πώς να τον παραδώσει με εύνοια. 12 Και την πρώτη ημέρα των αζύμων, όταν έσφαζαν το πάσχα, οι μαθητές του τον ρώτησαν: «Πού θέλεις να πάμε και να ετοιμάσουμε για να φας το πάσχα;» 13 Καὶ ἀποστέλλει δύο ἀπὸ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτοῖς· Πηγαίνετε εἰς τὴν πόλιν, καὶ ἀπαντήσει ὑμᾶς ἄνδρας βαστάζων ὕδωρ· ἀκολουθήσατε αὐτὸν. 14 Και όπου κι αν μπει, πείτε στον οικοδεσπότη: Ο Διδάσκαλος λέει: Πού είναι το ξενώνας, όπου θα φάω το πάσχα μαζί με τους μαθητές μου; 15 Και θα σας δείξει ένα μεγάλο ανώγειο, επιπλωμένο και ετοιμασμένο· εκεί ετοιμάστε για εμάς. 16 Καὶ ἐξῆλθον οἱ μαθηταί αὐτοῦ καὶ ἐλθόντες εἰς τὴν πόλιν καὶ εὑρόντες καθὼς εἶπεν αὐτοῖς καὶ ἡτοίμασαν τὸ πάσχα. 17 Και το βράδυ έρχεται με τους δώδεκα. 18 Καὶ ἐνῶ ἐκάθισεν καὶ ἔτρωγον, εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἕνας ἀπὸ ὑμῶν ὅς φάγει μετὰ μοι, θὰ με προδώσει. 19 Και άρχισαν να λυπούνται και να του λένε ένας προς έναν: «Μήπως εγώ είμαι;» και άλλος έλεγε: «Μήπως εγώ είμαι;» 20 Και αποκρίθηκε και τους είπε: « Ένας από τους δώδεκα είναι αυτός που βουτάει μαζί μου στο πιάτο». 21 Ο Υιός του ανθρώπου μεν πηγαίνει, καθώς είναι γραμμένο γι' αυτόν· αλλοίμονο όμως στον άνθρωπο εκείνον, διαμέσου του οποίου παραδίδεται ο Υιός του ανθρώπου· καλόν έστιν εις τον άνθρωπον εκείνον, εάν δεν είχε γεννηθεί ποτέ. 22 Καὶ ἐνῶ ἔτρωγον, λαβὼν ὁ Ἰησοῦς ἄρτον καὶ εὐλόγησεν καὶ ἔτεινε αὐτοῖς καὶ εἶπεν· Λάβετε, φάγετε· αὐτὸ ἐστιν τὸ σῶμά μου. 23 Και αφού έλαβε το ποτήριο, και αφού ευχαρίστησε, το έδωσε σε αυτούς· και ήπιαν απ’ αυτό όλοι. 24 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τοῦτο ἐστιν τὸ αἷμά μου τῆς καινῆς διαθήκης, τὸ ὑπὲρ πολλῶν χυνόμενον. 25 Αληθώς σας λέγω, δεν θα πιω πλέον από τον καρπό της αμπέλου μέχρι εκείνη την ημέρα που θα τον πιω καινούργιο στη βασιλεία του Θεού. 26 Και αφού έψαλαν ύμνο, βγήκαν στο όρος των Ελαιών. 27 Καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Πάντες ὑμεῖς ἔσται σκανδαλισμένοι διὰ ἐμοῦ νύκτα· γὰρ γέγραπται· Θεὸς πατάξω τὸν ποιμένα, καὶ ἀποσκορπισθήσονται τὰ πρόβατα. 8
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
28 Αφού όμως αναστηθώ, θα πάω πριν από εσάς στη Γαλιλαία. 29 Ο Πέτρος όμως του είπε: «Και αν όλοι σκανδαλιστούν, εγώ όμως όχι». 30 Καὶ λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἀμὴν σοι λέγω, ὅτι σήμερον καὶ νύκτα ταύτην, πρὶν λαλήσει ὁ πετεινός δύο φορές, τρις ἀρνηθήσῃ με. 31 Ἐκεῖνος δὲ ἐλάλησεν ἐν τῷ ἐπιθυμήτῳ· Ἀκόμα καὶ ἀποθάνῃ μετὰ σῶν, οὐκ ἔρνησίν σε οὐδὲ. Ὁμοίως ἔλεγον καὶ πάντες. 32 Και ήλθαν σε έναν τόπο που ονομαζόταν Γεθσημανή· και λέει στους μαθητές του: Καθίστε εδώ, μέχρι να προσευχηθώ. 33 Και παραλαμβάνει μετ' εαυτού τον Πέτρο και τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, και άρχισε να νιώθει μεγάλη θαυμασμό και να είναι πολύ λυπημένος. 34 καὶ λέγει αὐτοῖς· Λυπῆται ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου· μείνατε ἐδῶ καὶ ἀγρυπνεῖτε. 35 Καὶ προχώρησε λίγον πρὸς τὸν ἔπεσεν εἰς τὴν γῆν καὶ προσευχόταν ἵνα παρέλθη ἀπὸ αὐτοῦ ἡ ὥρα. 36 καὶ εἶπεν· Ἀββά, Πάτερ, πάντα δυνατά σοι· ἀφαίρεσε ἀπὸ ἐμοῦ τὸ ποτήριον αὐτὸν· πλὴν οὐχί ὅ,τι θέλω ἐγὼ, ἀλλὰ ὅ,τι σὺ θέλεις. 37 Και έρχεται και τους βρίσκει να κοιμούνται, και λέει στον Πέτρο: Σίμων, κοιμάσαι; Δεν δυνήθης να αγρυπνήσεις μία ώρα; 38 Αγρυπνείτε και προσεύχεστε, για να μην μπείτε σε πειρασμό. Το πνεύμα είναι πρόθυμο, η δε σάρκα ασθενής. 39 Και πάλιν απήλθεν και προσευχηθείς ελάλησε τα αυτά λόγια. 40 Και όταν επέστρεψε, τους βρήκε πάλι να κοιμούνται, (γιατί τα μάτια τους ήταν βαριά), ούτε ήξεραν τι να του απαντήσουν. 41 Και έρχεται την τρίτη φορά και τους λέει: Κοιμάστε τώρα και αναπαυθείτε. Αρκεί, ήρθε η ώρα. ιδού, ο Υιός του ανθρώπου παραδίδεται σε χέρια αμαρτωλών. 42 Σηκωθείτε, ας πάμε· ιδού, έφτασε αυτός που με προδίδει. 43 Και αμέσως, ενώ αυτός ακόμα μιλούσε, έρχεται ο Ιούδας, ένας από τους δώδεκα, και μαζί του πολύς όχλος με μάχαιρες και ξύλα, από τους αρχιερείς και τους γραμματείς και τους πρεσβυτέρους. 44 καὶ ὁ παρέδος αὐτὸν ἔδωκεν αὐτοῖς σημείον λέγων· ὅποιον φιλήσω, αὐτός ἐστιν· πιάσατε αὐτὸν καὶ ὁδηγήσατε ἀσφαλῶς. 45 Και μόλις ήρθε, ευθύς πλησίασε αυτόν και είπε: Διδάσκαλε, διδάσκαλε· και τον φίλησε. 46 Και αφού έθεσαν τα χέρια τους πάνω του, τον έπιασαν. 47 Καὶ ἕνας ἀπὸ τῶν παρευρισκομένων ἔσυρε μάχαιραν καὶ ἐπάταξε τὸν δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως καὶ ἀπέκοψε τὸ ὀστὸν αὐτοῦ. 48 Και ο Ιησούς αποκρίθηκε και τους είπε: « Σαν εναντίον ληστή, με μάχαιρες και ξύλα, βγήκατε να με πιάσετε;» 49 Καθημερινώς ήμουν μαζί σας στο ναό διδάσκοντας, και δεν με πιάσατε· αλλά, πρέπει να εκπληρωθούν οι γραφές. 50 Και όλοι τον εγκατέλειψαν και έφυγαν. 51 Και τον ακολούθησε ένας νεαρός, που είχε περιβάλει το γυμνό του σώμα με λινό ύφασμα, και οι νεαροί τον έπιασαν. 52 καὶ ἄφησε τὸ λινό ύφασμα καὶ ἔφυγε γυμνός ἀπὸ αὐτοῦ. 53 καὶ ὁδήγησαν τὸν Ἰησοῦν πρὸς τὸν ἀρχιερέα· καὶ συνήχθησαν μετ᾽ αὐτοῦ πάντες οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ γραμματεῖς. 54 Καὶ ὁ Πέτρος ἀκολούθησεν αὐτὸν ἀπὸ μακρὰν ἕως τῆς οἰκίας τοῦ ἀρχιερέως, καὶ ἐκάθισε μετὰ τῶν δούλων καὶ ζεστάθηκεν ἐπὶ τὴν φωτιάν. 55 Και οι αρχιερείς και όλο το συνέδριο ζητούσαν μαρτυρία εναντίον του Ιησού για να τον θανατώσουν, αλλά δεν έβρισκαν. 56 Πολλοί γαρ ψευδομαρτυρούσαν εναντίον του, αλλ’ η μαρτυρία τους δεν συμφωνούσε. 57 Και σηκώθηκαν μερικοί και ψευδομαρτύρησαν εναντίον του, λέγοντας:
9
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
58 Τον ακούσαμε να λέει: «Θα καταστρέψω αυτόν τον ναό που είναι φτιαγμένος από χέρια, και σε τρεις ημέρες θα χτίσω έναν άλλον, φτιαγμένο χωρίς χέρια». 59 Ούτε όμως η μαρτυρία τους συμφωνούσε. 60 Καὶ ὁ ἀρχιερεὺς ἡστὴς ἐν τῷ μέσον ἐρώτησεν τὸν Ἰησοῦν λέγων· Οὐδὲ ἀπαντῶς; Τί μαρτυροῦν οὗτοι ἐναντίον σου; 61 Ἐκεῖνος δὲ σιώπησεν καὶ οὐκ ἀπεκρίθη. Πάλι ὁ ἀρχιερεύς ἐρώτησεν αὐτὸν καὶ εἶπεν αὐτῷ· Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς, ὁ υἱὸς τοῦ εὐλογητοῦ; 62 Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· ἐγὼ εἰμι, καὶ ὑποψάσθε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου καθήμενον ἐκ δεξιῶν τῆς δυνάμεως καὶ ἐρχόμενον ἐν νεφέλαις οὐρανοῦ. 63 Τότε ο αρχιερέας ξέσχισε τα ιμάτιά του και είπε: «Τι άλλο μάρτυρες χρειαζόμαστε;» 64 Ἀκούσατε τὴν βλασφημίαν· τί νομίζετε; Καὶ πάντες ἐκδίκασαν αὐτὸν ὡς ἔνοχο θανάτου. 65 Καὶ ἤρξαν τίνοι φτύνουν ἐπὶ αὐτὸν καὶ καλύπτουσι τὸ πρόσωπόν αὐτοῦ καὶ ἐπιτίζοντο αὐτὸν καὶ λέγουσιν αὐτῷ· Προφήτευσε· καὶ οἱ δοῦλοι ἐράπησαν αὐτὸν ἐν τῇ παλάμῳ τῶν χειρῶν αὐτῶν. 66 Καὶ ὡς ὁ Πέτρος ἦν κάτω εἰς τὸ παλάτι, ἦλθεν μία τῶν παιδῶρων τοῦ ἀρχιερέως. 67 Και καθώς είδε τον Πέτρο να θερμαίνεται, τον κοίταξε και είπε: Και εσύ ήσουν μαζί με τον Ιησού τον Ναζωραίο. 68 Ἐκεῖνος δὲ ἠρνήθη λέγων· Οὐκ οἶδα οὐδὲ ἔχω τί λέγεις. Καὶ ἐξῆλθεν εἰς τὴν στοὴν, καὶ ἔλαξε ὁ ἀλέκτωρ. 69 Και είδε πάλιν αυτόν μια δούλη και άρχισε να λέγει προς τους παρεσταμένους· Αυτός είναι ένας από αυτούς. 70 Και πάλιν αρνήθηκε. Και ύστερον από ολίγον, οι παρεσταμένοι πάλιν είπον προς τον Πέτρον· Βεβαίως είσαι εξ αυτών· διότι συ είσαι Γαλιλαίος, και ο λόγος σου συμφωνεί προς τούτο. 71 Ἔρξε δὲ νὰ καταριέται καὶ νὰ ὀρκίζεται, λέγοντας: «Οὐκ ἔγνω τοῦτο τὸν ἀνθρώπον περὶ τοῦ ὁποίου λέγετε». 72 Και δεύτερη φορά ελάβησε ο πετεινός. Και θυμήθηκε ο Πέτρος τον λόγο που του είπε ο Ιησούς: Πριν λαλήσει ο πετεινός δύο φορές, τρεις φορές θα με αρνηθείς. Και καθώς το συλλογιζόταν, έκλαψε. Μάρκος 15 1 Και ευθύς το πρωί οι αρχιερείς έκαναν συμβούλιο μαζί με τους πρεσβυτέρους και τους γραμματείς και ολόκληρο το συνέδριο, και έδεσαν τον Ιησού, και τον έφεραν έξω, και τον παρέδωσαν στον Πιλάτο. 2 Και ο Πιλάτος τον ρώτησε: «Συ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;» Και εκείνος, απαντώντας, του είπε: « Εσύ το λες». 3 Και οι αρχιερείς τον κατηγορούσαν για πολλά· αλλά δεν αποκρινόταν τίποτε. 4 Καὶ ὁ Πιλάτος ἐρώτησεν αὐτὸν πάλιν, λέγων· Οὐδὲ ἀποκρίνεσαι; Ἰδοὺ πόσα μαρτυροῦν ἐναντίον σου. 5 Ο Ιησούς όμως δεν απάντησε πλέον τίποτε, ώστε ο Πιλάτος θαύμασε. 6 Κατά δε την εορτήν εκείνην απέλυε προς αυτούς έναν φυλακισμένον, όποιον ήθελαν. 7 Και υπήρχε κάποιος που ονομαζόταν Βαραββάς, ο οποίος ήταν δεμένος μαζί με εκείνους που είχαν στασιάσει μαζί του, οι οποίοι είχαν διαπράξει φόνο στην επανάσταση. 8 Και το πλήθος, φωνάζοντας δυνατά, άρχισε να τον παρακαλεί να κάνει όπως πάντα έκανε σε αυτούς. 9 Απεκρίθη δε προς αυτούς ο Πιλάτος, λέγων· Θέλετε να σας απολύσω τον βασιλέα των Ιουδαίων; 10 Διότι ήξερε ότι οι αρχιερείς τον είχαν παραδώσει από φθόνο. 11 Οι δε αρχιερείς παρακίνησαν τον λαό, ώστε να τους απολύσει μάλλον τον Βαραββά. 12 Και ο Πιλάτος αποκρίθηκε ξανά και τους είπε: «Τι θέλετε λοιπόν να κάνω σε αυτόν που ονομάζετε βασιλιά των Ιουδαίων;» 13 Καὶ πάλιν ἐκράξαν, Σταύρωσέ τον. 14 Τότε ο Πιλάτος είπε σ’ αυτούς: Τι κακό έκανε; Και αυτοί έκραξαν πιο δυνατά: Σταύρωσέ τον.
10
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
15 Ὁ δὲ Πιλάτος, θέλοντας νὰ ἀρεσκεύσῃ τὸν ὄχλον, τοὺς ἀπέλυσε τὸν Βαραββά, καὶ τὸν Ἰησοῦν, ἀφοῦ τὸν μαστίγωσεν, παρέδωσε δὲ τὸν Ἰησοῦν εἰς τὸν σταυρῶσιν. 16 Και οι στρατιώτες τον οδήγησαν στην αίθουσα, που ονομαζόταν Πραιτώριο, και συγκάλεσαν όλο το λόχο. 17 Και τον έντυσαν με πορφύρα, και έπλεξαν ένα στεφάνι από αγκάθια, και το έβαλαν γύρω από το κεφάλι του, 18 Και άρχισαν να τον χαιρετούν: «Χαίρε, βασιλιά των Ιουδαίων!» 19 Και τον χτυπούσαν στο κεφάλι με καλάμι, και τον έφτυναν, και γονατίζοντας τον προσκυνούσαν. 20 Και αφού τον ενέπαιξαν, του έβγαλαν την πορφύρα και τον έντυσαν με τα δικά του ρούχα και τον οδήγησαν έξω για να τον σταυρώσουν. 21 Και αναγκάζουν κάποιον Σίμωνα Κυρηναίο, που περνούσε από εκεί, ερχόμενος από την ύπαιθρο, τον πατέρα του Αλεξάνδρου και του Ρούφου, να σηκώσει τον σταυρό του. 22 Και τον φέρνουν στον τόπο Γολγοθά, που ερμηνεύεται ως «Τόπος Κρανίου». 23 Και του έδωσαν να πιει κρασί ανακατεμένο με σμύρνα· αλλά δεν το έλαβε. 24 Και αφού τον σταύρωσαν, μοίρασαν τα ιμάτιά του ρίχνοντας κλήρο πάνω τους, τι θα πάρει ο καθένας. 25 Και ήταν η τρίτη ώρα, και τον σταύρωσαν. 26 Και η επιγραφή της κατηγορίας του ήταν γραμμένη από πάνω: Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΙΟΥΔΑΙΩΝ. 27 Και μαζί του σταύρωσαν δύο ληστές, τον έναν στα δεξιά του και τον άλλο στα αριστερά του. 28 καὶ ἐπληρώθη ἡ γραφὴ ἡ λέγουσα· καὶ ἐλογίσθη μετὰ τῶν ἀνομῶν. 29 Και οι περαστικοί τον βλασφημούσαν, κουνώντας τα κεφάλια τους και λέγοντας: «Αχ, εσύ που καταστρέφεις τον ναό και τον οικοδομείς σε τρεις ημέρες!» 30 Σώσε σεαυτόν και κατέβα από τον σταυρό. 31 Ομοίως και οι αρχιερείς, εμπαίζοντας, έλεγαν μεταξύ τους μαζί με τους γραμματείς: «Άλλους έσωσε, τον εαυτό του δεν μπορεί να σώσει». 32 Ὁ Χριστός, ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ, ἄς κατέλθει νῦν ἀπό τοῦ σταυροῦ, ἵνα ἴδωμεν καὶ πιστεύσωμεν. Καὶ οἱ συν᾽ αὐτοῦ σταυρωθέντες ἐβρίσκουν αὐτόν. 33 Και όταν ήρθε η έκτη ώρα, σκοτάδι έγινε πάνω σε όλη τη γη μέχρι την ένατη ώρα. 34 Καὶ τῇ ὥρᾳ τῇ ἑνάτη ἡμέρᾳ ἐκράξας φωνῇ μεγάλης λέγων· Ἐλώ, Ἐλώ, λαμά σαβαχθανί· ὅτι ἐρμηνευόμενον ἐστιν· Θεέ μου, Θεέ μου, τί με ἐγκατέλειψες; 35 Καὶ μερικοί ἀπὸ τῶν παρεσταμένων, ὅταν ἄκουσαν, εἶπαν· «Ἰδοὺ, φωνάζει τὸν Ἡλία». 36 Καὶ ἔτρεξε ἕνας καὶ γέμισε σφουγγάρι ὅξυδο καὶ ἔβαλε σὲ καλάμι καὶ ἔδωκεν αὐτὸν νὰ πιεῖ, λέγων· Ἄφετε, ἄς δοῦμεν ἂν ἔλθει ὁ Ἡλίας νὰ τὸν κατεβάσει. 37 Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἐκράξας φωνῇ μεγάλης καὶ ἐξέπνευσε τὸ πνεῦμα. 38 Και το καταπέτασμα του ναού σχίστηκε σε δύο από πάνω μέχρι κάτω. 39 Καὶ ὅτε ἦν ὁ ἐκατόνταρχος, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀπέναντι αὐτοῦ, ὅτι οὕτως ἐκραύγασε καὶ ἐπέμπνευσε, εἶπεν· Ὀναστὰ ὁ ἄνθρωπος ἦν ὁ ἄνθρωπος ἀληθὰ ὁ Θεοῦ. 40 Ἦν δὲ γυναῖκες ἀπὸ μακρὰν ἐθεωροῦσαν· ἀνάμεσα ἦν ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου τοῦ μικρού καὶ τοῦ Ἰωσῆ καὶ ἡ Σαλώμη· 41 (οι οποίες και όταν ήταν στη Γαλιλαία τον ακολουθούσαν και τον διακονούσαν) και πολλές άλλες γυναίκες που ανέβηκαν μαζί του στα Ιεροσόλυμα. 42 Και καθώς έγινε βράδυ, επειδή ήταν η παρασκευή, δηλαδή η ημέρα πριν από το σάββατο, 43 Ἐλθὼν Ἰωσήφ ὁ ἐκ Ἀριμαθαίας, ἐπιτιμὸς σύμβουλος, ὁ ὁποῖος καὶ ἐπερίμενε τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τόλμησεν καὶ εἰσῆλθεν πρὸς τὸν Πιλάτον καὶ ἐζήτησε τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. 44 Καὶ ἐθαύμασεν ὁ Πιλάτος ὅτι ἦν ἤδη ἀποθάνατος· καὶ ἐφωνὼς τὸν ἑκατόνταρχον ἐρώτησεν αὐτὸν ἄν ἔχει πεθάνει ἀπὸ πολλοῦν ἀπότε. 45 Και όταν το έμαθε από τον εκατόνταρχο, έδωσε το σώμα στον Ιωσήφ. 46 καὶ ἀγόρασε λινό ύφασμα, κατέβασε αὐτὸν καὶ τύλιξε αὐτὸν εἰς τὸ λινό ύφασμα, καὶ ἔβαλε αὐτὸν εἰς τάφον λαξευμένον ἐκ βράχου, καὶ κύλισε λίθον εἰς τὴν θύραν τοῦ τάφου. 47 Καὶ ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰωσὴ ἦν ἐθεάθη πῶς ἐτάφη.
11
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
Μάρκος 16 1 Καὶ ὅτε ἐπερέβη τὸ Σάββατον, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καὶ ἡ Σαλώμη ἀγόρασαν ἀρώματα, ἵνα ἐλθῶσιν καὶ ἀλείψωσιν αὐτόν. 2 Και πολύ πρωί, την πρώτη ημέρα της εβδομάδας, ήρθαν στο μνημείο κατά την ανατολή του ηλίου. 3 Και έλεγαν μεταξύ τους: Ποιος θα μας κυλήσει την πέτρα από την πόρτα του μνήματος; 4 Και όταν κοίταξαν, είδαν ότι η πέτρα είχε κυλιστεί, επειδή ήταν πολύ μεγάλη. 5 Και αφού μπήκαν στο μνήμα, είδαν έναν νεαρό άνδρα να κάθεται στα δεξιά, ντυμένο με μακριά λευκή ενδυμασία, και τρόμαξαν. 6 Και τους λέει: «Μη φοβάστε· ζητάτε τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, τον σταυρωμένο· αναστήθηκε· δεν είναι εδώ· ιδού ο τόπος όπου τον έθεσαν. 7 Πηγαίνετε όμως, και πείτε στους μαθητές του και στον Πέτρο ότι προηγείται υμών στη Γαλιλαία· εκεί θα τον δείτε, καθώς σας είπε. 8 Και βγήκαν γρήγορα έξω και έφυγαν από το μνήμα, επειδή έτρεμαν και ήταν έκπληκτοι· και δεν είπαν τίποτα σε κανέναν, επειδή φοβόντουσαν. 9 Ὅταν δὲ ἀναστήθηκε ὁ Ἰησοῦς πρωὶ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομῆς, ἐφανερώθηκε πρῶτα στή Μαρία τὴ Μαγδαληνή, ἀπὸ τῆς ὁποίας εἶχε ἐκβάλει ἑπτὰ δαιμόνια. 10 Και πήγε και το είπε σε αυτούς που ήταν μαζί του, καθώς θρηνούσαν και έκλαιγαν. 11 καὶ ἄκουσαν ὅτι ζῆ καὶ ὁρατὸς αὐτῆς, οὐκ ἐπίστευσαν. 12 Ύστερα από αυτά, εμφανίστηκε με άλλη μορφή σε δύο από αυτούς, καθώς περπατούσαν, και πήγαιναν στην ύπαιθρο. 13 καὶ ὑπῆλθον καὶ ἀπήγγειλαν τοῦτο τοῖς ὑπόλοιποις οὐκ ἐπίστευσαν αὐτοῖς. 14 Ύστερα φάνηκε στους έντεκα, ενώ κάθονταν στο τραπέζι, και τους επιτίμησε για την απιστία και τη σκληροκαρδία τους, επειδή δεν πίστεψαν σε εκείνους που τον είχαν δει αφού αναστήθηκε. 15 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Πορευθήτε εἰς ὅλον τὸν κόσμον καὶ κηρύξατε τὸ εὐαγγέλιον εἰς πᾶσαν κτίσιν. 16 Όποιος πιστέψει και βαπτιστεί θα σωθεί· όποιος όμως δεν πιστέψει θα καταδικαστεί. 17 Και ταύτα τα σημεία θα ακολουθούν αυτούς που πιστεύουν: Στο όνομά μου θα βγάζουν δαιμόνια, θα μιλούν νέες γλώσσες. 18 Θα σηκώσουν φίδια· και αν πιουν κάτι θανατηφόρο, δεν θα τους βλάψει· θα βάλουν τα χέρια τους πάνω σε αρρώστους, και θα αναρρώσουν. 19 Αφού λοιπόν ο Κύριος τους μίλησε, αναλήφθηκε στον ουρανό και κάθισε στα δεξιά του Θεού. 20 καὶ ἐξῆλθοντες κήρυξαν παντὸς τόπου, ὁ Κύριος συνεργῶς αὐτῶν καὶ ἐβεβαίωνεν τὸν λόγον μετὰ τῶν σημείων τῶν ἀκολουθουμένων. Αμήν.
Ευαγγέλιο του Λουκά Λουκάς 22 1 Πλησίαζε δε η εορτή των αζύμων, η οποία ονομάζεται Πάσχα. 2 Και οι αρχιερείς και οι γραμματείς ζητούσαν πώς να τον σκοτώσουν, επειδή φοβόντουσαν τον λαό. 3 Τότε εισήλθε ο Σατανάς στον Ιούδα, τον επικαλούμενο Ισκαριώτη, που ήταν από τον αριθμό των δώδεκα. 4 Καὶ ἀπὸ τῷ ὁδῷ ἀπὸ τῶν ἀρχιερέων καὶ στρατηγῶν συνεννοήθη πῶς ἐπιτρέψαι αὐτὸν αὐτοῖς παραδώσει αὐτὸν. 5 Και χάρηκαν, και συμφώνησαν να του δώσουν χρήματα. 6 καὶ ὑποσχέθηκε καὶ ζητοῦσε ἕνα χρόνο νὰ τὸν παραδώσει σ’ αὐτοὺς ἐν ἀπουσία τοῦ ὄχλου. 7 Και ήρθε η ημέρα των αζύμων, όταν έπρεπε να σφαχθεί το πάσχα. 8 Και απέστειλε τον Πέτρο και τον Ιωάννη, λέγοντας: « Πηγαίνετε και ετοιμάστε μας το πάσχα, για να φάμε». 9 Και του είπαν: Πού θέλεις να ετοιμάσουμε; 10 Και τους είπε: « Ιδού, όταν μπείτε στην πόλη, θα σας συναντήσει κάποιος που θα κρατάει μια στάμνα με νερό· ακολουθήστε τον στο σπίτι όπου θα μπει». 12
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
11 καὶ εἰπῆτε πρὸς τὸν οἰκονόμο· λέγει σοι ὁ Διδάσκαλος· Πού εἶναι τὸ ξενώνιον, ὅπου θὰ φάγω τὸ πάσχα μετὰ τῶν μαθητῶν μου; 12 Και θα σας δείξει ένα μεγάλο ανώγειο επιπλωμένο· εκεί ετοιμάστε. 13 Και πορεύτηκαν και βρήκαν όπως τους είχε πει, και ετοίμασαν το πάσχα. 14 Και όταν ήρθε η ώρα, κάθισε, και οι δώδεκα απόστολοι μαζί του. 15 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐπιθύμησα ἐπιθυμῶς νὰ φάγῃ τὸ πάσχα μετὰ ὑμῶν πρὶν παθήσω· 16 λέγω γὰρ ὑμῖν, οὐκ φάγῃ πλέον ἀπὸ αὐτοῦ, ἕως ἐκπληρωθῇ ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ. 17 Και λαβών το ποτήριον, ευχαρίστησεν και είπε· Λάβετε τούτο και μοιράσατε εις εαυτούς· 18 λέγω γὰρ ὑμῖν, οὐκ πίω ἀπὸ τοῦ καρποῦ τῆς ἀμπελοῦ ἕως ἔλθῃ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. 19 Και λαβών άρτον, ευχαρίστησεν, έκοψεν και έδωσεν εις αυτούς, λέγων· Τούτο εστιν το σώμα μου, το υπέρ υμών δοθέν· τούτο ποιείτε εις την ανάμνησίν μου. 20 Ομοίως και το ποτήριον μετά το δείπνον, λέγων· Τούτο το ποτήριον είναι η καινή διαθήκη εν τω αίματί μου, το υπέρ υμών χυμένον. 21 Ἰδοὺ δὲ χεὶρ ἑαυτοῦ τοῦ παραδότου με μετὰ μοι ἐπὶ τὸ τραπέζι. 22 Και αληθώς ο Υιός του ανθρώπου πηγαίνει, όπως είναι αποφασισμένο· αλλοίμονο όμως στον άνθρωπο εκείνον, υπό του οποίου παραδίδεται! 23 Και άρχισαν να ρωτούν μεταξύ τους, ποιος από αυτούς ήταν που θα έκανε αυτό το πράγμα. 24 Και υπήρχε και διαμάχη μεταξύ τους, για το ποιος από αυτούς θα θεωρούνταν μεγαλύτερος. 25 Και είπε προς αυτούς· Οι βασιλείς των εθνών κυριαρχούν επάνω τους· και όσοι ασκούν εξουσία επάνω τους ονομάζονται ευεργέτες. 26 Εσείς όμως δεν θα είστε έτσι· αλλά, ο μεγαλύτερος ανάμεσά σας ας είναι σαν τον νεότερο, και ο αρχηγός ας είναι σαν αυτόν που υπηρετεί. 27 Διότι τι είναι μεγαλύτερος, αυτός που κάθεται στο τραπέζι ή αυτός που υπηρετεί; Δεν είναι αυτός που κάθεται στο τραπέζι; Αλλά εγώ είμαι ανάμεσά σας ως αυτός που υπηρετεί. 28 Εσείς είστε αυτοί που μείνατε μαζί μου στους πειρασμούς μου. 29 καὶ ὑμῖν βασιλείαν ὡς ὁ Πατὴρ ὁρίσας ἐμοῦ, 30 διά να τρώγετε και να πίνετε εν τη τραπέζη μου εν τη βασιλεία μου, και να καθήτε επί θρόνων κρίνοντας τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ. 31 Καὶ εἶπεν Κύριος· Σίμων, Σίμων, ἰδοὺ ὁ Σατανᾶς ἐζήτησεν ὑμᾶς ὡς τὸ σιτάριν κοσκινίσῃ· 32 Εγώ όμως δεήθηκα για σένα, για να μην εκλείψει η πίστη σου· και εσύ, όταν επιστρέψεις, στήριξε τους αδελφούς σου. 33 Καὶ εἶπεν αὐτῷ· Κύριε, ἔτοιμος εἶμαι μετὰ σῶν καὶ εἰς φυλακὴν καὶ εἰς θάνατον ἀπὸ σῶν. 34 καὶ εἶπεν· Σοι λέγω, Πέτρε, οὐκ λαλήσει σήμερον πετεινός, πρὸς ἀρνηθήσῃ τρις ὅτι με ἐγνώριζῃς. 35 Και τους είπε: Όταν σας έστειλα χωρίς βαλιτσάκι και σακίδιο και υποδήματα, μήπως σας έλειψε κάτι; Και εκείνοι είπαν: Τίποτα. 36 Τότε τους είπε: « Τώρα όμως, όποιος έχει βαλάντιο, ας το πάρει, όπως και το σακίδιό του· και όποιος δεν έχει μάχαιρα, ας πουλήσει το ιμάτιό του και ας αγοράσει ένα». 37 λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι ἔτι ἐν ἐμοὶ ἐκπληρωθήσεται τὸ γεγραμμένον, καὶ ἐλογίσθη ἐν τῷ παραβάτων· γὰρ ἐκεῖνα ποὺ ἐγὼ ἔχουν τέλος. 38 καὶ εἶπον· Κύριε, ἰδοὺ ἔστιν δύο μάχαιρες. καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἀρκεῖ ἡ ἀρκετὴν. 39 Και αφού βγήκε έξω, πήγε, όπως συνήθιζε, στο όρος των Ελαιών· και τον ακολούθησαν και οι μαθητές του. 40 Και όταν έφτασε στον τόπο, τους είπε: Προσεύχεστε για να μην μπείτε σε πειρασμό. 41 Καὶ ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ αὐτοῖς ὥς λίθου ρίψεως, καὶ γονάτισεν καὶ προσευχήθηκε, 42 λέγων· Πάτερ, εάν θέλεις, απομάκρυνε απ’ εμού το ποτήριον τούτο· πλην ουχί το θέλημά μου, αλλά το δικό σου ας γίνει. 43 Καὶ ἐφάνη αὐτῷ ἄγγελος ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, ἐνδυναμώνοντάς τον. 44 καὶ ἐν ἀγωνίᾳ ἔσται ἐν θερμῶς προσηύχετο· καὶ ὁ Ἰδρὸς αὐτοῦ ἦν ὡς στάλες αἵματος ἔπεσον εἰς τὴν γῆν.
13
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
45 Και αφού σηκώθηκε από την προσευχή, ήρθε στους μαθητές του και τους βρήκε να κοιμούνται από τη λύπη. 46 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τί κοιμᾶστε; Σηκωθήτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθετε εἰς πειρασμόν. 47 Και ενώ αυτός ακόμα μιλούσε, ιδού ένα πλήθος, και αυτός που ονομαζόταν Ιούδας, ένας από τους δώδεκα, προπορευόταν αυτών και πλησίασε τον Ιησού για να τον φιλήσει. 48 Ο Ιησούς όμως του είπε: « Ιούδα, με φίλημα προδίδεις τον Υιό του ανθρώπου;» 49 Ὅταν οἱ περικυκλούντες αὐτὸν εἶδον τὸ ἐπομένῳ, εἶπον αὐτῷ· Κύριε, μὴ πατάξωμεν ἐν μαχαίρᾳ; 50 καὶ ἕνας ἀπὸ αὐτῶν ἐκτύπησε τὸν δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως καὶ ἀπέκοψε τὸ δεξιὸν αὐτίον. 51 Καὶ ἀποκριθείς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· ὑπομένετε ἕως ἔτους. καὶ ἤγγιξε τὸ ὀστῳ αὐτοῦ καὶ ἰάτρευσε αὐτὸν. 52 Τότε ο Ιησούς είπε στους αρχιερείς και στους στρατηγούς του ναού και στους πρεσβυτέρους, που είχαν έρθει προς αυτόν: « Μήπως βγήκατε έξω σαν σε ληστή με μάχαιρες και ξύλα;» 53 Ὅταν ἤμην καθ’ ἡμέραν μετὰ ὑμῶν ἐν τῷ ἱερῷ, οὐκ ἐξαπλώσατε χεῖρα ἐπὶ μοι· ἀλλὰ αὐτή ἐστιν ὑμῖν ὥρα καὶ ἡ ἐξουσία τοῦ σκότους. 54 Τότε, αφού τον πήραν, τον οδήγησαν και τον έφεραν στην οικία του αρχιερέα. Και ο Πέτρος ακολουθούσε από μακριά. 55 Και αφού άναψαν φωτιά στο μέσο της αίθουσας και κάθισαν μαζί, ο Πέτρος κάθισε ανάμεσά τους. 56 Μια δούλη όμως τον είδε καθισμένο κοντά στη φωτιά και τον κοίταξε με προσοχή και είπε: «Και αυτός ήταν μαζί του». 57 καὶ ὁ ἀρνήθη αὐτὸν λέγων· Γύναι, οὐκ οἶδα αὐτὸν. 58 Και ύστερα από λίγο καιρό, τον είδε άλλος και είπε: «Και συ είσαι από αυτούς». Ο Πέτρος είπε: «Άνθρωπέ μου, δεν είμαι». 59 Και μετά από περίπου μία ώρα, κάποιος άλλος έλεγε με σιγουριά: «Αλήθεια, κι αυτός ήταν μαζί του, γιατί είναι Γαλιλαίος». 60 Καὶ εἶπεν ὁ Πέτρος· ἄνθρωπε, οὐκ οἶδα τί λέγεις. Κι ἀμέσως, ἐνῶ αὐτὸς ἔτι λαλοῦσεν, ἔλαξε ὁ ἀλέκτωρ. 61 Καὶ ἐστράφη Κύριος καὶ ἐβλέψας τὸν Πέτρον. καὶ ἐθυμήθη ὁ Πέτρος τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, ὅτι εἶπεν αὐτῷ· Πριν λαλήσει ἀλέκτωρ, τρις ἀρνηθήσῃς με. 62 Καὶ ἐξῆλθεν ὁ Πέτρος καὶ ἔκλαυσε πικρὰ. 63 Και οι άνδρες που κρατούσαν τον Ιησού τον ενέπαιξαν και τον έδερναν. 64 Και αφού του έδεσαν τα μάτια, τον χτυπούσαν στο πρόσωπο και τον ρωτούσαν λέγοντας: Προφήτευσε, ποιος είναι αυτός που σε χτύπησε; 65 Και πολλά άλλα βλάσφημα ελάλησαν εναντίον του. 66 Και καθώς έγινε μέρα, συγκεντρώθηκαν οι πρεσβύτεροι του λαού και οι αρχιερείς και οι γραμματείς και τον οδήγησαν στο συνέδριό τους, λέγοντας: 67 Εἶ σὺ εἶ ὁ Χριστὸς; πες ἡμῖν. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἂν σᾶς εἰπὶ, οὐκ πιστεύσετε· 68 Και αν σας ρωτήσω, δεν θα μου απαντήσετε ούτε θα με αφήσετε να φύγω. 69 Από τώρα και στο εξής ο Υιός του ανθρώπου θα καθίσει στα δεξιά της δύναμης του Θεού. 70 Είπον τότε πάντες· Εσύ λοιπόν εἶσαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ; Κι αὐτοῖς εἶπεν· Σὺ λέγετε ὅτι ἐγὼ εἰμι. 71 καὶ εἶπον· Τί ἔτι ἔχουμε ἀκόμη μαρτυρίαν; ἐμεῖς γὰρ ἀκούσαμεν ἐκ τοῦ στόματός του. Λουκάς 23 1 Και σηκώθηκε όλο το πλήθος και τον οδήγησαν στον Πιλάτο. 2 Και άρχισαν να τον κατηγορούν, λέγοντας: «Τούτον τον βρήκαμε να διαστρέφει το έθνος και να εμποδίζει να δίνεται φόρος στον Καίσαρα, λέγοντας ότι είναι ο ίδιος Χριστός, βασιλιάς». 3 Καὶ ὁ Πιλάτος ἐρώτησεν αὐτὸν λέγων· Σὺ εἶ ὁ βασιλεύς τῶν Ἰουδαίων; καὶ ἀπεκρίθη αὐτῷ καὶ εἶπεν· Σὺ λέγεις. 4 Τότε ο Πιλάτος είπε στους αρχιερείς και στον λαό: Δεν βρίσκω κανένα έγκλημα σε αυτόν τον άνθρωπο.
14
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
5 Και αυτοί ήταν πιο άγριοι, λέγοντας: Ξεσηκώνει τον λαό, διδάσκοντας σε όλη την Ιουδαία, ξεκινώντας από τη Γαλιλαία μέχρι εδώ. 6 Όταν ο Πιλάτος άκουσε για τη Γαλιλαία, ρώτησε αν ο άνθρωπος ήταν Γαλιλαίος. 7 Και μόλις έμαθε ότι ανήκε στη δικαιοδοσία του Ηρώδη, τον έστειλε στον Ηρώδη, ο οποίος κι αυτός βρισκόταν στα Ιεροσόλυμα εκείνο τον καιρό. 8 Και όταν ο Ηρώδης είδε τον Ιησού, χάρηκε υπερβολικά· επειδή, από πολύ καιρό επιθυμούσε να τον δει, επειδή είχε ακούσει πολλά γι' αυτόν· και ήλπιζε να δει κάποιο θαύμα να γίνεται από αυτόν. 9 Τότε τον ρώτησε με πολλά λόγια, αλλά δεν του απάντησε τίποτα. 10 Και οι αρχιερείς και οι γραμματείς στάθηκαν και τον κατηγορούσαν με σφοδρότητα. 11 καὶ ὁ Ἡρῴδης μετὰ τῶν πολεμικῶν αὐτοῦ ἐκφράσας αὐτὸν καὶ ἐπαίγαζεν αὐτὸν καὶ ἐντύσας αὐτὸν ἐπιδύσας ἐπὶ τὸν Πιλάτον. 12 Και την ημέραν εκείνην ο Πιλάτος και ο Ηρώδης έγιναν φίλοι μεταξύ τους· διότι προηγουμένως ήσαν έχθρα μεταξύ τους. 13 Και ο Πιλάτος, αφού κάλεσε τους αρχιερείς και τους άρχοντες και τον λαό, 14 είπε προς αυτούς· Μου φέρατε τούτον τον άνθρωπο ως κάποιον που διαστρέφει τον λαό· και ιδού, εγώ, αφού τον εξέτασα ενώπιόν σας, δεν βρήκα κανένα έγκλημα σε αυτόν τον άνθρωπο σχετικά με εκείνα για τα οποία τον κατηγορείτε· 15 Ούτε ο Ηρώδης, γιατί εγώ σας έστειλα προς αυτόν· και ιδού, δεν του έγινε τίποτα άξιο θανάτου. 16 ὁ δὲ τιμωρῶν αὐτὸν καὶ ἀπολύσω αὐτὸν. 17 (Γιατί αναγκαστικά θα τους απολύσει έναν κατά τη γιορτή). 18 Και όλοι μαζί φώναξαν, λέγοντας: «Σήκωσε αυτόν τον άνθρωπο και απόλυσε σε εμάς τον Βαραββά». 19 (ο οποίος για κάποια ανταρσία που έγινε στην πόλη και για φόνο ρίχτηκε στη φυλακή.) 20 Ο Πιλάτος, λοιπόν, θέλοντας να απολύσει τον Ιησού, τους μίλησε ξανά. 21 Ἐκεῖνοι δὲ κράζουσιν λέγοντες· Σταύρωσον αὐτὸν, σταύρωσον αὐτὸν. 22 Και είπε προς αυτούς την τρίτη φορά: Τι κακό έκανε; Δεν βρήκα καμία αιτία θανάτου σε αυτόν· θα τον τιμωρήσω, λοιπόν, και θα τον απολύσω. 23 καὶ ἐπέμενον φωνὰς μεγάλης ἀπαιτοῦσαν νὰ σταυρωθῇ. καὶ ἐπικράτησεν οἱ φωνὲς αὐτῶν καὶ τῶν ἀρχιερέων. 24 Και ο Πιλάτος έδωσε απόφαση να γίνει όπως το απαιτούσαν. 25 Και απέλυσε σ’ αυτούς αυτόν που ήταν ριγμένος στη φυλακή για στασιασμό και φόνο, τον οποίο ζητούσαν· τον Ιησού όμως παρέδωσε στο θέλημά τους. 26 Καὶ ἐνῶ ὁδηγούσαν αὐτὸν, ἐπιῆλθον Σίμωνα Κυρηναίον, ἐρχόμενον ἐκ τῆς ἀγρῆς, καὶ ἐπὶ αὐτοῦ ἐπέθεσαν τὸν σταυρόν, ἵνα τὸν βαστάξει ὀπίσω τοῦ Ἰησοῦ. 27 Και τον ακολουθούσε πλήθος λαού και γυναικών, οι οποίες και αυτές θρηνούσαν και τον θρηνούσαν. 28 Ο Ιησούς όμως, στρεφόμενος προς αυτές, είπε: « Θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, μη κλαίτε για μένα, αλλά κλαίτε για τον εαυτό σας και για τα παιδιά σας». 29 Διότι ιδού, έρχονται ημέρες, κατά τις οποίες θα πουν: Μακάριες οι στείρες και οι κοιλιές που δεν γέννησαν και οι μαστοί που δεν θήλασαν. 30 Τότε θάρθουν να λένε στα βουνά: Πέστε επάνω μας· και στους λόφους: Σκεπάστε μας. 31 Διότι αν κάνουν αυτά τα πράγματα σε ένα πράσινο δέντρο, τι θα γίνει στο ξερό; 32 Και οδηγήθηκαν μαζί του και άλλοι δύο κακοποιοί για να θανατωθούν. 33 Και όταν έφτασαν στον τόπο που ονομάζεται Γολγοθάς, εκεί τον σταύρωσαν, και τους κακοποιούς, τον έναν στα δεξιά και τον άλλο στα αριστερά. 34 Τότε ο Ιησούς είπε: « Πάτερ, συγχώρεσέ τους, γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν». Και μοίρασαν τα ιμάτιά του και έριξαν κλήρο. 35 Καὶ ὁ λαὸς ἦταν καὶ ἦταν ἀκόμα καὶ οἱ ἄρχοντες μετ᾽ αὐτῶν ἐνέπαιζαν αὐτὸν, λέγοντες· Ἄλλους ἔσωσεν, ἂν οὐκ ἔστιν Χριστὸς ὁ ἐκλεκτὸς Θεοῦ. 36 Και οι στρατιώτες τον ενέπαιζαν, πλησιάζοντας και προσφέροντας του ξίδι,
15
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
37 καὶ λέγων· Ἐὰν σὺ εἶ ὁ βασιλεύς τῶν Ἰουδαίων, σῶσε σαυτόν. 38 καὶ ἐπιγραφή γέγραπται ἐπὶ αὐτοῦ ἐν Ἑλληνικῷ καὶ λατινικῷ καὶ ἑβραϊκῷ· Οὗτός ἐστιν ὁ βασιλεύς τῶν Ἰουδαίων. 39 Καὶ ἕνας ἐκ τῶν κρεμασμένων κακοποιῶν ἐβλασφημοῦσεν αὐτὸν λέγων· ἐὰν σὺ εἶ Χριστὸς, σῶσε σαυτόν καὶ ἡμᾶς. 40 Ὁ ἄλλος δὲ ἀπεκρίθη αὐτὸν λέγων· Οὐχὶ φοβᾶσαι τὸν Θεόν, ὅταν ἐν τῇ αὐτῇ κρίμα εἶσαι; 41 Και εμείς δικαίως, διότι λαμβάνουμε την άξια της ανταμοιβής των έργων μας· αυτός όμως δεν έκανε τίποτα κακό. 42 καὶ εἶπεν τῷ Ἰησοῦ· Κύριε, μνήσθητί με ὅταν ἔλθῃς εἰς τὴν βασιλείαν σου. 43 Καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἀμὴν σοι λέγω, σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ. 44 Και ήταν περίπου η έκτη ώρα, και σκοτάδι έγινε πάνω σε όλη τη γη μέχρι την ένατη ώρα. 45 Καὶ ὁ ἥλιος σκοτείνιασε, καὶ τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ ἐσχίσθη ἐν μέσῳ. 46 Καὶ ἐκράξας φωνὴν μεγάλην ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Πάτερ, εἰς τὰς χεῖρας σου παραδίδω τὸ πνεῦμά μου· καὶ λέγων ταῦτα, ἐξέπνευσε τὸ πνεῦμα. 47 Ὅταν δὲ ὁ ἐκατόνταρχος εἶδε τὸ γεγονὸν, ἐδόξασε τὸν Θεόν λέγων· Ὀντίθετα ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἦν δίκαιος. 48 Και όλος ο λαός που είχε συγκεντρωθεί για να δει αυτό το θέαμα, βλέποντας τα γεγονότα, χτυπούσαν τα στήθη τους και επέστρεφαν. 49 Και όλοι οι γνωστοί του, και οι γυναίκες που τον ακολούθησαν από τη Γαλιλαία, στέκονταν από μακριά, βλέποντας αυτά. 50 Και ιδού, υπήρχε κάποιος άνθρωπος, ονομαζόμενος Ιωσήφ, σύμβουλος, και ήταν άνθρωπος αγαθός και δίκαιος. 51 (Αυτός δεν είχε συμφωνήσει με τη βουλή και την πράξη τους) ήταν από την Αριμαθαία, πόλη των Ιουδαίων, ο οποίος και αυτός περίμενε τη βασιλεία του Θεού. 52 Ὁ ὄνδρας αὐτός ἐλθε πρὸς τὸν Πιλάτον καὶ παρεκάλεσε τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. 53 καὶ κατεβάζων αὐτὸν καὶ ἐτύλιξεν αὐτὸν εἰς τάφον λαξευμένον εἰς λίθον, ὅπου οὐδὲ ἔθαψεν ἄνθρωπος πρὸς αὐτοῦ. 54 καὶ ἦν ἡ ἡμέρα ἐκείνη τὴν παρασκευὴν καὶ ἦν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου. 55 Ἡκολούθησαν δὲ καὶ οἱ γυναῖκες, οἱ ἔρχονταν μετὰ αὐτοῦ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας, καὶ εἶδον τὸν τάφον καὶ πῶς ἐτέθη τὸ σῶμα αὐτοῦ. 56 Και αφού επέστρεψαν, ετοίμασαν αρώματα και μύρα, και αναπαύθηκαν την ημέρα του Σαββάτου σύμφωνα με την εντολή. Λουκάς 24 1 ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΤΗΣ ΣΑΒΒΑΤΟΜΙΑΣ, πολύ πρωί, ήρθαν στον τάφο, φέρνοντας τα αρώματα που είχαν ετοιμάσει, και μερικοί άλλοι μαζί τους. 2 Και βρήκαν την πέτρα κυλισμένη από το μνημείο. 3 Και εισήλθοντες, δεν ευρήκαν το σώμα του Κυρίου Ιησού. 4 Και καθώς ήταν πολύ απορημένοι γι' αυτό, ιδού, δύο άνδρες με λαμπερά ενδύματα στάθηκαν κοντά τους. 5 Καὶ ἐνῶ φοβήθηκαν καὶ ἔσκυψαν τὰ πρόσωπά τους εἰς τὴν γῆν, εἶπαν αὐτοῖς· Τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα ἐν μέσῳ νεκρῶν; 6 Δεν είναι εδώ, αλλά αναστήθηκε. Θυμηθείτε πώς σας μίλησε όταν ήταν ακόμα στη Γαλιλαία, 7 λέγοντας ότι ο Υιός του ανθρώπου πρέπει να παραδοθεί σε χέρια αμαρτωλών ανθρώπων, και να σταυρωθεί, και την τρίτη ημέρα να αναστηθεί. 8 Και θυμήθηκαν τα λόγια του, 9 Και αφού επέστρεψαν από τον τάφο, τα ανήγγειλαν όλα αυτά στους έντεκα και σε όλους τους υπόλοιπους. 10 ἦν δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καὶ Ἰωάννα καὶ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καὶ ἄλλες οἱ μετ’ αὐτῶν, οἱ ὁποῖες ἀπήγγειλαν ταῦτα τοῖς ἀποστόλους.
16
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
11 Και τα λόγια τους φάνηκαν σαν μάταιες ιστορίες, και δεν τους πίστεψαν. 12 Τότε ο Πέτρος σηκώθηκε και έτρεξε στο μνήμα· και σκύβοντας, είδε τα λινά ιμάτια μόνο του, και έφυγε, θαυμάζοντας μέσα του για το τι είχε συμβεί. 13 Και ιδού, δύο από αυτούς πήγαιναν την ίδια ημέρα σε μια κωμόπολη που ονομαζόταν Εμμαούς, η οποία βρισκόταν από την Ιερουσαλήμ περίπου εξήντα στάδια. 14 Και συζητούσαν μεταξύ τους για όλα αυτά που είχαν συμβεί. 15 Και ενώ αυτοί συζητούσαν και συζητούσαν, ο ίδιος ο Ιησούς πλησίασε και πήγε μαζί τους. 16 ἀλλὰ οἱ ὀφθαλμοί αὐτῶν ἦσαν ἐγκλεισμένοι, ὥστε νὰ μὴ τὸν ἀναγνωρίσουν. 17 Και τους είπε: «Τι είδους συζητήσεις έχετε μεταξύ σας καθώς περπατάτε και είστε λυπημένοι;» 18 Και ο ένας από αυτούς, που ονομαζόταν Κλεόπας, αποκρίθηκε και του είπε: «Εσύ είσαι ο μόνος ξένος στην Ιερουσαλήμ, και δεν έμαθες τα όσα συνέβησαν εκεί τις ημέρες αυτές;» 19 Και είπε προς αυτούς· Τι; Και είπαν προς αυτόν· Περί Ιησού του Ναζωραίου, όστις ην προφήτης δυνατός εν έργω και εν λόγω ενώπιον του Θεού και όλου του λαού· 20 Και πώς οι αρχιερείς και οι άρχοντές μας τον παρέδωσαν σε θάνατο και τον σταύρωσαν. 21 ἡμεῖς δὲ ἐλπίζαμε ὅτι αὐτὸς ἐστιν ὁ ἐπρέπει νά λυτρώσει τὸν Ἰσραήλ. καὶ παρ’ ὅλα αὐτά, σήμερον ἐστιν τρίτη ἡμέρα ἀπὸ τῶν γεγονότων τούτων. 22 Μάλιστα, και μερικές γυναίκες από την παρέα μας, οι οποίες ήταν νωρίς στο τάφο, μας εξέπληξαν. 23 Καὶ μὴ εὑρῆκαν τὸ σῶμα αὐτοῦ, ἦλθαν λέγοντας ὅτι εἶδαν καὶ ὅραμα ἀγγέλων, ὅτι ἦν ζῶν. 24 Καὶ μερικοί ἀπὸ αὐτοῖς ποὺ ἦσαν μετὰ ἡμῶν ἐπὶ τὸν τάφον καὶ εὑρῆκαν καθὼς οἱ γυναῖκες· αὐτὸν δὲ οὐκ εἶδον. 25 Τότε είπε προς αυτούς· Ω, ανόητοι και αργοί στην καρδιά στο να πιστεύετε σε όλα όσα είπαν οι προφήτες· 26 Δεν έπρεπε ο Χριστός να τα πάθει αυτά και να εισέλθει στη δόξα του; 27 Και ξεκινώντας από τον Μωυσή και από όλους τους προφήτες, τους εξήγησε σε όλες τις γραφές τα σχετικά με τον εαυτό του. 28 Και πλησίασαν στο χωριό, όπου πήγαιναν· και αυτός έκανε σαν να ήθελε να πάει πιο μακριά. 29 Ἐκεῖνοι δὲ ἐπίεσαν αὐτὸν λέγοντες· Μείνε μετ᾽ ἡμῶν, γὰρ ἔδει ἑσπέρα καὶ ἡ ἡμέρα ἔχει μακρύνει. Καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν μείνῳ μετ᾽ αὐτῶν. 30 Και καθώς καθόταν μαζί τους στο τραπέζι, πήρε ψωμί, το ευλόγησε και το έκοψε σε κομμάτια και τους το έδωσε. 31 Και ανοίχτηκαν τα μάτια τους, και τον αναγνώρισαν· και χάθηκε από τα μάτια τους. 32 Και έλεγαν ο ένας στον άλλον: Δεν καιγόταν η καρδιά μας μέσα μας, ενώ μας μιλούσε στον δρόμο και μας εξηγούσε τις γραφές; 33 Και σηκώθηκαν την ίδια ώρα και επέστρεψαν στα Ιεροσόλυμα, και βρήκαν συγκεντρωμένους τους έντεκα και όσους ήταν μαζί τους, 34 λέγοντας: «Αληθώς αναστήθηκε ο Κύριος και εμφανίστηκε στον Σίμωνα». 35 καὶ ἀπήγγειλαν ὅσα ἔγιναν ἐν τῷ ὁδῷ, καὶ πῶς ἐγνώρισαν αὐτοὺς ἐν κοπῇ τοῦ ἄρτου. 36 Καὶ ἐνῶ οὕτως ἐλάλωνον, ὁ Ἰησοῦς αὐτός στάθηκε ἐν μέσῳ αὐτῶν καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρήνη ὑμῖν. 37 Ἀλλὰ ἐντρομῶν καὶ ἐντρομῶν, καὶ ἐνόμισαν ὅτι εἶδον πνεῦμα. 38 Και τους είπε: Γιατί ταράσσεστε; Και γιατί αναβλύζουν σκέψεις στις καρδιές σας; 39 Ιδού τας χείρας μου και τας πόδας μου, ότι εγώ ο ίδιος είμαι· ψηλαφήστε με και δείτε· διότι πνεύμα σάρκα και οστέα δεν έχει, καθώς βλέπετε εμέ να έχω. 40 Και αφού είπε αυτά, τους έδειξε τα χέρια του και τα πόδια του. 41 Καὶ ἐνὶ οἱ ἀκόμη οὐκ πίστευαν ἐκ χαρᾶς καὶ ἐθαύμαζαν, εἶπεν αὐτοῖς· Ἔχετε ἐδῶ τίποτε φαγῆς; 42 Και έδωσαν σ’ αυτόν ένα κομμάτι ψητού ψαριού και μια κηρήθρα μελιού. 43 Και αφού το πήρε, έφαγε μπροστά τους. 44 Και είπε προς αυτούς· Αυτά είναι τα λόγια που σας είπα, ενώ ήμουν ακόμα μαζί σας, ότι πρέπει να εκπληρωθούν όλα τα γραμμένα στον νόμο του Μωυσή και στους προφήτες και στους ψαλμούς για μένα.
17
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
45 Τότε άνοιξε την κατανόησή τους, για να κατανοήσουν τις γραφές, 46 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Οὕτως γέγραπται καὶ οὕτως ἔπρεπε νά πάθη ὁ Χριστὸς καὶ νά ἀναστηθῇ ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ· 47 καὶ ἵνα κηρυχθῇ ἐν τῷ ὀνόματί αὐτοῦ μετάνοια καὶ ἄφεσις ἁμαρτιῶν ἐν πᾶσι τῶν ἔθνη, ἀρχίζοντας ἀπὸ Ἱερουσαλήμ. 48 καὶ ὑμεῖς ἐστε μάρτυρες τοῦτων. 49 καὶ ἰδοὺ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ Πατρός μου ἐπὶ ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ μείνατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλήμ, ἕως ἐνδυθήσεσθε δύναμιν ἐξ ὄψεως. 50 καὶ ὁδήγησεν αὐτοὺς ἔξω ἕως Βηθανίας, καὶ ὑψῆσας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτοὺς. 51 Και ενώ τους ευλογούσε, αποχωρίστηκε απ’ αυτούς και αναλήφθηκε στον ουρανό. 52 καὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν ἐπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης· 53 καὶ ἦσαν ἀπὸ τῷ ἱερῷ ἀνὰν καὶ ὑμῖν τὸν Θεόν. Αμήν.
Ευαγγέλιο του Ιωάννη Ιωάννης 18 1 Αφού ο Ιησούς είπε αυτά τα λόγια, βγήκε έξω με τους μαθητές του πέρα από το ρέμα Κέδρων, όπου ήταν ένας κήπος, στον οποίο μπήκε αυτός και οι μαθητές του. 2 Και ο Ιούδας, που τον πρόδωσε, γνώριζε τον τόπο· επειδή, ο Ιησούς συχνά συνέρρεε εκεί με τους μαθητές του. 3 Ο Ιούδας, λοιπόν, αφού παρέλαβε μια ομάδα ανδρών και υπηρέτες από τους αρχιερείς και τους Φαρισαίους, έρχεται εκεί με φανάρια και δάδες και όπλα. 4 Ἐξεύροντας οὖν ὁ Ἰησοῦς πάντα τὰ ἐπόμενα ἐπ’ αὐτὸν, ἐξῆλθεν καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ποιὸν ζητεῖτε; 5 Απεκρίθησαν προς αυτόν· Ιησούν Ναζωραίον. Λέγει προς αυτούς ο Ιησούς· Εγώ είμαι. Και ο Ιούδας, όστις τον παρέδωκεν, εστάθη μετ' αυτών. 6 Μόλις λοιπόν τους είπε: «Εγώ είμαι», οπισθοχώρησαν και έπεσαν στη γη. 7 Τότε τους ρώτησε πάλι: «Ποιον ζητάτε;» Κι εκείνοι είπαν: «Τον Ιησού τον Ναζωραίο». 8 Απεκρίθη ο Ιησούς· Σας είπον ότι εγώ είμαι· εάν λοιπόν ζητείτε εμέ, αφήστε ταύτα να φύγουν· 9 ἵνα ἐκπληρωθῇ ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος εἶπεν· Ἀπό αὐτοῖς ποὺ μοῦ ἔδωκας οὐδὲν ἐχασα. 10 Τότε, ο Σίμων Πέτρος, έχοντας μια μάχαιρα, την έβγαλε και χτύπησε τον δούλο του αρχιερέα και του έκοψε το δεξί αυτί. Το όνομα του δούλου ήταν Μάλχος. 11 Τότε ο Ιησούς είπε στον Πέτρο: « Βάλε τη μάχαιρά σου στη θήκη· το ποτήριο που μου έδωσε ο Πατέρας μου, δεν θα το πιω;» 12 Τότε η λόχος και ο αρχιστράτηγος και οι υπηρέτες των Ιουδαίων έπιασαν τον Ιησού και τον έδεσαν, 13 καὶ ὁδήγησαν αὐτὸν πρῶτα πρὸς Ἄννα, γὰρ ἦν πεθερὸς τοῦ Καϊάφα, ὁ ὁποῖος ἦν ἀρχιερεύς ἐκεῖνο τὸ ἔτος. 14 Ἐκεῖνος δὲ Καϊάφας ἦν ὁ ὁποῖος ἐβούλεψε τοὺς Ἰουδαίους ὅτι ἦν σκόπιμο νὰ πεθάνῃ ἕνας ἄνθρωπος ὑπὲρ τοῦ λαοῦ. 15 Καὶ Σίμων Πέτρος ἠκολούθησεν τὸν Ἰησοῦν, καὶ ἕτερος μαθητής. Ὁ μαθητής αὐτός ἦν γνὴρ τοῦ ἀρχιερέως, καὶ εἰσῆλθεν μετὰ τοῦ Ἰησοῦ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἀρχιερέως. 16 Ο δε Πέτρος εστάθη έξω εις την θύραν. Τότε εξήλθεν ο άλλος μαθητής, ο γνώριμος του αρχιερέως, και ελάλησε προς την θυρωρόν, και εισήγαγε τον Πέτρον. 17 Λέγει τότε η θυρωρός προς τον Πέτρο· Μη και συ είσαι από τους μαθητές αυτού του ανθρώπου; Εκείνος λέει· Δεν είμαι. 18 Και οι δούλοι και οι υπηρέτες στέκονταν εκεί, οι οποίοι είχαν ανάψει φωτιά από κάρβουνα, επειδή έκανε κρύο, και ζεσταίνονταν· και ο Πέτρος στεκόταν μαζί τους και ζεσταινόταν. 19 Ἡρώτησεν δὲ ὁ ἀρχιερεὺς τὸν Ἰησοῦν περὶ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ καὶ περὶ τῆς διδαχῆς αὐτοῦ. 20 Απεκρίθη προς αυτόν ο Ιησούς· Εγώ ελάλησα φανερά εις τον κόσμον· πάντοτε εδίδαξα εν τη συναγωγή και εν τω ιερώ, όπου συναθροίζονται πάντοτε οι Ιουδαίοι· και κρυπτώς δεν είπα ουδέν. 18
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
21 Γιατί με ρωτάς; Ρώτησε αυτούς που με άκουσαν, τι τους είπα· ιδού, αυτοί ξέρουν τι είπα. 22 Και όταν τα είπε αυτά, ένας από τους υπηρέτες που στέκονταν εκεί, χτύπησε τον Ιησού με την παλάμη του χεριού του, λέγοντας: «Τέτοια απάντηση έχεις στον αρχιερέα;» 23 Απεκρίθη προς αυτόν ο Ιησούς· Εἰ ἐλάλησα κακὰ, μαρτυρήσαι τὸ κακὸν· εἰ δὲ καλὰ, τί με δέρνεις; 24 Ο Άννας δε τον είχε στείλει δεμένο στον Καϊάφα τον αρχιερέα. 25 Καὶ ὁ Σίμων Πέτρος ἦν ἑστηκὼς καὶ ζεσταινόταν. Εἶπον οὖν πρὸς αὐτὸν· Οὐχὶ καὶ σὺ ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἶ; Ἀρνήθη καὶ εἶπεν· Οὐκ εἶμαι. 26 Λέγει δε ένας από τους δούλους του αρχιερέα, συγγενής αυτού, του οποίου ο Πέτρος έκοψε το αυτί, Ούτε σε είδα στον κήπο μαζί του; 27 Ο Πέτρος τότε πάλι αρνήθηκε· και αμέσως έλαμψε ο πετεινός. 28 Τότε οδήγησαν τον Ιησού από τον Καϊάφα στο δικαστήριο. Ήταν πρωί, και οι ίδιοι δεν μπήκαν στο δικαστήριο, για να μην μολυνθούν, αλλά για να φάνε το πάσχα. 29 Ἐξῆλθεν δὲ τὸν Πιλάτον πρὸς αὐτοὺς καὶ εἶπεν· Ποιὰ κατηγορίαν ἔχετε ἐναντίον τοῦ ἀνθρώπου τοῦτο; 30 Αποκρίθηκαν και του είπαν: «Εάν δεν ήταν κακοποιός, δεν θα σου τον παραδίδαμε». 31 Τότε ο Πιλάτος τους είπε: «Πάρτε τον εσείς και κρίνετε τον σύμφωνα με τον νόμο σας». Οι Ιουδαίοι, λοιπόν, του είπαν: «Δεν είναι νόμιμο σε εμάς να θανατώσουμε κανέναν». 32 ἵνα ἐκπληρωθῇ ὁ λόγος τοῦ Ἰησοῦ, ὃν ἐλάλησεν ἐνδεικτικῶς τίνος θανάτου ἐπέθανεν. 33 Τότε ο Πιλάτος μπήκε πάλι στο προαύλιο, φώναξε τον Ιησού και του είπε: «Συ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;» 34 Απεκρίθη προς αυτόν ο Ιησούς· Εσύ το λέγεις τούτο αφ' εαυτού ή άλλοι σοι το είπαν περί εμού; 35 Απεκρίθη ο Πιλάτος· Ιουδαίος είμαι εγώ; Το έθνος σου και οι αρχιερείς σε παρέδωκαν σε μένα· τι έπραξες; 36 Απεκρίθη ο Ιησούς· Η βασιλεία μου δεν είναι εκ του κόσμου τούτου· εάν η βασιλεία μου ήτο εκ του κόσμου τούτου, οι δούλοι μου ήθελον αγωνισθή, δια να μη παραδοθώ εις τους Ιουδαίους· νυν δε η βασιλεία μου δεν είναι εκ του ουρανού. 37 Είπε λοιπόν προς αυτόν ο Πιλάτος· Είσαι λοιπόν βασιλεύς; Απεκρίθη ο Ιησούς· Εσύ λέγεις ότι βασιλεύς είμαι· δι’ τούτο εγεννήθηκα και δι’ τούτο ήλθα στον κόσμο, δια να μαρτυρήσω την αλήθειαν· πας όστις είναι εκ της αληθείας ακούει την φωνήν μου. 38 Λέγει προς αυτόν ο Πιλάτος· Τι είναι αλήθεια; Και αφού είπε τούτο, εξήλθε πάλιν προς τους Ιουδαίους και λέγει προς αυτούς· Δεν βρίσκω εις αυτόν κανένα έγκλημα. 39 ὑμῖν δὲ ἔχετε ἔθιμο νὰ σᾶς ἀπολύσω ἕναν τὸ πάσχα. Θέλετε οὖν νὰ σᾶς ἀπολύσω τὸν βασιλέα τῶν Ἰουδαίων; 40 Τότε όλοι πάλι έκραξαν, λέγοντας: Όχι αυτόν, αλλά τον Βαραββά. Ο δε Βαραββάς ήταν ληστής. Ιωάννης 19 1 Τότε λοιπόν ο Πιλάτος πήρε τον Ιησού και τον μαστίγωσε. 2 Και οι στρατιώτες έπλεξαν ένα στεφάνι από αγκάθια και το έβαλαν στο κεφάλι του, και τον έντυσαν με μια πορφυρή ρόμπα, 3 και έλεγαν: Χαίρε, βασιλιά των Ιουδαίων! Και τον χτυπούσαν με τα χέρια τους. 4 Βγήκε λοιπόν πάλι έξω ο Πιλάτος και τους λέει: «Ιδού, σας τον φέρνω έξω, για να ξέρετε ότι δεν βρίσκω κανένα έγκλημα σε αυτόν». 5 Τότε βγήκε έξω ο Ιησούς, φορώντας το αγκάθινο στεφάνι και την πορφύρα. Και ο Πιλάτος τους λέει: «Να ο άνθρωπος». 6 Όταν λοιπόν τον είδαν οι αρχιερείς και οι υπηρέτες, έκραξαν λέγοντας: Σταυρώστε τον, σταυρώστε τον. Ο Πιλάτος τους λέει: Πάρτε τον εσείς και σταυρώστε τον· επειδή, εγώ δεν βρίσκω κανένα έγκλημα σε αυτόν. 7 Οι Ιουδαίοι του απάντησαν: «Έχουμε νόμο, και σύμφωνα με τον νόμο μας πρέπει να πεθάνει, επειδή έκανε τον εαυτό του Υιό του Θεού».
19
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
8 Όταν λοιπόν ο Πιλάτος άκουσε αυτόν τον λόγο, φοβήθηκε περισσότερο. 9 καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὴν αἰθούσα καὶ λέγει τῷ Ἰησοῦ· Πόθεν εἶσαι; Ὁ Ἰησοῦς δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῷ. 10 Τότε ο Πιλάτος του λέει: «Δεν μου μιλάς; Δεν ξέρεις ότι έχω εξουσία να σε σταυρώσω, και εξουσία να σε απολύσω;» 11 Απεκρίθη ο Ιησούς· Ουδεμίαν εξουσίαν έχης εναντίον μου, εάν δεν σοι εδόθη άνωθεν· διὰ τοῦτο με παρέδωκεν εις σε μείζονα αμαρτίαν ἔχει. 12 Και από τότε ο Πιλάτος ζητούσε να τον απολύσει· οι Ιουδαίοι όμως έκραζαν, λέγοντας: «Εάν τούτον απολύσεις, δεν είσαι φίλος του Καίσαρα· όποιος κάνει τον εαυτό του βασιλιά, μιλάει εναντίον του Καίσαρα». 13 Όταν λοιπόν ο Πιλάτος άκουσε τα λόγια αυτά, έφερε έξω τον Ιησού και κάθισε στο βήμα, σε έναν τόπο που ονομάζεται Πλακόστρωτο, ενώ στα Εβραϊκά Γαββατά. 14 Και ήταν η παρασκευή του πάσχα, περίπου η έκτη ώρα· και λέει στους Ιουδαίους: «Ιδού ο βασιλιάς σας». 15 Αὐτοὶ δὲ ἐκράξαν, Ἀφῆρα, Ἀφῆρα, σταυρῶσόν τον. Λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλάτος, ὁ βασιλεύς ὑμῶν νὰ σταυρώσω; ἀπεκρίθησαν οἱ ἀρχιερεῖς, ὅτι οὐκ ἔχουμε βασιλέα ἐκτὸν Καίσαρα. 16 Τότε λοιπόν παρέδωσε αυτόν εις αυτούς διά να σταυρωθή. Και έπιασαν τον Ιησούν και τον οδήγησαν. 17 Και βαστάζοντας τον σταυρό του, εξήλθε σε έναν τόπο που ονομαζόταν τόπος Κρανίου, που στα Εβραϊκά ονομάζεται Γολγοθάς. 18 Όπου τον σταύρωσαν, και μαζί του άλλους δύο, από τη μία πλευρά και από την άλλη, και στη μέση τον Ιησού. 19 καὶ ὁ Πιλάτος ἐγράφησεν ἐπιστολὴν καὶ ἐθέσεν αὐτὸν ἐπὶ τὸν σταυρὸν. καὶ ἦν ἐπιγραφή Ἰησοῦς ὁ ἐκ Ναζωραίου ὁ βασιλεύς τῶν Ἰουδαίων. 20 Πολλοί τότε από τους Ιουδαίους διάβασαν αυτόν τον τίτλο· επειδή, ο τόπος όπου σταυρώθηκε ο Ιησούς ήταν κοντά στην πόλη· και ήταν γραμμένο στα Εβραϊκά, στα Ελληνικά και στα Λατινικά. 21 Είπαν τότε οι αρχιερείς των Ιουδαίων στον Πιλάτο: «Μη γράψεις: Ο βασιλιάς των Ιουδαίων, αλλά ότι αυτός είπε: Εγώ είμαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων». 22 Απεκρίθη ο Πιλάτος· Ό,τι έγραψα, έγραψα. 23 Τότε οι στρατιώτες, αφού σταύρωσαν τον Ιησού, πήραν τα ιμάτιά του και έκαναν τέσσερα μέρη, για κάθε στρατιώτη ένα μέρος, καθώς και τον χιτώνα του. Ο χιτώνας όμως ήταν άρραφτος, υφασμένος από πάνω σε όλο το μήκος του. 24 Είπαν λοιπόν μεταξύ τους: Ας μην το σχίσουμε, αλλά ας ρίξουμε κλήρο γι' αυτό, για να πληρωθεί η γραφή, η οποία λέει: Μοίρασαν τα ιμάτιά μου ανάμεσά τους, και για το ιμάτιό μου έριξαν κλήρο. Αυτά λοιπόν έκαναν οι στρατιώτες. 25 Ἐστέκοντο δὲ κοντά στὸν σταυρὸ τοῦ Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρός αὐτοῦ, Μαρία ἡ γυναῖκα τοῦ Κλεόφα καὶ Μαρία ἡ Μαγδαληνή. 26 Ὅταν οὖν Ἰησοῦς εἶδε τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ τὸν μαθητήν τὸν ὁποῖον ἀγαπᾶ ἰστάκοντα, λέγει τῇ μητέρα αὐτοῦ· Γύναι, ἰδοὺ ὁ υἱός σου. 27 Τότε λέει στον μαθητή: « Ιδού η μητέρα σου». Και από εκείνη την ώρα ο μαθητής την πήρε στο σπίτι του. 28 Μετά ταύτα, ο Ιησούς, γνωρίζοντας ότι όλα είχαν ήδη τελεστεί, για να πληρωθεί η γραφή, λέει: Διψώ. 29 Ἐκεῖθεν δὲ ἦν ἀγῖνὸς γεμάτων ὅξυ· καὶ γέμισαν σφουγγάριν ὅξυ, καὶ ἔθεσαν αὐτὸν ἐπὶ ὑσσώπον καὶ ἔθεσαν αὐτὸν εἰς τὸ στόμα αὐτοῦ. 30 Ὅταν οὖν ὁ Ἰησοῦς ἔλαβε τὸ ὅξυ, εἶπεν· Τετέλεσται· καὶ ἔκκλινεν τὴν κεφαλὴν, ἐπέμβη. 31 Οι Ιουδαίοι, λοιπόν, επειδή ήταν η Παρασκευή, για να μην μείνουν τα σώματα πάνω στον σταυρό το Σάββατο, (γιατί το Σάββατο εκείνο ήταν μεγάλη ημέρα), παρακάλεσαν τον Πιλάτο να τους σπάσουν τα σκέλη και να τους σηκώσουν. 32 Τότε ήρθαν οι στρατιώτες και έσπασαν τα σκέλη του πρώτου και του άλλου, που είχε σταυρωθεί μαζί του.
20
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
33 Όταν όμως ήρθαν στον Ιησού και τον είδαν ήδη νεκρό, δεν του έσπασαν τα πόδια. 34 ἕνας δὲ ἀπὸ τῶν στρατιωτῶν ἐκτρύπησε τὴν πλευράν αὐτοῦ μετὰ λόγχης, καὶ ἀμέσως ἐξῆλθε αἷμα καὶ ὕδωρ. 35 καὶ ὁ ἑώρακεν ἐμαρτύρησεν, καὶ ἀληθινὴ ἡ μαρτυρία αὐτοῦ, καὶ οἶδα ὅτι λέγει ἀλήθειαν, ἵνα πιστεύσητε ὑμεῖς. 36 Διότι ταύτα εγένετο, δια να πληρωθή η γραφή· Οὐκ ἔσεται συντριμμένος ὀστὸν αὐτοῦ. 37 Και πάλιν άλλη γραφή λέγει· Θα κοιτάξουν αυτόν που εκέντησαν. 38 Μετά δε ταύτα, ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία, μαθητής του Ιησού, κρυφός όμως, λόγω του φόβου των Ιουδαίων, παρακάλεσε τον Πιλάτο να σηκώσει το σώμα του Ιησού. Και ο Πιλάτος του έδωσε άδεια. Αυτός, λοιπόν, ήρθε και πήρε το σώμα του Ιησού. 39 Ήρθε και ο Νικόδημος, που πρώτα ήρθε στον Ιησού νύχτα, και έφερε ένα μείγμα από σμύρνα και αλόη, βάρους περίπου εκατό λιτρών. 40 Τότε πήραν το σώμα του Ιησού και το τύλιξαν σε λινά ρούχα με τα αρώματα, όπως είναι η συνήθεια των Ιουδαίων να θάβουν. 41 ἐν δὲ τῷ τόποῳ ὅπου ἐσταυρώθηκε ἦν κήπος καὶ ἐν τῷ κήποῳ τάφος καινούργιος, ὅπου οὐκ ἔτι ἐτάφη ἄνθρωπος. 42 Εκεί λοιπόν έθεσαν τον Ιησού λόγω της παρασκευής των Ιουδαίων, επειδή ο τάφος ήταν κοντά. Ιωάννης 20 1 ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΤΗΣ ΣΑΒΒΑΤΟΜΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΜΑΡΙΑ Η ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ ΠΡΩΙ, ΕΝΩ ΕΙΝΑΙ ΑΚΟΜΑ ΣΚΟΤΕΙΝΗ, ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ, ΚΑΙ ΒΛΕΠΕΙ ΤΗΝ ΛΙΘΟ ΝΑ ΕΙΣΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΑΦΟ. 2 Τρέχει τότε και έρχεται προς τον Σίμωνα Πέτρο και τον άλλον μαθητή, τον οποίο αγαπούσε ο Ιησούς, και τους λέει: «Έχουν πάρει τον Κύριο από το τάφο, και δεν ξέρουμε πού τον έχουν βάλει». 3 Εξήλθεν λοιπόν ο Πέτρος και ο άλλος μαθητής και ήλθαν στο μνημείο. 4 Έτρεξαν λοιπόν και οι δύο μαζί· και ο άλλος μαθητής έτρεξε πιο γρήγορα από τον Πέτρο, και ήρθε πρώτος στο μνημείο. 5 Καὶ ἔσκυψας καὶ ἐν τῷ ἔσταί εἰς τὰ λινὰ ἔκειμενα· οὐκ εἰσῆλθεν δὲ. 6 Τότε έρχεται ο Σίμων Πέτρος ακολουθώντας τον, και μπαίνοντας στο μνήμα, βλέπει τα λινά ιμάτια να βρίσκονται 7 καὶ τὸ σιντριβάνι, τὸ ὁποῖο ἦταν περὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, οὐκ ἦταν μαζί μὲ τὰ λινά, ἀλλὰ τυλιγμένο χωριστά σὲ ἕνα μέρος. 8 Τότε εισήλθε και ο άλλος μαθητής, που ήρθε πρώτος στο μνημείο, και είδε και πίστεψε. 9 Διότι δεν ήξεραν ακόμη την γραφή, ότι πρέπει να αναστηθεί από τους νεκρούς. 10 Τότε οι μαθητές έφυγαν ξανά για τα σπίτια τους. 11 Η δε Μαρία έστηκε έξω κοντά στον τάφο κλαίγοντας· και καθώς έκλαιγε, έσκυψε και κοίταξε μέσα στον τάφο, 12 καὶ βλέπει δύο ἀγγέλους ἐν λευκῷ καθήμενους, ὁ ἕνας πρὸς τὴν κεφαλὴν καὶ ὁ ἕτερος πρὸς τὰ πόδια, ὅπου ἦν ἐκτεθειμένον τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. 13 καὶ λέγουσιν αὐτῇ· Γύναι, τὰ κλαῖς; λέγει αὐτοῖς· ὅτι ἔλαβον τὸν Κύριόν μου καὶ οὐκ οἶδα ποῦ ἔθετον αὐτόν. 14 Και αφού είπε αυτά, γύρισε πίσω και είδε τον Ιησού να στέκεται, και δεν ήξερε ότι ήταν ο Ιησούς. 15 Λέγει προς αυτήν ο Ιησούς· Γύναι, τι κλαις; τίνος ζητείς; Αυτή, νομίζουσα ότι είναι ο κηπουρός, λέγει προς αυτόν· Κύριε, εάν συ τον έφερες από εδώ, πες μου πού τον έβαλες, και εγώ θα τον πάρω. 16 Λέγει προς αυτήν ο Ιησούς· Μαρία. Εκείνη στράφηκε και του είπε· Ραββουνί, που σημαίνει: Διδάσκαλε. 17 Λέγει προς αυτήν ο Ιησούς· Μη με αγγίξεις· διότι δεν ανέβηκα έτι προς τον Πατέρα μου· αλλά υπάγω προς τους αδελφούς μου και ειπέ προς αυτούς· Ανεβαίνω προς τον Πατέρα μου και Πατέρα σας και προς τον Θεό μου και Θεό σας.
21
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
18 Η Μαρία η Μαγδαληνή ήρθε και ανήγγειλε στους μαθητές ότι είχε δει τον Κύριο και ότι ταύτα της είχε πει. 19 Ἐσπέρα δὲ τῆς ἴδιας ἡμέρας, πρώτης τῆς ἑβδομάδος, ὅταν οἱ πόρτες ἦσαν κλειστές ὅπου οἱ μαθηταί ἔσονται συνηγμένοι ἀπὸ φόβου τῶν Ἰουδαίων, ἦλθε ὁ Ἰησοῦς καὶ στάθηκε ἐν μέσῳ καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρήνη ὑμῖν. 20 Και αφού είπε αυτά, τους έδειξε τα χέρια του και την πλευρά του. Τότε οι μαθητές χάρηκαν, όταν είδαν τον Κύριο. 21 Εἶπεν δὲ πάλιν πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς· Εἰρήνη ὑμῖν· καθὼς ἀπέστειλεν ἐμεὶ ὁ Πατὴρ, οὕτως ἀπέστειλα ὑμᾶς. 22 Και αφού είπε αυτά, φύσηξε πάνω τους και τους λέει: Λάβετε το Άγιο Πνεύμα. 23 Όποιων αμαρτίες αφήσετε, θα τους αφεθούν· και όποιων αμαρτίες κρατήσετε, θα κρατηθούν. 24 Ο Θωμάς όμως, ένας από τους δώδεκα, που ονομαζόταν Δίδυμος, δεν ήταν μαζί τους όταν ήρθε ο Ιησούς. 25 Είπον λοιπόν προς αυτόν οι άλλοι μαθηταί· Είδαμεν τον Κύριον· εκείνος όμως είπε προς αυτούς· Εἰ μήπως ἴδῃ εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ τὸ ίχνος τῶν καρφῶν καὶ βάλῃ τὸν δάχτυλόν μου εἰς τὸ ίχνος τῶν καρφῶν καὶ βάλῃ τὴν χεῖρα μου εἰς τὴν πλευρὴν αὐτοῦ, οὐκ πίστευσω. 26 Και μετά οκτώ ημέρες πάλι οι μαθητές του ήταν μέσα, και ο Θωμάς μαζί τους. Τότε ήρθε ο Ιησούς, ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές, και στάθηκε στο μέσον και είπε: Ειρήνη σε εσάς. 27 Τότε λέει στον Θωμά: « Φέρε εδώ το δάχτυλό σου και δες τα χέρια μου· και φέρε εδώ το χέρι σου και βάλε το στην πλευρά μου· και μη είσαι άπιστος, αλλά πιστός». 28 Καὶ ἀπεκρίθη Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Κύριέ μου καὶ Θεέ μου. 29 Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Θωμά, επειδή με είδες, πίστεψες· μακάριοι οι μη ιδόντες και πίστεψαν. 30 Και πολλά άλλα θαύματα έκανε ο Ιησούς μπροστά στους μαθητές του, τα οποία δεν είναι γραμμένα σε αυτό το βιβλίο. 31 Ταύτα δε γεγραμμένα, δια να πιστεύσητε ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, και δια να πιστεύσητε να έχετε ζωήν εν τω ονόματί αυτού. Ιωάννης 21 1 Μετά ταύτα, ο Ιησούς εμφανίστηκε ξανά στους μαθητές του κοντά στη θάλασσα της Τιβεριάδος· και έτσι εμφανίστηκε. 2 Ἦσαν ὁμοὶ Σίμων Πέτρος καὶ Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος καὶ Ναθαναήλ ὁ ἀπὸ Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας καὶ οἱ υἱοὶ Ζεβεδαίου καὶ ἄλλοι δύο ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ. 3 Λέγει προς αυτούς ο Σίμων Πέτρος· Πάω να ψαρέψω· λέγουν προς αυτόν· Και εμείς έρχουμε μαζί σου. Εξήλθαν και μπήκαν αμέσως σε ένα πλοίο, και εκείνη τη νύχτα δεν έπιασαν τίποτε. 4 Όταν όμως ξημέρωσε, ο Ιησούς στάθηκε στην ακτή. Οι μαθητές όμως δεν ήξεραν ότι ήταν ο Ιησούς. 5 Λέγει τότε προς αυτούς ο Ιησούς· Τέκνα, έχετε τι φαγητό; Αποκρίθηκαν προς αυτόν· Όχι. 6 Και τους είπε: Ρίξτε το δίχτυ στα δεξιά του πλοίου, και θα βρείτε. Έριξαν, λοιπόν, και δεν μπορούσαν να το τραβήξουν από το πλήθος των ψαριών. 7 Λέγει λοιπόν ο μαθητής εκείνος, τον οποίον ηγάπησε ο Ιησούς, προς τον Πέτρον· Κύριος εστί. Ακούσας δε ο Σίμων Πέτρος ότι ο Κύριος εστί, περιέζωσε τον χιτώνα του ψαρά, γυμνός γὰρ ἦν, καὶ ἔπεσε εἰς τὴν θάλασσαν. 8 Και οι άλλοι μαθητές ήρθαν με πλοίο, (δεν ήταν μακριά από τη στεριά, αλλά ως διακόσιους πήχεις), σέρνοντας το δίχτυ με τα ψάρια. 9 Μόλις λοιπόν βγήκαν στη στεριά, είδαν εκεί μια φωτιά από κάρβουνα, και ψάρια τοποθετημένα πάνω της, και ψωμί. 10 Λέγει προς αυτούς ο Ιησούς· Φέρτε από τα ψάρια που πιάσατε τώρα. 11 ἀνέβη δὲ Σίμων Πέτρος καὶ ἔσυρε τὸ δίχτυ εἰς τὴν γῆν, γεμάτον ἰχθύες μεγάλα, ἑκατὸν πεντήκοντα τρία. καὶ ὅσοι ἦσαν, οὐκ ἔσκισε τὸ δίχτυ.
22
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
12 Λέγει προς αυτούς ο Ιησούς· Ελάτε να δειπνήσετε· και ουδείς των μαθητών δεν τόλμησε να τον ρωτήσει· «Συ τίς είσαι;» γνωρίζοντας ότι είναι ο Κύριος. 13 Ἔρχεται τότε ὁ Ἰησοῦς καὶ λαμβάνει ἄρτον καὶ δίδει αὐτοῖς, καὶ ἰχθύς ὁμοίως. 14 Αὐτή εἶναι ἡ τρίτη φορά πού ὁ Ἰησοῦς ἐφανερώθηκε στούς μαθητάς του, ἀφού ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς. 15 Ὅταν δὲ φάγωσαν, λέει ὁ Ἰησοῦς τῷ Σίμων Πέτρῳ· Σίμων, υἱὸς τοῦ Ἰωνᾶ, ἀγαπᾶς με περισσότερον τοὺς; Λέγει αὐτῷ· Ναι, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι σὲ ἀγαπῶ· λέγει αὐτῷ· Βόσκε τὰ ἀρνίτα μου. 16 Λέγει πάλιν προς αυτόν δεύτερην φοράν· Σίμων, υιέ Ιωνά, με αγαπάς; Λέγει προς αυτόν· Ναι, Κύριε, συ οίδα ότι σε αγαπώ· λέγει προς αυτόν· Ποίμαινε τα πρόβατά μου. 17 Λέγει προς αυτόν την τρίτην φοράν· Σίμων, υιέ του Ιωνά, με αγαπάς; Ο Πέτρος ελύθη ότι είπε προς αυτόν την τρίτην φοράν· Με αγαπάς; Και είπε προς αυτόν· Κύριε, συ οίδα πάντα· συ οίδα ότι σε αγαπώ· λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Ποίμαινε τα πρόβατά μου. 18 Αληθώς, αληθώς σοι λέγω, ὅταν ἦν νεῖος, ἐζώνιζες τὸν ἑαυτόν σου καὶ περιπατοῦσας ὅπου ἠθελεν· ὅταν δὲ γεράσεις, ἐκτείνως τὰς χεῖρας σου, καὶ ἄλλος σε ζώνῃ καὶ ἐφέρειν ἐπὶ οὐκ θέλεις. 19 Ταύτα ελάλησεν, δεικνύων δια ποίου θανάτου δοξάσας τον Θεόν. Και αφού ελάλησε ταύτα, λέγει προς αυτόν· Ακολούθησέ με. 20 Ὁ Πέτρος, ἐπιστρεφὸς δὲ βλέπει νὰ ἀκολουθεῖ τὸν μαθητὴν τὸν ὁποῖον ἀγαπᾶ ὁ Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος καὶ ἐγέρθηκε στὸ στήθος αὐτοῦ τῷ δειπνεῷ καὶ εἶπεν· Κύριε, τίς εἶναι ὁ παραδίδων σε; 21 Βλέπων αυτόν ο Πέτρος, λέγει προς τον Ιησούν· Κύριε, και ούτος τι ποιήσει; 22 Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Εἰ θέλω μείνει ἕως ἔλθῃ, τί σοι ἐστιν; ἀκολούθει με. 23 Ἔκτα δὲ ἐξῆλθεν ὁ λόγος αὐτός ἐν τοῖς ἀδελφοῖς, ὅτι ὁ μαθητής ἐκεῖνος οὐκ ἀποθάνει. Ὁ Ἰησοῦς δὲ οὐκ εἶπεν αὐτῷ, Οὐκ ἀποθάνει, ἀλλὰ ἐὰν θέλω μείνει ἕως ἐγὼ ἐλθῶ, τί σοι; 24 Οὗτός ἐστιν ὁ μαθητής ὁ μαρτυρῶν ταῦτα καὶ ἔγραψεν ταῦτα· καὶ οἴδαμεν ὅτι ἡ μαρτυρία αὐτοῦ ἀληθινή ἐστιν. 25 καὶ ἄλλα πολλὰ ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ὅσα ἐὰν γραφοῦντο καθ’ ἕνα, νοῦνται ὅτι οὐκ ἡμπορεῖ ὁ οὐχὶς χωρήσεται τὰ βιβλία τὰ γραφόμενα. Αμήν.
Πράξεις των Αποστόλων Πράξεις 1
1 Την προηγούμενη πραγματεία έκανα, Θεόφιλε, για όλα όσα άρχισε να κάνει και να διδάσκει ο Ιησούς, 2 μέχρι την ημέρα που αναλήφθηκε, αφού μέσω του Αγίου Πνεύματος έδωσε εντολές στους αποστόλους που είχε εκλέξει: 3 στους οποίους και φανερώθηκε ζωντανός μετά το πάθος του με πολλές αλάνθαστες αποδείξεις, φανερωμένος σε αυτούς σαράντα ημέρες, και μιλώντας για τα σχετικά με τη βασιλεία του Θεού· 4 Και αφού συνήχθη μαζί τους, τους παρήγγειλε να μην αποχωρήσουν από την Ιερουσαλήμ, αλλά να περιμένουν την υπόσχεση του Πατέρα, την οποία, λέει, ακούσατε από μένα. 5 Διότι ο Ιωάννης βάπτισε με νερό· εσείς όμως θα βαπτιστείτε με Άγιο Πνεύμα, όχι σε πολλές ημέρες από τότε. 6 Όταν λοιπόν συγκεντρώθηκαν, τον ρώτησαν λέγοντας: Κύριε, μήπως τώρα θα αποκαταστήσεις τη βασιλεία στον Ισραήλ; 7 Και είπε προς αυτούς· Δεν είναι δικό σας να γνωρίζετε τους χρόνους ή τους καιρούς, που ο Πατέρας έθεσε στην εξουσία του. 8 ἀλλὰ θὰ λάβετε δύναμιν, ἀφοῦ ἐλθῇ ἐφ᾽ ὑμᾶς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, καὶ θὰ ἔστε μάρτυρές μου καὶ ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ ἐν Σαμάρειᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. 9 Και αφού είπε αυτά, ενώ αυτοί τον έβλεπαν, αναλήφθηκε, και μια νεφέλη τον έλαβε από τα μάτια τους. 10 Και ενώ αυτοί ατενίζουν επίμονα τον ουρανό καθώς ανέβαινε, ιδού, δύο άνδρες στάθηκαν κοντά τους με λευκά ενδύματα. 11 ἧς ἐπίσης εἶπαν· Ἄνδρες Γαλιλαίας, τί ἑσταθήτε καί ἀτενίζετε τόν οὐρανό; ὁ Ἰησοῦς αὐτός, ὁ ἀναληφθῆς ἀπό ὑμῶν εἰς τόν οὐρανόν, οὕτως ἐλθεῖ καθὼς ἐίδατε αὐτόν νά ἀναχωρεῖται εἰς τόν οὐρανόν.
23
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
Ευαγγέλιο του Νικοδήμου Κεφάλαιο 1 1 Ο Άννας και ο Καϊάφας, ο Σούμμας και ο Δατάμ, ο Γαμαλιήλ, ο Ιούδας, ο Λευί, ο Νεφθαλίμ, ο Αλέξανδρος, ο Κύρος και άλλοι Ιουδαίοι πήγαν στον Πιλάτο για τον Ιησού, κατηγορώντας τον για πολλά άσχημα εγκλήματα. 2 καὶ εἶπεν· ἐπιβεβαιοῦμεν ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐστιν υἱὸς τοῦ Ἰωσήφ τοῦ ξυλουργοῦ, γῆς γενομένης ἐκ Μαρίας, καὶ ἀνακηρύσσει ἑαυτόν ὑιὸν Θεοῦ καὶ βασιλέα· καὶ ὄχι μόνον αὐτὸν, ἀλλὰ ἐπιχειρεῖ τὴν κατάλυσιν τοῦ σαββάτου καὶ τοῖς νόμους τῶν πατέρων ἡμῶν. 3 Ο Πιλάτος αποκρίθηκε: «Τι είναι αυτό που δηλώνει; Και τι προσπαθεί να διαλύσει;» 4 Οι Ιουδαίοι του είπαν: «Έχουμε νόμο που απαγορεύει να κάνεις θεραπείες την ημέρα του Σαββάτου· αυτός όμως θεραπεύει κουτσούς και κουφούς, παραλυτικούς, τυφλούς, λεπρούς και δαιμονισμένους εκείνη την ημέρα με πονηρά μέσα». 5 Ο Πιλάτος αποκρίθηκε: «Πώς μπορεί να το κάνει αυτό με πονηρά μέσα;» Αυτοί αποκρίθηκαν: «Είναι μάγος και διώχνει τα δαιμόνια μέσω του άρχοντα των δαιμόνων, και έτσι όλα υποτάσσονται σε αυτόν». 6 Τότε ο Πιλάτος είπε: «Το να εκβάλλεις τα δαιμόνια δεν φαίνεται να είναι έργο ακάθαρτου πνεύματος, αλλά ότι προέρχεται από τη δύναμη του Θεού». 7 Οι Ιουδαίοι αποκρίθηκαν στον Πιλάτο: «Παρακαλούμε την Υψηλότητά σας να τον καλέσετε να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου σας και να τον ακούσετε εσείς». 8 Τότε ο Πιλάτος κάλεσε έναν αγγελιοφόρο και του είπε: «Με ποιον τρόπο θα φερθεί εδώ ο Χριστός;» 9 Τότε ο αγγελιοφόρος βγήκε έξω, και γνωρίζοντας τον Χριστό, τον προσκύνησε· και αφού άπλωσε το ιμάτιο που κρατούσε στο χέρι του στη γη, είπε: Κύριε, περπάτα πάνω από αυτό και μπες μέσα, γιατί ο ηγεμόνας σε καλεί. 10 Όταν οι Ιουδαίοι κατάλαβαν τι είχε κάνει ο αγγελιοφόρος, αναφώνησαν εναντίον του στον Πιλάτο και είπαν: «Γιατί δεν τον κάλεσες με αγγελιοφόρο και όχι με αγγελιοφόρο;» Γιατί ο αγγελιοφόρος, όταν τον είδε, τον προσκύνησε και άπλωσε το ιμάτιο που κρατούσε στο χέρι του στη γη μπροστά του και του είπε: «Κύριε, σε καλεί ο ηγεμόνας». 11 Τότε ο Πιλάτος κάλεσε τον αγγελιοφόρο και είπε: «Γιατί το έκανες αυτό;» 12 Ο αγγελιοφόρος απάντησε: «Όταν με έστειλες από την Ιερουσαλήμ στον Αλέξανδρο, είδα τον Ιησού να κάθεται με άθλια μορφή πάνω σε ένα γαϊδούρι, και τα παιδιά των Εβραίων φώναζαν: «Ωσαννά», κρατώντας κλαδιά δέντρων στα χέρια τους. 13 Άλλοι δε έστρωναν τα ιμάτιά τους στον δρόμο και έλεγαν: Σώσε μας, εσύ που είσαι στους ουρανούς· ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου. 14 Τότε οι Ιουδαίοι κραύγασαν ενάντια στον αγγελιοφόρο και είπαν: «Τα παιδιά των Εβραίων επικαλούνται την εβραϊκή γλώσσα· και πώς εσύ, που είσαι Έλληνας, μπορείς να καταλάβεις την εβραϊκή;» 15 Απεκρίθη προς αυτούς ο αγγελιοφόρος και είπε· Ρώτησα έναν των Ιουδαίων και είπα· Τι είναι τούτο, το οποίον φωνάζουν τα παιδιά στην εβραϊκή γλώσσα; 16 Και μου το εξήγησε, λέγοντας: Κραυγάζουν Ωσαννά, που ερμηνευόμενο είναι: Κύριε, σώσε με ή, Κύριε, σώσε. 17 Ο Πιλάτος τότε τους είπε: «Γιατί εσείς οι ίδιοι μαρτυρείτε για τα λόγια που λένε τα παιδιά, δηλαδή με τη σιωπή σας; Σε τι κακό έκανε ο αγγελιοφόρος; Και σιώπησαν. 18 Τότε ο ηγεμόνας είπε στον αγγελιοφόρο: «Πήγαινε έξω και προσπάθησε με κάθε τρόπο να τον φέρεις μέσα». 19 Ὁ δὲ ἀγγελιαφόρος ἐξῆλθεν καὶ ἐποίησεν ὅπως πρῶτα καὶ εἶπεν· Κύριε, ἐλθέ, γὰρ σε καλεῖ ὁ ἡγούμενος. 20 Και καθώς ο Ιησούς έμπαινε μέσα από τα σημαιάκια που κρατούσαν τα λάβαρα, οι κορυφές τους έσκυψαν και προσκύνησαν τον Ιησού. 24
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
21 Τότε οι Ιουδαίοι αναφώνησαν πιο έντονα εναντίον των σημαιών. 22 Ο Πιλάτος όμως είπε στους Ιουδαίους: «Ξέρω ότι δεν σας αρέσει που οι κορυφές των σημαιών προσκύνησαν τον Ιησού· εσείς όμως διαμαρτύρεστε για τα σημαιάκια, σαν να είχαν προσκυνήσει;» 23 Αποκρίθηκαν στον Πιλάτο: «Είδαμε τους ίδιους τους σημαιοφόρους να προσκυνούν τον Ιησού». 24 Τότε ο κυβερνήτης κάλεσε τους σημαιοφόρους και τους είπε: Γιατί το κάνατε αυτό; 25 Οι σημαιοφόροι είπαν στον Πιλάτο: «Είμαστε όλοι ειδωλολάτρες και λατρεύουμε τους θεούς στους ναούς· και πώς θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ότι τον λατρεύουμε; Εμείς κρατούσαμε μόνο τα λάβαρα στα χέρια μας και εκείνοι προσκυνούσαν». 26 Τότε ο Πιλάτος είπε στους αρχισυνάγωγους: «Εσείς οι ίδιοι διαλέξτε μερικούς δυνατούς άνδρες, και ας κρατούν τα λάβαρα, και θα δούμε αν τότε θα σκύψουν». 27 Έτσι, οι πρεσβύτεροι των Ιουδαίων αναζήτησαν δώδεκα από τους πιο δυνατούς και ικανούς γέροντες, τους έβαλαν να κρατούν τα λάβαρα και στάθηκαν μπροστά στον κυβερνήτη. 28 Τότε ο Πιλάτος είπε στον αγγελιοφόρο: «Βγάλε έξω τον Ιησού και φέρε τον μέσα». Και ο Ιησούς και ο αγγελιοφόρος βγήκαν έξω από την αυλή. 29 Καὶ ὁ Πιλάτος κάλεσε τοὺς σημαιοφόρους ποὺ πρῶτα ἔφερναν τὰ λάβαρα, καὶ ὀρκίσθηκε πρὸς αὐτούς ὅτι ἄν δὲν ἔφερναν τὰ λάβαρα μὲ τὸν τρόπον τὸν τρόπον τῆς Ἰησοῦ πρὸς τὴν εἰσὴν τὸν Ἰησοῦν, ἐκῆλθεν τὰ κεφάλια αὐτῶν. 30 Τότε ο ηγεμόνας πρόσταξε τον Ιησού να μπει ξανά μέσα. 31 Και ο αγγελιοφόρος έκανε όπως είχε κάνει και πριν, και παρακάλεσε πολύ τον Ιησού να φορέσει το ιμάτιό του και να περπατήσει πάνω του, και περπάτησε πάνω του και μπήκε μέσα. 32 Και όταν ο Ιησούς μπήκε μέσα, οι σημαίες προσκύνησαν όπως και πριν και τον προσκύνησαν. Κεφάλαιο 2 1 Όταν ο Πιλάτος είδε αυτό, φοβήθηκε και επρόκειτο να σηκωθεί από τη θέση του. 2 Ενώ όμως αυτός σκόπευε να σηκωθεί, η γυναίκα του, που στεκόταν από μακριά, του έστειλε μήνυμα λέγοντας: «Μην έχεις καμία σχέση με αυτόν τον δίκαιο άνθρωπο, γιατί πολύ υπέφερα γι' αυτόν σε όραμα αυτή τη νύχτα». 3 Όταν οι Ιουδαίοι άκουσαν αυτό, είπαν στον Πιλάτο: Δεν σου είπαμε ότι είναι μάγος; Δες, έκανε τη γυναίκα σου να ονειρευτεί. 4 Ο Πιλάτος, λοιπόν, φώναξε τον Ιησού και είπε: «Άκουσες τι καταθέτουν εναντίον σου, και δεν αποκρίνεσαι;» 5 Ο Ιησούς απάντησε: «Αν δεν είχαν δύναμη να μιλούν, δεν θα μπορούσαν να μιλήσουν· επειδή όμως κάθε ένας έχει την εξουσία της δικής του γλώσσας να μιλάει και καλά και κακά, ας προσέχει». 6 Απαντώντας όμως οι πρεσβύτεροι των Ιουδαίων, είπαν στον Ιησού: «Τι να προσέξουμε;» 7 Πρώτον, γνωρίζουμε τούτο για σένα, ότι γεννήθηκες μέσα από πορνεία· δεύτερον, ότι εξαιτίας της γέννησής σου τα βρέφη εσφάγησαν στη Βηθλεέμ· τρίτον, ότι ο πατέρας σου και η μητέρα σου Μαρία κατέφυγαν στην Αίγυπτο, επειδή δεν μπορούσαν να εμπιστευτούν τον λαό τους. 8 Μερικοί από τους Ιουδαίους που παρευρίσκονταν μιλούσαν πιο ευνοϊκά: Δεν μπορούμε να πούμε ότι γεννήθηκε από πορνεία· ξέρουμε όμως ότι η μητέρα του, η Μαρία, ήταν αρραβωνιασμένη με τον Ιωσήφ, άρα δεν γεννήθηκε από πορνεία. 9 Τότε ο Πιλάτος είπε στους Ιουδαίους, που επιβεβαίωναν ότι γεννήθηκε από πορνεία: «Δεν είναι αληθής αυτή η αφήγησή σας, αφού έγινε αρραβώνας, όπως μαρτυρούν όσοι είναι από το έθνος σας». 10 Ο Άννας και ο Καϊάφας είπαν στον Πιλάτο: «Πάντα αυτό το πλήθος του λαού θεωρείται, αυτοί που φωνάζουν ότι γεννήθηκε από πορνεία και είναι μάγος· αυτοί όμως που αρνούνται ότι γεννήθηκε από πορνεία, είναι οι προσήλυτοι και οι μαθητές του». 11 Ο Πιλάτος αποκρίθηκε στον Άννα και στον Καϊάφα: «Ποιοι είναι οι προσήλυτοι;» Αυτοί απάντησαν: «Είναι παιδιά ειδωλολατρών, και δεν έγιναν Ιουδαίοι, αλλά οπαδοί του». 12 Τότε αποκρίθηκαν ο Ελεάζαρ και ο Αστέριος και ο Αντώνιος και ο Ιάκωβος, ο Κάρας και ο Σαμουήλ, ο Ισαάκ και ο Φινεής, ο Κρίσπος και ο Αγρίππας, ο Άννας και ο Ιούδας: «Δεν είμαστε
25
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
προσήλυτοι, αλλά παιδιά Ιουδαίων, και λαλούμε την αλήθεια, και ήμασταν παρόντες όταν αρραβωνιάστηκε η Μαρία». 13 Ὁ Πιλάτος, λοιπόν, προσφωνὴς τοὺς δώδεκα ἀνδρὰς ποὺ ἐλάλησαν τὰ τοῦτα, εἶπεν αὐτοῖς· «Σᾶς ἐξορκίζω στὴ ζωή τοῦ Καίσαρα νὰ ἀνακοινῆτε πιστὰ ἄν ἐγεννήθη ἐκ πορνείας, καὶ ἂν ἀλήθειαν ἔσται ὅσα ἐξηγήσατε». 14 Απεκρίθησαν δε προς τον Πιλάτον· Νόμον έχομεν, δια του οποίου απαγορεύεται να ορκιζώμεθα, διότι είναι αμαρτία· ας ορκισθώσιν εις την ζωήν του Καίσαρος ότι δεν είναι όπως είπαμεν, και ημείς θα αρκεσθούμε να θανατωθούμε. 15 Τότε ο Άννας και ο Καϊάφας είπαν στον Πιλάτο: «Αυτοί οι δώδεκα άνδρες δεν θα πιστέψουν ότι γνωρίζουμε ότι είναι άθλιος και μάγος, αν και ισχυρίζεται ότι είναι υιός Θεού και βασιλιάς». Αυτό το πράγμα δεν το πιστεύουμε, ώστε τρέμουμε στο άκουσμα. 16 Τότε ο Πιλάτος διέταξε όλους να βγουν έξω εκτός από τους δώδεκα άνδρες, που έλεγαν ότι δεν γεννήθηκε από πορνεία, και τον Ιησού να απομακρυνθεί. Και τους είπε: Γιατί οι Ιουδαίοι θέλουν να θανατώσουν τον Ιησού; 17 Απεκρίθησαν προς αυτόν· Οργίζονται, διότι έκαμε θεραπείες εν τη ημέρα του Σαββάτου. Είπε δε ο Πιλάτος· Μήπως διά το καλόν έργον θανατώσωσιν αυτόν; Λέγον προς αυτόν· Ναι, κύριε. Κεφάλαιο 3 1 Τότε ο Πιλάτος, γεμάτος θυμό, βγήκε έξω από την αίθουσα και είπε στους Ιουδαίους: «Καλώ όλο τον κόσμο να βεβαιώσει ότι δεν βρίσκω κανένα πταίσμα σε αυτόν τον άνθρωπο». 2 Οι Ιουδαίοι αποκρίθηκαν στον Πιλάτο: «Αν δεν ήταν ασεβής, δεν τον είχαμε φέρει μπροστά σου». 3 Ο Πιλάτος τους είπε: «Πάρτε τον εσείς και δοκιμάστε τον σύμφωνα με τον νόμο σας». 4 Τότε οι Ιουδαίοι είπαν: Δεν επιτρέπεται σε εμάς να θανατώσουμε κανέναν. 5 Ο Πιλάτος είπε στους Ιουδαίους: «Η εντολή, λοιπόν, «ου φονεύσεις», είναι δική σας, αλλά όχι δική μου. 6 Καὶ ἐπέστρεψεν ἐπὶ τὴν αἰθουσα καὶ φώναξε τὸν Ἰησοῦν κατὰ ἰδίαν καὶ εἶπεν αὐτῷ· Σὺ εἶ ὁ βασιλεύς τῶν Ἰουδαίων; 7 Και ο Ιησούς, αποκρινόμενος, είπε στον Πιλάτο: «Από μόνος σου το λες αυτό ή οι Ιουδαίοι σου το είπαν για μένα;» 8 Αποκριθείς ο Πιλάτος είπε στον Ιησού: «Είμαι Ιουδαίος; Όλο το έθνος και οι άρχοντες των Ιουδαίων σε παρέδωσαν σε μένα. Τι έκανες; 9 Αποκριθείς ο Ιησούς είπε: Η βασιλεία μου δεν είναι από τούτον τον κόσμο· αν η βασιλεία μου ήταν από τούτον τον κόσμο, τότε οι δούλοι μου θα πολεμούσαν, και δεν θα παραδιδόμουν στους Ιουδαίους· τώρα όμως η βασιλεία μου δεν είναι από εδώ. 10 Ὁ Πιλάτος εἶπεν· «Βασιλεύς ὅμως εἶσαι;» ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς· «Σὺ λέγεις ὅτι βασιλεύς εἶμαι· διὰ τοῦτο ἐγεννήθηκα καὶ διὰ τοῦτο ἦλθον εἰς τὸν κόσμον καὶ διὰ τοῦτο ἦλθον, ἵνα μαρτυρήσω τὴν ἀλήθειαν καὶ πᾶς ὁ ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει τῆς φωνής μου». 11 Λέγει προς αυτόν ο Πιλάτος· Τι είναι η αλήθεια; 12 Ο Ιησούς είπε: «Η αλήθεια είναι από τον ουρανό». 13 Ο Πιλάτος είπε: «Γι’ αυτό η αλήθεια δεν είναι πάνω στη γη». 14 Ο Ιησούς είπε στον Πιλάτο: «Πίστεψε ότι η αλήθεια είναι στη γη, ανάμεσα σε εκείνους που, όταν έχουν την εξουσία της κρίσης, κυβερνώνται από την αλήθεια και διαμορφώνουν την ορθή κρίση». Κεφάλαιο 4 1 Τότε ο Πιλάτος άφησε τον Ιησού στην αυλή και βγήκε έξω προς τους Ιουδαίους και είπε: Δεν βρίσκω κανένα έγκλημα στον Ιησού. 2 Λέγουν προς αυτόν οι Ιουδαίοι· Αυτός όμως είπε· Μπορώ να καταστρέψω τον ναό του Θεού και σε τρεις ημέρες να τον ξαναχτίσω. 3 Λέγει προς αυτούς ο Πιλάτος· Τι είδους ναός είναι αυτός για τον οποίον μιλάει;
26
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
4 Οι Ιουδαίοι του λένε: «Ό,τι ο Σολομώντας έχτιζε σαράντα έξι χρόνια, είπε ότι θα το καταστρέψει και σε τρεις ημέρες θα το χτίσει». 5 Ο Πιλάτος πάλι τους είπε: «Είμαι αθώος από το αίμα εκείνου του ανθρώπου· εσείς προσέξτε». 6 Οι Ιουδαίοι του λένε: «Το αίμα του ας είναι επάνω μας και επάνω στα παιδιά μας». Τότε ο Πιλάτος, αφού κάλεσε τους πρεσβυτέρους και τους γραμματείς, τους ιερείς και τους Λευίτες, τους λέει ιδιαιτέρως: «Μην κάνετε έτσι· δεν βρήκα τίποτα στην κατηγορία σας εναντίον του για το ότι θεραπεύει ασθενείς και παραβιάζει το Σάββατο, που να είναι άξιο θανάτου». 7 Οι ιερείς και οι Λευίτες αποκρίθηκαν στον Πιλάτο: «Μα τη ζωή του Καίσαρα, αν κάποιος βλασφημεί, είναι άξιος θανάτου· αυτός όμως βλασφήμησε εναντίον του Κυρίου». 8 Τότε ο ηγεμόνας πάλι πρόσταξε τους Ιουδαίους να βγουν έξω από την αυλή· και αφού φώναξε τον Ιησού, του είπε: «Τι να κάνω με σένα;» 9 Απεκρίθη προς αυτόν ο Ιησούς· Κάνε κατά το γεγραμμένον. 10 Ο Πιλάτος του είπε: «Πώς είναι γραμμένο;» 11 Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Ο Μωυσής και οι προφήτες προφήτευσαν περί του παθήματός μου και της αναστάσεώς μου. 12 Ακούοντες δε τούτο οι Ιουδαίοι, ωργίσθησαν και είπον προς τον Πιλάτον· Δια τι θέλεις πλέον να ακούς την βλασφημίαν του ανθρώπου τούτου; 13 Λέγει προς αυτούς ο Πιλάτος· Εἰ οὐτοὶ οἱ λόγοι ὑμῖν ὑπὲρθοδοξίας, πιάσατε αὐτὸν καὶ φέρετε αὐτὸν εἰς τὴν ἀυλήν σας καὶ δοκιμάσατε αὐτὸν κατὰ τὸν νόμον ὑμῶν. 14 Οι Ιουδαίοι αποκρίνονται στον Πιλάτο: «Ο νόμος μας λέει ότι θα τιμωρηθεί με τριάντα εννέα μαστιγώματα· αν όμως βλασφημήσει τον Κύριο με αυτόν τον τρόπο, θα λιθοβοληθεί». 15 Λέγει προς αυτούς ο Πιλάτος· Εἰ βλασφημία ἦν ὁ λόγος αὐτοῦ, κατά τόν νόμον ὑμῶν δοκιμάσατε αὐτόν. 16 Λέγουν οι Ιουδαίοι στον Πιλάτο: «Ο νόμος μας μάς επιτάσσει να μην θανατώσουμε κανέναν· θέλουμε να σταυρωθεί, επειδή είναι άξιος θανάτου σταυρού». 17 Ο Πιλάτος λέει σ’ αυτούς: Δεν είναι κατάλληλο να σταυρωθεί· μόνο ας μαστιγωθεί και ας απολυθεί. 18 Όταν όμως ο ηγεμόνας κοίταξε τον λαό που ήταν εκεί και τους Ιουδαίους, είδε πολλούς από τους Ιουδαίους να κλαίνε, και είπε στους αρχιερείς των Ιουδαίων: «Όλος ο λαός δεν επιθυμεί τον θάνατό του». 19 Οι πρεσβύτεροι των Ιουδαίων αποκρίθηκαν στον Πιλάτο: «Εμείς και όλος ο λαός ήρθαμε εδώ γι' αυτό ακριβώς, για να πεθάνει». 20 Λέγει προς αυτούς ο Πιλάτος· Γιατί να πεθάνει; 21 Ἐκκλησίαι αὐτοῖς λέγουσιν αὐτῷ· ὅτι ὑποστηρίζει ὅτι ἔσται ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ βασιλεύς. Κεφάλαιο 5 1 Νικόδημος όμως, κάποιος Ιουδαίος, στάθηκε μπροστά στον ηγεμόνα και είπε: «Σε παρακαλώ, δίκαιο κριτή, να με ευνοήσεις με την ελευθερία να μιλήσω λίγα λόγια». 2 Ο Πιλάτος του είπε: «Μίλα». 3 Ο Νικόδημος είπε: «Είπα στους πρεσβυτέρους των Ιουδαίων, στους γραμματείς, στους ιερείς, στους Λευίτες και σε όλο το πλήθος των Ιουδαίων, στη συνάθροισή τους: Τι θέλετε να κάνετε με αυτόν τον άνθρωπο;» 4 Είναι ένας άνθρωπος που έχει κάνει πολλά χρήσιμα και ένδοξα θαύματα, τέτοια που κανένας άνθρωπος στη γη δεν έκανε ποτέ πριν, ούτε θα κάνει ποτέ. Αφήστε τον να φύγει και μην του κάνετε κακό. Αν προέρχεται από τον Θεό, τα θαύματά του (οι θαυματουργές θεραπείες του) θα συνεχιστούν. Αν όμως προέρχονται από ανθρώπους, θα εκμηδενιστούν. 5 Έτσι ο Μωυσής, όταν στάλθηκε από τον Θεό στην Αίγυπτο, έκανε τα θαύματα που ο Θεός του πρόσταξε, ενώπιον του Φαραώ, του βασιλιά της Αιγύπτου. Και αν και οι μάγοι εκείνης της χώρας, ο Ιαννή και ο Ιαμβρής, έκαναν με τη μαγεία τους τα ίδια θαύματα που έκανε ο Μωυσής, δεν μπόρεσαν να κάνουν όλα όσα έκανε αυτός.
27
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
6 Και τα θαύματα που έκαναν οι μάγοι δεν ήταν από τον Θεό, όπως γνωρίζετε, γραμματείς και Φαρισαίοι· αλλά εκείνοι που τα έκαναν αφανίστηκαν, και όλοι όσοι τα πίστεψαν. 7 Και τώρα αφήστε αυτόν τον άνθρωπο να φύγει· επειδή, τα θαύματα για τα οποία τον κατηγορείτε, είναι από τον Θεό· και δεν είναι άξιος θανάτου. 8 Είπον τότε οι Ιουδαίοι προς τον Νικόδημο· Εσύ έγινες μαθητής του και ομιλείς υπέρ αυτού; 9 Ο Νικόδημος τους είπε: «Μήπως και ο ηγεμόνας έγινε μαθητής του; Και μιλάει γι' αυτόν; Δεν τον έβαλε ο Καίσαρας σε αυτή την υψηλή θέση;» 10 Όταν οι Ιουδαίοι άκουσαν αυτό, έτρεμαν και έτριξαν τα δόντια τους στον Νικόδημο και του είπαν: «Είθε να δεχτείς τη διδασκαλία του ως αλήθεια και να έχεις τη μοίρα σου μαζί με τον Χριστό». 11 ἀπεκρίθη ὁ Νικόδημος· ἀμήν· ἀποδέχομαι τὴν διδασκαλίαν αὐτοῦ καὶ τὴν κλῆρον αὐτοῦ, καθὼς ἐλάλησας. 12 Τότε κάποιος άλλος Ιουδαίος σηκώθηκε και ζήτησε την άδεια του ηγεμόνα να τον ακούσει λίγα λόγια. 13 Και ο ηγεμόνας είπε: «Πες ό,τι θέλεις». 14 Και είπε: Τριάντα οκτώ χρόνια ήμουν κοντά στη λίμνη των προβάτων στην Ιερουσαλήμ, υποφέροντας από μεγάλη ασθένεια, και περιμένοντας θεραπεία που θα γινόταν με την παρουσία ενός αγγέλου, ο οποίος σε κάποια στιγμή τάραζε το νερό· και όποιος πρώτος έμπαινε μέσα μετά την ταραχή του νερού, θεραπευόταν από οποιαδήποτε ασθένεια κι αν είχε. 15 Και όταν ο Ιησούς με είδε να λιποθυμώ εκεί, μου είπε: «Θέλεις να θεραπευτείς;» Και εγώ απάντησα: «Κύριε, δεν έχω κανέναν να με βάλει στην πισίνα όταν ταράσσεται το νερό». 16 καὶ λέγει πρὸς μοι· Σήκω, σήκωσε τὸ κρεβάτι σου καὶ περπάτησε. καὶ ἀμέσως ὑλεύθην καὶ σήκωσα τὸ κρεβάτι μου καὶ περπάτησα. 17 Είπαν τότε οι Ιουδαίοι στον Πιλάτο: «Κύριε, ηγεμόνα, σε παρακαλώ, ερώτησέ τον ποια ημέρα θεραπεύτηκε από την ασθένειά του». 18 Ο ασθενής απάντησε: «Ήταν Σάββατο». 19 Είπον οι Ιουδαίοι προς τον Πιλάτον· Δεν είπον ότι τας θεραπείας αυτού εν τω σαββάτω επιτελεί και εβάζει τα δαιμόνια δια του άρχοντος των δαιμόνων; 20 Τότε βγήκε έξω κάποιος άλλος Ιουδαίος και είπε: «Ήμουν τυφλός, άκουγα ήχους, αλλά δεν έβλεπα κανέναν». Καθώς ο Ιησούς προχωρούσε, άκουσα το πλήθος να περνάει και ρώτησα τι υπήρχε εκεί. 21 Μου είπαν ότι περνάει ο Ιησούς. Τότε έκραξα λέγοντας: Ιησού, γιε του Δαβίδ, ελέησέ με. Και στάθηκε και πρόσταξε να με φέρουν κοντά του, και μου είπε: Τι θέλεις; 22 Είπα, Κύριε, για να ξαναβρώ το φως μου. 23 Μου είπε: «Ανακτήστε το φως σας». Και αμέσως είδα και τον ακολούθησα χαρούμενος και ευχαριστώντας. 24 Και ένας άλλος Ιουδαίος βγήκε έξω και είπε: «Ήμουν λεπρός, και με θεράπευσε μόνο με τον λόγο του, λέγοντας: Θέλω, καθάρσου». Και αμέσως καθαρίστηκα από τη λέπρα μου. 25 Και ένας άλλος Ιουδαίος βγήκε έξω και είπε: «Ήμουν άτακτος, και με ισιωσε με τον λόγο του». 26 Καὶ γυνὴ ὀνομαζομένη Βερόνικα εἶπεν· ἤμουν ἐπί δώδεκα ἔτη ἐπί τῶν ἄκρων τῶν ἐνδυμάτων αὐτοῦ, καὶ ἐπάλειψα τὴν ἄκρην τῶν ἐνδυμάτων αὐτοῦ. 27 Είπαν τότε οι Ιουδαίοι: «Έχουμε νόμο ότι γυναίκα δεν επιτρέπεται να είναι μαρτυρία». 28 Και ύστερα από άλλα πράγματα, ένας άλλος Ιουδαίος είπε: Είδα τον Ιησού καλεσμένο σε γάμο με τους μαθητές του, και υπήρχε έλλειψη κρασιού στην Κανά της Γαλιλαίας. 29 Και όταν το κρασί τελείωσε, διέταξε τους υπηρέτες να γεμίσουν έξι δοχεία που ήταν εκεί με νερό, και τα γέμισαν μέχρι το χείλος, και τα ευλόγησε, και μετέτρεψε το νερό σε κρασί, και όλος ο λαός ήπιε, εκπλαγμένος από αυτό το θαύμα. 30 Καὶ ἄλλος Ἰουδαὴς ἦρθεν ἐπὶ τὸν Ἰησοῦν διδάσκων εἰς τὴν Καπερναούμ καὶ ἐν τῇ συναγωγῇ ἦν ἄνθρωπος τις ὁ ὁποῖος ἔχει δαιμόνιον καὶ ἐκραύγασε λέγων Ἄφησέ με· τί ἐναντίον ἐμῶν ἐσὺ, Ἰησοῦ Ναζωραὴ; ἦλθες νὰ μᾶς ἀπολέσῃς; ὅτι σὺ εἶ ὁ Ἅγιος τοῦ Θεοῦ.
28
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
31 Καὶ ἐπετίμησεν αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς, λέγων· Σώπα, πνεῦμα ἀκάθαρτον, καὶ ἐξέλθῃ ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου· καὶ ἐξέλθη ἀπὸ αὐτοῦ καὶ οὐκ ἔβλεψε αὐτὸν. 32 Ένας Φαρισαίος είπε επίσης τα εξής: Είδα ότι ένα μεγάλο πλήθος έρχεται στον Ιησού από τη Γαλιλαία και την Ιουδαία, και την παράκτια περιοχή, και πολλές περιοχές γύρω από τον Ιορδάνη, και πολλοί ασθενείς έρχονται σε αυτόν, και τους θεράπευσε όλους. 33 καὶ ἤκουσα τὰ πνεύματα τὰ ἀκάθαρτα νὰ κράζουν καὶ νὰ λέγουν· Σὺ εἶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ· καὶ ὁ Ἰησοῦς τοὺς ἐπέτρεψε αυστηρὰ νὰ μὴν τὸν γνωστοποιήσουν. 34 Μετά ταύτα, ένας άλλος, που ονομαζόταν Εκατοντάριος, είπε: «Είδα τον Ιησού στην Καπερναούμ και τον παρακάλεσα λέγοντας: Κύριε, ο δούλος μου κείτεται στο σπίτι παράλυτος». 35 Καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν πρὸς μοι· Ἐγὼ ἐλθῶ καὶ θεραπεύσω αὐτόν. 36 Εγώ όμως είπα: Κύριε, δεν είμαι άξιος να μπεις κάτω από τη στέγη μου· αλλά μόνον λόγο πες, και ο δούλος μου θα θεραπευτεί. 37 Καὶ λέγει μοι ὁ Ἰησοῦς· Πήγαινε, καὶ καθὼς πίστεψες, οὕτως γένηται ὑμῖν· καὶ ἰατεύθη ὁ δοῦλός μου ἀπὸ ἐκείνης τῆς ὥρας. 38 Είπε τότε κάποιος άρχοντας: «Είχα έναν γιο στην Καπερναούμ, που ήταν ετοιμοθάνατος· και όταν άκουσα ότι ο Ιησούς ήρθε στη Γαλιλαία, πήγα και τον παρακάλεσα να κατέβει στο σπίτι μου και να θεραπεύσει τον γιο μου, γιατί ήταν ετοιμοθάνατος». 39 Μου είπε: Πήγαινε, ο γιος σου ζει. 40 Και ο γιος μου θεραπεύτηκε από εκείνη την ώρα. 41 Εκτός από αυτούς, και πολλοί άλλοι Ιουδαίοι, άνδρες και γυναίκες, έκραζαν και έλεγαν: «Αυτός είναι αληθινά ο Υιός του Θεού, που θεραπεύει όλες τις ασθένειες μόνο με τον λόγο του, και στον οποίο υποτάσσονται εντελώς τα δαιμόνια». 42 Μερικοί από αυτούς έλεγαν περαιτέρω: «Αυτή η δύναμη δεν μπορεί να προέλθει από κανέναν άλλο παρά από τον Θεό». 43 Ο Πιλάτος είπε στους Ιουδαίους: «Γιατί οι δαίμονες δεν υποτάσσονται στους γιατρούς σας;» 44 Μερικοί απ’ αυτούς έλεγαν: «Δεν μπορεί να προέρχεται η δύναμη της υποταγής των δαιμόνων παρά μόνο από τον Θεό». 45 Άλλοι όμως έλεγαν στον Πιλάτο ότι ανέστησε τον Λάζαρο από τους νεκρούς, αφού ήταν τέσσερις ημέρες στον τάφο του. 46 Ακούσας ταύτα ο ηγεμόνας, τρέμοντας, είπε προς το πλήθος των Ιουδαίων: «Τι θα σας ωφελήσει να χύσετε αθώο αίμα;» Κεφάλαιο 6 1 Τότε ο Πιλάτος, αφού κάλεσε τον Νικόδημο και τους δεκαπέντε άνδρες, που έλεγαν ότι ο Ιησούς δεν γεννήθηκε από πορνεία, τους είπε: «Τι να κάνω, επειδή είναι σαν να γίνεται αναταραχή ανάμεσα στον λαό;» 2 Είπαν προς αυτόν: Δεν ξέρουμε· ας προσέξουν αυτοί που προκαλούν φασαρία. 3 Ο Πιλάτος, λοιπόν, κάλεσε ξανά το πλήθος και τους είπε: «Ξέρετε ότι έχετε έθιμο να σας απολύω έναν φυλακισμένο κατά την εορτή του πάσχα. 4 Έχω έναν φημισμένο φυλακισμένο, έναν φονιά, που ονομάζεται Βαραββάς, και τον Ιησού, που ονομάζεται Χριστός, στον οποίο δεν βρίσκω τίποτα άξιο θανάτου· ποιον λοιπόν από αυτούς θέλετε να σας απολύσω; 5 Όλοι φωνάζουν και λένε: «Απόλυσε σε μας τον Βαραββά». 6 Λέγει προς αυτούς ο Πιλάτος· Τι λοιπόν να κάνω τον Ιησούν, τον λεγόμενον Χριστόν; 7 Όλοι αποκρίνονται: «Ας σταυρωθεί». 8 Πάλι κράζουν και λένε στον Πιλάτο: «Δεν είσαι φίλος του Καίσαρα, αν τούτον απολύσεις; Γιατί διακήρυξε ότι είναι Υιός του Θεού και βασιλιάς. Αλλά εσύ θέλεις να είναι αυτός βασιλιάς και όχι ο Καίσαρας;» 9 Τότε ο Πιλάτος, γεμάτος θυμό, τους είπε: «Το έθνος σας ήταν πάντα στασιαστικό, και εσείς είστε πάντα εναντίον εκείνων που σας υπηρέτησαν;»
29
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
10 Οι Ιουδαίοι αποκρίθηκαν: «Ποιοι είναι αυτοί που μας υπηρέτησαν;» 11 Ο Πιλάτος τους απάντησε: «Ο Θεός σας, που σας έσωσε από τη σκληρή δουλεία των Αιγυπτίων, και σας οδήγησε πάνω από την Ερυθρά Θάλασσα σαν να ήταν στεριά, και σας έθρεψε στην έρημο με μάννα και κρέας ορτυκιών, και έβγαλε νερό από την πέτρα, και σας έδωσε νόμο από τον ουρανό. 12 Τον παροργίσατε με κάθε τρόπο, και επιθυμήσατε για τον εαυτό σας ένα χυτό μοσχάρι, και το προσκυνήσατε, και θυσιάσατε σε αυτό, και είπατε: Αυτοί είναι οι θεοί σου, Ισραήλ, που σε έβγαλαν από τη γη της Αιγύπτου. 13 Εξαιτίας αυτού, ο Θεός σας ήθελε να σας εξολοθρεύσει· αλλά ο Μωυσής μεσολάβησε για εσάς, και ο Θεός σας τον εισάκουσε, και συγχώρησε την ανομία σας. 14 Ύστερα οργιστήκατε εναντίον των προφητών σας, του Μωυσή και του Ααρών, και θέλατε να θανατώσετε, όταν κατέφυγαν στη σκηνή του μαρτυρίου, και γόγγυζατε πάντα εναντίον του Θεού και των προφητών του. 15 Και αφού σηκώθηκε από το βήμα του, ήθελε να βγει έξω· αλλά όλοι οι Ιουδαίοι έκραζαν: «Δηλώνουμε βασιλιά τον Καίσαρα και όχι τον Ιησού». 16 Ενώ αυτός, μόλις γεννήθηκε, ήρθαν οι μάγοι και του πρόσφεραν δώρα· όταν ο Ηρώδης τα άκουσε, ταράχτηκε υπερβολικά και ήθελε να τον σκοτώσει. 17 Όταν ο πατέρας του το έμαθε αυτό, έφυγε μαζί του και τη μητέρα του Μαρία στην Αίγυπτο. Ο Ηρώδης, όταν άκουσε ότι γεννήθηκε, ήθελε να τον φονεύσει· και έτσι έστειλε και σκότωσε όλα τα παιδιά που ήταν στη Βηθλεέμ και σε όλα τα όρια αυτής, από δύο ετών και κάτω. 18 Όταν ο Πιλάτος άκουσε αυτή την ιστορία, φοβήθηκε· και αφού επέβαλε σιωπή στον λαό, που θορυβήθηκε, είπε στον Ιησού: «Εσύ, λοιπόν, είσαι βασιλιάς;» 19 Όλοι οι Ιουδαίοι απάντησαν στον Πιλάτο: «Αυτόν ακριβώς που ο Ηρώδης ζητούσε να σκοτώσει». 20 Τότε ο Πιλάτος, αφού πήρε νερό, έπλυνε τα χέρια του μπροστά στον λαό και είπε: «Είμαι αθώος από το αίμα αυτού του δικαίου· εσείς προσέξτε». 21 Αποκρίθηκαν οι Ιουδαίοι και είπαν: «Το αίμα του ας είναι επάνω μας και επάνω στα παιδιά μας». 22 Τότε ο Πιλάτος διέταξε να φέρουν τον Ιησού μπροστά του και του είπε τα εξής λόγια: 23 Το ίδιο σου το έθνος σε κατηγόρησε ότι κάνεις τον εαυτό σου βασιλιά· γι' αυτό εγώ, ο Πιλάτος, σε καταδικάζω να μαστιγωθείς σύμφωνα με τους νόμους των προηγούμενων κυβερνητών· και πρώτα να δεθείς, έπειτα να κρεμαστείς σε σταυρό, εκεί που είσαι τώρα φυλακισμένος· και μαζί σου δύο κακοποιοί, των οποίων τα ονόματα είναι Δήμας και Γέστας. Κεφάλαιο 7 1 Τότε ο Ιησούς βγήκε έξω από την αυλή, και μαζί του οι δύο ληστές. 2 Και όταν έφτασαν στον τόπο που ονομάζεται Γολγοθάς, τον έβγαλαν από τα ρούχα του και τον περιέζωσαν με λινό ύφασμα, και έβαλαν ένα αγκάθινο στεφάνι στο κεφάλι του και έβαλαν ένα καλάμι στο χέρι του. 3 Και παρόμοια έκαναν και στους δύο ληστές που σταυρώθηκαν μαζί του, τον Δήμα στα δεξιά του και τον Γέστα στα αριστερά του. 4 Ο Ιησούς όμως είπε: «Πάτερ μου, συγχώρεσέ τους· επειδή, δεν ξέρουν τι κάνουν». 5 Και μοίρασαν τα ιμάτιά του, και έριξαν κλήρο για το ιμάτιό του. 6 Εν τω μεταξύ, ο λαός στεκόταν εκεί, και οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι των Ιουδαίων τον ενέπαιζαν, λέγοντας: Άλλους έσωσε, ας σώσει τώρα τον εαυτό του, αν μπορεί· αν είναι Υιός του Θεού, ας κατέβει τώρα από τον σταυρό. 7 Και οι στρατιώτες τον ενέπαιξαν, και λαμβάνοντας ξίδι και χολή, του πρόσφεραν να πιει, και του έλεγαν: «Εάν είσαι βασιλιάς των Ιουδαίων, λύτρωσέ τον εαυτό σου». 8 Τότε ο Λογγίνος, κάποιος στρατιώτης, παίρνοντας ένα δόρυ, τρύπησε την πλευρά του και αμέσως βγήκε αίμα και νερό. 9 Και ο Πιλάτος έγραψε τον τίτλο πάνω στον σταυρό με εβραϊκά, λατινικά και ελληνικά γράμματα, δηλαδή: «Αυτός είναι ο βασιλιάς των Ιουδαίων».
30
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
10 Εἶπεν δὲ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο ληστὰς ποὺ εἰσταυρώθηκαν μαζί μὲ τὸν Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος ἦταν Γέστας, τῷ Ἰησοῦ· Ἐὰν σὺ εἶ ὁ Χριστὸς, ἐλάτρευσε τὸν ἑαυτόν σου καὶ ἡμᾶς. 11 Ὁ δὲ ληστής, ὁ ὁποῖος ἦταν Δήμας, ἀποκριθείς, τὸν ἐπιτίμησε καὶ εἶπε· Οὐχὶ φοβᾶσαι τὸν Θεόν, ὁ καταδικασμένος εἰς τὴν τιμωρίαν ταύτην; Ἐμεῖς ἀποδεχόμαστε δικαίως τὴν ἀξίαν τῶν ἐργασῶν μας· ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς αὐτός, τί κακόν ἔκανε; 12 Μετά τον στεναγμό αυτό, είπε στον Ιησού: «Κύριε, θυμήσου με όταν έρθεις στη βασιλεία σου». 13 Αποκριθείς ο Ιησούς είπε προς αυτόν· Αληθώς σοι λέγω ότι σήμερον θέλεις είσθαι μετ’ εμού εν τω παραδείσω. Κεφάλαιο 8 1 Και ήταν περίπου η έκτη ώρα, και σκοτάδι ήταν επάνω σε όλη τη γη μέχρι την ένατη ώρα. 2 Και ενώ ο ήλιος είχε εκλείψει, ιδού, το καταπέτασμα του ναού σχίστηκε από πάνω μέχρι κάτω· και οι βράχοι σχίστηκαν, και οι τάφοι άνοιξαν, και πολλά σώματα αγίων, που κοιμήθηκαν, αναστήθηκαν. 3 Και περίπου την ένατη ώρα ο Ιησούς φώναξε με δυνατή φωνή, λέγοντας: «Ήλιε, ήλιε, λαμά ζαβακτάνι;» που ερμηνεύεται: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;» 4 Και μετά ταύτα, είπε ο Ιησούς: Πάτερ, εις τας χείρας σου παραδίδω το πνεύμα μου· και αφού είπε ταύτα, εξέπνευσε. 5 Όταν όμως ο εκατόνταρχος είδε τον Ιησού να φωνάζει έτσι και να αφήνει το πνεύμα του, δόξασε τον Θεό και είπε: «Αληθινά, αυτός ο άνθρωπος ήταν δίκαιος». 6 Και όλος ο λαός που στεκόταν εκεί, ταράχτηκε υπερβολικά από το θέαμα· και συλλογιζόμενοι όσα είχαν συμβεί, χτυπούσαν τα στήθη τους και επέστρεψαν στην πόλη της Ιερουσαλήμ. 7 Ο εκατόνταρχος πήγε στον κυβερνήτη και του διηγήθηκε όλα όσα είχαν συμβεί. 8 Και όταν άκουσε όλα αυτά, λυπήθηκε πάρα πολύ. 9 Και αφού κάλεσε τους Ιουδαίους, τους είπε: «Είδατε το θαύμα της έκλειψης του ηλίου και τα άλλα που συνέβησαν ενώ ο Ιησούς πέθαινε;» 10 Όταν οι Ιουδαίοι το άκουσαν, αποκρίθηκαν στον ηγεμόνα: «Η έκλειψη του ηλίου έγινε κατά το συνηθισμένο της έθιμο». 11 Όλοι όμως όσοι γνώριζαν τον Χριστό στέκονταν από μακριά, καθώς και οι γυναίκες που είχαν ακολουθήσει τον Ιησού από τη Γαλιλαία, παρατηρώντας όλα αυτά. 12 Και ιδού, κάποιος άνθρωπος από την Αριμαθαία, ονομαζόμενος Ιωσήφ, που ήταν κι αυτός μαθητής του Ιησού, αλλά όχι φανερά, για τον φόβο των Ιουδαίων, ήρθε στον ηγεμόνα και τον παρακάλεσε να του δώσει άδεια να σηκώσει το σώμα του Ιησού από τον σταυρό. 13 Και ο ηγεμόνας του έδωσε άδεια. 14 Και ήρθε ο Νικόδημος, φέρνοντας ένα μείγμα από σμύρνα και αλόη, βάρους περίπου εκατό λιτρών· και κατέβασαν τον Ιησού από τον σταυρό με δάκρυα και τον έδεσαν με λινά υφάσματα με αρώματα, σύμφωνα με τη συνήθεια της ταφής στους Ιουδαίους, 15 καὶ ἔθετο αὐτὸν εἰς τάφον καινὸν, ὁ ὁποῖος ἔκτισε ὁ Ἰωσήφ, καὶ ἔλαξεν ἐκ βράχου, ὁποῖος οὐδέποτε ἔθεσαν ἄνθρωπον· καὶ ἐκύλισαν λίθον μεγάλον εἰς τὴν θύραν τοῦ μνήματος. Κεφάλαιο 9 1 Όταν οι άδικοι Ιουδαίοι άκουσαν ότι ο Ιωσήφ είχε ζητήσει και είχε θάψει το σώμα του Ιησού, αναζήτησαν τον Νικόδημο και τους δεκαπέντε άνδρες που είχαν μαρτυρήσει ενώπιον του ηγεμόνα ότι ο Ιησούς δεν γεννήθηκε από πορνεία, και άλλους καλούς ανθρώπους που είχαν δείξει καλές πράξεις προς αυτόν. 2 Ἀλλὰ ὅταν ἔκρυψαν ὅλοι τὸν ἑαυτό τους ἀπὸ φόβου τῶν Ἰουδαίων, μόνος ὁ Νικόδημος ἐφανερώθηκε σ’ αὐτούς καὶ εἶπε· Πῶς δυνηθήσονται οἱ τοῖς οἱ ἄνθρωποι νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν συναγωγήν; 3 Οι Ιουδαίοι του απάντησαν: «Πώς όμως τολμάς να μπεις στη συναγωγή, εσύ που ήσουν σύμμαχος του Χριστού; Ας είναι η τύχη σου μαζί του στον άλλο κόσμο». 4 Απεκρίθη ο Νικόδημος· Αμήν· ούτω έσται, δια να έχω κλήρον μετ’ αυτού εν τη βασιλεία αυτού.
31
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
5 Ομοίως, ο Ιωσήφ, όταν ήρθε στους Ιουδαίους, τους είπε: «Γιατί θυμώνετε μαζί μου επειδή επιθυμώ το σώμα του Ιησού του Πιλάτου; Ιδού, τον έβαλα στον τάφο μου, και τον τύλιξα με καθαρό λινό ύφασμα, και έβαλα μια πέτρα στην πόρτα του τάφου». 6 Εγώ έπραξα δίκαια απέναντί του· εσείς όμως φέρατε άδικα τον δίκαιο αυτόν άνθρωπο, σταυρώνοντάς τον, δίνοντάς του να πιει ξίδι, στεφανώνοντάς τον με αγκάθια, κατασπαράζοντας το σώμα του με μαστιγώματα και προσευχόμενοι να επιρρίψετε την ενοχή του αίματός του πάνω σας. 7 Ακούγοντας αυτό, οι Ιουδαίοι ταράχτηκαν και ταράχτηκαν· και συνέλαβαν τον Ιωσήφ και διέταξαν να τον βάλουν υπό κράτηση πριν από το σάββατο, και τον κράτησαν εκεί μέχρι να τελειώσει το σάββατο. 8 Και του είπαν: Ομολόγησέ με· επειδή, προς το παρόν δεν επιτρέπεται να σου κάνω κανένα κακό, μέχρι να έρθει η πρώτη ημέρα της εβδομάδας. Αλλά ξέρουμε ότι δεν θα θεωρηθείς άξιος ταφής· αλλά θα δώσουμε τη σάρκα σου στα πετεινά του ουρανού και στα θηρία της γης. 9 Ο Ιωσήφ απάντησε: «Αυτή η ομιλία είναι σαν την ομιλία του υπερήφανου Γολιάθ, που ορκίστηκε τον ζωντανό Θεό μιλώντας εναντίον του Δαβίδ. Εσείς όμως, γραμματείς και δάσκαλοι, ξέρετε ότι ο Θεός λέει διαμέσου του προφήτη: «Η εκδίκηση είναι δική μου, και θα σας ανταποδώσω 1 κακό ίσο με αυτό που μου απειλήσατε». 10 Ο Θεός, τον οποίο κρέμασες στον σταυρό, μπορεί να με ελευθερώσει από τα χέρια σου· όλη η ανομία σου θα επιστρέψει πάνω σου. 11 Διότι ο ηγεμόνας, όταν έπλυνε τα χέρια του, είπε: Είμαι καθαρός από το αίμα αυτού του δικαίου. Εσείς όμως αποκριθήκατε και κραυγάσατε: Το αίμα αυτού ας είναι επάνω μας και στα παιδιά μας. Όπως είπατε, ας χαθείτε για πάντα. 12 Ακούγοντας οι πρεσβύτεροι των Ιουδαίων αυτά τα λόγια, οργίστηκαν υπερβολικά· και αφού έπιασαν τον Ιωσήφ, τον έβαλαν σε ένα δωμάτιο όπου δεν υπήρχε παράθυρο· έκλεισαν την πόρτα και έβαλαν σφράγιση στην κλειδαριά. 13 Και ο Άννας και ο Καϊάφας τοποθέτησαν φρουρά επάνω σε αυτό, και συμβουλεύτηκαν με τους ιερείς και τους Λευίτες, ώστε να συγκεντρωθούν όλοι μετά το σάββατο, και σκέφτηκαν με ποιον θάνατο να θανατώσουν τον Ιωσήφ. 14 Ἀφού ἔκαναν αὐτό, οἱ ἄρχοντες, ὁ Ἄννας καί ὁ Καϊάφας, διέταξαν νά φέρουν τόν Ἰωσήφ. Κεφάλαιο 10 1 Όταν όλη η σύναξη άκουσε αυτό, θαύμασε και εξεπλάγη, επειδή βρήκαν την ίδια σφραγίδα στην κλειδαριά του δωματίου, αλλά δεν μπορούσαν να βρουν τον Ιωσήφ. 2 Τότε ο Άννας και ο Καϊάφας βγήκαν έξω, και ενώ όλοι θαύμαζαν την αναχώρηση του Ιωσήφ, ιδού ένας από τους στρατιώτες, που φύλαγαν τον τάφο του Ιησού, μίλησε στην εκκλησία. 3 Ότι ενώ φύλαγαν τον τάφο του Ιησού, έγινε σεισμός· και είδαμε έναν άγγελο του Θεού να κυλάει την πέτρα του τάφου και να κάθεται πάνω της· 4 Και η όψη του ήταν σαν αστραπή και το ένδυμά του σαν χιόνι· και από φόβο γίναμε σαν νεκροί. 5 Και ακούσαμε έναν άγγελο να λέει στις γυναίκες στον τάφο του Ιησού: «Μη φοβάστε· ξέρω ότι ζητάτε τον Ιησού που σταυρώθηκε· αναστήθηκε όπως προείπε». 6 Ελάτε και δείτε τον τόπο όπου ήταν ταγμένος· και πηγαίνετε αμέσως και πείτε στους μαθητές του ότι αναστήθηκε από τους νεκρούς, και θα πάει πριν από εσάς στη Γαλιλαία· εκεί θα τον δείτε, όπως σας είπε. 7 Τότε οι Ιουδαίοι κάλεσαν όλους τους στρατιώτες που φύλαγαν τον τάφο του Ιησού και τους είπαν: «Ποιες είναι αυτές οι γυναίκες, στις οποίες μίλησε ο άγγελος; Γιατί δεν τις πιάσατε;» 8 Οι στρατιώτες αποκρίθηκαν και είπαν: Δεν ξέρουμε ποιες ήταν οι γυναίκες· αλλά, από φόβο γίναμε σαν νεκροί· και πώς θα μπορούσαμε να συλλάβουμε αυτές τις γυναίκες; 9 Οι Ιουδαίοι τούς είπαν: «Ζει ο Κύριος, δεν σας πιστεύουμε». 10 Αποκριθέντες οι στρατιώτες είπαν στους Ιουδαίους: «Αφού είδατε και ακούσατε τον Ιησού να κάνει τόσα πολλά θαύματα, και δεν τον πιστέψατε, πώς θα πιστέψετε σε εμάς; Καλά είπατε: Ζει ο Κύριος, γιατί αληθινά ζει ο Κύριος».
32
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
11 Ακούσαμε ότι κλείσατε τον Ιωσήφ, που έθαψε το σώμα του Ιησού, σε ένα δωμάτιο, κάτω από μια κλειδαριά που ήταν σφραγισμένη· και όταν την ανοίξατε, δεν τον βρήκατε εκεί. 12 Φέρτε λοιπόν τον Ιωσήφ, τον οποίο φυλάξατε στο δωμάτιο, κι εμείς θα φέρουμε τον Ιησού, τον οποίο φυλάξαμε στον τάφο. 13 Αποκρίθηκαν οι Ιουδαίοι και είπαν: «Θα φέρουμε τον Ιωσήφ, εσείς φέρτε τον Ιησού». Ο Ιωσήφ όμως είναι στην πόλη του, την Αριμαθαία. 14 Οι στρατιώτες αποκρίθηκαν: «Εάν ο Ιωσήφ είναι στην Αριμαθαία και ο Ιησούς στη Γαλιλαία, ακούσαμε τον άγγελο να πληροφορεί τις γυναίκες». 15 Ακούοντες δε οι Ιουδαίοι τοῦτο, ἐφοβήθησαν καὶ ἔλεγον ἀνάμεσά τους· Ἐὰν οὕτως γνωστοποιηθῶσιν αὐτὰ τὰ πράγματα, πάντας θὰ πιστεύση εἰς τὸν Ἰησοῦν. 16 Τότε, αφού συνέλεξαν ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, τα έδωσαν στους στρατιώτες, λέγοντας: «Πείτε στον λαό ότι οι μαθητές του Ιησού ήρθαν τη νύχτα που κοιμόσασταν και έκλεψαν το σώμα του Ιησού· και αν το ακούσει αυτό ο Πιλάτος, ο ηγεμόνας, θα τον πείσουμε και θα σας ασφαλίσουμε». 17 Οι στρατιώτες, λοιπόν, πήραν τα χρήματα και είπαν όπως τους είχαν διδάξει οι Ιουδαίοι, και η φήμη τους διαδόθηκε στον λαό. 18 Κάποιος όμως ιερέας, ο Φινεές, ο Αδά, δάσκαλος, και ένας Λευίτης, ονόματι Αγεύς, ήρθαν από τη Γαλιλαία στα Ιεροσόλυμα και είπαν στους αρχιερείς και σε όλους όσους ήταν στις συναγωγές, λέγοντας: 19 Είδαμε τον Ιησού, τον οποίο εσείς σταυρώσατε, να μιλάει με τους έντεκα μαθητές του, και να κάθεται ανάμεσά τους στο όρος των Ελαιών, και να τους λέει: 20 Πορευθήτε εις όλον τον κόσμον, κηρύξατε το Ευαγγέλιον εις πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος· και πας όστις πιστεύση και βαπτισθή, σωθήσεται. 21 Και αφού είπε αυτά στους μαθητές του, τον είδαμε να ανεβαίνει στον ουρανό. 22 Όταν άκουσαν αυτά οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι και οι Λευίτες, είπαν στους τρεις αυτούς άνδρες: «Δόξαστε στον Θεό του Ισραήλ και ομολογήστε σε αυτόν αν είναι αληθινά αυτά που λέτε ότι είδατε και ακούσατε». 23 Αποκριθέντες είπον· Ζει Κύριος των πατέρων ημών, ο Θεός του Αβραάμ και ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ, καθώς ηκούσαμεν τον Ιησούν λαλούντα μετά των μαθητών αυτού και καθώς είδομεν αυτόν αναβήσαντα εις τον ουρανόν, ούτως υμίν αναγγείλαμεν την αλήθειαν. 24 Και οι τρεις άνδρες αποκρίθηκαν και είπαν, προσθέτοντας τα εξής λόγια: «Αν δεν παραδεχτούμε τα λόγια που ακούσαμε να λέει ο Ιησούς και ότι τον είδαμε να αναλαμβάνεται στον ουρανό, θα είμαστε ένοχοι αμαρτίας». 25 Τότε, αμέσως σηκώθηκαν οι αρχιερείς και, κρατώντας το βιβλίο του νόμου στα χέρια τους, τους επικαλέστηκαν, λέγοντας: «Δεν θα διηγηθείτε πλέον όσα είπατε για τον Ιησού». 26 Και τους έδωσαν ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, και έστειλαν μαζί τους και άλλους, που θα τους οδηγούσαν στη χώρα τους, για να μην μείνουν καθόλου στην Ιερουσαλήμ. 27 Τότε συγκεντρώθηκαν όλοι οι Ιουδαίοι και, αφού εξέφρασαν την πιο θλιβερή ανησυχία τους, είπαν: «Τι είναι αυτό το παράδοξο που συνέβη στην Ιερουσαλήμ;» 28 Ο Άννας όμως και ο Καϊάφας τους παρηγόρησαν, λέγοντας: «Γιατί να πιστέψουμε τους στρατιώτες που φύλαγαν τον τάφο του Ιησού, οι οποίοι μας λένε ότι ένας άγγελος κύλισε την πέτρα από την πόρτα του τάφου;» 29 Ίσως οι ίδιοι οι μαθητές του τούς το είπαν αυτό και τους έδωσαν χρήματα για να το πουν, και αυτοί πήραν το σώμα του Ιησού. 30 Επιπλέον, σκεφτείτε το εξής: Δεν πρέπει να δίνεται καμία τιμή σε ξένους, επειδή κι αυτοί πήραν πολλά χρήματα από εμάς, και μας δήλωσαν σύμφωνα με τις οδηγίες που τους δώσαμε. Πρέπει να είναι πιστοί ή σε εμάς ή στους μαθητές του Ιησού.
33
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
Κεφάλαιο 11 1 Τότε ο Νικόδημος σηκώθηκε και είπε: «Ορθά λέτε, γιοι Ισραήλ. Ακούσατε τι ορκίστηκαν οι τρεις αυτοί άνδρες στον νόμο του Θεού, οι οποίοι είπαν: «Είδαμε τον Ιησού να μιλάει με τους μαθητές του στο όρος των Ελαιών και τον είδαμε να αναλαμβάνεται στον ουρανό». 2 Και η Γραφή μας διδάσκει ότι ο ευλογημένος προφήτης Ηλίας αναλήφθηκε στον ουρανό· και όταν ο Ελισσαιέ ρωτήθηκε από τους γιους των προφητών: «Πού είναι ο πατέρας μας Ηλίας;» Εκείνος τους είπε ότι αναλήφθηκε στον ουρανό. 3 Και οι γιοι των προφητών είπαν προς αυτόν: Ίσως το πνεύμα τον έφερε σε ένα από τα βουνά του Ισραήλ· ίσως εκεί τον βρούμε· και παρακάλεσαν τον Ελισσαιέ, και περιπλανήθηκε μαζί τους τρεις ημέρες, και δεν τον βρήκαν. 4 Και τώρα ακούστε με, υιοί Ισραήλ, και ας στείλουμε άνδρες στα βουνά του Ισραήλ, μήπως και το πνεύμα έχει παρασύρει τον Ιησού, και εκεί ίσως τον βρούμε και είμαστε ικανοποιημένοι. 5 Και η συμβουλή του Νικόδημου άρεσε σε όλο τον λαό· και έστειλαν άντρες που ζητούσαν τον Ιησού, αλλά δεν τον βρήκαν· και όταν επέστρεψαν, είπαν: «Περιηγηθήκαμε παντού, αλλά δεν βρήκαμε τον Ιησού, αλλά βρήκαμε τον Ιωσήφ στην πόλη του, την Αριμαθαία». 6 Ακούοντες οι άρχοντες και όλος ο λαός, εχάρησαν και δοξολόγησαν τον Θεόν του Ισραήλ, επειδή ευρέθη ο Ιωσήφ, τον οποίον είχαν κλειδώσει σε ένα δωμάτιο και δεν μπορούσαν να τον βρουν. 7 Και αφού συγκέντρωσαν μεγάλη συγκέντρωση, οι αρχιερείς είπαν: Με ποιον τρόπο θα φέρουμε τον Ιωσήφ για να μιλήσουμε μαζί του; 8 Και παίρνοντας ένα κομμάτι χαρτί, του έγραψαν και είπαν: «Ειρήνη σε σένα και σε όλη την οικογένειά σου. Γνωρίζουμε ότι αμαρτήσαμε εναντίον του Θεού και εσένα. Ευχαρίστησε να μας επισκεφτείς, τους πατέρες σου, γιατί μείναμε εντελώς έκπληκτοι με την απόδρασή σου από τη φυλακή». 9 Ξέρουμε ότι ήταν κακόβουλη συμβουλή που κάναμε εναντίον σου, και ότι ο Κύριος σε φρόντισε, και ο Κύριος σε έσωσε από τα σχέδιά μας. Ειρήνη σε σένα, Ιωσήφ, που είσαι έντιμος ανάμεσα σε όλο τον λαό. 10 Και εξέλεξαν επτά από τους φίλους του Ιωσήφ και τους είπαν: Όταν έρθετε στον Ιωσήφ, χαιρετήστε τον με ειρήνη και δώστε του αυτή την επιστολή. 11 Έτσι λοιπόν, όταν οι άνδρες ήρθαν στον Ιωσήφ, τον χαιρέτησαν με ειρήνη και του έδωσαν την επιστολή. 12 Και αφού το διάβασε ο Ιωσήφ, είπε: Ευλογητός Κύριος ο Θεός, που με έσωσε από τους Ισραηλίτες, ώστε να μην μπορέσουν να χύσουν το αίμα μου. Ευλογητός ο Θεός, που με φύλαξε κάτω από τις φτερούγες σου. 13 Και ο Ιωσήφ τους φίλησε και τους πήρε στο σπίτι του. Και την επόμενη μέρα, ο Ιωσήφ ανέβηκε στο γαϊδούρι του και πήγε μαζί τους στην Ιερουσαλήμ. 14 Καὶ ὅταν ἤκουσαν οἱ Ἰουδαῖοι τὰ ἔρημα, ἐξῆλθον εἰς προϋπάντησιν αὐτοῦ καὶ ἐκράξαντες λέγοντες· Εἰρήνη ἐλθεῖς ἐδῶ, πάτερ Ἰωσήφ. 15 Εκείνος απάντησε: «Ευημερία από τον Κύριο ας συνοδεύει ολόκληρο τον λαό». 16 Και όλοι τον φίλησαν· και ο Νικόδημος τον πήρε στο σπίτι του, αφού ετοίμασε μεγάλη δεξίωση. 17 Ἐπείριον δὲ, ἡμέρα τῆς παραθέσεως, ὁ Ἄννας καὶ Καϊάφας καὶ Νικόδημος εἶπαν πρὸς τὸν Ἰωσήφ· Ὁμολόγησον τὸν Θεὸν τοῦ Ἰσραήλ καὶ ἀπάντησόν ἡμῖν πρὸς πάντας τὰς ἐρωτήσεις ἃς σοι θέσουμε· 18 Διότι ἐπειλήθημεν ἐπὶ τῷ Ἰησοῦ ὅτι ἐθαψας τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ὅτι ἐκλείσατο ἐν ὑπὸ ἑαυτοῦ, οὐκ ἠδυνήθημεν ἐπὶ τὸν καιρόν τῆς ἐμφανίσεώς σου ἀνάμεσά μας. ἀπήγγειλε οὖν ἡμῖν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὅλα ὅσα ἐγίνοντο. 19 Αποκριθείς δε ο Ιωσήφ είπε· Με φυλάξατε την ημέρα της παρασκευής μέχρι το πρωί. 20 Ενώ όμως στεκόμουν προσευχόμενος στη μέση της νύχτας, το σπίτι ήταν περικυκλωμένο από τέσσερις αγγέλους· και είδα τον Ιησού σαν τη λάμψη του ήλιου, και έπεσα στη γη από φόβο.
34
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
21 Ο Ιησούς όμως, αφού έπιασε το χέρι μου, με σήκωσε από τη γη, και η δροσιά ραντίστηκε πάνω μου. Αυτός όμως, σκουπίζοντας το πρόσωπό μου, με φίλησε και μου είπε: «Μη φοβάσαι, Ιωσήφ· κοίταξέ με, γιατί εγώ είμαι». 22 Τότε τον κοίταξα και είπα: Ραββουνί Ηλίας. Μου απάντησε: Δεν είμαι ο Ηλίας, αλλά ο Ιησούς ο Ναζωραίος, του οποίου το σώμα έθαψες. 23 Είπα προς αυτόν· Δείξον μοι τον τάφον, εις τον οποίον σε έθετα. 24 Τότε ο Ιησούς, αφού με έπιασε από το χέρι, με οδήγησε στον τόπο όπου τον είχα βάλει, και μου έδειξε τα λινά ρούχα και το σεντόνι που είχα βάλει γύρω από το κεφάλι του. Τότε γνώρισα ότι είναι ο Ιησούς, και τον προσκύνησα και είπα: Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου. 25 Ο Ιησούς, αφού με έπιασε πάλι από το χέρι, με οδήγησε στην Αριμαθαία, στο σπίτι μου, και μου είπε: «Ειρήνη σε σένα· αλλά μη βγεις από το σπίτι σου μέχρι την τεσσαρακοστή ημέρα· αλλά πρέπει να πάω στους μαθητές μου». Κεφάλαιο 12 1 Όταν οι αρχιερείς άκουσαν όλα αυτά, εξεπλάγησαν και έπεσαν με τα πρόσωπά τους στη γη σαν νεκροί, και φώναζαν ο ένας στον άλλον λέγοντας: «Τι είναι αυτό το παράδοξο σημείο που έγινε στην Ιερουσαλήμ; Γνωρίζουμε τον πατέρα και τη μητέρα του Ιησού». 2 Και κάποιος Λευίτης είπε: Γνωρίζω πολλούς από τους συγγενείς του, θρησκευόμενους, που έχουν τη συνήθεια να προσφέρουν θυσίες και ολοκαυτώματα στον Θεό του Ισραήλ, μέσα στον ναό, με προσευχές. 3 Καὶ ὅτε ὁ ἀρχιερέας Συμεών ἔλαβε αὐτὸν εἰς τὴν ἀγκαλίαν αὐτοῦ, εἶπεν αὐτῷ· Κύριε, νῦν ἀπολέπτῃς τὸν δοῦλόν σου ἐν εἰρήνη, κατὰ τὸν λόγον σου· γὰρ εἶδον τὴν σωτηρίαν σου, ἣν ἡτοίμασας ἐνώπιον πάντων τῶν λαῶν, φῶς νὰ φωτίσω τὰ ἔθνη καὶ δόξαν τοῦ λαοῦ σου Ἰσραήλ. 4 Ο Συμεών ομοίως ευλόγησε τη Μαρία, τη μητέρα του Ιησού, και της είπε: «Σου λέγω περί του παιδιού εκείνου· έχει οριστεί για πτώση και ανάσταση πολλών, και για σημείο που θα αντιμιληθεί». 5 Μάλιστα, και την ίδια σου την ψυχή θα διαπεράσει μάχαιρα, και οι σκέψεις πολλών καρδιών θα αποκαλυφθούν. 6 Τότε όλοι οι Ιουδαίοι είπαν: «Ας στείλουμε σε εκείνους τους τρεις άνδρες, οι οποίοι είπαν ότι τον είδαν να μιλάει με τους μαθητές του στο όρος των Ελαιών». 7 Μετά ταύτα, τους ερώτησαν τι είδαν· και οι ίδιοι απήντησαν ομόφωνα: «Ενώπιον του Θεού του Ισραήλ βεβαιώνουμε ότι είδαμε καθαρά τον Ιησού να μιλάει με τους μαθητές του στο όρος των Ελαιών και να αναλαμβάνεται στον ουρανό». 8 Τότε ο Άννας και ο Καϊάφας τους πήραν σε ξεχωριστά μέρη και τους ανέκριναν ξεχωριστά· οι οποίοι ομολόγησαν την αλήθεια και είπαν ότι είδαν τον Ιησού. 9 Τότε ο Άννας και ο Καϊάφας είπαν: «Ο νόμος μας λέει: Με στόμα δύο ή τριών μαρτύρων θα βεβαιωθεί κάθε λόγος». 10 ἀλλὰ τί εἴπαμε; Ὁ εὐλογημένος Ἐνώχ ἠρέτησε στὸν Θεό καὶ ἀναφέρθηκε μὲ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ· καὶ ὁ τάφος τοῦ εὐλογημένου Μωυσῆ ἦν γνωστός. 11 Ο Ιησούς όμως παραδόθηκε στον Πιλάτο, μαστιγώθηκε, στεφανώθηκε με αγκάθια, φτύθηκε, τρυπήθηκε με δόρυ, σταυρώθηκε, πέθανε πάνω στον σταυρό και θάφτηκε, και το σώμα του ο έντιμος Ιωσήφ έθαψε σε νέο τάφο, και μαρτυρεί ότι τον είδε ζωντανό. 12 Και επιπλέον, αυτοί οι άνδρες έχουν δηλώσει ότι τον είδαν να μιλάει με τους μαθητές του στο όρος των Ελαιών και να αναλαμβάνεται στον ουρανό. 13 Τότε ο Ιωσήφ σηκώθηκε και είπε στον Άννα και στον Καϊάφα: «Δίκαια εκπλήσσεστε πολύ, επειδή σας ειπώθηκε ότι ο Ιησούς έζησε και ανέβηκε στον ουρανό». 14 Είναι πράγματι κάτι πραγματικά εκπληκτικό, ότι όχι μόνο ο ίδιος αναστήθηκε από τους νεκρούς, αλλά και άλλους αναστήθηκε από τους τάφους τους, τους οποίους είδαν πολλοί στην Ιερουσαλήμ. 15 Και τώρα ακούστε με λίγο: Όλοι γνωρίζαμε τον ευλογημένο Συμεών, τον αρχιερέα, που πήρε τον Ιησού όταν ήταν βρέφος στην αγκαλιά του στον ναό.
35
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
16 Αυτός ο Συμεών είχε δύο γιους, και όλοι εμείς ήμασταν παρόντες στον θάνατο και στην κηδεία τους. 17 Πηγαίνετε λοιπόν και δείτε τους τάφους τους, γιατί είναι ανοιχτοί και αναστήθηκαν. Και ιδού, είναι στην πόλη Αριμαθαία, περνώντας μαζί τον χρόνο τους σε ευλαβικές τελετές. 18 Μερικοί, μάλιστα, άκουσαν τον ήχο της φωνής τους στην προσευχή, αλλά δεν συνομιλούν με κανέναν, αλλά παραμένουν σιωπηλοί σαν νεκροί. 19 Αλλά ελάτε, ας πάμε κοντά τους και ας φερθούμε απέναντί τους με όλο τον οφειλόμενο σεβασμό και προσοχή. Και αν μπορέσουμε να τους κάνουμε να ορκιστούν, ίσως μας πουν μερικά από τα μυστήρια της ανάστασής τους. 20 Όταν οι Ιουδαίοι το άκουσαν αυτό, χάρηκαν πάρα πολύ. 21 Τότε ο Άννας και ο Καϊάφας, ο Νικόδημος, ο Ιωσήφ και ο Γαμαλιήλ πήγαν στην Αριμαθαία, αλλά δεν τους βρήκαν στους τάφους τους, αλλά περιπλανώμενοι στην πόλη, τους έδεσαν στα γόνατά τους κατά τη διάρκεια της προσευχής τους. 22 Τότε, αφού τους χαιρέτησαν με κάθε σεβασμό και ευλάβεια προς τον Θεό, τους έφεραν στη συναγωγή της Ιερουσαλήμ. Και αφού έκλεισαν τις πύλες, πήραν το βιβλίο του νόμου του Κυρίου, 23 Και αφού το έδωσε στα χέρια τους, τους ορκίστηκε στον Θεό Κύριο και στον Θεό του Ισραήλ, που μίλησε στους πατέρες μας μέσω του νόμου και των προφητών, λέγοντας: «Εάν πιστεύετε σε αυτόν που σας ανέστησε από τους νεκρούς, στον Ιησού, πείτε μας τι είδατε και πώς αναστηθήκατε από τους νεκρούς». 24 Ο Χαρίνος και ο Λένθιος, οι δύο γιοι του Συμεών, έτρεμαν όταν άκουσαν αυτά τα πράγματα, ταράχτηκαν και στέναξαν· και ταυτόχρονα, κοιτάζοντας ψηλά στον ουρανό, έκαναν το σημείο του σταυρού με τα δάχτυλά τους στις γλώσσες τους. 25 Και αμέσως μίλησαν και είπαν: Δώστε στον καθένα μας ένα χαρτί, και θα σας γράψουμε όλα όσα είδαμε. Και κάθισαν όλοι και έγραψαν, λέγοντας: Κεφάλαιο 13 1 Κύριε Ιησού και Πατέρα, ο Θεός, η ανάσταση και η ζωή των νεκρών, δώσε μας την άδεια να αναγγείλουμε τα μυστήριά σου, τα οποία είδαμε μετά θάνατον, που ανήκουν στον σταυρό σου· επειδή, ορκιστήκαμε στο όνομά σου. 2 Διότι απαγόρευσες στους δούλους σου να δηλώνουν τα μυστικά πράγματα, τα οποία έπραξε η θεϊκή σου δύναμη στην κόλαση. 3 Όταν τοποθετηθήκαμε με τους πατέρες μας στα βάθη της κόλασης, στο σκοτάδι του σκότους, ξαφνικά εμφανίστηκε το χρώμα του ήλιου σαν χρυσό, και ένα έντονο πορφυρό φως φώτισε τον τόπο. 4 Αμέσως μετά από αυτό, ο Αδάμ, ο πατέρας όλης της ανθρωπότητας, μαζί με όλους τους πατριάρχες και προφήτες, χάρηκε και είπε: «Το φως αυτό είναι ο δημιουργός του αιώνιου φωτός, ο οποίος έχει υποσχεθεί να μας μετατρέψει σε αιώνιο φως». 5 Τότε ο προφήτης Ησαΐας φώναξε και είπε: «Αυτό είναι το φως του Πατέρα και ο Υιός του Θεού, σύμφωνα με την προφητεία μου, όταν ζούσα στη γη». 6 Η γη Ζαβουλών και η γη Νεφθαλίμ πέρα από τον Ιορδάνη, λαός που περπατούσε σε σκοτάδι, είδε ένα μεγάλο φως· και σε αυτούς που κατοικούσαν σε τόπο σκιάς θανάτου, φως ανατέλλει. Και τώρα ήρθε, και φώτισε εμάς που καθόμασταν σε θάνατο. 7 Και ενώ όλοι μας χαιρόμασταν για το φως που έλαμπε πάνω μας, ο πατέρας μας Συμεών ήρθε ανάμεσά μας και, αφού συγχάρηκε όλη την ομάδα, είπε: Δοξάστε τον Κύριο Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού. 8 τον οποίο πήρα στην αγκαλιά μου όταν ήμουν βρέφος στο ναό, και κινούμενος από το Άγιο Πνεύμα, του είπα και ομολόγησα: 1 «Τώρα τα μάτια μου είδαν τη σωτηρία σου, την οποία ετοίμασες μπροστά σε όλους τους λαούς, φως για να φωτίσει τα έθνη και τη δόξα του λαού σου Ισραήλ». 9 Όλοι οι άγιοι που βρίσκονταν στα βάθη της κόλασης, ακούγοντας αυτό, χάρηκαν περισσότερο. 10 Ύστερα βγήκε κάποιος σαν μικρός ερημίτης, και όλοι τον ρώτησαν: «Ποιος είσαι;»
36
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
11 καὶ ἀπεκρίθη· Ἐγὼ φωνὴ βοῦντος ἐν τῇ ἔρημῳ, Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής καὶ προφήτης τοῦ Υψίστου, ὁ προπορευόμενος πρὸς τὴν ἐλεύεσιν αὐτοῦ ἑτοιμάσει τὴν ὁδὸν αὐτοῦ, διδῶν γνὴν σωτηρίας τῷ λαῷ αὐτοῦ πρὸς ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν. 12 καὶ ἐγὼ Ἰωάννης, ὅταν εἶδα τὸν Ἰησοῦν νὰ ἔρχεται πρὸς μένα, ἐκινούμενος ἀπὸ Πνεύματος Ἁγίου, εἶπα· Ἰδοὺ τὸ ἀρνί τοῦ Θεοῦ, ὁ ἀρνίῳ τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ κόσμου. 13 Και τον βάπτισα στον ποταμό Ιορδάνη, και είδα το Άγιο Πνεύμα να κατεβαίνει πάνω του με μορφή περιστεριού, και άκουσα φωνή από τον ουρανό να λέει: «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, στον οποίο ευαρεστήθηκα». 14 Και τώρα, ενώ προπορευόμουν, κατέβηκα εδώ για να σας γνωστοποιήσω ότι ο Υιός του Θεού θα μας επισκεφτεί ξανά και, σαν την αυγή από ψηλά, θα έρθει σε εμάς, που βρισκόμαστε στο σκοτάδι και στη σκιά του θανάτου. Κεφάλαιο 14 1 Όταν όμως ο πρώτος άνθρωπος, ο πατέρας μας Αδάμ, άκουσε αυτά τα πράγματα, ότι ο Ιησούς βαπτίστηκε στον Ιορδάνη, φώναξε στον γιο του, τον Σηθ, και είπε: 2 Ανήγγειλε στους γιους σου, τους πατριάρχες και προφήτες, όλα όσα άκουσες από τον αρχάγγελο Μιχαήλ, όταν σε έστειλα στις πύλες του Παραδείσου, για να παρακαλέσεις τον Θεό να μου χρίσει την κεφαλή όταν θα ήμουν άρρωστος. 3 Τότε ο Σηθ, πλησιάζοντας τους πατριάρχες και τους προφήτες, είπε: «Εγώ ο Σηθ, όταν προσευχόμουν στον Θεό στις πύλες του Παραδείσου, είδα τον άγγελο του Κυρίου, τον Μιχαήλ, να μου εμφανίζεται και να λέει: «Είμαι απεσταλμένος σε σένα από τον Κύριο· είμαι διορισμένος να προΐσταμαι σε ανθρώπινα σώματα». 4 Σου λέω, Σηθ, μην προσεύχεσαι στον Θεό με δάκρυα και μην τον παρακαλάς για το λάδι από το δέντρο του ελέους, με το οποίο θα αλείψεις τον πατέρα σου Αδάμ για τον πονοκέφαλό του. 5 Διότι δεν μπορείς με κανέναν τρόπο να το αποκτήσεις μέχρι την έσχατη ημέρα και τους έσχατους καιρούς, δηλαδή μέχρι να περάσουν πέντε χιλιάδες πεντακόσια χρόνια. 6 Τότε ο Χριστός, ο πανάγαθος Υιός του Θεού, θα έρθει στη γη για να αναστήσει το ανθρώπινο σώμα του Αδάμ και ταυτόχρονα να αναστήσει τα σώματα των νεκρών, και όταν έρθει θα βαπτιστεί στον Ιορδάνη. 7 Τότε θα χρίσει με το λάδι του ελέους του όλους όσους πιστεύουν σε αυτόν· και το λάδι του ελέους του θα συνεχιστεί στις μελλοντικές γενιές, για όσους θα γεννηθούν από το νερό και το Άγιο Πνεύμα σε αιώνια ζωή. 8 Και όταν εκείνη την ώρα ο πανάγαθος Υιός του Θεού, ο Χριστός Ιησούς, κατέβει στη γη, θα εισαγάγει τον πατέρα μας Αδάμ στον Παράδεισο, στο δέντρο του ελέους. 9 Όταν όλοι οι πατριάρχες και οι προφήτες άκουσαν όλα αυτά από τον Σηθ, χάρηκαν περισσότερο. Κεφάλαιο 15 1 Ενώ όλοι οι άγιοι χαίρονταν, ιδού ο Σατανάς, ο άρχοντας και αρχηγός του θανάτου, είπε στον άρχοντα της κόλασης: 2 Ετοιμαστείτε να δεχτείτε τον ίδιο τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, ο οποίος καυχιόταν ότι ήταν ο Υιός του Θεού, κι όμως ήταν άνθρωπος που φοβόταν τον θάνατο, και είπε: «Λυπημένη είναι η ψυχή μου μέχρι θανάτου». 3 Επιπλέον, μου έκανε πολλά βάσανα και σε πολλούς άλλους· επειδή, εκείνους που έκανα τυφλούς και κουτσούς, και εκείνους που βασάνιζα με διάφορα δαιμόνια, τους θεράπευσε με τον λόγο του· και εκείνους που σου έφερα νεκρούς, τους παίρνει με τη βία από εσένα. 4 Σε αυτό ο άρχοντας της κόλασης απάντησε στον Σατανά: «Ποιος είναι αυτός ο τόσο ισχυρός άρχοντας, και όμως ένας άνθρωπος που φοβάται τον θάνατο;» 5 Διότι όλοι οι άρχοντες της γης υποτάσσονται στη δύναμή μου, τους οποίους εσύ υποδούλωσες με τη δύναμή σου.
37
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
6 Αλλά αν είναι τόσο ισχυρός στην ανθρώπινη φύση του, σου βεβαιώνω για την αλήθεια, ότι είναι παντοδύναμος στη θεϊκή του φύση, και κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να αντισταθεί στη δύναμή του. 7 Όταν λοιπόν είπε ότι φοβάται τον θάνατο, σκόπευε να σε παγιδεύσει, και αυτό θα είναι δυστυχισμένο σε σένα στους αιώνες των αιώνων. 8 Αποκρινόμενος λοιπόν ο Σατανάς είπε στον άρχοντα της κόλασης: «Γιατί αμφιβάλλεις και φοβάσαι να δεχτείς τον Ιησού τον Ναζωραίο, τον αντίπαλό σου και δικό μου;» 9 Εγώ όμως τον έβαλα σε πειρασμό και ξεσήκωσα τον παλιό μου λαό, τους Ιουδαίους, με ζήλο και οργή εναντίον του; 10 Ακονίστηκα το δόρυ για τα παθήματά του· ανακάτεψα τη χολή και το ξίδι και πρόσταξα να το πιει· ετοίμασα τον σταυρό για να τον σταυρώσω, και τα καρφιά για να τρυπήσουν τα χέρια και τα πόδια του Ίβη· και τώρα που ο θάνατός του είναι κοντά, θα τον φέρω εδώ, υποταγμένο και σε εσένα και σε μένα. 11 Τότε ο άρχοντας της κόλασης αποκρίθηκε και είπε: «Μόλις τώρα μου είπες ότι με τη βία μου πήρε τους νεκρούς». 12 Όσοι παρέμειναν εδώ μέχρι να ξαναζήσουν στη γη, απομακρύνθηκαν από εδώ, όχι με τη δική τους δύναμη, αλλά με προσευχές που έγιναν στον Θεό, και ο παντοδύναμος Θεός τους τους πήρε από μένα. 13 Ποιος λοιπόν είναι ο Ιησούς ο Ναζωραίος, που με τον λόγο του αφαίρεσε τους νεκρούς από μένα χωρίς να προσευχηθεί στον Θεό; 14 Ίσως είναι ο ίδιος που μου πήρε τον Λάζαρο, αφού ήταν τέσσερις μέρες νεκρός, και ήταν και βρωμερός και σάπιος, και τον οποίο είχα στην κατοχή μου ως νεκρό, κι όμως τον επανέφερε στη ζωή με τη δύναμή του. 15 Αποκρινόμενος ο Σατανάς, είπε στον άρχοντα της κόλασης: «Είναι ο ίδιος άνθρωπος, ο Ιησούς ο Ναζωραίος». 16 Ὅταν ἄκουσε ὁ ἄρχοντας τῆς ἄδης, τοῦ εἶπε· Σε ὀρκίζω ἐν τῇ δυνάματι τῶν ἡμῶν καὶ σοι, μὴ μὴ ἔφερῃς αὐτόν πρὸς ἐμένα. 17 Διότι όταν άκουσα για τη δύναμη του λόγου του, έτρεμα από φόβο, και όλη η ασεβής μου συνοδεία ταράχτηκε ταυτόχρονα. 18 Και δεν μπορέσαμε να κρατήσουμε τον Λάζαρο, αλλά αυτός ταρακουνήθηκε και, με όλα τα σημάδια κακίας, έφυγε αμέσως μακριά μας· και η ίδια η γη, στην οποία βρισκόταν το νεκρό σώμα του Λαζάρου, τον έβγαλε ζωντανό. 19 Και ξέρω τώρα ότι αυτός είναι ο Παντοδύναμος Θεός που μπορούσε να κάνει τέτοια πράγματα, που είναι δυνατός στην κυριαρχία του και δυνατός στην ανθρώπινη φύση του, που είναι ο Σωτήρας της ανθρωπότητας. 20 Μη λοιπόν φέρετε τούτον εδώ, γιατί θα ελευθερώσει όλους όσους κρατώ φυλακισμένους λόγω απιστίας και δεμένους με τα δεσμά των αμαρτιών τους, και θα τους οδηγήσει στην αιώνια ζωή. Κεφάλαιο 16 1 Και ενώ ο Σατανάς και ο άρχοντας της κόλασης συζητούσαν έτσι μεταξύ τους, ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή σαν βροντή και ορμή ανέμων, που έλεγε: Σηκώστε τις πύλες σας, άρχοντες· και υψωθείτε, αιώνιες πύλες, και ο Βασιλιάς της Δόξας θα εισέλθει. 2 Όταν ο άρχοντας της κόλασης το άκουσε αυτό, είπε στον Σατανά: Φύγε από μένα και φύγε από τις κατοικίες μου· αν είσαι δυνατός πολεμιστής, πολέμησε με τον Βασιλιά της Δόξας. Αλλά τι σχέση έχεις εσύ με αυτόν; 3 Και τον έδιωξε από τις κατοικίες του. 4 Και ο πρίγκιπας είπε στους ασεβείς αξιωματούχους του: Κλείστε τις χάλκινες πύλες της σκληρότητας και ασφαλίστε τες με σιδερένιες ράβδους και πολεμήστε με θάρρος, για να μην πιαστούμε αιχμάλωτοι. 5 Όταν όμως όλη η ομάδα των αγίων άκουσε αυτό, μίλησε με δυνατή φωνή θυμού στον άρχοντα της κόλασης:
38
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
6 Άνοιξε τις πύλες σου για να μπει μέσα ο Βασιλιάς της Δόξας. 7 Και ο θεϊκός προφήτης Δαβίδ φώναξε λέγοντας: Δεν προφήτευσα αληθινά όταν ήμουν στη γη και είπα: Είθε οι άνθρωποι να δοξάζουν τον Κύριο για την αγαθότητά του και για τα θαυμαστά του έργα προς τα παιδιά των ανθρώπων; 8 Διότι έσπασε τις χάλκινες πύλες, και έκοψε τους σιδερένιους μοχλούς. Τους συνέλαβε εξαιτίας της ανομίας τους, και εξαιτίας της ανομίας τους ταλαιπωρούνται. 9 Μετά ταύτα, ένας άλλος προφήτης, ο άγιος Ησαΐας, μίλησε παρόμοια προς όλους τους αγίους: «Δεν προφήτευσα σωστά σε εσάς όταν ήμουν ζωντανός στη γη;» 10 Οι νεκροί θα ζήσουν, και θα αναστηθούν όσοι είναι στους τάφους τους, και θα αγαλλιάσουν όσοι είναι στη γη· επειδή, η δροσιά που είναι από τον Κύριο θα τους φέρει σωτηρία. 11 Και είπα σε άλλο μέρος: Θάνατε, πού είναι η νίκη σου; Θάνατε, πού είναι το κεντρί σου; 12 Όταν όλοι οι άγιοι άκουσαν αυτά τα λόγια του Ησαΐα, είπαν στον άρχοντα της κόλασης: Άνοιξε τώρα τις πύλες σου και βγάλε τους σιδερένιους ζυγούς σου· γιατί τώρα θα είσαι δεμένος και δεν θα έχεις δύναμη. 13 Τότε ακούστηκε μια μεγάλη φωνή, σαν από ήχο βροντής, που έλεγε: «Υψώστε τις πύλες σας, άρχοντες· και υψωθείτε, πύλες του άδη, και ο Βασιλιάς της δόξας θα εισέλθει». 14 Ο πρίγκιπας της κόλασης, αντιλαμβανόμενος την ίδια φωνή που επαναλαμβανόταν, φώναξε σαν να μην είχε ιδέα: Ποιος είναι αυτός ο Βασιλιάς της Δόξας; 15 Απεκρίθη ο Δαβίδ προς τον άρχοντα της κόλασης και είπε· Κατανοώ τα λόγια της φωνής ταύτης, διότι ελάλησα αυτά δια του πνεύματός αυτού. Και τώρα, καθώς είπα ανωτέρω, λέγω σοι· Κύριος ο ισχυρός και ισχυρός, Κύριος ο κραταιός εν τη μάχη· αυτός είναι ο Βασιλεύς της δόξης, και αυτός είναι ο Κύριος εν ουρανώ και εν γή· 16 Κοίταξε κάτω για να ακούσει τους στεναγμούς των φυλακισμένων, και να ελευθερώσει αυτούς που είναι καταδικασμένοι σε θάνατο. 17 Και τώρα, εσύ βρώμικε και βρωμερέ πρίγκιπα της κόλασης, άνοιξε τις πύλες σου, για να εισέλθει ο Βασιλιάς της Δόξας· γιατί αυτός είναι ο Κύριος του ουρανού και της γης. 18 Ενώ ο Δαβίδ έλεγε αυτά, ο δυνατός Κύριος εμφανίστηκε με μορφή ανθρώπου και φώτισε τα μέρη που ήταν πάντα στο σκοτάδι, 19 Και έσπασε τα δεσμά που πριν δεν μπορούσαν να σπάσουν· και με την ακατανίκητη δύναμή του επισκέφτηκε εκείνους που κάθονταν στο βαθύ σκοτάδι από την ανομία, και στη σκιά του θανάτου από την αμαρτία. Κεφάλαιο 17 1 Ο ασεβής Θάνατος και οι σκληροί αξιωματικοί του, ακούγοντας αυτά τα πράγματα, κατελήφθησαν από φόβο στα διάφορα βασίλειά τους, όταν είδαν την καθαρότητα του φωτός, 2 Και ο ίδιος ο Χριστός, όταν εμφανίστηκε ξαφνικά στις κατοικίες τους, φώναξαν λοιπόν και είπαν: «Είμαστε δεσμευμένοι από εσένα· φαίνεται ότι σκοπεύεις να μας προκαλέσεις σύγχυση ενώπιον του Κυρίου». 3 Ποιος είσαι εσύ, που δεν έχεις κανένα σημάδι διαφθοράς, παρά μόνο εκείνη τη λαμπρή εμφάνιση που είναι πλήρης απόδειξη του μεγαλείου σου, στην οποία όμως φαίνεται να μην δίνεις σημασία; 4 Ποιος είσαι εσύ, τόσο δυνατός και τόσο αδύναμος, τόσο μεγάλος και τόσο μικρός, ένας κακός και όμως στρατιώτης πρώτης τάξεως, που μπορείς να διοικήσεις με τη μορφή υπηρέτη όπως ένας απλός στρατιώτης; 5 Ο Βασιλιάς της Δόξας, νεκρός και ζωντανός, αν και κάποτε σφαγιάστηκε πάνω στον σταυρό; 6 Ποιος κείτεται νεκρός στον τάφο, και κατέβηκες ζωντανός σε εμάς, και στον θάνατό σου όλα τα πλάσματα έτρεμαν, και όλα τα αστέρια κινήθηκαν, και τώρα έχεις την ελευθερία σου ανάμεσα στους νεκρούς, και προκαλείς αναστάτωση στις λεγεώνες μας; 7 Ποιος είσαι εσύ, που απελευθερώνεις τους αιχμαλώτους που κρατούνταν αλυσοδεμένοι από το προπατορικό αμάρτημα και τους φέρνεις στην προηγούμενη ελευθερία τους;
39
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
8 Ποιος είσαι εσύ, που σκορπάς τόσο ένδοξο και θεϊκό φως πάνω σε εκείνους που τυφλώθηκαν από το σκοτάδι της αμαρτίας; 9 Κατά τον ίδιο τρόπο, όλες οι λεγεώνες των δαιμόνων κατελήφθησαν από την ίδια φρίκη και με τον πιο υποτακτικό φόβο φώναξαν και είπαν: 10 Από πού προέρχεται, ω Ιησού Χριστέ, να είσαι ένας άνθρωπος τόσο ισχυρός και ένδοξος σε μεγαλοπρέπεια, τόσο λαμπερός ώστε να μην έχει κανένα σημάδι, και τόσο αγνός ώστε να μην έχει κανένα έγκλημα; Διότι αυτός ο κατώτερος κόσμος της γης, που ήταν πάντα υποταγμένος σε εμάς μέχρι τώρα, και από τον οποίο λαμβάναμε φόρο υποτέλειας, ποτέ δεν μας έστειλε έναν τέτοιο νεκρό πριν, ποτέ δεν έστειλε τέτοια δώρα στους πρίγκιπες της κόλασης. 11 Ποιος είσαι λοιπόν εσύ, που με τέτοιο θάρρος μπαίνεις στις κατοικίες μας και όχι μόνο δεν φοβάσαι να μας απειλήσεις με τις μεγαλύτερες τιμωρίες, αλλά προσπαθείς και να σώσεις όλους τους άλλους από τις αλυσίδες στις οποίες τους κρατάμε; 12 Ίσως εσύ να είσαι ο Ιησούς, για τον οποίο ο Σατανάς μόλις τώρα μίλησε στον άρχοντά μας, ότι με τον θάνατο του σταυρού επρόκειτο να λάβεις τη δύναμη του θανάτου. 13 Τότε ο Βασιλιάς της Δόξας, πατώντας τον θάνατο, άρπαξε τον άρχοντα της κόλασης, τον στέρησε από κάθε του δύναμη και πήρε μαζί του τον επίγειο πατέρα μας Αδάμ στη δόξα του. Κεφάλαιο 18 1 Τότε ο πρίγκιπας της κόλασης πήρε τον Σατανά και με μεγάλη υπόδειξη του είπε: «Ω, πρίγκιπα της καταστροφής, εσύ που έφερες την ήττα και την εξορία του Βεελζεβούλ, τον χλευασμό των αγγέλων του Θεού και τον απεχθάνεσαι όλοι οι δίκαιοι! Τι σε ώθησε να ενεργήσεις έτσι;» 2 Θέλεις να σταυρώσεις τον Βασιλιά της Δόξας και με την καταστροφή του μας έδωσες υποσχέσεις για πολύ μεγάλα οφέλη, αλλά ως ανόητος ήσουν άγνοια για το τι έκανες. 3 Διότι ιδού τώρα ότι ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ, με τη λαμπρότητα της ένδοξης θεότητάς του, κατατροπώνει όλες τις φρικτές δυνάμεις του σκότους και του θανάτου. 4 Κατέστρεψε τις φυλακές μας από πάνω μέχρι κάτω, απέλυσε όλους τους αιχμαλώτους, άφησε ελεύθερους όλους τους δεμένους, και όλοι όσοι συνήθιζαν κάποτε να στενάζουν κάτω από το βάρος των βασάνων τους τώρα μας προσβάλλουν, και είμαστε σαν να νικηθήκαμε από τις προσευχές τους. 5 Οι ασεβείς κυριαρχίες μας έχουν υποταχθεί και κανένα μέρος της ανθρωπότητας δεν έχει πλέον απομείνει στην υποταγή μας, αλλά από την άλλη πλευρά, όλοι μας αψηφούν με τόλμη. 6 Αν και πριν, οι νεκροί δεν τολμούσαν ποτέ να μας φερθούν με αυθάδεια, ούτε, επειδή ήταν φυλακισμένοι, μπορούσαν ποτέ να χαρούν. 7 Ω, Σατανά, εσύ άρχοντας όλων των ασεβών, πατέρα των ασεβών και των εγκαταλελειμμένων, γιατί επιχειρείς αυτό το κατόρθωμα, αφού οι αιχμάλωτοι μας ήταν μέχρι τώρα χωρίς την παραμικρή ελπίδα σωτηρίας και ζωής; 8 Αλλά τώρα κανένας τους δεν στενάζει ποτέ, ούτε υπάρχει ούτε η παραμικρή όψη δακρύου στο πρόσωπό τους. 9 Ω πρίγκιπα Σατανά, εσύ μεγάλε φύλακα των κόλασεων, όλα τα πλεονεκτήματά σου που απέκτησες με το απαγορευμένο δέντρο και την απώλεια του Παραδείσου, τώρα τα έχασες με το ξύλο του σταυρού. 10 Και η ευτυχία σου εξέπνευσε τότε, όταν σταύρωσες τον Ιησού Χριστό, τον Βασιλιά της δόξας. 11 Ένεργησες ενάντια στο δικό σου και το δικό μου συμφέρον, όπως σύντομα θα καταλάβεις από τα μεγάλα βασανιστήρια και τις άπειρες τιμωρίες που πρόκειται να υποστείς. 12 Ω, Σατανά, πρίγκιπα κάθε κακού, αυτουργός του θανάτου και πηγή κάθε υπερηφάνειας, έπρεπε πρώτα να είχες ερευνήσει τα κακά εγκλήματα του Ιησού του Ναζωραίος, και τότε θα είχες διαπιστώσει ότι δεν ήταν ένοχος για κανένα πταίσμα άξιο θανάτου. 13 Γιατί τόλμησες, χωρίς λόγο ή δικαιοσύνη, να τον σταυρώσεις και κατέβασες στις περιοχές μας έναν αθώο και δίκαιο άνθρωπο, και έτσι έχασες όλους τους αμαρτωλούς, ασεβείς και άδικους ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο;
40
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
14 Ενώ ο πρίγκιπας της κόλασης μιλούσε έτσι στον Σατανά, ο Βασιλιάς της Δόξας είπε στον Βεελζεβούλ: «Πρίγκιπα της κόλασης, Σατανά, ο πρίγκιπας θα υποταχθεί στην κυριαρχία σου για πάντα, στη θέση του Αδάμ και των δίκαιων γιων του, που είναι δικοί μου». Κεφάλαιο 19 1 Τότε ο Ιησούς άπλωσε το χέρι του και είπε: «Ελάτε σε μένα, όλοι εσείς οι άγιοί μου, που δημιουργηθήκατε κατ’ εικόνα μου, που καταδικαστήκατε από το δέντρο του απαγορευμένου καρπού και από τον διάβολο και τον θάνατο». 2 Ζήστε τώρα με το ξύλο του σταυρού μου· ο διάβολος, ο άρχοντας αυτού του κόσμου, έχει νικηθεί, και ο θάνατος έχει νικηθεί. 3 Τότε, αμέσως όλοι οι άγιοι ενώθηκαν κάτω από το χέρι του υψίστου Θεού· και ο Κύριος Ιησούς έπιασε το χέρι του Αδάμ και του είπε: Ειρήνη σε σένα και σε όλους τους δίκαιους απογόνους σου, που είναι δικοί μου. 4 Τότε ο Αδάμ, έπεσε στα πόδια του Ιησού και του απευθύνθηκε με δάκρυα, με ταπεινή γλώσσα και δυνατή φωνή, λέγοντας: 5 Θα σε δοξάσω, Κύριε, επειδή με ύψωσες, και δεν έκανες τους εχθρούς μου να χαρούν για μένα. Κύριε, Θεέ μου, σε σένα έκραξα, και με θεράπευσες. 6 Κύριε, εσύ ανέβασες την ψυχή μου από τον τάφο· με φύλαξες στη ζωή, για να μην κατέβω στον λάκκο. 7 Ψάλλετε στον Κύριο, όλοι οι άγιοί του, και δοξολογείτε στην ανάμνηση της αγιότητάς του· επειδή, η οργή του διαρκεί μόνο μια στιγμή· στην εύνοιά του είναι ζωή. 8 Ομοίως, όλοι οι άγιοι, προσκυνώντας τα πόδια του Ιησού, έλεγαν με μια φωνή: «Ελθέτω, Λυτρωτή του κόσμου, και πραγματοποίησες όλα όσα προείπες μέσω του νόμου και των αγίων προφητών σου». 9 Λύτρωσες τους ζωντανούς με τον σταυρό σου και κατέβηκες σε εμάς, για να μας ελευθερώσεις με τον θάνατο του σταυρού από την κόλαση και με τη δύναμή σου από τον θάνατο. 10 Κύριε, όπως έβαλες τα σύμβολα της δόξας σου στον ουρανό και έστησες το σημάδι της λύτρωσής σου, τον σταυρό σου στη γη, έτσι, Κύριε, θέσε το σημάδι της νίκης του σταυρού σου στην κόλαση, για να μην έχει πλέον ο θάνατος σημασία στους δούλους σου. 11 Τότε ο Κύριος, απλώνοντας το χέρι του, έκανε το σημείο του σταυρού πάνω στον Αδάμ και πάνω σε όλους τους αγίους του. 12 Και πιάνοντας τον Αδάμ από το δεξί του χέρι, ανέβηκε από την κόλαση, και όλοι οι άγιοι του Θεού τον ακολούθησαν. 13 Τότε ο προφήτης Δαβίδ, ο βασιλιάς, αναφώνησε με θάρρος και είπε: 1 Ψάλτε στον Κύριο έναν νέο ύμνο, επειδή έκανε θαυμαστά πράγματα· η δεξιά του χειρ και ο άγιος βραχίονάς του του έδωσαν τη νίκη. 14 Ο Κύριος φανέρωσε τη σωτηρία του, φανέρωσε τη δικαιοσύνη του μπροστά στα έθνη. 15 Και απεκρίθη παν το πλήθος των αγίων, λέγων· Αύτη η τιμή πάντες οι άγιοι αυτού· Αμήν, δοξάζετε τον Κύριον. 16 Έπειτα, ο προφήτης Αββακούμ 3 φώναξε και είπε: «Εξήλθες για τη σωτηρία του λαού σου, για τη σωτηρία του λαού σου». 17 Και πάντες οι άγιοι έλεγαν: 4 Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου· ότι ο Κύριος φώτισεν ημάς· ούτος εστίν ο Θεός ημών εις τους αιώνας των αιώνων· βασιλεύσει εφ’ ημάς εις τους αιώνας των αιώνων· αμήν. 18 Ομοίως, όλοι οι προφήτες μίλησαν για τα ιερά πράγματα που τον αίνεσαν και ακολούθησαν τον Κύριο. Κεφάλαιο 20 1 Τότε ο Κύριος, κρατώντας τον Αδάμ από το χέρι, τον παρέδωσε στον αρχάγγελο Μιχαήλ, και τους οδήγησε στον Παράδεισο, γεμάτους έλεος και δόξα.
41
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
2 Και δύο πολύ παλιοί άνδρες τους συνάντησαν, και οι άγιοι τους ρώτησαν: «Ποιοι είστε εσείς, που δεν ήσασταν ακόμα μαζί μας στην κόλαση και δεν βάλατε τα σώματά σας στον Παράδεισο;» 3 Αποκριθείς δε εις εξ αυτών είπε· Εγώ είμαι ο Ενώχ, ο μετατεθειμένος δια του λόγου του Θεού· και ούτος ο άνθρωπος, ο μετ' εμού, είναι ο Ηλίας ο Θεσβίτης, ο μετατεθειμένος εν άρματι πυρός. 4 Εδώ ήμασταν μέχρι τώρα και δεν έχουμε γευτεί τον θάνατο, αλλά τώρα είμαστε έτοιμοι να επιστρέψουμε κατά την έλευση του Αντίχριστου, οπλισμένοι με θεία σημεία και θαύματα, για να εμπλακούμε μαζί του σε μάχη και να θανατωθούμε από αυτόν στην Ιερουσαλήμ και να αναληφθούμε ζωντανοί στα σύννεφα, μετά από τρεισήμισι ημέρες. 5 Και ενώ ο άγιος Ενώχ και ο Ηλίας διηγούνταν αυτά, ιδού, ήρθε ένας άλλος άνθρωπος με άθλια μορφή, κρατώντας το σημείο του σταυρού στους ώμους του. 6 Και ὅταν τὸν εἶδαν πάντες οἱ ἅγιοι, τοῦ εἶπαν· Τίς εἶ συ; Διότι τὸ πρόσωπό σου εἶναι ὡς κλέφτου· καὶ τί βαστᾶς σταυρόν ἐπὶ τῶν ὀμμάτων σου; 7 Εκείνος, αποκρινόμενος, είπε: «Καλώς λες, γιατί ήμουν κλέφτης, που έπραξε κάθε είδους ανομία πάνω στη γη». 8 Και οι Ιουδαίοι με σταύρωσαν μαζί με τον Ιησού· και παρατήρησα τα εκπληκτικά πράγματα που συνέβησαν στη δημιουργία κατά τη σταύρωση του Κυρίου Ιησού. 9 Και πίστεψα σε αυτόν ότι είναι ο Δημιουργός των πάντων και ο Παντοδύναμος Βασιλιάς· και προσευχήθηκα σε αυτόν, λέγοντας: Κύριε, θυμήσου με, όταν έρθεις στη βασιλεία σου. 10 Αμέσως έλαβε υπόψη του την δέησή μου και μου είπε: «Αληθώς σου λέω, σήμερα θα είσαι μαζί μου στον Παράδεισο». 11 Και μου έδωσε αυτό το σημείο του σταυρού, λέγοντας: «Κράτα αυτό και πήγαινε στον Παράδεισο». Και αν ο άγγελος που είναι ο φύλακας του Παραδείσου δεν σε δεχτεί, δείξε του το σημείο του σταυρού και πες του: «Ο Ιησούς Χριστός, που τώρα σταυρώνεται, με έστειλε εδώ σε εσένα». 12 Όταν το έκανα αυτό και είπα στον άγγελο που είναι ο φύλακας του Παραδείσου όλα αυτά, και αυτός τα άκουσε, αμέσως άνοιξε τις πύλες, με εισήγαγε και με έβαλε στα δεξιά του Παραδείσου, 13 λέγοντας: «Μείνε εδώ λίγο καιρό, μέχρι να εισέλθει ο Αδάμ, ο πατέρας όλου του ανθρώπινου γένους, μαζί με όλους τους γιους του, που είναι οι άγιοι και δίκαιοι δούλοι του Ιησού Χριστού, του εσταυρωμένου». 14 Όταν άκουσαν όλη αυτή την αφήγηση από τον κλέφτη, όλοι οι πατριάρχες είπαν με μια φωνή: «Ευλογημένος να είσαι, Παντοδύναμε Θεέ, Πατέρα της αιώνιας αγαθότητας και Πατέρα των ελέων, που έδειξες τέτοια εύνοια σε εκείνους που ήταν αμαρτωλοί εναντίον του και τους έφερες στο έλεος του Παραδείσου και τους τοποθέτησες ανάμεσα στις μεγάλες και πνευματικές σου προμήθειες, σε μια πνευματική και άγια ζωή. Αμήν». Κεφάλαιο 21 1 Αυτά είναι τα θεία και ιερά μυστήρια που είδαμε και ακούσαμε. Εγώ, ο Χαρίνος και ο Λένθιος δεν επιτρέπεται να διακηρύξω τα άλλα μυστήρια του Θεού, όπως μας διέταξε ο αρχάγγελος Μιχαήλ, 2 λέγοντας: «Θα πάτε μαζί με τους αδελφούς μου στα Ιεροσόλυμα και θα επιμένετε στις προσευχές, αναγγέλλοντας και δοξάζοντας την ανάσταση του Ιησού Χριστού, επειδή σας ανέστησε από τους νεκρούς ταυτόχρονα με τον εαυτό του». 3 Και δεν θα μιλήσετε με κανέναν άνθρωπο, αλλά θα κάθεστε σαν άλαλοι μέχρι να έρθει ο καιρός που ο Κύριος θα σας επιτρέψει να διηγηθείτε τα μυστήρια της θεότητάς του. 4 Ο αρχάγγελος Μιχαήλ μας πρόσταξε περαιτέρω να πάμε πέρα από τον Ιορδάνη, σε μια χώρα εξαιρετική και πλούσια, όπου υπάρχουν πολλοί που αναστήθηκαν από τους νεκρούς μαζί μας για απόδειξη της ανάστασης του Χριστού. 5 Διότι μόνο τρεις ημέρες μας έχουν παραχωρηθεί από τους νεκρούς, οι οποίοι αναστήθηκαν για να γιορτάσουν το πάσχα του Κυρίου μας μαζί με τους γονείς μας, και να δώσουν μαρτυρία για τον Κύριο Χριστό, και βαπτιστήκαμε στον άγιο ποταμό Ιορδάνη. Και τώρα δεν φαίνονται από κανέναν.
42
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
6 Αυτά είναι όσα ο Θεός μας επέτρεψε να σας διηγηθούμε· δώστε λοιπόν δοξολογία και τιμή σε αυτόν, και μετανοήστε, και θα σας ελεήσει. Ειρήνη σε εσάς από τον Κύριο Θεό Ιησού Χριστό, τον Σωτήρα όλων μας. Αμήν, Αμήν, Αμήν. 7 Και αφού τελείωσαν τη γραφή και έγραψαν σε δύο ξεχωριστά φύλλα χαρτιού, ο Χαρίνος έδωσε αυτά που έγραψε στα χέρια του Άννα, του Καϊάφα και του Γαμαλιήλ. 8 Ο Λένθιος παρέδωσε επίσης ό,τι έγραψε στα χέρια του Νικόδημου και του Ιωσήφ· και αμέσως μετατράπηκαν σε εξαιρετικά λευκές μορφές και δεν εμφανίστηκαν πια. 9 Αλλά αυτά που είχαν γράψει βρέθηκαν να συμφωνούν απόλυτα, καθώς το ένα δεν περιείχε το ένα γράμμα περισσότερο ή λιγότερο από το άλλο. 10 Όταν όλη η σύναξη των Ιουδαίων άκουσε όλες αυτές τις εκπληκτικές συγγένειες του Χαρίνου και του Λένθιου, είπαν ο ένας στον άλλον: «Πάντα αυτά τα πράγματα έγιναν από τον Θεό, και ευλογημένος ο Κύριος Ιησούς στους αιώνες των αιώνων. Αμήν». 11 Και περιπλανιόντουσαν με μεγάλη ανησυχία, φόβο και τρόμο, και χτυπούσαν τα στήθη τους και έφυγαν ο καθένας για το σπίτι του. 12 Αμέσως όμως όλα αυτά που διηγήθηκαν οι Ιουδαίοι στις συναγωγές τους για τον Ιησού, τα ανήγγειλαν αμέσως ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος στον ηγεμόνα. 13 Και ο Πιλάτος κατέγραψε όλες αυτές τις συναλλαγές και κατέθεσε όλους αυτούς τους λογαριασμούς στα δημόσια αρχεία της αίθουσας του. Κεφάλαιο 22 1 Μετά ταύτα, ο Πιλάτος πήγε στον ναό των Ιουδαίων και κάλεσε όλους τους άρχοντες, τους γραμματείς και τους νομοδιδάσκαλους και πήγε μαζί τους σε ένα παρεκκλήσι του ναού. 2 Και αφού πρόσταξε να κλείσουν όλες οι πύλες, τους είπε: «Άκουσα ότι έχετε ένα μεγάλο βιβλίο σε αυτόν τον ναό· παρακαλώ, λοιπόν, να το φέρετε μπροστά μου». 3 Και όταν έφεραν το μεγάλο βιβλίο, που το κουβαλούσαν τέσσερις λειτουργοί του ναού και ήταν στολισμένο με χρυσάφι και πολύτιμες πέτρες, ο Πιλάτος είπε σε όλους: «Σας εξορκίζω στον Θεό των πατέρων σας, που έκανε αυτόν τον ναό και διέταξε να χτιστεί, να μην μου κρύψετε την αλήθεια». 4 Εσείς γνωρίζετε όλα τα γραμμένα σε εκείνο το βιβλίο· τώρα λοιπόν, πείτε μου, αν στις Γραφές έχετε βρει κάτι για τον Ιησού, τον οποίο σταυρώσατε, και σε ποιο καιρό του κόσμου έπρεπε να έρθει, δείξτε μου. 5 Τότε, αφού ορκίστηκαν τον Άννα και τον Καϊάφα, διέταξαν όλους τους υπόλοιπους που ήταν μαζί τους να βγουν από το παρεκκλήσι. 6 Και έκλεισαν τις πύλες του ναού και του παρεκκλησίου και είπαν στον Πιλάτο: «Κρίτα, μας ορκίσατε για την ανοικοδόμηση αυτού του ναού, να σου κηρύξουμε το αληθινό και το σωστό». 7 Αφού σταυρώσαμε τον Ιησού, μη γνωρίζοντας ότι είναι ο Υιός του Θεού, αλλά νομίζοντας ότι έκανε τα θαύματά του με κάποια μαγεία, συγκαλέσαμε μεγάλη συγκέντρωση σε αυτόν τον ναό. 8 Και καθώς συζητούσαμε μεταξύ μας για τα θαύματα που είχε κάνει ο Ιησούς, βρήκαμε πολλούς μάρτυρες από τη χώρα μας, οι οποίοι δήλωσαν ότι τον είχαν δει ζωντανό μετά τον θάνατό του, και ότι τον άκουσαν να συνομιλεί με τους μαθητές του, και τον είδαν να ανεβαίνει στα ύψη των ουρανών και να εισέρχεται σε αυτούς. 9 Και είδαμε δύο μάρτυρες, των οποίων τα σώματα ο Ιησούς ανέστησε από τους νεκρούς, οι οποίοι μας διηγήθηκαν πολλά παράξενα πράγματα που έκανε ο Ιησούς ανάμεσα στους νεκρούς, για τα οποία έχουμε γραπτή αφήγηση στα χέρια μας. 10 Και είναι συνήθειά μας να ανοίγουμε αυτό το ιερό βιβλίο κάθε χρόνο ενώπιον μιας συνάθροισης και να αναζητούμε εκεί τη συμβουλή του Θεού. 11 Και βρήκαμε στο πρώτο από τα εβδομήντα βιβλία, όπου ο αρχάγγελος Μιχαήλ μιλάει στον τρίτο γιο του Αδάμ, του πρώτου ανθρώπου, μια αφήγηση ότι μετά από πέντε χιλιάδες πεντακόσια χρόνια, ο Χριστός, ο πιο αγαπημένος Υιός του Θεού, ήρθε στη γη,
43
Ο Θάνατος, η Ταφή και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
12 Και συλλογιστήκαμε περαιτέρω ότι ίσως αυτός ήταν ο Θεός του Ισραήλ, που είπε στον Μωυσή: «Θα φτιάξεις την κιβωτό της μαρτυρίας· δύο πήχεις και μισό το μήκος της, και μία πήχη και μισό το πλάτος της, και μία πήχη και μισό το ύψος της». 13 Με αυτούς τους πέντε και μισό πήχεις για την κατασκευή της κιβωτού της Παλαιάς Διαθήκης, αντιληφθήκαμε και γνωρίσαμε ότι σε πέντε χιλιάδες και μισό (χίλια) χρόνια, ο Ιησούς Χριστός επρόκειτο να έρθει στην κιβωτό ή σκηνή ενός σώματος. 14 Και έτσι οι γραφές μας μαρτυρούν ότι είναι ο υιός του Θεού και ο Κύριος και Βασιλιάς του Ισραήλ. 15 καὶ ἐπειδὴ μετὰ τὸ πάθος αὐτοῦ οἱ ἀρχιερεῖς ἡμῶν ἐκπλήχθησαν εἰς τὰ σημεῖα ποὺ ἐγίνοντο διὰ τοῦ ἐνεργοῦντος, ἀνοῴσαμεν τὸ βιβλίον τὸν ἐξερευνᾶμεν πᾶσας τὰς γενεὰς ἕως τῆς γενεᾶς Ἰωσήφ καὶ Μαρίας τῆς μητρός τοῦ Ἰησοῦ, νομίζοντες ὅτι ἐκ τοῦ σπέρματος Δαυίδ· 16 καὶ εὑρήκαμεν τὴν ἀφήγησην τῆς κτίσεως, καὶ ἐν ὅτε ἐποίησεν τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὸν πρῶτον ἄνθρωπον Αδάμ, καὶ ὅτι ἀπὸ ἐκεῖθεν ἕως τοῦ κατακλυσμοῦ ἔτη δύο χιλιάδες διακόσια δώδεκα. 17 καὶ ἀπὸ τοῦ κατακλυσμοῦ ἕως Ἀβραὰμ, ἐννιακόσιοι δώδεκα. καὶ ἀπὸ τοῦ Ἀβραὰμ ἕως τοῦ Μωυσῆ, τετρακόσιοι τριάκοντα. καὶ ἀπὸ τοῦ Μωυσῆ ἕως Δαυίδ τοῦ βασιλέως, ἐννιακόσιοι δέκα. 18 καὶ ἀπὸ Δαυίδ ἕως τῆς βαβυλωνιακής αιχμαλωσίας πεντακόσια ἔτη· καὶ ἀπὸ τῆς βαβυλωνιακής αιχμαλωσίας ἕως τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Χριστοῦ τετρακόσια ἔτη. 19 Το άθροισμα όλων των ποσών που ανέρχεται σε πέντε χιλιάδες και μισό (χίλια). 20 Και έτσι φαίνεται ότι ο Ιησούς, τον οποίο σταυρώσαμε, είναι ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού, και Θεός αληθινός και παντοδύναμος. Αμήν.
44