Η Δημοκρατική Παράταξη του 21ου αιώνα Αυτές τις μέρες συζητάμε πολύ. Βάζουμε στο κάδρο την «επόμενη μέρα», αλλά και την «προηγούμενη». Κινδυνεύουμε, όμως, να το κάνουμε με όρους αποκλειστικά τεχνικούς, διαδικαστικούς, αριθμητικούς, απολίτικους. Λες και δεν πήραμε χαμπάρι τι αλλάζει στην κοινωνία μας, στην χώρα, στην Ευρώπη, σε ολόκληρο τον κόσμο. Ακόμα και αν διαβάζουμε τις Ευρωεκλογές μόνο στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής σκηνής, το συμπέρασμα παραμένει το ίδιο: στην Ελλάδα η Κεντροαριστερά και ο προοδευτικός χώρος οπισθοχώρησαν. Όχι μόνο έχασαν την ευκαιρία, αλλά αντιμετωπίζουν πλέον τον ορατό κίνδυνο να υποστούν στρατηγική ήττα. Γιατί πολύ απλά, η ελληνική κοινωνία επέλεξε να στείλει μήνυμα εμφανούς αποδοκιμασίας της υφιστάμενης κυβερνητικής πολιτικής της ΝΔ, μόνο. Και όχι μήνυμα διαμόρφωσης προοπτικά πλειοψηφικών κοινωνικών και πολιτικών ρευμάτων που θα μπορέσουν να αμφισβητήσουν την υφιστάμενη διακυβέρνηση, με όρους συντεταγμένων προοδευτικών ιδεολογικών αναφορών, και όχι απλώς μέσω συγκυριακών αντιδραστικών σχηματισμών. Αποδοκίμασε μία κυβέρνηση που έχει καταστήσει εμφανή, πλέον, όλα τα αδιέξοδα και προβλήματα της ασκούμενης πολιτικής της. Επιχαίρει δήθεν για τους ρυθμούς ανάπτυξης, την ώρα που πολιτεύτηκε απεμπολώντας τον αναντικατάστατο ρυθμιστικό ρόλο του κράτους σε μια ρηχή οικονομία, όπου κυριαρχούν λίγα καρτέλ και εμποδίζουν κάθε έννοια ανταγωνισμού. Επιμένει σε μια δημοσιονομική πολιτική μέσω των εμμέσων φόρων, και οδηγεί σε μια τεράστια ανακατανομή εισοδημάτων εις βάρος των πολλών και υπέρ των ολίγων και ισχυρών, από την ενεργειακή κρίση, μέχρι την ακρίβεια που καταλήγει σε αισχροκέρδεια. Υποσχέθηκε αξιοκρατία και διαφάνεια, την ώρα που η εμπιστοσύνη στους δημοκρατικούς θεσμούς και το κράτος δικαίου κλονίζονται. Γίναμε μάρτυρες στην αναποτελεσματικότητα και την αδιαφάνεια των πελατειακών σχέσεων μέσα από την οικοδόμηση ενός συγκεντρωτικού κράτους, με δυσμενείς συνέπειες στην ασφάλεια, τη μη απονομή δικαιοσύνης, τον χειρισμό των φυσικών καταστροφών. Στην πλήρη κατάρρευση του κοινωνικού κράτους, του ΕΣΥ, της κοινωνικής κατοικίας. Στην ουσιαστική κρίση του παραγωγικού μας συστήματος, με την επιλεκτική αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης και την πολιτική του real estate. Στην αδικία με την οποία προχώρησε την ενεργειακή και την πράσινη μετάβαση. Στην μυστική διπλωματία που αφορά εθνικά θέματα. Στις μισές λύσεις για το δημογραφικό, που δεν απαντούν στους προβληματισμούς των νέων ζευγαριών. Ο ελληνικός λαός, λοιπόν, μας είπε καθαρά ότι κάτι πρέπει να αλλάξει. Δεν μας υπέδειξε, όμως, ποιος θα φέρει αυτή την αλλαγή. Οι Ευρωεκλογές έγιναν καθρέφτης μιας νέας εμφατικής πραγματικότητας. Η πλειοψηφία, πλέον, της ελληνικής κοινωνίας, δεν εμπνέεται από την πολιτική και το πολιτικό της προσωπικό. Απέχει, απογοητεύεται, αποστασιοποιείται, μηδενίζει και απαξιώνει οριζόντια. Δεν αντιλαμβάνεται το πολιτικό μας σύστημα ως τον μοχλό παραγωγής πολιτικής που θα ανταποκρίνεται και θα ενσωματώνει τις ανάγκες, τις αγωνίες και τις προσδοκίες του. Και αυτό το πολιτικό σύστημα, τελικά, διαμορφώνει κοινωνίες χαμηλών προσδοκιών και συμβιβασμών, δημιουργεί πολίτες ευάλωτους εκ νέου στην αντιδραστικότητα και τον δήθεν αντισυστημισμό, που εργαλειοποιείται τελικά για να αναπαράγει το υφιστάμενο status quo, ακόμα και αν έχει πλέον την ελάχιστη κοινωνική νομιμοποίηση. Αυτό το πολιτικό σύστημα ζητάει εμπιστοσύνη που δεν εκπέμπει. Η ροπή στην αντιδραστικότητα αποτελεί πλέον την αναμφισβήτητη πολιτική πραγματικότητα και στην Ευρώπη. Δεν είναι μόνο οι συντριπτικές πολιτικές μεταβολές στη Γαλλία ή τη Γερμανία, αλλά ακόμα περισσότερο, η παγιωμένη πεποίθηση των λαών της Ευρώπης ότι το ευρωπαϊκό οικοδόμημα δεν είναι δικό τους κεκτημένο, δεν μπορεί να εντοπίσει ή να διορθώσει τις αιτίες της διάρρηξης της