Skip to main content

Ω γλυκύ μου έαρ...

Page 1

10

18-20 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2025 | ΝΗΣΙΔΕΣ

Ω ΓΛΥΚΥ ΜΟΥ ΈΑΡ… Ανοιχτό Βιβλίο

Τέσσερα αφηγηματικά βλέμματα για το Πάσχα

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ

ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ

ΤΟ ΠΑ Σ Χ Α ΛΙΝΟ ΑΙΣΘΗΜΑ, πένθιμο ή αναστάσιμο, ανθρωποκεντρικό ή υπερβατικό, ήταν απλώς ο σπινθήρας, το φόντο των τεσσάρων ιστοριών που έγραψαν, ειδικά για τους αναγνώστες του «Ανοιχτού Βιβλίου»: η Σοφία Αυγερινού, ο Μιχάλης Μακρόπουλος, ο Γιάννης Πάσχος και η Κωνσταντία Σωτηρίου. Τέσσερα ερεθιστικά διηγήματα μεταμόρφωσαν, μετωπικά ή πλάγια, κεντρομόλα ή φυγόκεντρα, το άρωμα των ημερών σε

αφήγηση νοσταλγικής, μυθολογικής, στοχαστικής ή σαρκαστικής πνοής. Τέσσερις τρόποι, ενδεχομένως, να ψηλαφήσουμε το νόημα της Μεγάλης Εβδομάδας σε καιρούς περίπλοκους, σκοτεινούς, ανέστιους και απομαγευμένους. Το «Ανοιχτό Βιβλίο», συνεχίζοντας τη διηγηματογραφική παράδοση στις σελίδες του, εκ μέρους όλων των συνεργατών του σας εύχεται Χρόνια Πολλά και Καλό Πάσχα.

Το σημάδι ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ*

Κ

ρατώντας σφιχ τά σ τη μαύρη αγκαλιά της το ντενεκεδάκι με την μπογιά, σ τάθηκε εμπρός στην εκκλησία μια στιγμή. Θυμήθηκε μια Μεγάλη Παρασκευή, τότε που ο Πέτρος ήταν στο νηπιαγωγείο. «Είναι μέσα στον επιτάφιο ο Θεός;», ρώτησε ο Πέτρος. «Και στον επιτάφιο και παντού», του είπε. «Και στο σπίτι μας είναι;». «Και στο σπίτι μας βέβαια». «Εκεί μέσα με τις εικόνες, ε;». Εκείνη χαμογέλασε. Στο υπνοδωμάτιο είχε ένα μεγάλο εικονοστάσι από ξύλο καρυδιάς, δώρο του πατέρα της. Ολους τους αγίους είχε εκεί μέσα. Πάνω στην αγκαλιά της Βρεφοκρατούσας τα στέφανα του γάμου και μια φωτογραφία του παιδιού, ξασπρισμένη, καπνισμένη, μυρωμένη. Στις γωνιές στοιβαγμένα επιταφιολούλουδα, βιολέτες και γαρίφαλα, δάφνες από κάθε Κυριακή των Βαΐων, μερικά αυγά πασχαλινά που θα ’χαν γίνει πλέον κεχριμπά-

ρι και τις βέρες των πεθαμένων. Και ένα σακουλάκι τούλινο, βαρύ, με τα κεράκια που έσβηνε το παιδί κάθε χρόνο στα γενέθλιά του. Εκεί γονάτιζε τα βράδια και τους μιλούσε. Μιλούσε στους γονείς της, μιλούσε έπειτα στον άντρα της, μετά όμως ήταν το καλύτερο, έπιανε την κουβέντα με την Παναγία και τον Χριστό και τους αγίους όλους, την πιο γλυκιά της συντροφιά. Και πώς ζωγραφίζει ο μικρός όλο αγγέλους, έλεγε με καμάρι στη Βρεφοκρατούσα, πώς καβαλάει το ξύλινο αλογάκι του και παίζει πειρατές, έλεγε στους στρατιώτες μεγαλομάρτυρες, τι όμορφα μάτια γαλάζια που του έδωσες, αγία μου Παρασκευή, και τι κορμί γερό, εσείς Αγιοι Ανάργυροι, Κοσμά και Δαμιανέ, φυλάγετέ τον, δάσκαλοι και φίλοι του Χριστού. Μια μέρα μπήκε στο δωμάτιο να πάρει τη ζακέτα της κι έπιασε τον μικρό σκαρφαλωμένο στην καρέκλα, να πασπατεύει το εικονοστάσι, να μαδάει τα επιταφιολούλουδα και να κοιτάζει πίσω από τις εικόνες. «Τι κάνεις εκεί, Πέτρο;», πήγε να τον μαλώσει. «Ψάχνω να βρω

Σοφία Αυγερινού

πού κρύβεται ο Θεός», αποκρίθηκε ο Πέτρος κι εκείνη χαμογέλασε πλατιά. Στάθηκε αφηρημένη στη μέση της πλατείας κι ύψωσε τα μάτια στον σταυρό του καμπαναριού. Και ξάφνου, για πρώτη φορά, η εκκλησία τής φάνηκε όχι πια σαν κιβωτός της Σωτηρίας, αλλά σαν ένα μάτσο τούβλα και μάρμαρα, ένας σωρός από πέτρες, αγέρωχος πάνω στις πλάκες της πλατείας, ανάμεσα στα ωραία παρτέρια με τις πικροδάφνες, ρωμαλέος, αιώνιος, μια πέτρα σκληρή και κρύα που υψωνόταν μέσα στη γαλάζια

μέρα, αδιάφορη για τους μικρούς ανθρώπους που περνούσαν από μπροστά της και χάνονταν, μια πέτρα λευκή χαραγμένη με τη βία πάνω στον ήλιο που όλα τα έλουζε στο φως, και μόνο το δικό της το παιδί δεν ήταν πια στο φως, αλλά μέσα στη μαύρη γη. Εσφιξε στις χούφτες της το ντενεκεδάκι με την μπογιά, όπως θα έσφιγγε τα χέρια ενός φίλου. Οταν έφτασε στο σπίτι, ανατρίχιασε σύγκορμη. Ηταν παγωμένο το σπίτι. Στον τοίχο απέναντι από το κρεβάτι της, εκεί που βασίλευε πιο πριν το τεράστιο εικονοστάσι, είχε απο-


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Ω γλυκύ μου έαρ... by Εφημερίδα των Συντακτών - Issuu