Skip to main content

Αναγνωστική πυξίδα για το 2022 Γ΄ ΜΕΡΟΣ

Page 1

8

23-25 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2022 | ΝΗΣΙΔΕΣ

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ

Μ. ΦΑΪΣ

Λίγο, αλλά έμοιαζε για πάντα Αναγνωστική πυξίδα για το 2022

Ανοιχτό Βιβλίο

Γ΄ ΜΕΡΟΣ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ

ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ

Προτάσεις, ταξινομήσεις, επισημάνσεις Αποχαιρετούμε το 2022 μ’ ένα αλλόκοτο, υπερβατικό και συνάμα οικείο και τρυφερό διήγημα του Αλέξη Πανσέληνου, που έγραψε στο κλίμα των ημερών αποκλειστικά για τους αναγνώστες του Ανοιχτού Βιβλίου. Παράλληλα, όμως, ξαναπιάνουμε το νήμα των σημαντικότερων τίτλων της απερχόμενης χρονιάς, ολοκληρώνοντας το τρίπτυχο αφιέρωμά μας. Σας προτείνουμε να αρχειοθετήσετε και τα τρία βιβλιοφιλικά μας ένθετα (προηγήθηκαν 11 & 17 Δεκεμβρίου) όπου διακρίναμε πολυφωνικά, εποπτικά και νηφάλια τη βιβλιογραφία της χρονιάς. Σήμερα, ολοκληρώνουμε τη βιβλιογραφική μας επισκόπηση, τον απολογισμό του 2022, με την Αργυρώ Πιπίνη (συγγραφέα παιδικής λογοτεχνίας που διδάσκει δημιουργική γραφή σε παιδιά και ενηλίκους), η οποία επέλεξε πρόσωπα και τίτλους από την εύρωστη παιδική λογοτεχνία, τον Δημήτρη Φιλιππίδη (πανεπιστημιακό και αρχιτέκτονα) που επέλεξε από τη δυναμική ενότητα της Αρχιτεκτονικής και τη Βάρβαρα Ρούσσου, διδάσκουσα στο Τμήμα Θεωρίας και Ιστορίας Τέχνης στην ΑΣΚΤ), που διέκρινε από την Ξένη Ποίηση ποιητές, συλλογές και μεταφραστές. Η ομάδα του Ανοιχτού Βιβλίου σάς εύχεται, εντός και εκτός αναγνωστικής εμπειρίας, Καλή Χρονιά. Ευχόμαστε το 2023 να φέρει περισσότερα σημαντικά βιβλία, περισσότερους απαιτητικούς αναγνώστες, καθώς και γεμάτα βιβλιοπωλεία αλλά και θαλερούς εκδοτικούς οίκους (μικρούς και μεγάλους).

ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΥ

η νύχτα, 30 Δεκεμβρίου, ο Ευστράτιος Κανδύλης, συνταξιούχος εκτελωνιστής, χήρος και ερασιτέχνης ψάλτης στην Αγία Παρασκευή της Νέας Σμύρνης, πλάγιασε νωρίς. Η μέρα ήταν κουραστική. Είχε ξυπνήσει πρωί, είχε κουβαλήσει δυο τσάντες με πορτοκάλια από τη λαϊκή της Ελλησπόντου, μαγείρεψε φακές για το διήμερο και το απόγευμα τσάπισε το χώμα στα ξινά του μικρού κηπάριου στο πίσω μέρος του παλιού ισόγειου, του στρυμωγμένου ανάμεσα στις πολυκατοικίες. Στα εβδομήντα επτά του, κουραζόταν εύκολα. Ο καρδιολόγος τού είχε βρει σοβαρές αρρυθμίες πριν από χρόνια, κίνδυνος να μείνει στον ύπνο, του σύστησε να βάλει απινιδωτή· και επειδή αυτό κόστιζε και ο ΕΟΠΥΥ κάλυπτε μόνο ένα ελάχιστο ποσό, να κοιμάται με πολλά μαξιλάρια. Καλά που δεν καπνίζεις, του είπε. Ποτέ δεν κάπνισα, αποκρίθηκε ο Ευστράτιος Κανδύλης. Εξοδα περιττά δεν έκανε. Τα βασικά και στοιχειώδη. Λιγότερα. Κάθε χρονιά γιόρταζε την Πρωτοχρονιά στην ταβέρνα του κυρ Γιάννη, με μπεκρή μεζέ και καραφάκι λευκό. Γύρω γνώριμα πρόσωπα, οι μόνιμοι, από Νέα Σμύρνη και από Δάφνη. Χαιρετιόνταν, εύχονταν, σήκωναν τα ποτήρια κοιτώντας τα γιορταστικά προγράμματα της τηλεόρασης και ξανάσκυβαν στους μεζέδες τους – όλοι απόστρατοι, συνταξιούχοι, μπεκιάρηδες ή χήροι σαν αυτόν. Οχι φίλοι· γνωστοί. Πελάτες του κυρ Γιάννη. Φέτος ερχόταν ο γιος του ο Φάνης από τον Καναδά, με τη γυναίκα του, μια Καναδέζα, ανάμικτη Ιταλίδα και Ρωσίδα, και τα κοριτσάκια τους, έξι και έντεκα, που δεν μιλούσαν λέξη Ελληνικά και ποτέ δεν τα ’χε δει από κοντά, μόνο φωτογραφίες, κι αυτές όταν ήτανε μωρά. Ο γιος, χρόνια στην ξενιτιά, του έγραφε όλο και σπανιότερα. Φέτος

Τ

όμως θα γινότανε το θαύμα. Πρωτοχρονιά στην Ελλάδα, να δει η Καναδέζα και τα Καναδεζάκια την πατρίδα, να γνωρίσουν τον παππού. Οσο πλησίαζαν οι μέρες ο Ευστράτιος Κανδύλης είχε μια φούντωση στο στήθος, χτυπούσε η καρδιά του με λαχτάρα και ονειρευόταν τη συνάντηση με το αίμα του. Θα έφταναν απόψε βράδυ – προπαραμονή. Θα έμεναν στο Κάραβελ. Αύριο, παραμονή, θα συνέρχονταν από το αεροπλάνο, θα έτρωγαν στο ξενοδοχείο. Ανήμερα όμως τον περίμεναν εκεί να γιορτάσουν όλοι μαζί, να μιλήσουν, να γελάσουν, να βγάλουνε φωτογραφίες αναμνηστικές και να του δώσουν τα δώρα που του είχαν φέρει για τη μέρα της χαρούμενης αυτής γιορτής. Είναι εδώ! σκεφτόταν διαρκώς ο Κανδύλης, αν και η πτήση δεν είχε φτάσει στο αεροδρόμιο. Μπορεί να με πάρει τηλέφωνο ο Φάνης, ν’ αφήσω ανοιχτή την πόρτα της κάμαρας μπας και δεν τ’ ακούσω. Δεν έπρεπε να κουραστώ σήμερα τόσο, δε χρειαζόμουν τόσα πορτοκάλια· και ας άφηνα τα ξινά για μιαν άλλη μέρα – έ π ε ι τ α… (όταν θα ’φευγαν ξανά οι δικοί του πάει να πει, αλλά δεν το ’λεγε, δεν πήγαινε η γλώσσα του). Τράβηξε την κουβέρτα ώς τον λαιμό. Παλιά κοιμόταν μπρούμυτος, χωρίς μαξιλάρι· όσο μεγάλωνε χρειαζόταν στην αρχή ένα, κατόπι δύο και τώρα κοιμόταν με τρία πίσω απ’ το κεφάλι του και ανάσκελος. Ροχάλιζε, αλλά πια δεν είχε δίπλα την κυρία Μερόπη να τον σκουντά για να την αφήσει να ησυχάσει κι εκείνη. Εκλεισε τα μάτια και σκεφτότανε τα τηλεφωνήματα της Παραμονής – αλλά ύπνος δεν έλεγε να του έρθει, οι σκέψεις, η λαχτάρα, πάλι και πάλι γύριζαν στο μυαλό του και τον κρατούσαν ξυπνητό. Ξαφνικά άρχισε η καρδιά του να χτυπά παράξενα. Κάτι περίεργοι χτύποι, σαν να ’φευγαν μακριά και να επέστρεφαν, γρήγοροι, όλο πιο Συνέχεια στη σελίδα 10


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Αναγνωστική πυξίδα για το 2022 Γ΄ ΜΕΡΟΣ by Εφημερίδα των Συντακτών - Issuu