Τηλεμεταφορά στις Γραφές Αββακούμ Ο Βηλ και ο Δράκος 1:33-42 33 Υπήρχε δε στην Ιουδαία ένας προφήτης, που ονομαζόταν Αββακούμ, ο οποίος είχε φτιάξει σούπες και είχε κόψει ψωμί σε ένα πιάτο και πήγαινε στο χωράφι για να το φέρει στους θεριστές. 34 Εἶπεν δὲ ἄγγελος Κυρίου πρὸς Αββακούμ· Πήγαινε, φέρε τὸ δείπνον τὸ ὁποῖον ἐστιν εἰς Βαβυλῖνον πρὸς Δανιήλ, ὁ ὁποῖος ἐστιν εἰς τὸν λάκκον τῶν λεόντων. 35 Και ο Αββακούμ είπε: Κύριε, δεν είδα ποτέ τη Βαβυλώνα ούτε ξέρω πού είναι η φωλιά. 36 Τότε ο άγγελος Κυρίου τον έπιασε από το στέμμα, τον σήκωσε από τα μαλλιά της κεφαλής του και, με την ορμή του πνεύματός του, τον έβαλε στη Βαβυλώνα πάνω από το λάκκο. 37 Και ο Αββακούμ φώναξε, λέγοντας: Δανιήλ, Δανιήλ, φάε το δείπνο που σου έστειλε ο Θεός. 38 Και ο Δανιήλ είπε: Με θυμήθηκες, Θεέ· ούτε εγκατέλειψες αυτούς που σε ζητούν και σε αγαπούν. 39 Σηκώθηκε λοιπόν ο Δανιήλ και έφαγε· και ο άγγελος του Κυρίου αμέσως έβαλε τον Αββακούμ πίσω στη θέση του. 40 Την έβδομη ημέρα ο βασιλιάς πήγε να θρηνήσει τον Δανιήλ· και όταν ήρθε στον λάκκο, κοίταξε μέσα, και να, ο Δανιήλ καθόταν. 41 Τότε ο βασιλιάς φώναξε με δυνατή φωνή, λέγοντας: «Μέγας είσαι, Κύριε, ο Θεός του Δανιήλ, και δεν υπάρχει άλλος εκτός από σένα». 42 Και τον τράβηξε έξω, και έριξε στο λάκκο εκείνους που ήταν η αιτία της καταστροφής του· και καταβροχθίστηκαν σε μια στιγμή μπροστά στο πρόσωπό του.
Ραφαήλ ο Άγγελος Τωβίτ 12:1-22 1 Τότε ο Τωβίτ κάλεσε τον γιο του τον Τωβία και του είπε: «Παιδί μου, φρόντισε να πάρει ο άνθρωπος τον μισθό του, που ήρθε μαζί σου, και εσύ πρέπει να του δώσεις περισσότερα». 2 Και ο Τωβίας του είπε: Πάτερ, δεν με βλάπτει να του δώσω τα μισά από αυτά που έφερα· 3 Διότι με επανέφερε σε σένα με ασφάλεια, και θεραπεύσε τη γυναίκα μου, και μου έφερε τα χρήματα, και σε θεράπευσε επίσης. 4 Τότε ο γέροντας είπε: «Σ’ αυτόν οφείλεται». 5 Καὶ ἐκάλεσε τὸν ἄγγελον καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἄρπα τὰ μισὰ ἀπὸ ὅλων ὅσων ἔφερες καὶ φύγε ἀσφαλῶς. 6 Τότε, αφού τους πήρε και τους δύο χωριστά, τους είπε: «Ευλογείτε τον Θεό, υμνείτε τον και μεγαλύνετε τον και υμνείτε τον για όσα έκανε σε εσάς ενώπιον όλων των ζώντων. Καλό είναι να υμνούμε τον Θεό και να υψώνουμε το όνομά του και να εξαγγέλλουμε με τιμή τα έργα του Θεού· γι' αυτό, μη νωθρεύεστε να τον υμνείτε».
1
Τηλεμεταφορά στις Γραφές
7 Καλό είναι να κρατάς κρυφά το μυστικό ενός βασιλιά, αλλά είναι τιμητικό να αποκαλύπτεις τα έργα του Θεού. Κάνε το καλό, και κανένα κακό δεν θα σε αγγίξει. 8 Καλή είναι η προσευχή με νηστεία και ελεημοσύνη και δικαιοσύνη· το λίγο με δικαιοσύνη είναι καλύτερο παρά το πολύ με αδικία· καλύτερο είναι να δίνεις ελεημοσύνη παρά να θησαυρίζεις χρυσάφι· 9 Διότι η ελεημοσύνη ελευθερώνει από τον θάνατο και καθαρίζει κάθε αμαρτία. Όσοι κάνουν ελεημοσύνη και δικαιοσύνη θα γεμίσουν ζωή. 10 Ἐκεῖνοι δὲ οἱ ἁμαρτάνοντες ἐχθροί τῆς ζωῆς αὐτῶν ἐστιν. 11 Δεν θα σας αποκρύψω τίποτα. Γιατί είπα: Καλό ήταν να κρατάς κλειστό το μυστικό του βασιλιά, αλλά τιμητικό να αποκαλύπτεις τα έργα του Θεού. 12 Τώρα, λοιπόν, όταν εσύ προσευχήθηκες, και η Σάρα η νύφη σου, έφερα την ανάμνηση των προσευχών σας ενώπιον του Αγίου· και όταν έθαψες τους νεκρούς, ήμουν κι εγώ μαζί σου. 13 Και αφού δεν άργησες να σηκωθείς και να αφήσεις το δείπνο σου για να πας να σκεπάσεις τους νεκρούς, η καλή σου πράξη δεν κρύφτηκε από μένα, αλλά ήμουν μαζί σου. 14 Και τώρα ο Θεός με έστειλε να σε θεραπεύσω και τη Σάρρα, τη νύφη σου. 15 Είμαι ο Ραφαήλ, ένας από τους επτά αγίους αγγέλους, οι οποίοι παρουσιάζουν τις προσευχές των αγίων και οι οποίοι εισέρχονται και εξέρχονται ενώπιον της δόξας του Αγίου. 16 Τότε ταράχτηκαν και οι δύο και έπεσαν με το πρόσωπο πάνω στο έδαφος, επειδή φοβήθηκαν. 17 Ἐκεῖνος δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Μὴ φοβεῖτε, γὰρ ὑμῖν καλὰ ὑμῖν· δοξῆτε οὖν τὸν Θεὸν. 18 Διότι ουχί εκ χάρου μου, αλλ’ εκ θελήματος Θεού ημών ήλθον· διὰ τοῦτο αἰνῶν αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας. 19 Όλες αυτές τις ημέρες εμφανίστηκα σε εσάς, αλλά ούτε έφαγα ούτε ήπια, εσείς όμως είδατε όραμα. 20 Τώρα λοιπόν ευχαριστήστε τον Θεό, επειδή ανεβαίνω προς αυτόν που με έστειλε· γράψτε όμως όλα όσα έγιναν σε βιβλίο. 21 Και όταν σηκώθηκαν, δεν τον είδαν πλέον. 22 Τότε ομολόγησαν τα μεγάλα και θαυμαστά έργα του Θεού, και πώς ο άγγελος του Κυρίου είχε εμφανιστεί σε αυτούς.
Ιεζεκιήλ Ιεζεκιήλ 3:12-15 12 Τότε το πνεύμα με σήκωσε, και άκουσα πίσω μου μια φωνή μεγάλου βηματισμού, που έλεγε: Ευλογημένη η δόξα του Κυρίου από τον τόπο του. 13 Άκουσα επίσης τον θόρυβο των φτερών των ζωντανών πλασμάτων που άγγιζαν το ένα το άλλο, και τον θόρυβο των τροχών απέναντί τους, και έναν θόρυβο μεγάλου βηματισμού. 14 Και το πνεύμα με σήκωσε, και με πήρε μακριά, και πήγα μέσα σε πικρία, μέσα στην έξαψη του πνεύματός μου· αλλά το χέρι του Κυρίου ήταν ισχυρό πάνω μου. 15 Τότε ήρθα σε αυτούς που ήταν αιχμάλωτοι στην Τελαβίβ, που κατοικούσαν κοντά στον ποταμό Χεβάρ, και κάθισα εκεί που κάθονταν, και έμεινα εκεί έκπληκτος ανάμεσά τους επτά ημέρες. Ιεζεκιήλ 8:1-4 1 ΚΑΙ έγινεν εν τω έκτω έτει, εν τω έκτω μηνί, εν τη πέμπτη ημέρα του μηνός, εν τω οικώ μου καθήμενον, και οι πρεσβύτεροι του Ιούδα καθήσαντες ενώπιόν μου, και έπεσεν εκεί επ' εμέ το χέρι Κυρίου του Θεού. 2 Τότε είδα, και είδα μια εικόνα σαν φωτιά· από την όψη της οσφύος του κάτω, φωτιά· και από την οσφύ του πάνω, σαν λάμψη, σαν χρώμα κεχριμπαριού. 3 Και άπλωσε το ομοίωμα ενός χεριού, και με έπιασε από μια τούφα του κεφαλιού μου· και το πνεύμα με σήκωσε ανάμεσα στη γη και τον ουρανό, και με έφερε με οράματα Θεού στην
2
Τηλεμεταφορά στις Γραφές
Ιερουσαλήμ, στην πόρτα της εσωτερικής πύλης που βλέπει προς τον βορρά· όπου ήταν η έδρα του αγάλματος της ζηλοτυπίας, που προκαλεί ζηλοτυπία. 4 Και ιδού, η δόξα του Θεού του Ισραήλ ήταν εκεί, σύμφωνα με το όραμα που είδα στην πεδιάδα.
Χριστός Ματθαίος 4:1-11 1 Τότε ο Ιησούς οδηγήθηκε από το Πνεύμα στην έρημο για να πειραστεί από τον διάβολο. 2 Και αφού νήστεψε σαράντα ημέρες και σαράντα νύχτες, ύστερα πείνασε. 3 Καὶ ὅταν προσήλθε πρὸς αὐτὸν ὁ πειραστὴς, εἶπεν· Ἐὰν εἶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἐπέβαλε νὰ γίνη αὐτοὶ λίθοι ἄρτοι. 4 Ἐκεῖνος δὲ ἀπεκρίθη καὶ εἶπεν· Ἔγει γεγραμμένον· Οὐκ ἐν ἄρτῳ μόνον ζήσεται ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ ἐν παντὶ λόγον ἐκπορευόμενον ἐκ στόματος Θεοῦ. 5 Τότε ο διάβολος τον παραλαμβάνει στην άγια πόλη και τον στάζει πάνω σε μια κορυφή του ναού, 6 καὶ λέγει αὐτῷ· ἐὰν εἶ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ρίψε σαυτόν κάτω· γὰρ γέγραπται· ἐν τῷ ἀγγέλῳ αὐτοῦ προστάξει περὶ σού, καὶ ἐν τῷ χειρὶ αὐτῶν σε βαστάξουν, μὴ ἔσῃς τὸ πόδι σου ἐπὶ λίθον. 7 Ο Ιησούς του είπε: « Πάλι είναι γραμμένο: Δεν θα πειράσεις τον Κύριο τον Θεό σου». 8 Πάλι παραλαμβάνει αυτόν ο διάβολος σε ένα πολύ ψηλό όρος, και του δείχνει όλα τα βασίλεια του κόσμου και τη δόξα τους. 9 καὶ λέγει αὐτῷ· Πάντα ταῦτα σοι δώσω, ἐὰν πέσεις καὶ προσκυνήσεις με. 10 Τότε λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Έφυγε από εδώ, Σατανά· διότι είναι γεγραμμένον· Κύριον τον Θεόν σου προσκυνήσεις, και αυτόν μόνον λατρέψεις. 11 Τότε ο διάβολος τον αφήνει, και ιδού, άγγελοι προσήλθαν και τον διακονούσαν. Λουκάς 4:1-13 1 Και ο Ιησούς, γεμάτος Πνεύμα Άγιο, επέστρεψε από τον Ιορδάνη και οδηγήθηκε από το Πνεύμα στην έρημο. 2 πειραζόμενος σαράντα ημέρες από τον διάβολο· και εν ταις ημέραις εκείναις δεν έφαγε ουδέν· και όταν τελείωσαν αυτές, έπειτα επείνασε. 3 Και είπε προς αυτόν ο διάβολος· Εἰ εἶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἐπέβαλε εἰς τὴν λίθον ταύτην ἵνα γένηται ἄρτος. 4 Καὶ ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς λέγων· Ἔχει γεγραμμένον ὅτι οὐκ ἐν ἄρτῳ μόνον ζήσεται ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ ἐν παντὶ λόγον Θεοῦ. 5 Και αφού τον ανέβασε ο διάβολος σε ένα ψηλό όρος, του έδειξε όλα τα βασίλεια του κόσμου σε μια στιγμή. 6 Και είπε προς αυτόν ο διάβολος· Πάσα ταύτην την εξουσίαν σοι δώσω και την δόξαν αυτών· εις εμέ γάρ εδόθη, και εις όστις θέλω δίδω αυτήν. 7 Αν λοιπόν με προσκυνήσεις, όλα δικά σου θα είναι. 8 Αποκριθείς δε ο Ιησούς είπε προς αυτόν· Φύγε οπίσω μου, Σατανά· γέγραπται γάρ· Κύριον τον Θεόν σου προσκυνήσεις και μόνον αυτόν λατρέψεις. 9 καὶ ἔφερε αὐτὸν εἰς Ἱερουσαλὴμ καὶ ἔστησεν αὐτὸν ἐπὶ τὴν πτέρυγα τοῦ ναοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐὰν εἶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ρίψον σεαυτόν ἐκ τούτου κάτω· 10 Διότι είναι γραμμένο: Θα δώσει εντολή στους αγγέλους του για σένα να σε φυλάξουν. 11 Και θα σε σηκώσουν στα χέρια τους, για να μην χτυπήσεις ποτέ το πόδι σου σε πέτρα. 12 Και ο Ιησούς αποκρίθηκε και του είπε: « Λέγεται: Δεν θα πειράσεις Κύριο τον Θεό σου». 13 Και αφού ο διάβολος τελείωσε όλους τους πειρασμούς, απομακρύνθηκε απ' αυτόν για ένα διάστημα.
3
Τηλεμεταφορά στις Γραφές
Λουκάς 24:13-53 13 Και ιδού, δύο από αυτούς πήγαιναν την ίδια ημέρα σε μια κωμόπολη που ονομαζόταν Εμμαούς, η οποία βρισκόταν από την Ιερουσαλήμ περίπου εξήντα στάδια. 14 Και συζητούσαν μεταξύ τους για όλα αυτά που είχαν συμβεί. 15 Και ενώ αυτοί συζητούσαν και συζητούσαν, ο ίδιος ο Ιησούς πλησίασε και πήγε μαζί τους. 16 ἀλλὰ οἱ ὀφθαλμοί αὐτῶν ἦσαν ἐγκλεισμένοι, ὥστε νὰ μὴ τὸν ἀναγνωρίσουν. 17 Και τους είπε: «Τι είδους συζητήσεις έχετε μεταξύ σας καθώς περπατάτε και είστε λυπημένοι;» 18 Και ο ένας από αυτούς, που ονομαζόταν Κλεόπας, αποκρίθηκε και του είπε: «Εσύ είσαι ο μόνος ξένος στην Ιερουσαλήμ, και δεν έμαθες τα όσα συνέβησαν εκεί τις ημέρες αυτές;» 19 Και είπε προς αυτούς· Τι; Και είπαν προς αυτόν· Περί Ιησού του Ναζωραίου, όστις ην προφήτης δυνατός εν έργω και εν λόγω ενώπιον του Θεού και όλου του λαού· 20 Και πώς οι αρχιερείς και οι άρχοντές μας τον παρέδωσαν σε θάνατο και τον σταύρωσαν. 21 ἡμεῖς δὲ ἐλπίζαμε ὅτι αὐτὸς ἐστιν ὁ ἐπρέπει νά λυτρώσει τὸν Ἰσραήλ. καὶ παρ’ ὅλα αὐτά, σήμερον ἐστιν τρίτη ἡμέρα ἀπὸ τῶν γεγονότων τούτων. 22 Μάλιστα, και μερικές γυναίκες από την παρέα μας, οι οποίες ήταν νωρίς στο τάφο, μας εξέπληξαν. 23 Καὶ μὴ εὑρῆκαν τὸ σῶμα αὐτοῦ, ἦλθαν λέγοντας ὅτι εἶδαν καὶ ὅραμα ἀγγέλων, ὅτι ἦν ζῶν. 24 Καὶ μερικοί ἀπὸ αὐτοῖς ποὺ ἦσαν μετὰ ἡμῶν ἐπὶ τὸν τάφον καὶ εὑρῆκαν καθὼς οἱ γυναῖκες· αὐτὸν δὲ οὐκ εἶδον. 25 Τότε είπε προς αυτούς· Ω, ανόητοι και αργοί στην καρδιά στο να πιστεύετε σε όλα όσα είπαν οι προφήτες· 26 Δεν έπρεπε ο Χριστός να τα πάθει αυτά και να εισέλθει στη δόξα του; 27 Και ξεκινώντας από τον Μωυσή και από όλους τους προφήτες, τους εξήγησε σε όλες τις γραφές τα σχετικά με τον εαυτό του. 28 Και πλησίασαν στο χωριό, όπου πήγαιναν· και αυτός έκανε σαν να ήθελε να πάει πιο μακριά. 29 Ἐκεῖνοι δὲ ἐπίεσαν αὐτὸν λέγοντες· Μείνε μετ᾽ ἡμῶν, γὰρ ἔδει ἑσπέρα καὶ ἡ ἡμέρα ἔχει μακρύνει. Καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν μείνῳ μετ᾽ αὐτῶν. 30 Και καθώς καθόταν μαζί τους στο τραπέζι, πήρε ψωμί, το ευλόγησε και το έκοψε σε κομμάτια και τους το έδωσε. 31 Και ανοίχτηκαν τα μάτια τους, και τον αναγνώρισαν· και χάθηκε από τα μάτια τους. 32 Και έλεγαν ο ένας στον άλλον: Δεν καιγόταν η καρδιά μας μέσα μας, ενώ μας μιλούσε στον δρόμο και μας εξηγούσε τις γραφές; 33 Και σηκώθηκαν την ίδια ώρα και επέστρεψαν στα Ιεροσόλυμα, και βρήκαν συγκεντρωμένους τους έντεκα και όσους ήταν μαζί τους, 34 λέγοντας: «Αληθώς αναστήθηκε ο Κύριος και εμφανίστηκε στον Σίμωνα». 35 καὶ ἀπήγγειλαν ὅσα ἔγιναν ἐν τῷ ὁδῷ, καὶ πῶς ἐγνώρισαν αὐτοὺς ἐν κοπῇ τοῦ ἄρτου. 36 Καὶ ἐνῶ οὕτως ἐλάλωνον, ὁ Ἰησοῦς αὐτός στάθηκε ἐν μέσῳ αὐτῶν καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρήνη ὑμῖν. 37 Ἀλλὰ ἐντρομῶν καὶ ἐντρομῶν, καὶ ἐνόμισαν ὅτι εἶδον πνεῦμα. 38 Και τους είπε: Γιατί ταράσσεστε; Και γιατί αναβλύζουν σκέψεις στις καρδιές σας; 39 Ιδού τας χείρας μου και τας πόδας μου, ότι εγώ ο ίδιος είμαι· ψηλαφήστε με και δείτε· διότι πνεύμα σάρκα και οστέα δεν έχει, καθώς βλέπετε εμέ να έχω. 40 Και αφού είπε αυτά, τους έδειξε τα χέρια του και τα πόδια του. 41 Καὶ ἐνὶ οἱ ἀκόμη οὐκ πίστευαν ἐκ χαρᾶς καὶ ἐθαύμαζαν, εἶπεν αὐτοῖς· Ἔχετε ἐδῶ τίποτε φαγῆς; 42 Και έδωσαν σ’ αυτόν ένα κομμάτι ψητού ψαριού και μια κηρήθρα μελιού. 43 Και αφού το πήρε, έφαγε μπροστά τους. 44 Και είπε προς αυτούς· Αυτά είναι τα λόγια που σας είπα, ενώ ήμουν ακόμα μαζί σας, ότι πρέπει να εκπληρωθούν όλα τα γραμμένα στον νόμο του Μωυσή και στους προφήτες και στους ψαλμούς για μένα. 45 Τότε άνοιξε την κατανόησή τους, για να κατανοήσουν τις γραφές,
4
Τηλεμεταφορά στις Γραφές
46 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Οὕτως γέγραπται καὶ οὕτως ἔπρεπε νά πάθη ὁ Χριστὸς καὶ νά ἀναστηθῇ ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ· 47 καὶ ἵνα κηρυχθῇ ἐν τῷ ὀνόματί αὐτοῦ μετάνοια καὶ ἄφεσις ἁμαρτιῶν ἐν πᾶσι τῶν ἔθνη, ἀρχίζοντας ἀπὸ Ἱερουσαλήμ. 48 καὶ ὑμεῖς ἐστε μάρτυρες τοῦτων. 49 καὶ ἰδοὺ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ Πατρός μου ἐπὶ ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ μείνατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλήμ, ἕως ἐνδυθήσεσθε δύναμιν ἐξ ὄψεως. 50 καὶ ὁδήγησεν αὐτοὺς ἔξω ἕως Βηθανίας, καὶ ὑψῆσας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτοὺς. 51 Και ενώ τους ευλογούσε, αποχωρίστηκε απ’ αυτούς και αναλήφθηκε στον ουρανό. 52 καὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν ἐπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης· 53 καὶ ἦσαν ἀπὸ τῷ ἱερῷ ἀνὰν καὶ ὑμῖν τὸν Θεόν. Αμήν. Ιωάννης 6:16-21 16 Και όταν έγινε ήδη βράδυ, οι μαθητές του κατέβηκαν στη θάλασσα, 17 καὶ ἐμπῆκαν εἰς τὸ πλοιὸν καὶ ἔφυγαν εἰς τὴν θάλασσαν πρὸς Καπερναούμ. καὶ ἦν ἤδη σκοτείνια, καὶ ὁ Ἰησοῦς οὐκ ἦν ἐλθὼν πρὸς αὐτούς. 18 Και η θάλασσα φουσκώθηκε εξαιτίας ενός ισχυρού ανέμου που έπνεε. 19 Ὅταν δὲ κωπηλάτησαν ἕως εἴκοσι πέντε ἢ τριάντα στάδια, εἶδον τὸν Ἰησοῦν περιπατὸν ἐπὶ τῆς θαλάσσης καὶ πλησιάζον πρὸς τὸ πλοιὸν, καὶ ἐφοβήθησαν. 20 Ἐκεῖνος δὲ λέγει αὐτοῖς· Ἐγὼ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε. 21 Τότε, με τη θέλησή τους, τον δέχτηκαν στο πλοίο· και αμέσως το πλοίο έφτασε στη γη όπου πήγαιναν.
Φίλιππος Πράξεις 8:26-40 26 Καὶ ἔλεγεν ἄγγελος Κυρίου πρὸς Φίλιππον λέγων· Σήκω καὶ πορεύου πρὸς νότον εἰς τὴν ὁδὸν τῆς κατεβάζουσας ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ εἰς Γάζα, ἡ ὁποία ἐστιν ἔρημος. 27 Και σηκώθηκε και πήγε. Και ιδού, ένας άνθρωπος από την Αιθιοπία, ευνούχος μεγάλης αξιωματούχου στην Κανδάκη, βασίλισσα των Αιθιόπων, που ήταν υπεύθυνος για όλους τους θησαυρούς της, και είχε έρθει στην Ιερουσαλήμ για να προσκυνήσει, 28 Επέστρεφε και καθισμένος στην άμαξά του διάβαζε τον προφήτη Ησαΐα. 29 Τότε το Πνεύμα είπε στον Φίλιππο: Πλησίασε και συνάντησε τον εαυτό σου στην άμαξα αυτή. 30 Καὶ ὁ Φίλιππος ἔτρεξε πρὸς αὐτὸν καὶ ἄκουσεν αὐτὸν νὰ διαβάζη τὸν προφήτη Ἡσαΐα καὶ εἶπεν· Κατανοεῖς ὅ,τι ἀναγιγνώσκεις; 31 καὶ εἶπεν· Πῶς ἠδύναμαι, ἐὰν μὴ τὸς ὁδηγήσῃ μοι; καὶ παρεκάλεσε τὸν Φίλιππον νὰ ἀνέβη καὶ νὰ καθίσῃ μετ᾽ αὐτοῦ. 32 Το μέρος της γραφής που διάβαζε ήταν αυτό: Σαν πρόβατο φέρθηκε στη σφαγή· και σαν αρνί άφωνο μπροστά στον κουρέα του, έτσι δεν άνοιξε το στόμα του. 33 Εν τη ταπεινώσεώς του αφαιρέθηκε η κρίση του· και τις θέλει αναγγείλει την γενεά του; Διότι η ζωή του αφαιρέθηκε από τη γη. 34 Και αποκρίθηκε ο ευνούχος στον Φίλιππο και είπε: «Σε παρακαλώ, για ποιον λέει αυτό ο προφήτης; Για τον εαυτό του ή για κάποιον άλλον;» 35 Ἀνοίγησεν δὲ Φίλιππος τὸ στόμα αὐτοῦ καὶ ἤρξατο ἀπὸ αὐτῆς τῆς γραφῆς καὶ ἐκήρυξε πρὸς αὐτὸν τὸν Ἰησοῦν. 36 Καὶ ἐνῶ ἐπορεύοντο τὸν ὁδὸν αὐτῶν, ἔφτασαν εἰς ὕδωρ ὑδῶν καὶ εἶπεν ὁ εὐνούχος· Ἰδοὺ ὑδὲ ὕδωρ· τί με ἐμποδίζει νὰ βαπτισθῶ; 37 Καὶ εἶπεν ὁ Φίλιππος· Ἐὰν πιστεύῃ ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου, ἐπιτρέπεται. Καὶ ἀπεκρίθη καὶ εἶπεν· Πιστεύω ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἐστιν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ.
5
Τηλεμεταφορά στις Γραφές
38 καὶ προσέταξε τὸ ἄρμα νὰ σταθῇ καὶ κατέβησαν οἱ δύο εἰς τὸ νερό, καὶ ὁ Φίλιππος καὶ ὁ εὐνούχος, καὶ ἐβάπτισε αὐτὸν. 39 Καὶ ὅτε ἀνέβηκαν ἐκ τοῦ ὕδατος, ἄρπαξε τὸ Πνεῦμα Κυρίου τὸν Φίλιππον, καὶ ὁ εὐνούχος οὐκ ἦν αὐτὸν πλέον καὶ ἐπορεύθη τὸν ὁδὸν αὐτοῦ χαρούμενος. 40 Ο δε Φίλιππος ευρέθη εις την Άζωτον· και διερχόμενος κηρύττει εις πάσας τας πόλεις, ώσπου ήλθεν εις την Καισάρεια.
Παύλος Γνώριζα έναν άνθρωπο εν Χριστώ πριν από δεκατέσσερα χρόνια, (είτε εν σώματι, δεν ξέρω· είτε εκτός σώματος, δεν ξέρω· ο Θεός ξέρει·) τέτοιον αρπάχτηκε μέχρι τον τρίτο ουρανό. Και γνώριζα έναν τέτοιο άνθρωπο, (είτε εν σώματι, είτε εκτός σώματος, δεν ξέρω· ο Θεός ξέρει·) ότι αρπάχτηκε στον παράδεισο, και άκουσε λόγια ανείπωτα, τα οποία δεν επιτρέπεται σε άνθρωπο να λαλήσει. Β΄ Κορινθίους 12:2-4
Ενώχ Και συνέβη, όταν ο Ενώχ είπε στους γιους του, οι άγγελοι τον πήραν στις φτερούγες τους και τον σήκωσαν στον πρώτο ουρανό και τον τοποθέτησαν στα σύννεφα. Και εκεί κοίταξα, και πάλι κοίταξα ψηλότερα, και είδα τον αιθέρα, και με τοποθέτησαν στον πρώτο ουρανό και μου έδειξαν μια πολύ μεγάλη Θάλασσα, μεγαλύτερη από τη γήινη θάλασσα. Μυστικά του Ενώχ 3:1 Όταν ο Ενώχ μίλησε στον λαό, ο Κύριος έστειλε σκοτάδι στη γη, και έγινε σκοτάδι, και σκέπασε τους άνδρες που στέκονταν μαζί με τον Ενώχ. Και ανέβασαν τον Ενώχ στον ύψιστο ουρανό, όπου είναι ο Κύριος. Και τον δέχτηκε και τον έβαλε μπροστά στο πρόσωπό του, και το σκοτάδι εξαφανίστηκε από τη γη, και το φως επέστρεψε. Και ο λαός είδε και δεν κατάλαβε πώς είχε συλληφθεί ο Ενώχ, και δόξασε τον Θεό, και βρήκε έναν τόμο στον οποίο ήταν χαραγμένος «ο αόρατος Θεός»· και όλοι πήγαν στα σπίτια τους. Μυστικά του Ενώχ 67:1-2
6