10
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ
ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ
Μ. ΦΑΪΣ
Ανοιχτό Βιβλίο
3-5 ΜΑΪΟΥ 2024 | ΝΗΣΙΔΕΣ
Τέσσερα πασχαλινά βλέμματα Το πασχαλινό αίσθημα, πένθιμο ή αναστάσιμο, ανθρωποκεντρικό ή υπερβατικό, ήταν απλώς ο σπινθήρας των τεσσάρων ιστοριών που έγραψαν, ειδικά για τους αναγνώστες του Ανοιχτού Βιβλίου, η Ισμήνη Καρυωτάκη, η Μαρίζα Ντεκάστρο, ο Γιάννης Νικολούδης και η Κατερίνα Σχινά. Τέσσερα διηγήματα μεταμόρφωσαν, μετωπικά ή πλάγια, το φως ή το σκοτάδι των ημερών, σε αφήγηση νοσταλγικής, στοχαστικής, σαρκαστικής ή αποξενωμένης πνοής. Τέσσερις τρόποι, ενδεχομένως, να ψηλαφίσουμε το νόημα της Μεγάλης Εβδομάδας σε καιρούς περίπλοκους, άγριους, ανέστιους, απομαγευμένους. Το Ανοιχτό Βιβλίο, συνεχίζοντας τη διηγηματογραφική παράδοση στις σελίδες του, εκ μέρους του επιμελητή του, αλλά και όλων των συνεργατών, σας εύχεται Χρόνια Πολλά και Καλό Πάσχα. Μ. ΦΑΪΣ
Το δοξάρι ΤΗΣ ΙΣΜΗΝΗΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ*
Μεγάλη Τρίτη Ταξιδεύουμε από Πειραιά για Νίσυρο -δεκατρείς ώρες πλεύση-, είμαστε ψηλά στη γέφυρα του «Μαρίνα» -η Ματίλντα, ο Πέδρο, κι εγώ-, ανατέλλει η πανσέληνος. Ανάμεσά μας η νύχτα, το φεγγάρι, οι πλοηγοί και το μεγαλείο του πελάγους. Η σελήνη υψώνεται αργόσυρτα από τη θάλασσα προς τον ουρανό -βαθύ πορτοκαλί σε σκούρο μπλε, σχεδόν μαύρο-, ακίνητοι στο σκοτάδι παραστεκόμαστε στο τέμπο της ώς να φτάσει ν’ απαλύνει το χρώμα της σε ανοιχτό κίτρινο.
Μεγάλη Τετάρτη Το πρωί στο λιμάνι μας περιμένουν ο Βαγγέλης, ο Μάρκος, η Ευρυδίκη. Στο σπίτι του Βαγγέλη στο Μανδράκι έχουν ετοιμάσει πρωινό με καφέδες και σπιτικά γλυκά. Μόλις φτάσαμε και μας προτείνουν επίσκεψη στην Ευαγγελίστρα με τις μηχανές. Κι από ’κει στο Νύφιο με τα πόδια, λέει ο Μάρκος. Φτάσαμε μεσημέρι στην Ευαγγελίστρα. Στη μια πλευρά το Μοναστήρι, στην άλλη ο δρόμος για το Εμπορειό -και για το ηφαίστειο-, και πιο κάτω ο δρόμος για το Νύφιο. Ανηφορίζοντας για το Νύφιο ένας καναπές με ροζ βελούδινο κά-
Ισμήνη Καρυωτάκη
λυμμα και καφετιούς λεκέδες -από λάδι;- μας κόβει τον δρόμο. Επικαλούμαι την κούραση και αφήνω τους άλλους να ανηφορίσουν. Ξαπλώνω στο ροζ βελούδο: ο ήλιος πέφτει πάνω μου μέσα από τα φυλλώματα των δέντρων κι εγώ απολαμβάνω την απεραντοσύνη, το στροβίλισμα των μονοπατιών και τη νισύρια θάλπη. Ωσπου ο βόμβος μιας μηχανής με ξεκουνάει. Στη σχάρα της ένα κατσίκι βελάζει γοερά: το δόλιο το ερίφιο «εννοεί λοξώς τον θάνατο», σκέφτομαι. Οι φίλοι μου αργούν να φανούν. Στον ροζ καναπέ -ξαπλωμένη με μαύρα γυαλιά και καπέλο-, έρχεται να με ταρακουνήσει για δεύτερη φορά ο βόμβος. Το κατσίκι δεν βελάζει πια, στη σχάρα