Skip to main content

ΜΕΛΕΤΗ-ΠΑΝΣΥΠΟ-ΜΙΣΘΟΙ-ΣΤΟ-ΔΗΜΟΣΙΟ-2009-2025

Page 1

Πρόλογος Η συζήτηση για τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων γίνεται εδώ και χρόνια με αποσπασματικούς αριθμούς. Μία οριζόντια αύξηση, μία αλλαγή στο μισθολόγιο ή ένας μέσος όρος παρουσιάζονται συχνά ως πλήρης αποτύπωση της οικονομικής θέσης του εργαζομένου. Η πραγματική εικόνα όμως σχηματίζεται σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου. Χρειάζεται να δούμε το καθαρό ετήσιο εισόδημα, όσα αφαιρέθηκαν ή προστέθηκαν στη διαδρομή, τη μισθολογική εξέλιξη, την αξία της πρόσθετης εργασίας και, κυρίως, τι μπορεί να αγοράσει σήμερα ο μισθός. Από αυτή την ανάγκη ξεκίνησε η παρούσα μελέτη. Επιλέξαμε ως αφετηρία το 2009 και παρακολουθήσαμε τη μισθολογική διαδρομή έως το 2025, μια περίοδο δεκαέξι ετών μέσα στην οποία άλλαξαν σχεδόν όλες οι βασικές συνιστώσες του εισοδήματος των δημοσίων υπαλλήλων. Μειώθηκαν επιδόματα και πρόσθετες αμοιβές, περιορίστηκαν και στη συνέχεια καταργήθηκαν ο 13ος και ο 14ος μισθός, εφαρμόστηκαν διαφορετικά μισθολογικά συστήματα, επιβλήθηκαν πρόσθετες εισφορές, πάγωσε η μισθολογική εξέλιξη και περιορίστηκε δραστικά η υπερωριακή απασχόληση και η αμοιβή της. Παράλληλα, το κόστος ζωής κινήθηκε έντονα ανοδικά, ιδιαίτερα μετά το 2021. Το κεντρικό ερώτημα είναι συγκεκριμένο: πού βρίσκεται πραγματικά ο δημόσιος υπάλληλος του 2025 σε σχέση με τον δημόσιο υπάλληλο του 2009; Η απάντηση απαιτεί κάτι περισσότερο από τη σύγκριση δύο βασικών μισθών. Για τον λόγο αυτό δημιουργήσαμε τρία αντιπροσωπευτικά προφίλ υπαλλήλων ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ, με κοινή αφετηρία 15 συμπληρωμένων ετών υπηρεσίας στις 31.12.2009, χωρίς οικογενειακή παροχή, παραμεθόριο ή ειδικά κλαδικά επιδόματα. Για κάθε έτος εξετάστηκαν οι μικτές και καθαρές αποδοχές, οι κρατήσεις, η φορολογία, η μισθολογική εξέλιξη και η πραγματική αγοραστική δύναμη. Η αφετηρία του 2009 έχει αποτυπωθεί με ιδιαίτερη προσοχή. Το ετήσιο εισόδημα περιλαμβάνει τους 12 τακτικούς μισθούς μαζί με το τότε ισχύον δώρο Χριστουγέννων, το δώρο Πάσχα και το επίδομα αδείας. Το 2025 οι αντίστοιχες παροχές έχουν καταργηθεί. Η οικονομική επίπτωση του 13ου και 14ου μισθού βρίσκεται επομένως ήδη μέσα στη βασική σύγκριση του ετήσιου εισοδήματος και δεν προστίθεται δεύτερη φορά στους τελικούς υπολογισμούς. Η ίδια μεθοδολογική πειθαρχία ακολουθήθηκε στις τιμές. Ο επίσημος Γενικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή της ΕΛΣΤΑΤ αυξήθηκε σωρευτικά κατά 27,46% μεταξύ 2009 και 2025. Παράλληλα χρησιμοποιήθηκε ένας συμπληρωματικός σταθερός Δείκτης Βασικών Αναγκών, ο οποίος στηρίζεται αποκλειστικά στις επίσημες χρονοσειρές της ΕΛΣΤΑΤ για Διατροφή, Στέγαση και Μεταφορές και στις σταθμίσεις του 2025. Το κόστος αυτού του σταθερού καλαθιού αυξάνεται κατά 44,8%. Ο δείκτης λειτουργεί ως αναλυτικό εργαλείο και δεν παρουσιάζεται ως επίσημος εναλλακτικός πληθωρισμός. Τα αποτελέσματα αλλάζουν ουσιαστικά την εικόνα που δίνουν οι ονομαστικοί μισθοί. Μεταξύ 2009 και 2025 το καθαρό ετήσιο εισόδημα αυξάνεται ονομαστικά κατά 1,5% για τον ΔΕ, 12,2% για τον ΤΕ και 13,2% για τον ΠΕ. Μετά την προσαρμογή στον επίσημο Γενικό ΔΤΚ, η πραγματική αγοραστική δύναμη βρίσκεται 20,4% χαμηλότερα για τον ΔΕ, 12,0% για τον ΤΕ και 11,2% για τον ΠΕ. Ως προς το σταθερό καλάθι βασικών αναγκών, η απόσταση διευρύνεται σε 29,9%, 22,5% και 21,8% αντίστοιχα. Η διαφορά αυτή βρίσκεται στον πυρήνα της έρευνας. Η αύξηση του ποσού που εμφανίζεται στο εκκαθαριστικό δεν αρκεί από μόνη της για να τεκμηριώσει μισθολογική αποκατάσταση. Το ουσιαστικό μέτρο είναι το καθαρό ετήσιο εισόδημα και η ποσότητα αγαθών και υπηρεσιών που μπορεί να εξασφαλίσει ο εργαζόμενος με αυτό. Η μελέτη καταγράφει ακόμη μια απώλεια που συνεχίζει να παράγει οικονομικό αποτέλεσμα αρκετά χρόνια μετά τη θεσμική της λήξη. Η διετία 2016–2017 δεν προσμετρήθηκε στη μισθολογική εξέλιξη. Για τα τρία αντιπροσωπευτικά προφίλ η επιβεβαιωμένη μικτή απώλεια έως το τέλος του 2025 ανέρχεται σε 3.600 ευρώ για τον ΔΕ, 5.940 ευρώ για τον ΤΕ και 6.372 ευρώ για τον ΠΕ. Η χρονική υστέρηση παραμένει μέχρι τα δύο σενάρια μισθολογικής εξέλιξης να συναντηθούν στο καταληκτικό ΜΚ.


Ιδιαίτερο βάρος αποκτά η υπερωριακή εργασία. Από 720 ώρες ετησίως το 2009 το ανώτατο όριο της απογευματινής υπερωριακής απασχόλησης περιορίστηκε στις 240, ενώ το ωρομίσθιο πέρασε από το 1/200 στο 1/280 του βασικού μισθού. Η πραγματική αξία της μέγιστης θεσμικά διαθέσιμης υπερωριακής αμοιβής έχει μειωθεί πάνω από 70% και στις τρεις κατηγορίες. Η σύγκριση με τον ιδιωτικό τομέα απομονώνει το πρόβλημα του ίδιου του μαθηματικού τύπου. Για τον ίδιο μηνιαίο μισθό, η απογευματινή υπερωριακή αμοιβή στο Δημόσιο αντιστοιχεί περίπου στο 42,5% της νόμιμης υπερωριακής αμοιβής στον ιδιωτικό τομέα. Αν διατηρηθεί ακριβώς το σημερινό όριο των 20 ωρών τον μήνα και αλλάξει μόνο ο τρόπος υπολογισμού, η μέγιστη ετήσια μικτή αποζημίωση των τριών προφίλ θα αυξανόταν περίπου κατά 135%: από 1.318 σε 3.101 ευρώ για τον ΔΕ, από 1.668 σε 3.924 ευρώ για τον ΤΕ και από 1.764 σε 4.150 ευρώ για τον ΠΕ. Η νέα ευρωπαϊκή σύγκριση διευρύνει αυτή την παρατήρηση. Εξετάστηκαν πέντε διαφορετικά δημόσια συστήματα, στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία και την Κύπρο. Οι θεσμικές κατηγορίες και οι όροι δεν ταυτίζονται μεταξύ των χωρών, όμως η πρόσθετη εργασία συνδέεται με το κανονικό ωρομίσθιο και προσαυξήσεις, με ενισχυμένη αντιστάθμιση σε χρόνο ή με προκαθορισμένες αυξημένες τιμές. Στο συγκεκριμένο συγκριτικό δείγμα δεν εντοπίστηκε μηχανισμός αντίστοιχος με το ελληνικό 1/280 του βασικού μισθού χωρίς προσαύξηση για την απλή απογευματινή υπερωρία. Το εύρημα δεν χρησιμοποιείται για να αποδοθεί στην Ελλάδα αυθαίρετα η τελευταία θέση στην Ευρώπη. Τεκμηριώνει όμως ότι ο ελληνικός τρόπος αποτίμησης βρίσκεται σε εξαιρετικά δυσμενή θέση απέναντι στα συστήματα που εξετάστηκαν. Ακόμη και στο θεωρητικά ευνοϊκότερο σενάριο πλήρους αξιοποίησης του ανώτατου ορίου υπερωριών και στα δύο έτη, η πραγματική εισοδηματική θέση του 2009 δεν αποκαθίσταται. Με τον Γενικό ΔΤΚ, η αγοραστική δύναμη του συνολικού καθαρού εισοδήματος παραμένει το 2025 χαμηλότερη κατά 29,0% για τον ΔΕ, 21,6% για τον ΤΕ και 21,0% για τον ΠΕ. Ως προς τις βασικές ανάγκες, οι αντίστοιχες αποστάσεις φθάνουν το 37,5%, 31,0% και 30,4%. Η έρευνα εξετάζει τέλος το ζήτημα των δημοσιονομικών προτεραιοτήτων. Το 2025 το συνολικό δημοσιονομικό κόστος της οριζόντιας αύξησης των 30 ευρώ στους δημοσίους υπαλλήλους ανήλθε σε 215 εκατ. ευρώ μαζί με τις εργοδοτικές εισφορές. Την ίδια χρονιά η καταγεγραμμένη συμβουλευτική αξία στην έρευνα Consultocracy έφθασε τα 585,5 εκατ. ευρώ για 613 συμβάσεις, με μέση καταγεγραμμένη αξία περίπου 955 χιλ. ευρώ ανά σύμβαση. Η αντιπαραβολή αφορά αποκλειστικά την κλίμακα των πόρων, καθώς τα δύο μεγέθη έχουν διαφορετική λογιστική φύση. Η διαφορά μεγέθους δημιουργεί ένα εύλογο ερώτημα πολιτικής προτεραιότητας για τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται οι διαθέσιμοι δημόσιοι πόροι. Η εξωτερική τεχνογνωσία μπορεί να είναι αναγκαία σε σύνθετα και εξειδικευμένα έργα. Όταν όμως οι σχετικές αναθέσεις αποκτούν μεγάλη κλίμακα και επαναληπτικότητα, χρειάζεται αυστηρός έλεγχος της ανάγκης, του ανταγωνισμού, του κόστους, των παραδοτέων και της μεταφοράς γνώσης προς τις υπηρεσίες. Η ίδια αυστηρότητα χρειάζεται και όταν αξιολογείται η επένδυση στο μόνιμο ανθρώπινο δυναμικό του Δημοσίου. Για τον ΠΑΝΣΥΠΟ η μελέτη έχει επομένως ευρύτερη σημασία. Η πολιτική για τους μισθούς, τα μισθολογικά κλιμάκια, την πρόσθετη εργασία και τις εξωτερικές αναθέσεις διαμορφώνει το είδος της δημόσιας διοίκησης που χρηματοδοτεί η Πολιτεία. Υπηρεσίες με θεσμική μνήμη, συνέχεια, εσωτερική τεχνογνωσία και ικανότητα σχεδιασμού δημόσιων πολιτικών προϋποθέτουν σταθερή επένδυση στους ανθρώπους που τις στελεχώνουν. Οι αριθμοί δεν υποκαθιστούν την πολιτική. Περιορίζουν όμως δραστικά το περιθώριο της ασάφειας. Η παρούσα μελέτη καταγράφει δεκαέξι χρόνια μισθολογικών μεταβολών με κοινή μεθοδολογία, αναγνωρίζει τις πραγματικές αυξήσεις όπου υπήρξαν, αποτυπώνει τις απώλειες που παραμένουν και διαχωρίζει τα επιβεβαιωμένα μεγέθη από τις εκτιμήσεις και τα υποθετικά σενάρια. Τα καθαρά ποσά αποτελούν τυποποιημένη οικονομική ανακατασκευή και οι επιμέρους απώλειες δεν προστίθενται δεύτερη φορά όταν έχουν ήδη ενσωματωθεί στη συνολική πραγματική διαδρομή του εισοδήματος. Δεκαέξι χρόνια μετά το 2009, η συζήτηση χρειάζεται να περιλάβει όσα συνήθως μένουν έξω από έναν τίτλο για μια αύξηση μισθού: πόσο εισόδημα χάθηκε στην πορεία, πόσο αποκαταστάθηκε, τι συνέβη στην αξία της


πρόσθετης ώρας εργασίας, τι αγοράζει σήμερα ο μισθός και πού επιλέγει το κράτος να κατευθύνει τους διαθέσιμους πόρους του. Σε αυτή τη συζήτηση φιλοδοξεί να συμβάλει η μελέτη, με στοιχεία, με αριθμούς και με συγκρίσεις που μπορούν να ελεγχθούν.


ΜΕΛΕΤΗ ΠΑΝΣΥΠΟ Η μισθολογική διαδρομή των δημοσίων υπαλλήλων 2009–2025 Μισθοί, φόροι και κρατήσεις · 13ος και 14ος μισθός · μισθολογικά κλιμάκια · υπερωρίες · πληθωρισμός και πραγματική αγοραστική δύναμη

1. Δεκαέξι χρόνια μισθολογικών μεταβολών Η συζήτηση για τις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων συχνά περιορίζεται σε έναν αριθμό: πόσο αυξήθηκε ο βασικός μισθός το τελευταίο έτος. Μια τέτοια σύγκριση αφήνει έξω μεγάλο μέρος της πραγματικής εικόνας. Από το 2009 έως το 2025 μεσολάβησαν διαδοχικές περικοπές, περιορισμός και τελικά κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού, αλλαγές στα επιδόματα, δύο διαφορετικά μισθολογικά συστήματα, πρόσθετες ασφαλιστικές και ειδικές εισφορές, φορολογική επιβάρυνση, πάγωμα της μισθολογικής εξέλιξης και δραστικός περιορισμός της αμειβόμενης υπερωριακής εργασίας. Στην ίδια περίοδο το γενικό επίπεδο τιμών αυξήθηκε σωρευτικά κατά 27,5% και ο σταθμισμένος δείκτης των τριών βασικών ομάδων Διατροφή–Στέγαση–Μεταφορές κατά 44,8%. Το ερώτημα της μελέτης είναι ευρύτερο: ποια είναι το 2025 η πραγματική οικονομική θέση ενός δημοσίου υπαλλήλου σε σύγκριση με το 2009; Η απάντηση δεν προκύπτει από τον βασικό μισθό — χρειάζεται το καθαρό διαθέσιμο εισόδημα, η εξέλιξη των τιμών, η μισθολογική σταδιοδρομία και η απώλεια πρόσθετων πηγών εισοδήματος. 2. Τα αντιπροσωπευτικά προφίλ Η μελέτη ακολουθεί τρεις υπαλλήλους — ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ με 15 συμπληρωμένα έτη υπηρεσίας στις 31.12.2009 — χωρίς οικογενειακή παροχή, επίδομα παραμεθορίου ή ειδικά κλαδικά επιδόματα, ώστε η σύγκριση να παραμένει κοινή για το μεγαλύτερο δυνατό μέρος του Δημοσίου. Συμπληρωματικά εξετάζεται ΠΕ που ασκεί καθήκοντα προϊσταμένου Τμήματος. Κατηγορία

Βασικός μισθός

Κίνητρο απόδοσης

Τακτικές μην. αποδοχές

ΔΕ

1.103 €

64 €

1.167 €

ΤΕ

1.245 €

90 €

1.335 €

ΠΕ

1.305 €

100 €

1.405 €

ΠΕ προϊστάμενος Τμήματος

1.305 € 100 € + 65 € θέσης

1.470 €

Το ετήσιο εισόδημα του 2009 περιλαμβάνει το τότε ισχύον σύστημα δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας. Το έκτακτο οικονομικό βοήθημα των 500 € του 2009 δεν ενσωματώνεται, ώστε να μη διογκωθεί η αφετηρία από εφάπαξ παροχή. 3. Μεθοδολογία και πηγές Για κάθε έτος εξετάζονται οι μικτές τακτικές αποδοχές, οι ασφαλιστικές και λοιπές υποχρεωτικές κρατήσεις, η φορολογία εισοδήματος, η ειδική εισφορά αλληλεγγύης όπου εφαρμοζόταν, το καθαρό διαθέσιμο εισόδημα, η μισθολογική εξέλιξη, ο Εθνικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή, και το καθαρό εισόδημα σε σταθερές τιμές 2009. Αυτοτελώς εξετάζονται η επίπτωση της μη προσμέτρησης της διετίας 2016–2017 στα ΜΚ, η οικονομική επίπτωση της κατάργησης του 13ου και 14ου μισθού, και ένα υποθετικό σενάριο πλήρους αξιοποίησης του ανώτατου ορίου υπερωριών.


Βασική αρχή: δεν αθροίζουμε δύο φορές την ίδια απώλεια. Όταν μια περικοπή έχει ήδη μειώσει το καθαρό ετήσιο εισόδημα, βρίσκεται ήδη μέσα στον υπολογισμό της συνολικής πραγματικής αγοραστικής δύναμης και οι επιμέρους υπολογισμοί εξηγούν από πού προήλθε. Επίσημα επιβεβαιωμένο (ΕΛΣΤΑΤ, βάση 2020=100):  Γενικός ΔΤΚ, μέσοι ετήσιοι: 2009 = 94,857 → 2025 = 120,909, σωρευτικά +27,46%.  Δείκτες ομάδων, μέσοι ετήσιοι (Διατροφή, Στέγαση, Μεταφορές): πλήρης σειρά 2009–2025 (Ενότητα 17).  Σταθμίσεις ομάδων 2025: Διατροφή 209,28‰, Στέγαση 138,63‰, Μεταφορές 145,29‰. Τα καθαρά ποσά αποτελούν τυποποιημένη οικονομική ανακατασκευή και όχι ατομικό εκκαθαριστικό, καθώς οι ακριβείς ασφαλιστικές βάσεις διαφοροποιούνται ανά ασφαλιστική υπαγωγή και χρόνο πρώτης ασφάλισης. 4. Η πρώτη μεγάλη τομή, 2010–2013 Από το 2010 έως το 2013 οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων μειώθηκαν διαδοχικά με μια σειρά μνημονιακών νόμων. Ο επόμενος πίνακας συγκεντρώνει, ανά νόμο, άρθρο και παράγραφο, τις κύριες μειώσεις και τα μέτρα που επηρέασαν τον μισθό: Νόμος (ΦΕΚ)

Άρθρο / Παράγραφος

Μείωση / Μέτρο

Ν. 3833/2010 (Α΄ 40)

Άρθρο 1, παρ. 2

Μείωση 12% στα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά των υπαλλήλων του Δημοσίου ειδικά στα επιδόματα εορτών και αδείας μείωση 30%. Αναδρομικά από 1.1.2010.

Ν. 3833/2010 (Α΄ 40)

Άρθρο 6

Μείωση του ανώτατου ορίου απογευματινής υπερωριακής εργασίας από 60 σε 40 ώρες τον μήνα.

Ν. 3833/2010 (Α΄ 40)

Άρθρο 8

Πάγωμα των επιδομάτων στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί την 31.12.2009 (κατάργηση προβλεπόμενων αναπροσαρμογών).

Ν. 3845/2010 (Α΄ 65)

Άρθρο τρίτο, παρ. 1

Περαιτέρω μείωση 8% στα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, με τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις.

Ν. 3845/2010 (Α΄ 65)

Άρθρο τρίτο, παρ. 6

Αποσύνδεση των δώρων από τον βασικό μισθό και καθορισμός σε πάγια ποσά: 500 € Χριστούγεννα, 250 € Πάσχα, 250 € αδείας (σύνολο 1.000 €/έτος).

Ν. 3986/2011 (Α΄ 152)

Άρθρο 29

Ειδική εισφορά αλληλεγγύης στα εισοδήματα άνω των 12.000 € (προοδευτική κλίμακα 1–4%)· βάρυνε και τους μισθούς του Δημοσίου.

Ν. 4024/2011 (Α΄ 226)

Νέο Ενιαίο Μισθολόγιο– Βαθμολόγιο (ισχύς 1.11.2011)

Ευθεία περικοπή αποδοχών μέσω του νέου, χαμηλότερου μισθολογίου, νέα φορολογική κλίμακα, περιορισμός υπερωριών σε 20 ώρες/μήνα και ωρομίσθιο 1/280.

Ν. 4093/2012 (Α΄ 222)

Άρθρο πρώτο, Υποπαρ. Γ.1, περ. 1

Πλήρης κατάργηση των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας από 1.1.2013.

Το αθροιστικό αποτέλεσμα ήταν διπλό: αφενός διαδοχική μείωση επιδομάτων, αποζημιώσεων και πρόσθετων αμοιβών κατά 12% και κατόπιν κατά επιπλέον 8%, και από 1.11.2011 νέα συμπίεση των τακτικών αποδοχών


μέσω του ενιαίου μισθολογίου, αφετέρου σταδιακή απομείωση και τελικά πλήρης κατάργηση των δώρων (1.000 € το 2010–2012, μηδέν από το 2013). Παράλληλα, η ειδική εισφορά αλληλεγγύης (ν. 3986/2011, άρθρο 29) μονιμοποιήθηκε αργότερα με το άρθρο 43Α του ν. 4172/2013 και βάρυνε τα εισοδήματα του Δημοσίου για σειρά ετών. Η πλήρης κατάργησή της για τα εισοδήματα του Δημοσίου ισχύει από το φορολογικό έτος 2023. 5. Ο 13ος και ο 14ος μισθός Το 2009 το μισθολογικό μοντέλο περιλάμβανε δύο πρόσθετους βασικούς μισθούς. Το 2010–2012 περιορίστηκαν στα 1.000 € συνολικά και από το 2013 καταργήθηκαν. Με τους μισθούς του 2025, η ετήσια μικτή αξία δύο πρόσθετων βασικών μισθών: ΔΕ 2.981 €, ΤΕ 3.799 €, ΠΕ 4.021 €. Σε αντιπαραθετικό σενάριο, η σωρευτική μικτή διαφορά από την κατάργηση έως το 2025 προσεγγίζει ΔΕ 37.000 €, ΤΕ 48.000 €, ΠΕ 51.000 € (οικονομική αποτίμηση, όχι νομικά αναγνωρισμένη αναδρομική απαίτηση). 6. Η απόφαση 1201/2026 της Ολομέλειας του ΣτΕ Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την απόφαση 1201/2026 σε πρότυπη δίκη, απέρριψε τη δικαστική διεκδίκηση επαναφοράς των δώρων, κρίνοντας ότι η μη επαναφορά δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ούτε το δίκαιο της ΕΕ. Η απόφαση δεν έκρινε την επαναφορά αδύνατη ή παράνομη — τη μετέφερε ρητά στο πεδίο της νομοθετικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Η οικονομική τεκμηρίωση της παρούσας μελέτης αφορά ακριβώς αυτή τη διάσταση: η επαναφορά μπορεί να αποτελέσει μελλοντική πολιτική επιλογή, ανεξάρτητα από την κρίση ότι δεν υπάρχει συνταγματική υποχρέωση. 7. Τα δύο διαφορετικά συστήματα ΜΚ Στο μισθολόγιο του ν. 4024/2011 η εξέλιξη ήταν συνδεδεμένη με βαθμούς και ΜΚ, με ποσοστιαία προσαύξηση ανά κλιμάκιο με αποτέλεσμα οι χρηματικές διαφορές να μην είναι παντού ίδιες. Από 1.1.2016 (ν. 4354/2015) η ονομαστική διαφορά ανά ΜΚ της ίδιας κατηγορίας γίνεται σταθερή: ΔΕ +60 €, ΤΕ +55 €, ΠΕ +59 € ανά επόμενο ΜΚ. Οι οριζόντιες αυξήσεις 70 € (1.1.2024) και 30 € (1.4.2025) προστέθηκαν στα ΜΚ χωρίς να αλλάξουν τον τρόπο σχηματισμού των μεταξύ τους διαφορών. 8. Το πάγωμα της μισθολογικής εξέλιξης 2016–2017 Ο ν. 4354/2015 όρισε ότι, κατά την πρώτη εφαρμογή του νέου μισθολογίου, η κατάταξη γίνεται με βάση τον αναγνωρισμένο χρόνο υπηρεσίας έως 31.12.2015 και ότι η μισθολογική εξέλιξη αναστέλλεται έως 31.12.2017. Από 1.1.2018 η εξέλιξη ενεργοποιήθηκε εκ νέου, με διατήρηση του τυχόν πλεονάζοντος χρόνου της αρχικής κατάταξης, χωρίς να προσμετρηθούν τα έτη 2016 και 2017. Για τα τρία αντιπροσωπευτικά προφίλ της μελέτης, που είχαν 15 συμπληρωμένα έτη στις 31.12.2009 και συνεπώς 21 έτη στις 31.12.2015, η κατάταξη της 1.1.2016 ήταν ΔΕ στο ΜΚ8 χωρίς πλεονάζοντα χρόνο και ΤΕ/ΠΕ στο ΜΚ11 με ένα έτος πλεονάζοντα χρόνο. Η εγκύκλιος 2/1868/ΔΕΠ/8.2.2018 του ΓΛΚ επιβεβαιώνει ρητά ότι ο πλεονάζων χρόνος διατηρείται, ενώ το διάστημα 1.1.2016–31.12.2017 δεν υπολογίζεται για την απονομή επόμενου ΜΚ. Με βάση αυτούς τους κανόνες, η απώλεια έως το τέλος του 2025 προκύπτει ακριβώς ως εξής. Στον ΔΕ, λόγω της τριετούς ωρίμανσης, διαφορά ενός ΜΚ εμφανίζεται στα έτη 2019–2020, 2022–2023 και 2025: συνολικά 5 έτη × 60 € × 12 μήνες = 3.600 € μικτά. Στους ΤΕ και ΠΕ, λόγω της διετούς ωρίμανσης και του ενός έτους πλεονάζοντος χρόνου στην αρχική κατάταξη, η διαφορά ενός ΜΚ εμφανίζεται συνεχώς από το 2017 έως και το 2025: 9 έτη × 55 € × 12 = 5.940 € για ΤΕ και 9 έτη × 59 € × 12 = 6.372 € για ΠΕ. Οι οριζόντιες προσαυξήσεις των 70 € από 1.1.2024 και των 30 € από 1.4.2025 προστέθηκαν ισόποσα σε όλα τα ΜΚ και δεν μεταβάλλουν τις μεταξύ τους διαφορές. Το ίδιο επιβεβαιώνεται και από τη μεταγενέστερη προσαύξηση των 40 € από 1.4.2026, η οποία επίσης προστέθηκε ως σταθερό ποσό στους βασικούς μισθούς. Τα ποσά 3.600 €, 5.940 € και 6.372 € είναι επομένως επιβεβαιωμένα ως σωρευτικές ονομαστικές μικτές απώλειες έως 31.12.2025. Η επίπτωση συνεχίζεται μετά το 2025 μέχρι το καθυστερημένο σενάριο να φτάσει στο καταληκτικό ΜΚ. Για τα συγκεκριμένα προφίλ η χρονική υστέρηση εξαλείφεται το 2033. Τα ποσά μετά το 2025 αποτελούν


προβολή με βάση τις ισχύουσες σήμερα διαφορές μεταξύ διαδοχικών ΜΚ και προϋποθέτουν ότι αυτές δεν θα μεταβληθούν με μελλοντική νομοθετική αλλαγή: Κατηγορία

Έτη με μισθολογική διαφορά

Απώλεια έως 2025

Προβολή απώλειας έως εξάλειψη (~2033)*

ΔΕ (κλιμάκια ανά 3ετία)

10 έτη

3.600 €

7.200 €

ΤΕ (κλιμάκια ανά 2ετία)

16 έτη

5.940 €

10.560 €

ΠΕ (κλιμάκια ανά 2ετία)

16 έτη

6.372 €

11.328 €

Η δομή της απώλειας διαφέρει ανά κατηγορία. Στα ΤΕ και ΠΕ, όπου η εξέλιξη γίνεται ανά διετία, η χρονική μετατόπιση των δύο ετών αντιστοιχεί σε διαφορά ενός ΜΚ σε κάθε έτος από το 2017 έως το 2032. Με τη σημερινή διαφορά ανά ΜΚ, το ετήσιο μικτό κόστος είναι 660 € για ΤΕ και 708 € για ΠΕ. Στον ΔΕ, όπου η εξέλιξη γίνεται ανά τριετία, τα δύο σενάρια συμπίπτουν για ένα από τα τρία έτη κάθε κύκλου και διαφέρουν κατά ένα ΜΚ για τα άλλα δύο. Συνολικά προκύπτουν 10 έτη με διαφορά ενός ΜΚ έως το 2032. Με τη σημερινή διαφορά των 60 € ανά ΜΚ, η προβολή είναι 10 × 60 € × 12 = 7.200 €. Η απώλεια είναι προσθετική, χωρίς ανατοκισμό. Για τα τρία βασικά προφίλ, το πραγματικό και το υποθετικό σενάριο χωρίς πάγωμα έχουν φτάσει στο ίδιο καταληκτικό ΜΚ από το 2033 και μετά. Με την παραδοχή των 15 συμπληρωμένων ετών στις 31.12.2009, η 40ετία συμπληρώνεται στο τέλος του 2034, άρα η μισθολογική υστέρηση κλείνει ενώ οι υπάλληλοι παραμένουν εν ενεργεία. Δεν υφίσταται τότε διαφορά στον καταληκτικό βασικό μισθό. Ωστόσο, οι χαμηλότερες ασφαλιστέες αποδοχές των ετών υστέρησης μπορούν να επηρεάσουν τη μέση συντάξιμη βάση της ανταποδοτικής σύνταξης, η οποία για τους δημοσίους υπαλλήλους υπολογίζεται με βάση τις συντάξιμες αποδοχές από το 2002 και μετά. Για υπαλλήλους που αποχωρούν πριν φτάσουν στο καταληκτικό ΜΚ, η μισθολογική διαφορά δεν έχει προλάβει να εξαλειφθεί και η συνταξιοδοτική επίπτωση μπορεί να είναι μεγαλύτερη. Τα ποσά της παρούσας ενότητας είναι μικτά και ονομαστικά. Δεν προστίθενται στη συνολική πραγματική απώλεια εισοδήματος, επειδή οι χαμηλότερες αποδοχές των αντίστοιχων ετών έχουν ήδη ενσωματωθεί στην ετήσια σειρά της μελέτης. Παρατίθενται αυτοτελώς για να αποτυπωθεί με ακρίβεια το κόστος της μη προσμέτρησης της διετίας 2016–2017 στη μισθολογική εξέλιξη. 9. Ποιους τελικά επηρεάζει το παγωμένο ΜΚ — το δυσμενέστερο σενάριο Το πάγωμα του 2016–2017 δεν επιβαρύνει όλους τους υπαλλήλους με τον ίδιο τρόπο. Επειδή μεταθέτει τον καθένα μόνιμα δύο ή τρία έτη πίσω στη μισθολογική κλίμακα, το τελικό αποτέλεσμα εξαρτάται από το πόσο κοντά στο ανώτατο ΜΚ βρίσκεται ο υπάλληλος όταν αποχωρεί. Προκύπτουν τρεις ομάδες: Ομάδα

Ποιοι

Τελική επίπτωση

Α

Πιάνουν το ανώτατο ΜΚ πριν την αποχώρηση (μακρές σταδιοδρομίες, 38+ έτη)

Πεπερασμένη απώλεια μισθού που κλείνει εν ενεργεία, καμία διαφορά στο καταληκτικό ΜΚ. Μπορεί να παραμένει η επίπτωση στην ανταποδοτική σύνταξη μέσω της μέσης συντάξιμης βάσης. Εδώ τα τρία βασικά προφίλ της μελέτης.

Β

Αποχωρούν ενώ είναι ακόμη κάτω από το ανώτατο ΜΚ (κάτω από 38 έτη) και

Απώλεια μισθού μέχρι την αποχώρηση και μεγαλύτερη επίπτωση στην


Ομάδα

Γ

Ποιοι

Τελική επίπτωση

ήταν σε υπηρεσία στο πάγωμα

ανταποδοτική σύνταξη, επειδή η υστέρηση δεν έχει κλείσει και οι χαμηλότερες συντάξιμες αποδοχές επηρεάζουν τη μέση βάση. Η δυσμενέστερη θέση.

Αποχώρησαν λίγο μετά το 2016–2017 σε χαμηλότερο ΜΚ

Μικρότερη χρονικά απώλεια μισθού, αλλά πιθανή μόνιμη επίπτωση στην ανταποδοτική σύνταξη μέσω της χαμηλότερης μέσης συντάξιμης βάσης.

Το δυσμενέστερο υποθετικό σενάριο ανήκει στην Ομάδα Β. Υπάλληλος «Χ»: κατηγορία ΠΕ (το μεγαλύτερο κόστος ανά ΜΚ, 59 €/μήνα), διορισμός 2012, σε υπηρεσία στο πάγωμα, αποχώρηση το 2049 στα 67 με 37 έτη υπηρεσίας — δηλαδή έναν μόλις χρόνο πριν το «καθυστερημένο» σενάριο προλάβει να πιάσει το ανώτατο ΜΚ19. Έτσι ο υπάλληλος «Χ» παραμένει μόνιμα ένα ΜΚ πίσω σε ολόκληρη τη μετα-παγώματος σταδιοδρομία του και συνταξιοδοτείται ένα κλιμάκιο χαμηλότερα, για πάντα. Συνιστώσα

Υπολογισμός

Απώλεια

Μισθός (30 έτη υστέρησης, 2019–2048)

30 × 59 € × 12

21.240 €

Σύνταξη (μόνιμη, ~20 έτη)

~20 €/μήνα × 12 × 20

~4.800 €

Σύνολο (δυσμενέστερο)

≈ 26.000 €

Για σύγκριση, το βασικό προφίλ ΠΕ της μελέτης (Ομάδα Α, πιάνει το ανώτατο ΜΚ το 2033) έχει επιβεβαιωμένη μικτή απώλεια 6.372 € έως το τέλος του 2025. Με τις σημερινές διαφορές ανά ΜΚ, η προβολή της μισθολογικής απώλειας μέχρι να κλείσει η υστέρηση είναι 11.328 €. Η συνταξιοδοτική επίπτωση δεν είναι μηδενική εκ του νόμου, επειδή οι χαμηλότερες συντάξιμες αποδοχές των προηγούμενων ετών συμμετέχουν στη μέση συντάξιμη βάση· είναι όμως σαφώς μικρότερη από το δυσμενέστερο σενάριο και δεν ποσοτικοποιείται εδώ. Ο «Χ» χάνει πάνω από διπλάσια σε μισθό και, επιπλέον, έχει την εκτιμώμενη συνταξιοδοτική απώλεια που υπολογίζεται παραπάνω. Διαβάθμιση βεβαιότητας: το σκέλος του μισθού (21.240 €) είναι αριθμητικά στέρεο — έτη υστέρησης επί σταθερό ποσό ΜΚ, χωρίς ανατοκισμό. Το σκέλος της σύνταξης είναι εκτίμηση υπό ρητές παραδοχές (μείωση μέσης συντάξιμης βάσης ~48 €/μήνα, σωρευτικό ποσοστό αναπλήρωσης ~42,8% για 37 έτη, διάρκεια σύνταξης 20 έτη). Η εθνική σύνταξη δεν επηρεάζεται· μόνο η ανταποδοτική. Με διαφορετική διάρκεια σύνταξης (20–22 έτη) το ποσό κινείται σε εύρος ~4.800–5.400 €, και το συνολικό στα ~26.000–26.600 €. 10. Η υπερωριακή εργασία: λιγότερες ώρες, χαμηλότερη αξία ανά ώρα Η μισθολογική διαδρομή των δημοσίων υπαλλήλων δεν αποτυπώνεται πλήρως αν εξετάσουμε μόνο τις τακτικές αποδοχές. Σε υπηρεσίες με ελλείψεις προσωπικού, αυξημένο φόρτο, εποχικές ανάγκες ή έκτακτες προθεσμίες, η υπερωριακή απασχόληση αποτελεί πραγματική πρόσθετη εργασία και, για όσους την πραγματοποιούν, πρόσθετη πηγή εισοδήματος. Από το 2009 η μεταβολή ήταν διπλή. Περιορίστηκε δραστικά ο αριθμός των ωρών που μπορούν να αποζημιωθούν και ταυτόχρονα μειώθηκε η αξία κάθε απογευματινής υπερωριακής ώρας. Για τον λόγο αυτό η μελέτη διατηρεί ρητά ένα υποθετικό σενάριο πλήρους αξιοποίησης του εκάστοτε ανώτατου ορίου. Το σενάριο δεν περιγράφει την τυπική υπερωριακή απασχόληση κάθε υπαλλήλου. Μετρά τη μέγιστη θεσμικά διαθέσιμη δυνατότητα πρόσθετης αμοιβής και επιτρέπει συγκρίσιμη αποτίμηση της μεταβολής από το 2009.


11. Πώς περιορίστηκαν οι υπερωρίες και πόσο πληρώνεται σήμερα η πρόσθετη ώρα Στο καθεστώς του ν. 3205/2003 το ανώτατο όριο απογευματινής υπερωριακής εργασίας έφθανε τις 60 ώρες τον μήνα και το ωρομίσθιο υπολογιζόταν στο 1/200 του βασικού μισθού. Από 1.3.2010 το όριο μειώθηκε στις 40 ώρες. Από 1.11.2011, με τον ν. 4024/2011, περιορίστηκε στις 20 ώρες τον μήνα και το ωρομίσθιο στο 1/280. Με τον ν. 4354/2015 διατηρήθηκε ο ίδιος βασικός μηχανισμός, με ανώτατο όριο 120 ώρες ανά εξάμηνο, δηλαδή έως 240 ώρες τον χρόνο για απογευματινή υπερωριακή εργασία. Έτος / περίοδος

Υποθετικό μέγιστο ετήσιο όριο

2009

720 ώρες

2010

520 ώρες

2011

440 ώρες

2012–2015

240 ώρες

2016–2025

240 ώρες

Η συρρίκνωση αφορά επομένως τόσο τον διαθέσιμο αριθμό ωρών όσο και την τιμή της κάθε ώρας. Η σημερινή εικόνα κάνει αυτή τη μεταβολή ακόμη πιο ευδιάκριτη. Μετά την αναπροσαρμογή των βασικών μισθών από 1.4.2026 κατά 40 €, για τα ίδια αντιπροσωπευτικά προφίλ της μελέτης η απογευματινή υπερωριακή αποζημίωση διαμορφώνεται ως εξής: Κατηγορία

ΜΚ

Βασικός μισθός από 1.4.2026

Απογευματινή υπερωρία

ΔΕ

ΜΚ10

1.538 €

5,49 €/ώρα

ΤΕ

ΜΚ15

1.947 €

6,95 €/ώρα

ΠΕ

ΜΚ15

2.058 €

7,35 €/ώρα

Τα ποσά είναι μικτά. Στο Δημόσιο η απογευματινή υπερωριακή ώρα εξακολουθεί να υπολογίζεται με ειδικό ωρομίσθιο ίσο με το 1/280 του βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου. Η πρόσθετη ώρα δεν ακολουθεί μηχανισμό ποσοστιαίας προσαύξησης πάνω στο κανονικό ωρομίσθιο, όπως συμβαίνει στον ιδιωτικό τομέα. 12. Δημόσιο και ιδιωτικός τομέας: πόσο αποτιμάται η ίδια πρόσθετη ώρα Η σύγκριση με τον ιδιωτικό τομέα είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική, χρειάζεται όμως πρώτα να διευκρινιστεί τι ακριβώς αμείβει κάθε προσαύξηση, καθώς ο ιδιωτικός τομέας διακρίνει τρεις διαφορετικές βαθμίδες πρόσθετης απασχόλησης πέραν του κανονικού ωραρίου. Το πλήρες νόμιμο ωράριο είναι 40 ώρες την εβδομάδα (άρθρο 55, ν. 4808/2021). Η απασχόληση πέραν των 40 και έως τις 45 ώρες την εβδομάδα —η 41η έως 45η ώρα, στην πράξη έως μία επιπλέον ώρα την ημέρα σε πενθήμερο— ονομάζεται «υπερεργασία». Βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του εργοδότη (ο εργαζόμενος δεν μπορεί να την αρνηθεί) και αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 20%, χωρίς να προσμετράται στα όρια της υπερωρίας. Η απασχόληση πέραν των 45 ωρών την εβδομάδα (ή πέραν του εννεαώρου την ημέρα) συνιστά «νόμιμη υπερωρία», εφόσον τηρούνται οι νόμιμες διατυπώσεις —ύπαρξη συγκεκριμένου λόγου και προηγούμενη αναγγελία στο πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ— και εντός του ανώτατου ορίου των εκατόν πενήντα (150) ωρών ετησίως και έως τρεις (3) ώρες ημερησίως (άρθρο 58, ν. 4808/2021). Αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 40%. Όταν η υπερωριακή απασχόληση πραγματοποιείται χωρίς τις παραπάνω διατυπώσεις ή πέραν των ανώτατων ορίων, χαρακτηρίζεται «παράνομη υπερωρία» και αμείβεται με προσαύξηση 120% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου (άρθρο 58, ν. 4808/2021) — ουσιαστικά κυρωτικού χαρακτήρα προσαύξηση, που αποσκοπεί να αποτρέψει τη μη τήρηση της νόμιμης διαδικασίας. Η σύγκριση της μελέτης με το Δημόσιο χρησιμοποιεί αποκλειστικά τη νόμιμη υπερωρία (+40%), όχι την παράνομη, ώστε να παραμένει συντηρητική. Για μισθωτό με μηνιαίο μισθό, το συμβατικό ωρομίσθιο προκύπτει από τον μηνιαίο μισθό δια 25, επί 6 και δια 40.


Ακόμη και αν πάρουμε ως χαμηλότερο συγκριτικό σημείο τον νομοθετημένο κατώτατο μισθό των 920 €, που ισχύει από 1.4.2026, η εικόνα είναι η ακόλουθη: Ιδιωτικός τομέας, μηνιαίος μισθός 920 €

Μικτή αμοιβή ανά ώρα

Κανονικό ωρομίσθιο

5,52 €

Υπερεργασία, προσαύξηση 20%

6,62 €

Νόμιμη υπερωρία, προσαύξηση 40%

7,73 €

Ένας εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό λαμβάνει 7,73 € μικτά για μία ώρα νόμιμης υπερωρίας. Στα αντιπροσωπευτικά προφίλ της μελέτης, η αντίστοιχη απογευματινή υπερωριακή αποζημίωση στο Δημόσιο είναι 5,49 € για τον ΔΕ, 6,95 € για τον ΤΕ και 7,35 € για τον ΠΕ. Ακόμη και ο ΠΕ του παραδείγματος, με βασικό μισθό 2.058 €, αποζημιώνεται ανά πρόσθετη ώρα χαμηλότερα από τη νόμιμη υπερωριακή αμοιβή ενός εργαζομένου του ιδιωτικού τομέα που λαμβάνει τον κατώτατο μισθό. Η διαφορά φαίνεται καθαρότερα αν κρατήσουμε ίδιο τον μηνιαίο μισθό και αλλάξουμε μόνο το καθεστώς υπολογισμού της πρόσθετης ώρας: Ίδιος μηνιαίος μισθός

Δημόσιο: απογευματινή υπερωρία

Ιδιωτικός τομέας: νόμιμη υπερωρία +40%

1.538 €

5,49 €

12,92 €

1.947 €

6,95 €

16,35 €

2.058 €

7,35 €

17,29 €

Για τον ίδιο μηνιαίο μισθό, η απογευματινή υπερωριακή αποζημίωση στο Δημόσιο αντιστοιχεί περίπου στο 42,5% της νόμιμης υπερωριακής αμοιβής που προκύπτει στον ιδιωτικό τομέα. Αντίστροφα, η νόμιμη υπερωριακή ώρα του ιδιωτικού τομέα είναι περίπου 2,35 φορές υψηλότερη. Η σύγκριση είναι οικονομική και όχι νομική εξομοίωση. Τα δύο καθεστώτα έχουν διαφορετικούς κανόνες, όρια και προϋποθέσεις. Παρ’ όλα αυτά, η αντιπαραβολή της μικτής αμοιβής ανά πρόσθετη ώρα αναδεικνύει μια σαφή διαφορά στον τρόπο με τον οποίο αποτιμάται η πρόσθετη εργασία. Στο Δημόσιο το 1/280 εφαρμόζεται στον βασικό μισθό του ΜΚ, ενώ στον ιδιωτικό τομέα η νόμιμη υπερωρία αμείβεται με προσαύξηση 40% στο καταβαλλόμενο ωρομίσθιο.

12.1 Υποθετικό σενάριο ίσης αμοιβής υπερωρίας σε Δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, με κοινό όριο 20 ωρών τον μήνα Για να απομονωθεί αποκλειστικά η επίδραση του τρόπου αμοιβής της πρόσθετης εργασίας, εξετάζεται ένα υποθετικό σενάριο στο οποίο δεν αλλάζει καθόλου το σημερινό ανώτατο όριο υπερωριακής απασχόλησης του Δημοσίου. Διατηρούνται οι 20 ώρες τον μήνα, έως 240 ώρες ετησίως, αλλά η κάθε πρόσθετη ώρα αμείβεται με τον ίδιο τρόπο που θα αμειβόταν η νόμιμη υπερωρία στον ιδιωτικό τομέα για εργαζόμενο με τον ίδιο μηνιαίο μισθό. Το σενάριο είναι σκόπιμα περιορισμένο. Δεν εξετάζει αύξηση των επιτρεπόμενων ωρών και δεν χρησιμοποιεί το διαφορετικό ανώτατο όριο υπερωριών του ιδιωτικού τομέα. Και στις δύο πλευρές τίθεται ακριβώς το ίδιο ανώτατο όριο, 20 ώρες τον μήνα. Έτσι η σύγκριση μετρά μόνο τη διαφορά που δημιουργεί ο τρόπος αποτίμησης της ίδιας πρόσθετης ώρας εργασίας. Οι 20 ώρες τον μήνα αντιστοιχούν, σε έναν μήνα περίπου 20 εργάσιμων ημερών, σε μία πρόσθετη ώρα εργασίας ανά εργάσιμη ημέρα. Πρόκειται επομένως για ένα εύληπτο συγκριτικό σενάριο: ίδια μηνιαία


αμοιβή, ίδια πρόσθετη ώρα εργασίας, ίδιο μέγιστο πλήθος ωρών, διαφορετικός μόνο τρόπος υπολογισμού της αποζημίωσης. Για τα τρία αντιπροσωπευτικά προφίλ της μελέτης, με τους βασικούς μισθούς που χρησιμοποιούνται στην τρέχουσα σύγκριση, η απογευματινή υπερωρία στο Δημόσιο διαμορφώνεται σε 5,49 ευρώ για ΔΕ, 6,95 ευρώ για ΤΕ και 7,35 ευρώ για ΠΕ ανά ώρα. Με εφαρμογή του τρόπου υπολογισμού της νόμιμης υπερωρίας του ιδιωτικού τομέα στους ίδιους ακριβώς μηνιαίους μισθούς, οι αντίστοιχες αμοιβές ανέρχονται σε 12,92 ευρώ, 16,35 ευρώ και 17,29 ευρώ ανά ώρα.

Κατηγορία

Αμοιβή υπερωρίας Δημοσίου

ΔΕ ΤΕ ΠΕ

5,49 €/ώρα 6,95 €/ώρα 7,35 €/ώρα

Ίδια ώρα με Μέγιστο τρόπο 20 ιδιωτικού ώρες/μήνα τομέα 12,92 €/ώρα 240 ώρες 16,35 €/ώρα 240 ώρες 17,29 €/ώρα 240 ώρες

Ετήσια αμοιβή Δημοσίου 1.318 € 1.668 € 1.764 €

Ετήσια αμοιβή με ιδιωτικό τρόπο 3.101 € 3.924 € 4.150 €

Ετήσια διαφορά +1.783 € +2.256 € +2.386 €

Με άλλα λόγια, χωρίς ούτε μία πρόσθετη ώρα πέρα από το σημερινό όριο, η μέγιστη ετήσια υπερωριακή αποζημίωση θα αυξανόταν περίπου κατά 135% και για τις τρεις κατηγορίες. Η αμοιβή θα ήταν περίπου 2,35 φορές υψηλότερη, επειδή αυτή ακριβώς είναι η σχέση μεταξύ των δύο τρόπων υπολογισμού για τον ίδιο μηνιαίο μισθό. Για τον ΔΕ, μία πρόσθετη ώρα εργασίας ανά εργάσιμη ημέρα κατά μέσο όρο θα μπορούσε να αποφέρει έως περίπου 3.100 ευρώ μικτά ετησίως αντί 1.318 ευρώ. Για τον ΤΕ, περίπου 3.924 ευρώ αντί 1.668 ευρώ, και για τον ΠΕ περίπου 4.150 ευρώ αντί 1.764 ευρώ. Η σύγκριση αναδεικνύει ένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο της μισθολογικής πολιτικής. Το πρόβλημα της υπερωριακής αμοιβής στο Δημόσιο δεν συνδέεται μόνο με το πόσες ώρες επιτρέπεται να πραγματοποιηθούν. Συνδέεται και με την αμοιβή που αποδίδει το κράτος στην πρόσθετη ώρα εργασίας. Το ισχύον όριο των 20 ωρών μηνιαίως μπορεί να παραμείνει απολύτως αμετάβλητο και, παρ' όλα αυτά, η οικονομική απόδοση της πρόσθετης εργασίας να μεταβληθεί θεαματικά μόνο μέσω διαφορετικού τρόπου υπολογισμού της αποζημίωσης. Το υποθετικό σενάριο είναι επομένως καθαρό: ίδια εργασία, ίδιος μισθός, ίδιο ανώτατο όριο 20 ωρών τον μήνα. Αν η πρόσθετη ώρα του δημοσίου υπαλλήλου αποτιμούνταν με τον ίδιο μηχανισμό που εφαρμόζεται στον ιδιωτικό τομέα, η μέγιστη ετήσια υπερωριακή αμοιβή θα υπερδιπλασιαζόταν. 12.2 Ευρωπαϊκή σύγκριση: πώς αποτιμάται η υπερωριακή ώρα σε πέντε δημόσια συστήματα Η σύγκριση με τον ελληνικό ιδιωτικό τομέα δείχνει ήδη πόσο καθοριστικός είναι ο μαθηματικός τύπος της υπερωριακής αποζημίωσης. Για να εξεταστεί αν το ελληνικό 1/280 αποτελεί συνηθισμένη ευρωπαϊκή πρακτική, ελέγχθηκαν ενδεικτικά πέντε διαφορετικά δημόσια συστήματα: Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία και Κύπρος. Η σύγκριση αφορά τον μηχανισμό αποτίμησης της πρόσθετης εργασίας και όχι θεσμική εξομοίωση βαθμών, κατηγοριών ή εργασιακών σχέσεων. Η εικόνα που προκύπτει είναι συνεπής ως προς ένα κρίσιμο σημείο. Στα συστήματα του δείγματος η υπερωριακή εργασία συνδέεται με το κανονικό ωρομίσθιο και πρόσθετη προσαύξηση, με αυξημένη αντιστάθμιση σε χρόνο ή με ειδική τιμή ανά κατηγορία. Ο ελληνικός μηχανισμός ακολουθεί διαφορετική κατεύθυνση, καθώς η απλή απογευματινή υπερωρία υπολογίζεται στο 1/280 μόνο του βασικού μισθού του ΜΚ, χωρίς ποσοστιαία προσαύξηση.


12.2 Ευρωπαϊκή σύγκριση: πόσο επιπλέον αποτιμάται η υπερωριακή ώρα Συγκριτικό δείγμα δημόσιων συστημάτων – διαφορετικοί θεσμικοί μηχανισμοί, χωρίς εξομοίωση κατηγοριών προσωπικού

Χώρα / καθεστώς

Βάση υπολογισμού

Πόσο επιπλέον αποτιμάται η υπερωρία

Πρακτική ανάγνωση

Ελλάδα – Δημόσιο

Βασικός μισθός ΜΚ ÷ 280

Καμία προσαύξηση στην απλή απογευματινή υπερωρία

Η ώρα αμείβεται με μόλις 1/280 του βασικού μισθού. Δεν προηγείται υπολογισμός του πραγματικού ωρομισθίου και δεν προστίθεται ποσοστιαία προσαύξηση.

Γερμανία – TVöD

Ωριαία αμοιβή που συνδέεται με την Entgeltgruppe και τη Stufe

+30% για EG 1–9b, +15% για EG 9c–15

Η υπερωρία περιλαμβάνει την αμοιβή της πρόσθετης ώρας και επιπλέον προσαύξηση 30% ή 15%. Ενδεικτικά, όταν η ίδια ωριαία βάση χρησιμοποιείται και στα δύο σκέλη, η ώρα αντιστοιχεί σε 130% ή 115% της κανονικής ωριαίας αμοιβής.

Γαλλία – IHTS

(Ετήσιος μικτός μισθός + τυχόν επίδομα κατοικίας) ÷ 1.820

+25% για τις πρώτες 14 ώρες του μήνα, +27% από τη 15η και μετά

Η υπερωρία πληρώνεται αντίστοιχα στο 125% ή 127% της υπολογιζόμενης ωριαίας βάσης.

Ιταλία – Funzioni Centrali

Κανονική ωριαία αμοιβή, με συμβατικό διαιρέτη 156 και συνυπολογισμό της αναλογίας 13ου μισθού

+15% ημερήσια, +30% νυχτερινή ή αργίας, +50% νυχτερινή σε αργία

Η πρόσθετη ώρα αποτιμάται αντίστοιχα περίπου στο 115%, 130% ή 150% της συμβατικής ωριαίας βάσης.

Ισπανία – προσωπικό εργασιακού δικαίου AGE

Κατά προτεραιότητα αντιστάθμιση με χρόνο ανάπαυσης

1 ώρα υπερωρίας → 2 ώρες ανάπαυσης Σε όρους χρόνου η προσαύξηση είναι +100% ή +150%. Όταν ή 2,5 ώρες για νυχτερινή/αργία επιλέγεται χρηματική αποζημίωση εφαρμόζονται καθορισμένες τιμές ανά επαγγελματική ομάδα και όχι ένα ενιαίο ποσοστό για όλους.

Κύπρος – κρατικοί υπάλληλοι Ωριαία αποτίμηση της μισθολογικής κλίμακας ×1,5 καθημερινές και Σάββατο έως 13:00, ×2 Σάββατο μετά τις 13:00, Κυριακές και αργίες

Δηλαδή +50% στην πρώτη περίπτωση και +100% στη δεύτερη. Για ορισμένη καθημερινή υπερωρία προβλέπεται αποζημίωση σε χρόνο αντί χρήματος.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ Ελλάδα

1/280 του βασικού μισθού

χωρίς προσαύξηση

Γερμανία

+15% έως +30%

Γαλλία

+25% έως +27%

Ιταλία

+15% έως +50%

Κύπρος

+50% έως +100%

Ισπανία

+100% έως +150% σε χρόνο ανάπαυσης

Κεντρικό εύρημα: στο συγκεκριμένο συγκριτικό δείγμα, η Ελλάδα ξεχωρίζει επειδή η απλή απογευματινή υπερωρία δεν λαμβάνει ποσοστιαία προσαύξηση και η βάση υπολογισμού της είναι ο βασικός μισθός διαιρεμένος με 280.

Η διαφορά με την Ελλάδα γίνεται πλέον ευδιάκριτη. Στη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ιταλία η πρόσθετη εργασία ξεκινά από μία ωριαία βάση που συνδέεται με την κανονική αμοιβή και στη συνέχεια λαμβάνει ρητή προσαύξηση από 15% έως 50% στις συνήθεις κατηγορίες που εξετάστηκαν. Στην Κύπρο μία ώρα μπορεί να λογίζεται ως 1,5 ή 2 ώρες, δηλαδή με προσαύξηση 50% ή 100%, ενώ στην Ισπανία η αντιστάθμιση σε χρόνο μπορεί να φθάνει τις 2 ή 2,5 ώρες για κάθε ώρα υπερωρίας, δηλαδή 100% ή 150% περισσότερο χρόνο ανάπαυσης. Αντίθετα, στην ελληνική απογευματινή υπερωρία δεν εφαρμόζεται ποσοστιαία προσαύξηση πάνω στο κανονικό ωρομίσθιο. Η αποζημίωση προκύπτει απευθείας από τον βασικό μισθό με διαιρέτη 280. Στο συγκεκριμένο συγκριτικό δείγμα, επομένως, η Ελλάδα ξεχωρίζει όχι μόνο επειδή δεν χορηγεί προσαύξηση στην απλή απογευματινή υπερωρία, αλλά και επειδή η ίδια η βάση από την οποία ξεκινά ο υπολογισμός είναι ιδιαίτερα χαμηλή. Η σύγκριση χρειάζεται προσοχή. Στη Γερμανία ο πίνακας αφορά μισθωτούς που υπάγονται στο TVöD και όχι το ιδιαίτερο καθεστώς των Beamte. Στην Ισπανία αφορά το προσωπικό εργασιακού δικαίου της κεντρικής


κρατικής διοίκησης. Στη Γαλλία το IHTS εφαρμόζεται στις κατηγορίες και θέσεις που υπάγονται στο συγκεκριμένο καθεστώς. Επομένως οι ελληνικές κατηγορίες ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ δεν αντιστοιχίζονται μηχανικά με τις κατηγορίες των άλλων χωρών. Παρά τις θεσμικές διαφορές, το συγκριτικό εύρημα παραμένει ισχυρό. Στο δείγμα των πέντε χωρών δεν εντοπίστηκε αντίστοιχος μηχανισμός που να υπολογίζει την απλή υπερωριακή ώρα σε τόσο χαμηλή βάση όσο το ελληνικό 1/280 του βασικού μισθού, χωρίς πρόσθετη ποσοστιαία προσαύξηση. Η διατύπωση αφορά αποκλειστικά το συγκεκριμένο συγκριτικό δείγμα και δεν υποστηρίζει ότι έχει ελεγχθεί κάθε καθεστώς όλων των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ευρωπαϊκή εικόνα ενισχύει συνεπώς το συμπέρασμα της προηγούμενης υποενότητας. Η επανεξέταση της υπερωριακής αμοιβής μπορεί να γίνει ακόμη και χωρίς αύξηση του σημερινού ανώτατου ορίου των 20 ωρών τον μήνα. Το βασικό ζήτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο αποτιμάται η ίδια η πρόσθετη ώρα εργασίας. 13. Η διαδρομή 2009–2025 και η σωρευτική απώλεια της υπερωριακής αμοιβής Η σημερινή σύγκριση με τον ιδιωτικό τομέα συμπληρώνει τη βασική ιστορική μέτρηση της μελέτης. Στο υποθετικό σενάριο πλήρους αξιοποίησης του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου, η μέγιστη ετήσια υπερωριακή αμοιβή εξελίχθηκε ως εξής: Κατηγορία

Μέγ. υπερωρίες 2009

Μέγ. υπερωρίες 2025

Ονομ. μεταβολή

ΔΕ

3.971 €

1.278 €

−67,8%

ΤΕ

4.482 €

1.628 €

−63,7%

ΠΕ

4.698 €

1.723 €

−63,3%

Σε πραγματικές τιμές 2009, η μέγιστη υπερωριακή αμοιβή του 2025 αντιστοιχεί περίπου σε 1.003 € για τον ΔΕ, 1.278 € για τον ΤΕ και 1.353 € για τον ΠΕ. Η πραγματική μείωση φθάνει αντίστοιχα στο 74,7%, 71,5% και 71,2% σε σχέση με το 2009. Σε σωρευτικούς όρους, για την περίοδο 2010–2025 και πάντοτε στο ρητά υποθετικό σενάριο πλήρους αξιοποίησης του εκάστοτε ανώτατου ορίου, η πραγματική απώλεια της μέγιστης διαθέσιμης υπερωριακής αμοιβής προσεγγίζει: Κατηγορία

Σωρευτική πραγματική απώλεια υπερωριών 2010–2025

ΔΕ

≈ 44.600 €

ΤΕ

≈ 48.900 €

ΠΕ

≈ 51.200 €

Για να διατηρηθεί η σύνδεση με τη συνολική εισοδηματική εικόνα της μελέτης, η συμπληρωματική σύγκριση των μικτών αποδοχών μαζί με το υποθετικό μέγιστο υπερωριών παραμένει η ακόλουθη: Κατηγορία

Σύνολο 2009

Σύνολο 2025

Πραγμ. μεταβολή (σταθ. τιμές)

ΔΕ

20.181 €

19.164 €

−25,5%

ΤΕ

22.992 €

24.422 €

−16,7%

ΠΕ

24.168 €

25.849 €

−16,1%

Ονομαστικά ο ΔΕ βρίσκεται ήδη 5,0% κάτω από το 2009, ενώ ΤΕ και ΠΕ περίπου 6–7% πάνω. Μετά την προσαρμογή για τον πληθωρισμό, και οι τρεις κατηγορίες εμφανίζουν σημαντική πραγματική απόσταση. Πρόκειται για ξεχωριστή μέτρηση σε μικτές αποδοχές, η οποία δεν συγχέεται με τον κεντρικό δείκτη καθαρού διαθέσιμου εισοδήματος.


13.1 Πρόσθετο σενάριο: καθαρό ετήσιο εισόδημα με πλήρη αξιοποίηση των μέγιστων υπερωριών Η προηγούμενη σύγκριση είναι μικτή. Για να αποτυπωθεί και η καθαρή εισοδηματική επίπτωση, υπολογίζεται αυτοτελές σενάριο πλήρους αξιοποίησης του ανώτατου ορίου υπερωριών. Στο 2009 η αφετηρία περιλαμβάνει τον 13ο και τον 14ο μισθό, ενώ στο 2025 δεν υπάρχουν δώρα. Οι μικτές μέγιστες υπερωρίες είναι 3.971 / 4.482 / 4.698 € το 2009 και 1.278 / 1.628 / 1.723 € το 2025 για ΔΕ / ΤΕ / ΠΕ. Το καθαρό σύνολο επανυπολογίζεται πάνω στις συνολικές ετήσιες αποδοχές με τις ίδιες τυποποιημένες παραδοχές κρατήσεων και την εκάστοτε φορολογική κλίμακα της βασικής σειράς, ώστε να λαμβάνεται υπόψη και η πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση των υπερωριών. Καθαρό σύνολο 2009 με δώρα + μέγ. υπερωρίες

Καθαρό σύνολο 2025 + μέγ. υπερωρίες

Ονομαστική μεταβολή

ΔΕ

15.075 €

13.645 €

−9,5%

ΤΕ

16.757 €

16.754 €

−0,02%

ΠΕ

17.461 €

17.591 €

+0,7%

Κατηγορία

Σε καθαρούς όρους, η μέγιστη θεσμικά διαθέσιμη υπερωριακή αμοιβή προσθέτει περίπου 2.376 € / 2.681 € / 2.811 € στο ετήσιο καθαρό εισόδημα των ΔΕ / ΤΕ / ΠΕ το 2009. Το 2025 η αντίστοιχη καθαρή ενίσχυση περιορίζεται περίπου σε 755 € / 963 € / 1.012 €. Ο ΔΕ καταγράφει ήδη ονομαστική μείωση 9,5% ακόμη και πριν ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός, ενώ ο ΤΕ βρίσκεται ουσιαστικά στο ίδιο ονομαστικό επίπεδο με το 2009 και ο ΠΕ μόλις 0,7% υψηλότερα. Ονομαστική μεταβολή

Πραγματική μεταβολή με Γενικό ΔΤΚ

Πραγματική μεταβολή ως προς βασικές ανάγκες

ΔΕ

−9,5%

−29,0%

−37,5%

ΤΕ

−0,02%

−21,6%

−31,0%

ΠΕ

+0,7%

−21,0%

−30,4%

Κατηγορία

Το πρόσθετο σενάριο ενισχύει το βασικό συμπέρασμα της μελέτης. Ακόμη και στην ακραία υπόθεση ότι ο εργαζόμενος εξαντλεί κάθε χρόνο το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο υπερωριών, η πραγματική αγοραστική δύναμη του συνολικού καθαρού εισοδήματος το 2025 παραμένει περίπου 29,0% χαμηλότερη για τον ΔΕ, 21,6% για τον ΤΕ και 21,0% για τον ΠΕ σε σχέση με το αντίστοιχο 2009 με δώρα και μέγιστες υπερωρίες. Ως προς το σταθερό καλάθι βασικών αναγκών, η απόσταση διευρύνεται σε 37,5%, 31,0% και 30,4% αντίστοιχα. Τα ποσά της σωρευτικής απώλειας υπερωριών δεν περιγράφουν πραγματικές ώρες που εργάστηκε κάθε υπάλληλος και δεν προστίθενται στη σωρευτική απώλεια των τακτικών αποδοχών. Αποτυπώνουν πόσο περιορίστηκε η μέγιστη θεσμικά διαθέσιμη δυνατότητα πρόσθετης αμοιβής. Το εύρημα αποκτά ιδιαίτερο βάρος σε ένα Δημόσιο όπου η πρόσθετη εργασία χρησιμοποιείται συχνά για να καλύψει ελλείψεις προσωπικού, αλλά η αμοιβή της παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από την αντίστοιχη νόμιμη υπερωριακή αμοιβή στον ιδιωτικό τομέα. 14. Η επίσημη χρονοσειρά τιμών ΕΛΣΤΑΤ 2009–2025 Μέσος ετήσιος Γενικός ΔΤΚ (βάση 2020=100). Η στήλη «Δείκτης vs 2009» δείχνει το σωρευτικό επίπεδο τιμών με το 2009 ως 100.


Έτος

Γεν. ΔΤΚ (2020=100)

Δείκτης vs 2009

2009

94,857

100,0

2010

99,327

104,7

2011

102,635

108,2

2012

104,176

109,8

2013

103,216

108,8

2014

101,862

107,4

2015

100,094

105,5

2016

99,267

104,6

2017

100,380

105,8

2018

101,008

106,5

2019

101,264

106,8

2020

100,000

105,4

2021

101,224

106,7

2022

110,987

117,0

2023

114,833

121,1

2024

117,981

124,4

2025

120,909

127,5

Ο πληθωρισμός δεν ήταν γραμμικός: μεταξύ 2013–2021 υπήρξε στασιμότητα και αποπληθωρισμός, και σχεδόν όλη η σωρευτική αύξηση συγκεντρώνεται από το 2022. Σωρευτικά 2009→2025: +27,46%. 15. Γιατί 27,5% πληθωρισμός δεν ισοδυναμεί με 27,5% απώλεια Αν ένας μισθός παρέμενε απολύτως σταθερός ενώ οι τιμές ανέβαιναν από 100 σε 127,5, η πραγματική αγοραστική του δύναμη θα γινόταν 100 / 127,5 = 78,5 — απώλεια περίπου 21,5%. Στα δικά μας προφίλ μεταβλήθηκαν παράλληλα και οι ονομαστικές αποδοχές. H τελική πραγματική απώλεια προκύπτει από τον συνδυασμό της μεταβολής του καθαρού εισοδήματος και της αύξησης των τιμών. Κοινή σημείωση για τις Ενότητες 19–21: το καθαρό ετήσιο εισόδημα του 2009 περιλαμβάνει τους 12 τακτικούς μισθούς μαζί με το τότε ισχύον δώρο Χριστουγέννων, το δώρο Πάσχα και το επίδομα αδείας, δηλαδή δύο πρόσθετους βασικούς μισθούς. Το καθαρό ετήσιο εισόδημα του 2025 δεν περιλαμβάνει αντίστοιχες παροχές, επειδή ο 13ος και ο 14ος μισθός έχουν καταργηθεί. Επομένως η βασική σύγκριση 2009–2025 αποτυπώνει ήδη την απώλεια των δώρων και δεν επιτρέπεται να προστεθεί δεύτερη φορά στη συνολική απώλεια. 16. Ο μέσος πληθωρισμός δεν επιβαρύνει όλα τα νοικοκυριά με τον ίδιο τρόπο Ο Εθνικός ΔΤΚ είναι η βασική επίσημη μέτρηση, αλλά η πίεση διαφέρει ανάλογα με τη σύνθεση της κατανάλωσης. Κατά την Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών 2024 της ΕΛΣΤΑΤ, το φτωχότερο 20% διαθέτει 55,9% της συνολικής δαπάνης του σε τρόφιμα και στέγαση, ενώ στο πλουσιότερο 20% το αντίστοιχο ποσοστό είναι 24,7%. Ένα νοικοκυριό που διαθέτει πάνω από το μισό εισόδημά του σε τροφή και κατοικία έχει πολύ μικρότερο περιθώριο να αποφύγει ή να αναβάλει τη δαπάνη όταν ακριβώς αυτά τα αγαθά ανεβαίνουν ταχύτερα από τον γενικό πληθωρισμό.


17. Οι επίσημοι δείκτες ομάδων και ο Δείκτης Βασικών Αναγκών Οι τρεις ομάδες Διατροφή, Στέγαση και Μεταφορές έχουν επανελεγχθεί σε ολόκληρη την περίοδο 2009–2025 από τις επίσημες δημοσιεύσεις της ΕΛΣΤΑΤ. Για να είναι η διαχρονική σύγκριση συνεπής, οι ετήσιοι μέσοι δείκτες εκφράζονται σε κοινή αλυσωτή αναφορά 2009=100. Για το 2009–2020 χρησιμοποιούνται οι επίσημοι ετήσιοι μέσοι της σειράς με αναφορά 2009=100. Για το 2021–2025 η νεότερη επίσημη σειρά 2020=100 συνδέεται μηχανικά μέσω του κοινού έτους 2020. Ο Δείκτης Βασικών Αναγκών χρησιμοποιεί τις επίσημες σταθμίσεις ΕΛΣΤΑΤ 2025, αναγμένες στο άθροισμα των τριών ομάδων: Διατροφή 42,4%, Στέγαση 28,1%, Μεταφορές 29,5%. Έτος

Διατροφή

Στέγαση

Μεταφορές

Δείκτης Βασ.Αναγκών

2009

100,00

100,00

100,00

100,00

2010

100,06

106,93

116,21

106,75

2011

103,18

116,45

123,53

112,90

2012

104,73

125,62

126,93

117,14

2013

104,74

132,58

123,97

118,23

2014

102,97

129,54

122,47

116,18

2015

104,83

121,16

117,13

113,04

2016

104,60

117,30

113,97

110,93

2017

104,93

119,85

121,16

113,90

2018

105,35

119,93

124,46

115,08

2019

105,23

119,79

126,20

115,50

2020

106,66

115,28

119,49

112,86

2021

108,11

121,42

124,57

116,70

2022

120,86

150,62

143,88

136,01

2023

134,86

138,11

144,24

138,53

2024

139,38

140,12

146,94

141,82

2025

142,23

145,99

147,34

144,79

Σωρευτικές αυξήσεις 2009→2025 στην κοινή αναφορά: Διατροφή +42,2%, Στέγαση +46,0%, Μεταφορές +47,3%. Ο σταθμισμένος Δείκτης Βασικών Αναγκών αυξάνεται κατά 44,8%. Η στέγαση εμφανίζει την εντονότερη έξαρση το 2022, όταν ο συνδεδεμένος ετήσιος δείκτης φθάνει το 150,62, αντανακλώντας κυρίως την ενεργειακή κρίση. 18. Η αγοραστική δύναμη στις βασικές ανάγκες Κατηγορία

Ονομ. μεταβολή

Με Γεν. ΔΤΚ

Ως προς βασικές ανάγκες

ΔΕ

+1,5%

−20,4%

−29,9%

ΤΕ

+12,2%

−12,0%

−22,5%

ΠΕ

+13,2%

−11,2%

−21,8%


Για τον ΔΕ η δυνατότητα κάλυψης των βασικών αναγκών βρίσκεται σχεδόν 30% χαμηλότερα από το 2009. Για τον ΤΕ η υποχώρηση είναι περίπου 22,5% και για τον ΠΕ 21,8%. Η απόσταση παραμένει αισθητά μεγαλύτερη από εκείνη που αποτυπώνει ο Γενικός ΔΤΚ. 19. Η ετήσια διαδρομή του ΔΕ Καθαρά ονομαστικά, καθαρά σε τιμές 2009 με τον Γενικό ΔΤΚ, και καθαρά σε τιμές 2009 ως προς τις βασικές ανάγκες (πραγματικό = ονομαστικό × δείκτης_2009 / δείκτης_έτους). Έτος

Μικτά

Καθαρά (ονομ.)

Τιμές 2009 (Γεν.)

Τιμές 2009 (Βασ.Αν.)

2009

16.210 €

12.699 €

12.699 €

12.699 €

2010

15.004 €

11.970 €

11.431 €

11.213 €

2011

14.802 €

10.729 €

9.916 €

9.503 €

2012

14.560 €

10.561 €

9.616 €

9.016 €

2013

13.606 €

10.248 €

9.418 €

8.668 €

2014

13.836 €

10.386 €

9.672 €

8.939 €

2015

13.882 €

10.414 €

9.869 €

9.212 €

2016

14.418 €

10.502 €

10.035 €

9.467 €

2017

14.724 €

10.603 €

10.020 €

9.309 €

2018

15.030 €

10.784 €

10.127 €

9.371 €

2019

15.336 €

10.982 €

10.287 €

9.508 €

2020

15.336 €

11.172 €

10.597 €

9.899 €

2021

16.056 €

11.574 €

10.846 €

9.918 €

2022

16.056 €

11.602 €

9.916 €

8.531 €

2023

16.056 €

11.735 €

9.694 €

8.471 €

2024

17.616 €

12.656 €

10.175 €

8.924 €

2025

17.886 €

12.890 €

10.113 €

8.902 €

Ονομαστική μεταβολή 2009→2025: +1,5%. Πραγματική αγοραστική δύναμη με Γενικό ΔΤΚ: -20,4%. Ως προς τις βασικές ανάγκες: -29,9%. 20. Η ετήσια διαδρομή του ΤΕ Καθαρά ονομαστικά, καθαρά σε τιμές 2009 με τον Γενικό ΔΤΚ, και καθαρά σε τιμές 2009 ως προς τις βασικές ανάγκες (πραγματικό = ονομαστικό × δείκτης_2009 / δείκτης_έτους). Έτος

Μικτά

Καθαρά (ονομ.)

Τιμές 2009 (Γεν.)

Τιμές 2009 (Βασ.Αν.)

2009

18.510 €

14.076 €

14.076 €

14.076 €

2010

17.020 €

13.159 €

12.567 €

12.327 €

2011

17.188 €

12.150 €

11.229 €

10.761 €

2012

19.108 €

13.344 €

12.150 €

11.391 €

2013

18.168 €

12.841 €

11.801 €

10.861 €

2014

18.468 €

13.018 €

12.123 €

11.205 €


Έτος

Μικτά

Καθαρά (ονομ.)

Τιμές 2009 (Γεν.)

Τιμές 2009 (Βασ.Αν.)

2015

18.530 €

13.098 €

12.413 €

11.587 €

2016

18.891 €

13.117 €

12.534 €

11.825 €

2017

18.942 €

13.045 €

12.327 €

11.453 €

2018

18.993 €

13.074 €

12.278 €

11.361 €

2019

19.704 €

13.504 €

12.650 €

11.692 €

2020

19.704 €

13.637 €

12.936 €

12.083 €

2021

20.364 €

13.997 €

13.117 €

11.994 €

2022

20.364 €

14.032 €

11.993 €

10.317 €

2023

21.024 €

14.650 €

12.102 €

10.575 €

2024

21.864 €

15.156 €

12.185 €

10.687 €

2025

22.794 €

15.791 €

12.389 €

10.906 €

Ονομαστική μεταβολή 2009→2025: +12,2%. Πραγματική αγοραστική δύναμη με Γενικό ΔΤΚ: -12,0%. Ως προς τις βασικές ανάγκες: -22,5%. 21. Η ετήσια διαδρομή του ΠΕ Καθαρά ονομαστικά, καθαρά σε τιμές 2009 με τον Γενικό ΔΤΚ, και καθαρά σε τιμές 2009 ως προς τις βασικές ανάγκες (πραγματικό = ονομαστικό × δείκτης_2009 / δείκτης_έτους). Έτος

Μικτά

Καθαρά (ονομ.)

Τιμές 2009 (Γεν.)

Τιμές 2009 (Βασ.Αν.)

2009

19.470 €

14.650 €

14.650 €

14.650 €

2010

17.860 €

13.702 €

13.085 €

12.836 €

2011

18.026 €

12.671 €

11.711 €

11.223 €

2012

20.056 €

13.933 €

12.687 €

11.894 €

2013

19.120 €

13.404 €

12.318 €

11.337 €

2014

19.440 €

13.593 €

12.658 €

11.700 €

2015

19.504 €

13.676 €

12.960 €

12.098 €

2016

19.914 €

13.710 €

13.101 €

12.359 €

2017

20.004 €

13.655 €

12.904 €

11.988 €

2018

20.094 €

13.706 €

12.871 €

11.910 €

2019

20.892 €

14.188 €

13.290 €

12.284 €

2020

20.892 €

14.301 €

13.565 €

12.671 €

2021

21.600 €

14.689 €

13.765 €

12.587 €

2022

21.600 €

14.727 €

12.587 €

10.828 €

2023

22.308 €

15.404 €

12.724 €

11.119 €

2024

23.148 €

15.910 €

12.792 €

11.219 €

2025

24.126 €

16.579 €

13.007 €

11.450 €


Ονομαστική μεταβολή 2009→2025: +13,2%. Πραγματική αγοραστική δύναμη με Γενικό ΔΤΚ: -11,2%. Ως προς τις βασικές ανάγκες: -21,8%. 22. Η σωρευτική πραγματική απώλεια Άθροισμα της ετήσιας απόστασης από το καθαρό πραγματικό εισόδημα του 2009 (με Γενικό ΔΤΚ), για την περίοδο 2010–2025: Κατηγορία

Σωρευτική απώλεια (σταθ. € 2009)

ΔΕ

≈ 41.500 €

ΤΕ

≈ 28.400 €

ΠΕ

≈ 28.400 €

Ο ΔΕ έχει τη μεγαλύτερη σωρευτική απώλεια παρότι τη χαμηλότερη αφετηρία, γιατί το πραγματικό του εισόδημα έπεσε βαθύτερα και έμεινε χαμηλά για περισσότερα χρόνια. Τα μεγέθη αυτά περιλαμβάνουν ήδη το αποτέλεσμα περικοπών, δώρων, ΜΚ, φόρων και πληθωρισμού, γι' αυτό δεν προστίθενται επάνω τους τα χαμένα ΜΚ ή δώρα. 23. Οι αυξήσεις του 2024 και του 2025 Από 1.1.2024 οι βασικοί μισθοί προσαυξήθηκαν κατά 70 € και από 1.4.2025 κατά επιπλέον 30 €, ως σταθερές προσαυξήσεις στα ΜΚ. Οι αυξήσεις βελτίωσαν πραγματικά τις ονομαστικές και τις καθαρές αποδοχές. Η πλήρης διαδρομή όμως δείχνει ότι για τα τρία προφίλ απλών υπαλλήλων δεν έχει ακόμη αποκατασταθεί η αγοραστική δύναμη του 2009 — ούτε με τον γενικό δείκτη, ούτε πολύ περισσότερο ως προς τις βασικές ανάγκες. 24. Οι μέσοι όροι των αυξήσεων και η περίπτωση των προϊσταμένων Οι κυβερνητικές παρουσιάσεις συχνά συνυπολογίζουν την οριζόντια αύξηση, τις αυξημένες οικογενειακές παροχές, τις αυξήσεις επιδομάτων θέσης και άλλες ειδικές παρεμβάσεις. Ένας υπάλληλος χωρίς παιδιά και χωρίς θέση ευθύνης δεν λαμβάνει όλες αυτές τις ενισχύσεις. Αντίθετα, οι προϊστάμενοι ωφελήθηκαν πρόσθετα από την αύξηση κατά 30% των επιδομάτων θέσης ευθύνης· έτσι το προφίλ ΠΕ προϊσταμένου εμφανίζει πολύ μικρότερη πραγματική απόσταση από το 2009 από έναν απλό ΠΕ. Η παρατήρηση είναι σημαντική όταν ένας μέσος αριθμός παρουσιάζεται ως αντιπροσωπευτικός για ολόκληρο το Δημόσιο. 25. Οι δημοσιονομικές προτεραιότητες: οι υπάλληλοι και η αγορά συμβουλευτικών υπηρεσιών 25.1 Η σύγκριση με την οριζόντια αύξηση των 30 € Το δημοσιονομικό κόστος για το 2025 της οριζόντιας αύξησης των 30 € από 1.4.2025 ανέρχεται σε 215 εκατ. € μαζί με τις εργοδοτικές εισφορές και σε 179 εκατ. € χωρίς αυτές. Στη σταθερή αποτύπωση της έκθεσης Consultocracy με εικόνα ΚΗΜΔΗΣ στις 31.12.2025, η καταγεγραμμένη συμβουλευτική αξία του 2025 ανέρχεται σε 585.546.098 €. Η μεθοδολογική σελίδα της ίδιας έρευνας διευκρινίζει ότι, για μικτές συμβάσεις, προσμετράται μόνο το συμβουλευτικό τμήμα και ότι το ποσό του τμήματος λαμβάνεται με ΦΠΑ. Αριθμητικά, το δημοσιευμένο μέγεθος των 585,5 εκατ. € είναι 2,72 φορές το συνολικό δημοσιονομικό κόστος της αύξησης των 30 € και 3,27 φορές το κόστος της χωρίς τις εργοδοτικές εισφορές. Η σύγκριση χρησιμοποιείται αποκλειστικά ως σύγκριση κλίμακας. Η μισθολογική αύξηση αποτελεί ετήσια δημοσιονομική επιβάρυνση, ενώ η συμβουλευτική αξία αφορά υπογεγραμμένες συμβάσεις στο ερευνητικό πεδίο της Consultocracy, περιλαμβάνει ΦΠΑ σύμφωνα με τη δημοσιευμένη μεθοδολογία και δεν αποδεικνύει ισόποση ταμειακή πληρωμή μέσα στο ίδιο έτος. Συνεπώς ο λόγος 2,72 δεν αποτελεί λογιστική εξίσωση δύο ομοειδών δημοσιονομικών μεγεθών. Αναδεικνύει όμως τη διαφορά κλίμακας μεταξύ δύο διαφορετικών επιλογών δημόσιας πολιτικής και δικαιολογεί τον έλεγχο των προτεραιοτήτων.


25.2 Η εξέλιξη των απευθείας αναθέσεων και των συμβουλευτικών συμβάσεων Η ετήσια εικόνα αποτυπώνεται στον ακόλουθο πίνακα. Για τις συμβουλευτικές χρησιμοποιείται η σταθερή αποτύπωση της έκθεσης Consultocracy με εικόνα ΚΗΜΔΗΣ στις 31.12.2025. Πρόκειται για ερευνητικά ορισμένο σύνολο συμβουλευτικών και γνωμοδοτικών υπηρεσιών, με φίλτρα CPV, ποιοτικούς ελέγχους και κατώτατο όριο συμβουλευτικής αξίας 15.000 €. Για το σύνολο των απευθείας αναθέσεων, τα πλήρη έτη 2020– 2024 διατηρούνται από την ίδια δημοσιευμένη λήψη ΚΗΜΔΗΣ, ώστε να μην αναμειγνύονται διαφορετικά snapshots της ζωντανής βάσης. Αξία Απευθείας Συμβουλευτικέ συμβουλευτικώ Αξία απευθείας Εξ αυτών Έτος αναθέσεις ς ν αναθέσεων απευθείας πλήθος συμβάσεις (με ΦΠΑ, κατά Consultocracy) Μη 2018* Μη συγκρίσιμο Μη συγκρίσιμο 171* 12.299.000 €* συγκρίσιμο* Μεταβατική Μεταβατική 2019* 151 7.202.925 € 19 (12,58%) καταγραφή καταγραφή 2020 131.417 1,255 δισ. € 241 11.087.226 € 195 (80,91%) 2021 143.031 1,583 δισ. € 310 21.546.801 € 218 (70,32%) 2022 165.034 2,033 δισ. € 445 98.123.286 € 333 (74,83%) 2023 184.757 2,590 δισ. € 489 222.970.683 € 313 (64,01%) 2024 188.740 2,524 δισ. € 569 597.065.967 € 439 (77,15%) 161.069 έως 2,261 δισ. € 2025** 613 585.546.098 € 403 (65,74%) Οκτ. έως Οκτ. * Για το 2018 η ίδια η έκθεση Consultocracy επισημαίνει προβλήματα πληρότητας των δεδομένων και η καταγραφή του είδους διαδικασίας δεν επιτρέπει ασφαλή σύγκριση. Το 2019 παραμένει μεταβατικό ως προς το πεδίο «Είδος διαδικασίας», το οποίο έγινε υποχρεωτικό στο ΚΗΜΔΗΣ από τον Οκτώβριο 2019. ** Για το 2025 τα συνολικά στοιχεία όλων των απευθείας αναθέσεων αφορούν Ιανουάριο έως Οκτώβριο, ενώ η σειρά Consultocracy καλύπτει έως 31.12.2025. Οι αξίες της Consultocracy είναι συμβουλευτικές αξίες υπογεγραμμένων συμβάσεων, με τους ειδικούς μεθοδολογικούς περιορισμούς της έρευνας και με ΦΠΑ στο επίπεδο του συμβουλευτικού τμήματος. Δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκη με πληρωμές του ίδιου έτους. Για τα έτη 2020–2024 οι συνολικές απευθείας αναθέσεις παραμένουν στην ενιαία δημοσιευμένη λήψη ΚΗΜΔΗΣ του Ιουλίου 2025. Η δημοσιευμένη πηγή του συγκεκριμένου πίνακα δεν εξειδικεύει στην παρουσίασή της τη μεταχείριση του ΦΠΑ, γι’ αυτό οι δύο στήλες αξίας δεν αθροίζονται ούτε αντιμετωπίζονται ως λογιστικά ομογενοποιημένες. 25.3 Τι επιβεβαιώνει η πρωτογενής έρευνα Consultocracy Οι στήλες «Συμβουλευτικές συμβάσεις», «Αξία συμβουλευτικών» και «Εξ αυτών απευθείας» ελέγχθηκαν εκ νέου στην πρωτογενή έκθεση Vouliwatch–Solomon «Consultocracy: Χαρτογράφηση των Συμβουλευτικών Υπηρεσιών στο Ελληνικό Δημόσιο», ιδίως στα Γραφήματα 2 και 3. Οι ετήσιες τιμές 2017–2025 ταυτίζονται με την έκθεση. Η ίδια πηγή διευκρινίζει ότι τα στοιχεία της έκδοσης αποτελούν αποτύπωση του ΚΗΜΔΗΣ στις 31.12.2025 και ότι η διαδραστική βάση μπορεί αργότερα να διαφοροποιείται λόγω τροποποιήσεων συμβάσεων και αναδρομικών διορθώσεων εγγραφών. Στο καταγεγραμμένο δείγμα της περιόδου 2017–2025 η έκθεση περιλαμβάνει 3.079 συμβουλευτικές συμβάσεις, από τις οποίες 1.920 έχουν καταγραφεί ως απευθείας αναθέσεις, δηλαδή 62,36% του πλήθους. Η ίδια η έκθεση επισημαίνει περιορισμούς πληρότητας και συνέπειας για τα πρώτα έτη, ιδίως το 2017–2018, γι’ αυτό οι συγκρίσεις τάσης της παρούσας μελέτης ξεκινούν από το 2020. Κρίσιμη διευκρίνιση είναι ότι η υπεροχή των απευθείας αναθέσεων αφορά τη συχνότητα και όχι την οικονομική αξία: σύμφωνα με την έκθεση, οι ανοικτές διαδικασίες συγκεντρώνουν περίπου το 65% της συνολικής συμβουλευτικής αξίας. Η διάκριση


αυτή αποτρέπει το εσφαλμένο συμπέρασμα ότι το μεγαλύτερο μέρος της αξίας των συμβουλευτικών συμβάσεων ανατίθεται απευθείας. Μεθοδολογικός έλεγχος: το ποσό 21.546.801 € αφορά το 2021, ενώ για το 2020 η πρωτογενής έκθεση καταγράφει 11.087.226 €. Επιπλέον, η έρευνα δεν ταυτίζει κάθε σύμβαση υπηρεσιών με «συμβουλευτική»: εφαρμόζει επιλεγμένους CPV, ελάχιστο όριο 15.000 €, καθαρισμό ακυρωμένων και τροποποιημένων εγγραφών και, στις μικτές συμβάσεις, αποτιμά μόνο το συμβουλευτικό τμήμα. Η μελέτη ακολουθεί αυτή την πρωτογενή μεθοδολογία και όχι δευτερογενείς αναφορές. 25.4 Η μεταβολή από το 2020 έως το 2025 Από το 2020 έως το 2024, στη συνεπή σειρά των συνολικών απευθείας αναθέσεων, το πλήθος αυξήθηκε κατά 43,6% και η δημοσιευμένη αξία κατά 101,1%. Στα πέντε αυτά πλήρη έτη αθροίζονται 812.979 απευθείας αναθέσεις αξίας 9,985 δισ. €. Ξεχωριστά, μέσα στο ερευνητικό πεδίο της Consultocracy, οι συμβουλευτικές συμβάσεις αυξήθηκαν από 241 σε 569, δηλαδή κατά 136,1%, ενώ η καταγεγραμμένη συμβουλευτική αξία από 11.087.226 € σε 597.065.967 €, περίπου 53,9 φορές. Η συμβουλευτική αξία των ετών 2020–2024 αθροίζεται σε 950.793.963 €. Σε κάθε πλήρες έτος 2020–2024 οι απευθείας αναθέσεις αποτελούν την πλειονότητα του πλήθους των συμβουλευτικών συμβάσεων, με ποσοστά από 64,01% έως 80,91%. Τα μεγέθη των δύο σειρών παρουσιάζονται παράλληλα αλλά δεν αθροίζονται μεταξύ τους. Το 2025 οι συμβουλευτικές συμβάσεις της αποτύπωσης Consultocracy αυξάνονται σε 613, κατά 7,7% έναντι του 2024, ενώ η καταγεγραμμένη συμβουλευτική αξία υποχωρεί κατά 1,9%, στα 585.546.098 €. Οι απευθείας συμβουλευτικές αναθέσεις είναι 403, δηλαδή 65,74% του πλήθους. Η εξέλιξη αυτή μπορεί να συγκριθεί με το 2024 για το σκέλος των συμβουλευτικών, όχι όμως για το σύνολο των απευθείας αναθέσεων του Δημοσίου, όπου το διαθέσιμο στοιχείο του 2025 καλύπτει μόνο το δεκάμηνο Ιανουαρίου–Οκτωβρίου. 25.5 Το ζήτημα της διοικητικής ικανότητας και της λογοδοσίας Η εικόνα δημιουργεί εύλογο ερώτημα πολιτικής προτεραιότητας: με ποια κριτήρια κατανέμονται οι διαθέσιμοι πόροι ανάμεσα στην ενίσχυση της μόνιμης διοικητικής ικανότητας και στην αγορά εξωτερικής τεχνογνωσίας; Η απάντηση δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στο ύψος των συμβάσεων. Απαιτεί διαφάνεια για το αντικείμενο κάθε ανάθεσης, τεκμηρίωση της ανάγκης, πραγματικό ανταγωνισμό όπου αυτός είναι εφικτός, έλεγχο παραδοτέων, αποτίμηση κόστους–οφέλους και σαφείς όρους μεταφοράς γνώσης προς τις υπηρεσίες. Η εξωτερική τεχνογνωσία μπορεί να είναι απολύτως αναγκαία σε εξειδικευμένα, σύνθετα ή προσωρινά έργα. Κανένα από τα παραπάνω μεγέθη δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί συλλήβδην μια συμβουλευτική σύμβαση περιττή. Η κλίμακα και η επαναληπτικότητα των αναθέσεων επιβάλλουν όμως αυστηρό έλεγχο σκοπιμότητας, ανταγωνισμού, παραδοτέων και μεταφοράς γνώσης προς τη δημόσια διοίκηση. Όταν το Δημόσιο διαθέτει εκατοντάδες εκατομμύρια για εξωτερική τεχνογνωσία, οφείλει παράλληλα να τεκμηριώνει με την ίδια αυστηρότητα τις επιλογές του για τη στελέχωση, την αμοιβή και την αναβάθμιση των δικών του υπαλλήλων. 26. Οι τρεις διαφορετικές μορφές απώλειας 1. Συνολική πραγματική απώλεια (καθαρό εισόδημα διορθωμένο για πληθωρισμό): με Γενικό ΔΤΚ ΔΕ −20,4%, ΤΕ −12,0%, ΠΕ −11,2%· ως προς βασικές ανάγκες ΔΕ −29,9%, ΤΕ −22,5%, ΠΕ −21,8%. 2. Απώλεια από την καθυστέρηση των ΜΚ (πάγωμα 2016–2017): έως το 2025 ΔΕ 3.600 €, ΤΕ 5.940 €, ΠΕ 6.372 € μικτά. Με τις ισχύουσες σήμερα διαφορές ανά ΜΚ και εφόσον αυτές δεν μεταβληθούν νομοθετικά, η προβολή έως ~2033, οπότε κλείνει το χάσμα, είναι ΔΕ 7.200 €, ΤΕ 10.560 €, ΠΕ 11.328 € μικτά. 3. Απώλεια πρόσθετης δυνατότητας εισοδήματος (υπερωρίες): πραγματική αξία μειωμένη πάνω από 70% έναντι 2009. Οι τρεις αριθμοί δεν αθροίζονται μηχανικά — περιγράφουν διαφορετικές όψεις της ίδιας εισοδηματικής διαδρομής.


27. Η συνολική εικόνα του 2025 Δείκτης

ΔΕ

ΤΕ

ΠΕ

Καθαρό ετήσιο εισόδημα 2009 (με 13ο + 14ο, χωρίς υπερωρίες)

12.699 €

14.076 €

14.650 €

Καθαρό ετήσιο εισόδημα 2025 (χωρίς 13ο + 14ο, χωρίς υπερωρίες)

12.890 €

15.791 €

16.579 €

Ονομαστική μεταβολή

+1,5%

+12,2%

+13,2%

Σωρευτικός πληθωρισμός (Γεν.)

+27,5%

+27,5%

+27,5%

Σωρευτικό κόστος βασ. αναγκών

+44,8%

+44,8%

+44,8%

Πραγμ. αγορ. δύναμη (Γεν.)

−20,4%

−12,0%

−11,2%

Αγορ. δύναμη βασ. αναγκών

−29,9%

−22,5%

−21,8%

Σενάριο πλήρους αξιοποίησης μέγιστων υπερωριών (θεωρητικό μέγιστο) Καθαρό ετήσιο εισόδημα 2009 (με 13ο + 14ο + μέγιστες υπερωρίες)

15.075 €

16.757 €

17.461 €

Καθαρό ετήσιο εισόδημα 2025 (με μέγιστες υπερωρίες)

13.645 €

16.754 €

17.591 €

Ονομαστική μεταβολή με μέγιστες υπερωρίες

−9,5%

−0,02%

+0,7%

Πραγμ. αγορ. δύναμη με Γεν. ΔΤΚ −29,0% (με μέγιστες υπερωρίες)

−21,6%

−21,0%

Αγορ. δύναμη βασ. αναγκών (με μέγιστες υπερωρίες)

−31,0%

−30,4%

Σωρευτική πραγματική απώλεια

−37,5% ≈41.500 €

≈28.400 €

≈28.400 €

Απώλεια ΜΚ (2016–2025)

3.600 €

5.940 €

6.372 €

Προβολή απώλειας ΜΚ έως εξάλειψη (~2033)*

7.200 €

10.560 €

11.328 €

Πραγμ. μεταβ. αξίας υπερωριών

−74,7%

−71,5%

−71,2%

Σωρευτ. απώλεια υπερωριών (υποθ. μέγιστο)

≈44.600 €

≈48.900 €

≈51.200 €

Αξία δύο βασικών μισθών 2025

2.981 €

3.799 €

4.021 €

Το σενάριο μέγιστων υπερωριών είναι θεωρητικό ανώτατο όριο και δεν περιγράφει την πραγματική υπερωριακή απασχόληση κάθε υπαλλήλου. Χρησιμοποιείται για να φανεί αν η πλήρης αξιοποίηση της θεσμικά διαθέσιμης πρόσθετης εργασίας αρκεί για να αποκαταστήσει το εισόδημα του 2009. Ακόμη και σε αυτό το σενάριο, η πραγματική αγοραστική δύναμη του 2025 παραμένει αισθητά χαμηλότερη και στις τρεις κατηγορίες. 28. Τι προκύπτει για τη μισθολογική πολιτική Η συνολική εικόνα της περιόδου 2009–2025 δείχνει ότι η συζήτηση για τους μισθούς στο Δημόσιο δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται στις ονομαστικές αυξήσεις. Κάθε μισθολογική παρέμβαση πρέπει να αξιολογείται με


βάση την πραγματική αγοραστική δύναμη, το καθαρό διαθέσιμο εισόδημα, την εξέλιξη του κόστους βασικών αγαθών και τη συνολική απώλεια που έχει προηγηθεί. Οι αυξήσεις των τελευταίων ετών κινούν τους μισθούς προς τα πάνω, δεν έχουν όμως καλύψει το έδαφος που χάθηκε. Για τον λόγο αυτό χρειάζεται μια διαφορετική μισθολογική πολιτική, με σαφείς και μετρήσιμους στόχους αποκατάστασης. Πρώτος άξονας είναι η αναγνώριση της χαμένης διετίας 2016–2017. Η μη προσμέτρηση των δύο αυτών ετών εξακολουθεί να επηρεάζει τα μισθολογικά κλιμάκια πολλά χρόνια αργότερα και προκαλεί συγκεκριμένη, υπολογίσιμη απώλεια εισοδήματος. Η αποκατάσταση του χρόνου αυτού αποτελεί μία στοχευμένη παρέμβαση, με σαφές πεδίο εφαρμογής και δυνατότητα ακριβούς δημοσιονομικής κοστολόγησης. Δεύτερος άξονας είναι η επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού. Μετά την απόφαση 1201/2026 της Ολομέλειας του ΣτΕ, το ζήτημα βρίσκεται καθαρά στο πεδίο της νομοθετικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Η απουσία συνταγματικής υποχρέωσης δεν αφαιρεί από την Πολιτεία τη δυνατότητα να επιλέξει την επαναφορά τους. Η μελέτη δείχνει ότι η κατάργησή τους αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μόνιμες μεταβολές στο ετήσιο εισόδημα των δημοσίων υπαλλήλων. Τρίτος άξονας είναι η αμοιβή της υπερωριακής εργασίας. Η πρόσθετη εργασία στο Δημόσιο εξακολουθεί να αποζημιώνεται με έναν μηχανισμό που αποτιμά πολύ χαμηλά την ώρα εργασίας. Η σημερινή σύγκριση με τον ιδιωτικό τομέα είναι χαρακτηριστική. Για ίδιο μηνιαίο μισθό, η απογευματινή υπερωριακή αμοιβή στο Δημόσιο αντιστοιχεί περίπου στο 42,5% της νόμιμης υπερωριακής αμοιβής στον ιδιωτικό τομέα. Σε υπηρεσίες που λειτουργούν επί χρόνια με ελλείψεις προσωπικού, η πραγματική πρόσθετη εργασία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως φθηνή λύση κάλυψης οργανικών κενών. Υπάρχει όμως και μία τέταρτη διάσταση, που αφορά τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται οι διαθέσιμοι δημόσιοι πόροι. Το 2025 η καταγεγραμμένη αξία των συμβουλευτικών συμβάσεων ανήλθε σε 585.546.098 € για 613 συμβάσεις. Το μέσο ύψος κάθε συμβουλευτικής σύμβασης διαμορφώνεται έτσι σε περίπου 955.214 €. Το 2024, με 597.065.967 € για 569 συμβάσεις, το αντίστοιχο μέσο ύψος ήταν ακόμη μεγαλύτερο, περίπου 1.049.325 € ανά σύμβαση. Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το 2020 η μέση καταγεγραμμένη αξία μιας συμβουλευτικής σύμβασης ήταν περίπου 46.000 €. Το 2021 περίπου 69.500 €, το 2022 220.500 €, το 2023 456.000 €, το 2024 ξεπέρασε το 1 εκατ. € και το 2025 παρέμεινε κοντά στις 955.000 €. Η αύξηση αφορά επομένως όχι μόνο τον αριθμό των συμβάσεων, αλλά και την οικονομική κλίμακα του αντικειμένου που ανατίθεται εξωτερικά. Η σύγκριση με τη μισθολογική πολιτική δεν χρειάζεται υπερβολές για να είναι πολιτικά ισχυρή. Για την οριζόντια αύξηση των 30 € στους δημοσίους υπαλλήλους το συνολικό δημοσιονομικό κόστος του 2025 υπολογίστηκε σε 215 εκατ. € μαζί με τις εργοδοτικές εισφορές. Την ίδια περίοδο η καταγεγραμμένη αξία των συμβουλευτικών ήταν 585,5 εκατ. €, δηλαδή περίπου 2,72 φορές μεγαλύτερη. Τα ποσά έχουν διαφορετική λογιστική φύση και η σύγκριση αφορά αποκλειστικά την κλίμακα των πόρων. Το πολιτικό ερώτημα, ωστόσο, παραμένει απολύτως θεμιτό: όταν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ μπορούν να δεσμεύονται για εξωτερικές συμβουλευτικές υπηρεσίες, ποιο είναι το πραγματικό δημοσιονομικό όριο για την ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού που ασκεί καθημερινά τις μόνιμες λειτουργίες του κράτους; Η απάντηση δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στο επιχείρημα του δημοσιονομικού κόστους. Χρειάζεται αξιολόγηση προτεραιοτήτων, έλεγχος σκοπιμότητας των εξωτερικών αναθέσεων, τεκμηρίωση της προστιθέμενης αξίας τους και παράλληλη ενίσχυση της εσωτερικής διοικητικής ικανότητας του Δημοσίου.


29. Συμπέρασμα Η περίοδος 2009–2025 αποτυπώνει μια βαθιά μεταβολή στην οικονομική θέση των δημοσίων υπαλλήλων. Στη διάρκειά της συσσωρεύθηκαν περικοπές αποδοχών, περιορισμός και κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού, αλλαγές στα μισθολογικά συστήματα, πρόσθετες εισφορές, απώλεια δύο ετών μισθολογικής εξέλιξης, συρρίκνωση της δυνατότητας υπερωριακού εισοδήματος και σημαντική αύξηση του κόστους ζωής. Ο σωρευτικός Γενικός ΔΤΚ αυξήθηκε κατά 27,5%, ενώ ο σταθερός δείκτης των τριών βασικών ομάδων που χρησιμοποιεί η μελέτη αυξήθηκε κατά 44,8%. Οι αυξήσεις του 2024 και του 2025 έχουν ενσωματωθεί πλήρως στους υπολογισμούς, όμως η πραγματική απόσταση από το 2009 παραμένει. Με τον επίσημο Γενικό ΔΤΚ, η αγοραστική δύναμη το 2025 είναι χαμηλότερη κατά 20,4% για τον ΔΕ, 12,0% για τον ΤΕ και 11,2% για τον ΠΕ. Ως προς τις βασικές ανάγκες, η απόσταση φθάνει το 29,9%, 22,5% και 21,8% αντίστοιχα. Η υπερωριακή εργασία αναδεικνύεται σε ξεχωριστό μισθολογικό ζήτημα. Η μέγιστη θεσμικά διαθέσιμη υπερωριακή αμοιβή έχει μειωθεί πάνω από 70% σε πραγματικούς όρους σε σχέση με το 2009. Στο θεωρητικό σενάριο πλήρους αξιοποίησης του εκάστοτε ανώτατου ορίου, η σωρευτική πραγματική απώλεια για την περίοδο 2010–2025 προσεγγίζει τα 44.600 ευρώ για τον ΔΕ, 48.900 ευρώ για τον ΤΕ και 51.200 ευρώ για τον ΠΕ. Ακόμη και με μέγιστες υπερωρίες και στα δύο έτη, η πραγματική απώλεια παραμένει περίπου 21% έως 29% με τον Γενικό ΔΤΚ και περίπου 30% έως 38% ως προς τις βασικές ανάγκες. Η σύγκριση του σημερινού Δημοσίου με τον ελληνικό ιδιωτικό τομέα δείχνει ότι το πρόβλημα δεν εξαντλείται στο όριο των ωρών. Για τον ίδιο μηνιαίο μισθό, η απογευματινή υπερωριακή αμοιβή του Δημοσίου αντιστοιχεί περίπου στο 42,5% της νόμιμης υπερωριακής αμοιβής του ιδιωτικού τομέα. Με αμετάβλητο όριο 20 ωρών τον μήνα και αλλαγή μόνο του τρόπου αποζημίωσης, η μέγιστη ετήσια μικτή αμοιβή θα αυξανόταν περίπου κατά 135% και για τα τρία προφίλ, από 1.318 σε 3.101 ευρώ για τον ΔΕ, από 1.668 σε 3.924 ευρώ για τον ΤΕ και από 1.764 σε 4.150 ευρώ για τον ΠΕ. Η ευρωπαϊκή σύγκριση προσθέτει μια κρίσιμη διάσταση. Στα πέντε δημόσια συστήματα που εξετάστηκαν, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία και Κύπρος, η πρόσθετη εργασία αποτιμάται με μηχανισμούς που συνδέονται με το κανονικό ωρομίσθιο και προσαυξήσεις, με πολλαπλασιαστές, με προκαθορισμένες αυξημένες τιμές ή με ενισχυμένο χρόνο ανάπαυσης. Στο συγκεκριμένο δείγμα δεν εντοπίστηκε ανάλογος μηχανισμός με το ελληνικό 1/280 του βασικού μισθού χωρίς ποσοστιαία προσαύξηση για την απλή απογευματινή υπερωρία. Η μελέτη δεν γενικεύει το εύρημα σε όλα τα κράτη και σε κάθε καθεστώς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η σύγκριση όμως αρκεί για να τεκμηριώσει ότι ο ελληνικός τρόπος υπολογισμού βρίσκεται σε εξαιρετικά δυσμενή θέση και δικαιολογεί σοβαρή επανεξέταση. Η διετία 2016–2017 αποτελεί δεύτερο παράδειγμα επίπτωσης που επιβιώνει πολύ μετά την εφαρμογή του αρχικού μέτρου. Οι επιβεβαιωμένες μικτές απώλειες έως το τέλος του 2025 φθάνουν τα 3.600 ευρώ για τον ΔΕ, 5.940 ευρώ για τον ΤΕ και 6.372 ευρώ για τον ΠΕ, ενώ η χρονική υστέρηση συνεχίζεται μέχρι την εξάλειψή της στα καταληκτικά ΜΚ. Η αποκατάσταση του χρόνου αυτού μπορεί να κοστολογηθεί με σαφήνεια και να αντιμετωπιστεί ως αυτοτελής μισθολογική επιλογή. Μέσα σε αυτή την εικόνα, η ανάπτυξη της αγοράς συμβουλευτικών υπηρεσιών του Δημοσίου δημιουργεί ένα πρόσθετο ερώτημα πολιτικής προτεραιότητας. Το 2025 καταγράφονται 613 συμβουλευτικές συμβάσεις αξίας 585,5 εκατ. ευρώ, με μέση καταγεγραμμένη αξία περίπου 955 χιλ. ευρώ ανά σύμβαση. Το 2024 η μέση αξία είχε ξεπεράσει το 1 εκατ. ευρώ. Την ίδια στιγμή, η οριζόντια αύξηση των 30 ευρώ στους δημοσίους υπαλλήλους είχε συνολικό δημοσιονομικό κόστος 215 εκατ. ευρώ μαζί με τις εργοδοτικές εισφορές. Η σύγκριση αυτή αφορά την κλίμακα και δεν εξομοιώνει συμβασιοποιημένη αξία με ετήσια ταμειακή δαπάνη. Επίσης δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι κάθε συμβουλευτική σύμβαση είναι περιττή. Η εξωτερική τεχνογνωσία μπορεί να είναι αναγκαία και χρήσιμη. Η μεγάλη κλίμακα των αναθέσεων επιβάλλει όμως διαφάνεια για την ανάγκη, το κόστος, τον ανταγωνισμό, τα παραδοτέα και τη μεταφορά γνώσης προς τη δημόσια διοίκηση, με την ίδια δημοσιονομική αυστηρότητα που εφαρμόζεται στις μισθολογικές παρεμβάσεις. Τα ευρήματα συγκλίνουν σε ένα κοινό ζήτημα δημόσιας πολιτικής. Η Πολιτεία αποφασίζει ταυτόχρονα πόσο θα αμείβει τη μόνιμη εργασία, πόσο θα αποτιμά την πρόσθετη ώρα, ποιον χρόνο υπηρεσίας θα αναγνωρίζει


και πόσους πόρους θα κατευθύνει στην αγορά εξωτερικής τεχνογνωσίας. Οι αποφάσεις αυτές επηρεάζουν τη στελέχωση, τη θεσμική μνήμη, την εσωτερική διοικητική ικανότητα και τελικά την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών. Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης παραμένει καθαρό. Η ονομαστική άνοδος των αποδοχών δεν αρκεί ως μέτρο μισθολογικής αποκατάστασης. Το κρίσιμο μέγεθος είναι το καθαρό ετήσιο εισόδημα, η πραγματική αγοραστική του δύναμη και η οικονομική αξία που αποδίδεται στην εργασία, τακτική και πρόσθετη. Με αυτό το κριτήριο, η μισθολογική αποκατάσταση των δημοσίων υπαλλήλων παραμένει ανολοκλήρωτη. Η επόμενη συζήτηση χρειάζεται να περιλάβει την πραγματική αγοραστική δύναμη, την αναγνώριση της διετίας 2016–2017, τη νομοθετική δυνατότητα επαναφοράς του 13ου και 14ου μισθού, την αναμόρφωση του τρόπου αμοιβής της υπερωριακής εργασίας και τον έλεγχο των δημοσιονομικών προτεραιοτήτων. Το ερώτημα για το πόσα χρήματα μπορεί να διαθέσει ο προϋπολογισμός στους υπαλλήλους του συνδέεται αναπόφευκτα με το πού επιλέγει ήδη το κράτος να διαθέτει τους διαθέσιμους πόρους του.


Πηγές  ΕΛΣΤΑΤ, Δείκτης Τιμών Καταναλωτή: μέσοι ετήσιοι Γενικοί Δείκτες 2009–2025 και ετήσιοι μέσοι υποδείκτες ομάδων Διατροφή/Στέγαση/Μεταφορές. Για τις ομάδες χρησιμοποιήθηκαν οι επίσημες σειρές με αναφορά 2009=100 έως το 2020 και 2020=100 για τα επόμενα έτη, με σύνδεση μέσω του κοινού 2020. Το 2016 επαληθεύτηκε από τους 12 επίσημους μηνιαίους υποδείκτες. Κεντρική σειρά ΔΤΚ: https://www.statistics.gr/en/statistics/-/publication/DKT87/  ΕΛΣΤΑΤ, Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών 2024.  Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών: εγκύκλιοι αναπροσαρμογής βασικών μισθών (70 € από 1.1.2024, 40 € από 1.4.2026), οδηγίες ν. 5045/2023.  Ν. 3205/2003, ν. 3833/2010, ν. 3845/2010, ν. 3986/2011, ν. 4024/2011, ν. 4354/2015, ν. 4093/2012· ΑΑΔΕ (κατάργηση ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, φορ. έτος 2023).  Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, εγκύκλιος 2/1015/ΔΕΠ/5.1.2016: εφαρμογή ν. 4354/2015, πίνακες κατάταξης ΜΚ και διαφορές βασικών μισθών ανά κλιμάκιο.  Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, εγκύκλιος 2/1868/ΔΕΠ/8.2.2018 (ΑΔΑ 695ΟΗ-ΖΘΜ): άρση αναστολής μισθολογικής εξέλιξης από 1.1.2018, διατήρηση πλεονάζοντος χρόνου και μη προσμέτρηση της περιόδου 1.1.2016–31.12.2017.  Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, εγκύκλιοι 2/97758/ΔΕΠ/19.10.2023, 2/34037/ΔΕΠ/1.4.2025 και 54692 ΕΞ 03.04.2026: οι οριζόντιες προσαυξήσεις 70 €, 30 € και 40 € αντίστοιχα προστίθενται ως σταθερά ποσά στους βασικούς μισθούς, χωρίς να αλλάζουν τον τρόπο διαμόρφωσης των ΜΚ και τις μεταξύ τους διαφορές.  e-ΕΦΚΑ, «Υπάλληλοι Δημοσίου / Σύνταξη λόγω γήρατος / Ποσό»: η ανταποδοτική σύνταξη υπολογίζεται με βάση τις συντάξιμες αποδοχές και τον χρόνο ασφάλισης από το 2002 και μετά.  Συμβούλιο της Επικρατείας, Ολομέλεια, απόφαση 1201/2026.  Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, «Οριζόντια αύξηση στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων», 26.3.2025: δημοσιονομικό κόστος της αύξησης των 30 € για το 2025, 215 εκατ. € μαζί με εργοδοτικές εισφορές και 179 εκατ. € χωρίς αυτές. https://minfin.gov.gr/orizontia-afxisi-30-evrostous-misthous-ton-dimosion-ypallilon/  ΠΑΣΟΚ–Κίνημα Αλλαγής, Τροπολογία 9.7.2025, Πίνακας 1, ο οποίος δηλώνει ότι βασίζεται σε επίσημα στοιχεία ΚΗΜΔΗΣ: 131.417 / 1,255 δισ. € (2020), 143.031 / 1,583 δισ. € (2021), 165.034 / 2,033 δισ. € (2022), 184.757 / 2,590 δισ. € (2023), 188.740 / 2,524 δισ. € (2024), για πλήθος και αξία απευθείας αναθέσεων αντίστοιχα.  ΚΗΜΔΗΣ, δεκάμηνο Ιανουαρίου–Οκτωβρίου 2025, όπως δημοσιεύθηκε στη Ναυτεμπορική: 161.069 συμβάσεις με απευθείας ανάθεση, συνολικής αξίας 2,261 δισ. €. Το στοιχείο χρησιμοποιείται μόνο ως μερική αποτύπωση του 2025 και όχι ως πλήρες δωδεκάμηνο.  Vouliwatch–Solomon, «Consultocracy: Χαρτογράφηση των Συμβουλευτικών Υπηρεσιών στο Ελληνικό Δημόσιο», Φεβρουάριος 2026, στοιχεία ΚΗΜΔΗΣ 2017–2025, αποτύπωση βάσης 31.12.2025. Γράφημα 2: ετήσια συμβουλευτική αξία. Γράφημα 3: αριθμός συμβάσεων και απευθείας αναθέσεων ανά έτος. Μεθοδολογία πλατφόρμας: επιλεγμένοι CPV συμβουλευτικών υπηρεσιών, ελάχιστη συμβουλευτική αξία 15.000 €, αποτίμηση συμβουλευτικού τμήματος στις μικτές συμβάσεις και ποσό τμήματος με ΦΠΑ. https://consultocracy.vouliwatch.gr/report και https://consultocracy.vouliwatch.gr/about  ΕΑΑΔΗΣΥ / ΕΑΔΗΣΥ, ιστορικό αλλαγών ΚΗΜΔΗΣ και Ετήσια Έκθεση Πεπραγμένων 2019: το πεδίο «Είδος διαδικασίας» κατέστη υποχρεωτικό στη φόρμα συμβάσεων από τον Οκτώβριο 2019 και η σχετική παραμετροποίηση έγινε για να καταστεί δυνατή η παραγωγή εγκυρότερων στατιστικών για απευθείας αναθέσεις.


 Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, εγκύκλιος 54692 ΕΞ 03.04.2026, «Αναπροσαρμογή βασικών μισθών προσωπικού δημοσίου τομέα έτους 2026», με τους αναμορφωμένους πίνακες βασικών μισθών και υπερωριακής αποζημίωσης από 1.4.2026.  Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, «Χρονικά Όρια Εργασίας» και «Κατώτατος Μισθός»: υπερεργασία με προσαύξηση 20%, νόμιμη υπερωρία με προσαύξηση 40%, γενικό όριο 150 ωρών ετησίως και κατώτατος μισθός 920 € από 1.4.2026 (Υ.Α. 8934/27.3.2026, Β΄ 1759).  Γερμανία: Bundesarbeitsgericht, αποφάσεις 6 AZR 253/19 και 6 AZR 481/21, εφαρμογή §8 TVöD για την υπερωριακή προσαύξηση 30% στις EG 1–9b και 15% στις EG 9c–15. https://www.bundesarbeitsgericht.de/entscheidung/6-azr-253-19/  Γαλλία: Légifrance, Décret n°2002-60 du 14 janvier 2002, άρθρα 6–8. Ωριαία βάση από ετήσιο μικτό μισθό και τυχόν indemnité de résidence δια 1.820, συντελεστής 1,25 για τις πρώτες 14 ώρες και 1,27 για τις επόμενες. https://www.legifrance.gouv.fr/loda/article_lc/LEGIARTI000018196586  Ισπανία: BOE, IV Convenio colectivo único para el personal laboral de la Administración General del Estado, άρθρο 72. Αντιστάθμιση κατά προτεραιότητα με 2 ώρες ανάπαυσης ανά ώρα υπερωρίας και 2,5 ώρες για νυχτερινή ή αργία, με ανώτατο όριο 60 ώρες ετησίως. https://www.boe.es/buscar/act.php?id=BOE-A-2019-7414  Ιταλία: ARAN, CCNL Comparto Funzioni Centrali 2022–2024, άρθρο 29, ωριαία αμοιβή με διαιρέτη 156, και CCNL 2016–2018, άρθρο 25, προσαυξήσεις υπερωρίας 15%, 30% και 50% και γενικό ατομικό όριο 200 ωρών. https://www.aranagenzia.it/documento_pubblico/contrattocollettivo-nazionale-di-lavoro-del-comparto-funzioni-centrali-periodo-2022-2024/  Κύπρος: Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, Υπουργείο Οικονομικών, εγκύκλιος 4.3.2025 για υπερωριακή απασχόληση. Φόρμουλα 1:1,5 κατά τις καθημερινές και τα Σάββατα έως 13:00 και 1:2 κατά τα Σάββατα μετά τις 13:00, Κυριακές και αργίες, με δυνατότητα αποζημίωσης σε χρόνο ή χρήμα. Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, ΠΟΛ.1163/12.12.2008, παρακράτηση φόρου εισοδήματος για το ημερολογιακό έτος 2009: κλίμακα μισθωτών με αφορολόγητο 12.000 €, συντελεστή 25% για το τμήμα 12.000–30.000 €, 35% για 30.000–75.000 € και 40% άνω των 75.000 €. Η ίδια εγκύκλιος ορίζει για τον ετήσιο προσδιορισμό 12 μηνιαίους μισθούς μαζί με δώρο Χριστουγέννων, δώρο Πάσχα και επίδομα αδείας. https://www.forin.gr/articles/article/4145/pol-1163-2008 ΑΑΔΕ, φορολογία εισοδήματος από μισθωτή εργασία: κλίμακα 9% έως 10.000 €, 22% για 10.001–20.000 €, 28% για 20.001–30.000 €, 36% για 30.001–40.000 € και 44% άνω των 40.000 €, με μείωση φόρου 777 € για φορολογούμενο χωρίς εξαρτώμενα τέκνα και σταδιακή μείωσή της πάνω από τα 12.000 €. https://www.aade.gr/omogeneis-katoikoi-exoterikoy/eisodima/katigories-eisodimatos-kai-forologiaeisodimatos-stin-ellada Σημείωση έκδοσης: όλα τα μεγέθη αγοραστικής δύναμης υπολογίστηκαν από επίσημες χρονοσειρές της ΕΛΣΤΑΤ. Ο Γενικός ΔΤΚ παραμένει αμετάβλητος. Η τελική επαλήθευση των ετήσιων δεικτών Διατροφής, Στέγασης και Μεταφορών, με κοινή αλυσωτή αναφορά 2009=100 και σύνδεση μέσω του 2020, δίνει σωρευτικό Δείκτη Βασικών Αναγκών +44,8%.


Παράρτημα — Μεθοδολογικές παραδοχές Το παράρτημα συγκεντρώνει τις παραδοχές, τις πηγές και τους τύπους κάθε υπολογισμού, ώστε η μελέτη να είναι αυτοτελής και πλήρως ελέγξιμη. Α. Καθαρές αποδοχές Τα καθαρά ποσά προκύπτουν από τις μικτές τακτικές αποδοχές, αφαιρώντας τις ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένου, τον φόρο εισοδήματος με την εκάστοτε ισχύουσα κλίμακα, και την ειδική εισφορά αλληλεγγύης όπου ίσχυε (καταργημένη για το Δημόσιο από το φορολογικό έτος 2023). Πρόκειται για τυποποιημένη οικονομική ανακατασκευή και όχι ατομικό εκκαθαριστικό· οι ακριβείς ασφαλιστικές βάσεις διαφέρουν ανά ασφαλιστική υπαγωγή και χρόνο πρώτης ασφάλισης. Είναι το σκέλος με τη μεγαλύτερη εγγενή αβεβαιότητα, δεν μεταβάλλει όμως την κατεύθυνση των συμπερασμάτων, καθώς ακόμη και ονομαστικά ο ΔΕ εμφανίζει μόλις +1,5% σε 16 έτη. Για το πρόσθετο σενάριο της §13.1, η ίδια τυποποιημένη μέθοδος εφαρμόζεται στο συνολικό ετήσιο μικτό εισόδημα μετά την προσθήκη των μέγιστων υπερωριών, ώστε ο φόρος να επανυπολογίζεται στο νέο συνολικό φορολογητέο εισόδημα και να μην προκύπτει τεχνητή υπερεκτίμηση του καθαρού ποσού. Β. Δείκτες τιμών Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ, Δείκτης Τιμών Καταναλωτή. Γενικός Δείκτης: επίσημη σειρά με βάση 2020=100, 2009 = 94,857 → 2025 = 120,909 (σωρευτικά +27,46%). Για τις ομάδες Διατροφή, Στέγαση και Μεταφορές χρησιμοποιείται πλήρης ετήσια σειρά 2009–2025 σε κοινή αλυσωτή αναφορά 2009=100: επίσημοι ετήσιοι μέσοι 2009–2020 και σύνδεση της νεότερης επίσημης σειράς 2020=100 για το 2021–2025 μέσω του κοινού έτους 2020. Το πραγματικό εισόδημα υπολογίζεται με τον αντίστοιχο δείκτη κάθε έτους. Γ. Δείκτης Βασικών Αναγκών Σταθμίσεις: οι επίσημες σταθμίσεις ΕΛΣΤΑΤ 2025 (Διατροφή 209,28‰, Στέγαση 138,63‰, Μεταφορές 145,29‰), αναγμένες στο άθροισμα των τριών ομάδων, δίνουν βάρη 42,4% / 28,1% / 29,5%. Επειδή οι τρεις συνδεδεμένες σειρές εκφράζονται πλέον όλες με κοινή αναφορά 2009=100, ο δείκτης υπολογίζεται ως 0,424×Διατροφή + 0,281×Στέγαση + 0,295×Μεταφορές. Χρησιμοποιούνται σταθερές σταθμίσεις 2025 σε όλη την περίοδο, ώστε να μετράται ένα σταθερό αναλυτικό καλάθι. Σωρευτικό κόστος 2009→2025: +44,8%. Πρόκειται για συμπληρωματικό αναλυτικό δείκτη και όχι για επίσημο δείκτη πληθωρισμού της ΕΛΣΤΑΤ. Δ. Μισθολογικά κλιμάκια και έτη υστέρησης Ποσό διαφοράς ανά διαδοχικό ΜΚ (ν. 4354/2015): ΔΕ 60 €, ΤΕ 55 €, ΠΕ 59 €/μήνα. Η εξέλιξη απαιτεί τρία έτη ανά ΜΚ για ΔΕ και δύο έτη για ΤΕ/ΠΕ. Τα καταληκτικά κλιμάκια είναι ΔΕ ΜΚ13 και ΤΕ/ΠΕ ΜΚ19. Για τα τυποποιημένα προφίλ της μελέτης, με 21 έτη αναγνωρισμένης υπηρεσίας στις 31.12.2015, η αρχική κατάταξη την 1.1.2016 είναι ΔΕ ΜΚ8 χωρίς πλεονάζοντα χρόνο και ΤΕ/ΠΕ ΜΚ11 με ένα έτος πλεονάζοντα χρόνο. Η διετία 2016–2017 δεν προσμετράται, ενώ ο πλεονάζων χρόνος διατηρείται. Έως 31.12.2025 προκύπτουν 5 έτη μισθολογικής διαφοράς για ΔΕ και 9 για ΤΕ/ΠΕ, με μικτή σωρευτική απώλεια 3.600 €, 5.940 € και 6.372 € αντίστοιχα. Με βάση τις ισχύουσες σήμερα διαφορές ανά ΜΚ και εφόσον αυτές δεν αλλάξουν νομοθετικά, μέχρι την εξάλειψη της υστέρησης το 2033 τα έτη με διαφορά είναι 10 για ΔΕ και 16 για ΤΕ/ΠΕ, με προβολή συνολικής μικτής απώλειας 7.200 €, 10.560 € και 11.328 €. Οι οριζόντιες αυξήσεις 2024, 2025 και 2026 δεν αλλάζουν τις διαφορές μεταξύ των ΜΚ. Ε. Σύνταξη (δυσμενέστερο σενάριο) Η εθνική σύνταξη δεν επηρεάζεται. Η ανταποδοτική μειώνεται κατά (μείωση μέσης συντάξιμης βάσης) × (σωρευτικό ποσοστό αναπλήρωσης). Για τον υπάλληλο «Χ»: μέση συντάξιμη βάση χαμηλότερη κατά ~48 €/μήνα (ένα ΜΚ ΠΕ σταθμισμένο με τα έτη υστέρησης προς το σύνολο των ετών), ποσοστό αναπλήρωσης ~42,8% για 37 έτη → ~20 €/μήνα χαμηλότερη σύνταξη. Διάρκεια σύνταξης: 20 έτη (συντηρητικά), με εύρος 20–22 έτη που αντιστοιχεί σε ~4.800–5.400 €. ΣΤ. Υπερωρίες


Ρητά υποθετικό σενάριο πλήρους αξιοποίησης του ανώτατου ορίου· μετρά τη μέγιστη θεσμικά διαθέσιμη αμοιβή, όχι την τυπική. Όρια: 60 → 40 → 20 ώρες/μήνα· ωρομίσθιο 1/200 → 1/280 του βασικού μισθού. Παρουσιάζονται σε μικτές αποδοχές, αυτοτελώς, χωρίς ενσωμάτωση στη βασική σειρά καθαρών ποσών. Η σωρευτική πραγματική απώλεια υπερωριών (§13) υπολογίζεται με το ανώτατο όριο ωρών και το ωρομίσθιο κάθε έτους, με τον βασικό μισθό σε γραμμική παρεμβολή μεταξύ των επίσημων τιμών 2009 και 2025, και σε τιμές 2009· είναι θεωρητικό μέγιστο και δεν αθροίζεται στις τακτικές αποδοχές. Στην §13.1 παρουσιάζεται επιπλέον καθαρό σενάριο, στο οποίο οι μέγιστες υπερωρίες εντάσσονται στο συνολικό ετήσιο εισόδημα και επανυπολογίζονται οι κρατήσεις και ο φόρος με τις ίδιες παραδοχές της βασικής σειράς. Πρόκειται επίσης για θεωρητικό μέγιστο και όχι για τυπική ή εγγυημένη υπερωριακή απασχόληση. Ζ. Γενική αρχή Δεν αθροίζονται δύο φορές οι ίδιες απώλειες. Η συνολική πραγματική απώλεια ενσωματώνει ήδη περικοπές, δώρα, ΜΚ, φόρους και πληθωρισμό· τα επιμέρους μεγέθη (ΜΚ, υπερωρίες, αξία δώρων) παρατίθενται επεξηγηματικά, για να φανεί η προέλευση της απώλειας. Η. Δημόσιες συμβάσεις και συμβουλευτικές υπηρεσίες Για τις συμβουλευτικές χρησιμοποιείται ως σταθερό σημείο αναφοράς η έκθεση Consultocracy με αποτύπωση ΚΗΜΔΗΣ στις 31.12.2025. Τα μεγέθη της έκθεσης αποτελούν ερευνητικά ορισμένη σειρά και όχι απογραφή κάθε σύμβασης που θα μπορούσε γενικά να χαρακτηριστεί «συμβουλευτική». Η επιλογή βασίζεται σε CPV συμβουλευτικών και γνωμοδοτικών υπηρεσιών, ποιοτικούς ελέγχους και ελάχιστο όριο συμβουλευτικής αξίας 15.000 €. Στις μικτές συμβάσεις προσμετράται μόνο το συμβουλευτικό τμήμα και η δημοσιευμένη μεθοδολογία της πλατφόρμας διευκρινίζει ότι το ποσό του τμήματος λαμβάνεται με ΦΠΑ. Η αξία υπογεγραμμένων συμβάσεων δεν ταυτίζεται με πληρωμές του ίδιου έτους. Για τις συνολικές απευθείας αναθέσεις 2020–2024 χρησιμοποιείται χωριστή, ενιαία δημοσιευμένη λήψη ΚΗΜΔΗΣ και τα μεγέθη της δεν αθροίζονται με τη σειρά Consultocracy. Το 2025 παραμένει χωριστά σημειωμένο ως δεκάμηνο μόνο για το σύνολο των απευθείας αναθέσεων. Η «απευθείας ανάθεση» δεν συγχέεται με τη «διαπραγμάτευση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση», η οποία αποτελεί διαφορετικό τύπο διαδικασίας.


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook