Skip to main content

Τεύχος 65

Page 1

ΑΡΙΘ. 65 · 23.3.83 · ΔΡΧ. 100


Κάΰεμέρα εγκαίνια Κάθε μέρα- ’Από τό 1841. ίτί εγκαινιάζουμε: καταστήματα, Οργανωτικά συστήματα, τρόπους αυτοματισμούς, μηχανογραφικές εξελίξεις, διαδικασίες άπλούστερες καί επωφελέστερες γιά τό κοινά. Γι' αίτιό 6 μισός άνεργός πληθυσμός τής χώρας μας συνεργάζεται μέ τήν Εθνική Τράπεζα, γι’ αίιτό κάθε δυναμική μορφή συναλλαγής φέρνει τήν υπογραφή μας. Μέ τήν παράδοση οικοδομούμε τό μέλλον.

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ


Αφορά κάθε γυναίκα

h i

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ

ΑΝΤΡΙΕΝ ΡΙΤΣ ΓΕΝΝΗΜΑ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Η σημασία του π ό νο υ , σαν μιά αρχέτυπη γυναικεία εμπειρία. Μιά εμπειρία που καθορίζεται από ένα θεσμό που επιβάλλεται σε όλες τις γυναίκες πα ντού, στο παρελθόν και στο παρόν. Η σχέση μητέρας γιού και μητέρας κόρης.

Ένα σημαντικό βιβλίο ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ - ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΕΣ

Α.Α. ΛΙΒΑΝΗ & ΣΙΑ Ε.Ε. ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ

«ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ» Σόλωνος 94, Τηλ. 3600.398 - 3610.589


Μήν ξεχνάτε τή μεγάλη προσφορά τού «Διαβάζω», τά άφιερώματα: Β ιβλία γιά π α ιδ ιά (No 24)

Σοβιετική λογοτεχνία (No 57)

Γυναικεία λογοτεχνία (No 36)

’Αντίσταση κα ί λογοτεχνία (No 58)

Λ ούκατς (No 41)

Λ ατινοαμερικανική λογοτεχνία (No 59)

Τό σχολικό βιβλίο (No 47)

Μ πα λζάκ (No 60)

Κ άφκα (No 50)

Δημήτρης Γληνός (No 61)

Π ρούστ (No 52)

Τζέημς Τ ζόυς (No 62)

Φώκνερ (No 54)

Κώστας Χ ατζηαργύρης (No 63)

’Αγγλική λογοτεχνία (No 56)

Ή γενιά τώ ν μπήτνικ (No 64)

gggl

m

g

wm

Κι άκόμη τίς συνεντεύξεις με τούς: Μένη Κ ουμανταρέα (No 1)

Γιάννη Τσαροΰχη (No 42)

Γιώ ργο Ίω ά ν νο υ (No 9)

Τάκη Σινόπουλο (No 46)

Διονύση Σαββόπουλο (No 10)

Νίκο Καρού ζο (No 48)

Γαβριήλ Π εντζίκη (Ν α 11)

Λ ογοτέχνες τής νεότερης γενιά ς (No 50)

’Ιάκω βο Καμπανέλλη (No 12)

Κ. Θ. Δημαρά (No 53)

Νίκο Σβορώ νο (No 18)

Δ ιδώ Σω τηρίου (No 58)

Μέντη Μ ποσταντζόγλου (No 19)

Κ υριάκο Σιμόπουλο (No 59)

Νίκο Π ουλα ντζά (No 27)

Κώστα Ζουράρη (No 60)

’Α λέξανδρο Κ οτζιά (No 28)

Σ π ύρ ο Ά σ δ ρ α χ ά (No 61)

Στρατή Τσίρκα (No 29)

’Εμμανουήλ Κ ριαρά (No 62)

Ζωή Καρέλλη (No 30)

Ά λ . Φ ιλιππόπουλο (No 63)

"Αλκή Ζέη (No 33)

Καίη Τσιτσέλη (No 64)


ΔΙΑΒΑΖΩ Ό μ ηρου 34, ’Αθήνα - 135 Σύνταξη: 36.40.487 Λογιστήριο: 36.40.488 Διαφημίσεις: 36.26.910

Τεύχος 65 23 Μαρτίου 1983 Τιμή: Δρχ. 100 ’Εξώφυλλο Γιώργου Γαλάντη

Π Ε Ρ I Ε X Ο Μ ΕΝΑ

Διευθυντής: Περ. Άθανασόπουλος ’Αρχισυντάκτης: Νίκος Στεφανάκης Σύνταξη: Γιώργος Γαλάντης, Σοφία Γεμενάκη, Δημήτρης Δεληπέτρος, Βασίλης Καλαμαράς, Γλύκα Μαρκοπουλιώτου, Η ρακλής Παπαλέξης, Βασίλης Τσάμης Γραμματεία Σύνταξης: Γιώργος Σαρηγιάννης Οικονομικός υπεύθυνος: Βάσω Σπάθή Διαφημίσεις: 'Ηρακλής Παπαλέξης Διορθώσεις: Πέτρος Στεφανάκης Σελιδοποίηση: Νένη Ράις Στοιχειοθεσία: Φωτοκύτταρο ΕΠΕ, 'Υμηττού 219, Παγκράτι, τηλ. 75.16.333 Διαφάνειες: Δ. Π. Άγγελής, Πειραιώς 1, τηλ. 32.44.325 ’Εκτύπωση: Βαλασάκης-Άγγελής Ο.Ε., Ταύρου 21 τηλ. 34.66.927 Βιβλιοδεσία: Νικ. Κατριβάνος & Σία Ο.Ε., Στ. Γόνατά 48 τηλ. 57.49.951 Διανομή: Νέο Πρακτορείο Τύπου Κεντρική διάθεση: «Διαβάζω» Όμηρου 34 Τηλ. 36.40.488 Πειραιάς: Βιβλιοπωλείο «Κιβωτός» Δραγάτση 1

ΠΡΟΛΕΓΟΜ ΕΝΑ 4 ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ: Γράφει 6 Γιώργος Βέλτσος 5 ΔΙΑΛΟΓΟΙ: Γράφουν οι: περ. «Ευθύνη», Δ. Δασκαλόπουλος, Λάμπης Ράππας, Θ. Γραμματάς, Σπύρος Τσακνιάς καί Πάνος Θασίτης 6 Η ΑΓΟΡΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ 10

Α ΦΙΕΡΩ Μ Α

Εισαγωγή Catherine Clement: Ψυχανάλυση καί κοινωνική άνθρωπολογία Dominique Grisoni: Τό οικογενειακό «μυθιστόρημα» Διονύσης Λιάρος: Ή ψυχαναλυτική άριστερά καί ό φροϋδομαρξισμός Φωτεινός Κατσαούνης: Ό Κ. Γκ. Γιούνγκ καί ή άναλυτική ψυχολογία Rainer Rochlitz: Ψυχανάλυση καί κριτική θεωρία Βαγγέλης Ή λιόπουλος: Έ ρ ιχ Φρόμ Franqois George: Ό Σάντορ Φερέντσι καί ή «βιοανάλυση» Φιλόθεος Φάρος: Πρόδρομοι τής ψυχανάλυσης στή μεταχριστιανική έλληνική πνευματικότητα Φωτεινή Τσαλίκογλου-Κωστοπούλου: Οί μυθικές διαστάσεις τής παραφροσύνης Μικρό λεξικό τών σημαντικότερων όνομάτων τής ψυχανάλυσης

11 12 16 26 35 37 43 47 50 52 59

ΟΔΗΓΟΣ ΒΙΒΛΙΩΝ

Θεσσαλονίκη: Βιβλιοπωλείο Μ. Κοτζιά καί Σία Τσιμισκή 78 Τηλ. 279.720, 268.940 Κύπρος: Πρακτορείο βιβλίου Χρ. Άνδρέου καί Σία Ρηγαίνης 64 Λευκωσία

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ: Γράφει ό Μανόλης Λαμπρίδης ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ: Γράφουν οί Κώστας Γ. Παπαγεωργίου καί Μιχαήλ Μήτρας ΜΕΛΕΤΕΣ: Γράφει ή Νίκη Λοϊζίδη

65

Π Λ ΑΙΣΙΟ :. Γράφει ό Β. Παγκουρέλης

67

ΠΛΑΙΣΙΟ ΓΙΑ ΠΑ ΙΔΙΑ : Γράφει ή Ε. Παμπούκη

71

67 70

ΔΕΛΤΙΟ

Κυκλοφορεί σέ 10.000 άντίτυπα Υπεύθυνος τυπογραφείου: 'Υμηττού 219, Παγκράτι

ΧΡΟΝΙΚΑ

Κ.

Λεμπέση,

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

73

ΚΡΙΤΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

78


ΧΡΟΝΙΚΑ Οί κίτρινες σελίδες... ΑΠΟ τό Γενάρη τού 1976 πού πρωτοκυκλοφόρησε τό περιοδικό μας μέχρι σήμερα οΐ κίτρινες σελίδες τού Βι­ βλιογραφικού Δελτίου -μιά άναγνωρισμένα σημαντική προσφορά στήν έφτάχρονη άδιάλειπτη έκδοσή τουέδιναν ένα ξεχωριστό ύφος, τόσο άπό αισθητική άποψη δσο καί άπό άποψη ούσίας. Ήταν, μέ λίγα λόγια, ένα άπό τά Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τού «Διαβάζω». Σήμερα, μετά άπό άλλεπάλληλες δυσκολίες καί σκοπέλους πού καταφέραμε νά ξεπεράσουμε, ένα άλλο καυτό πρόβλημα, πού κα­ θώς φαίνεται δέν άπασχολεϊ μόνο τό περιοδικό μας, άλλά δλο τόν έκδοτικό κόσμο, είναι ή ραγδαία αύξηση τής τι­ μής τού χαρτιού τόν τελευταίο καιρό. Άπό τά πρώτα μέτρα πού πήραμε μπρός στις τεράστιες οικονομικές δυ­ σκολίες κάποτε ήταν ή άλλαγή τής ποιότητας τού χαρτιού, πού, καθώς φαίνεται, δέν είχε δυσάρεστες έπι-

προ λεγο μένα

ποια άντίστοιχη γιά τήν 'Ελλάδα ένω­ ση μέ σκοπό τή διάδοση τού έλληνικοϋ τύπου στό έξωτερικό, άλλά άκόμη καί σ’ αύτές τις έκθέσεις ή φεστι­ βάλ βιβλίου δέν διατίθεται κάποιος ειδικός χώρος γιά δλα άνεξαιρέτως τά έντυπα, έτσι ώστε άκόμη καί κάτω άπ’ αύτές τις συνθήκες νά έρθουν σέ στενή έπαφή μέ τά περιοδικά οί έπισκέπτες τους. 'Επιτέλους! Ή πολιτεία άς ένδιαφερθεϊ, μήπως καί ταραχθούν τά λιμνάζοντα νερά!

Ό Σ.Ε.Β.Ε. καί οί διακηρύξεις του ΜΕ σκοπό τή συσπείρωση τού έκδοτικοϋ κόσμου τής Βόρειας 'Ελλάδας Ιδρύθηκε γιά πρώτη φορά, μέ έδρα τή Θεσσαλονίκη, ό Σύνδεσμος 'Εκδοτών Βόρειας 'Ελλάδας (Σ.Ε.Β.Ε.). Σκοπός του, ή προώθηση μερικών άπό τά πιό σημαντικά προβλήματα τού κλάδου πού άκόμη μέχρι σήμερα παραμένουν

περιοδικών

πτώσεις. Τώρα είμαστε καί πάλι άναγκασμένοι νά προχωρήσουμε σέ νέες περικοπές. Μέσα λοιπόν σ’ αύτά τά πλαίσια, τών οικονομικών δυσχε­ ρείων δσο καί τών τεχνικών δυσκο­ λιών, άποφασίσαμε μετά άπό πολλές συζητήσεις νά άλλάξουμε τό χρώμα μόνο τών σελίδων τού Βιβλιογραφι­ κού Δελτίου καί τής Κριτικογραφίας άπό κίτρινο σέ άσπρο, έλπίζοντας άτι έτσι δέν θά άποχρωματιστεϊ καί δλη ή έκδοση τού περιοδικού. Θέλουμε νά πιστεύουμε δτι δέν θά σάς βρει τελείως άντίθετους αΰτή ή άπόφασή μας.

ΑΠΟ τά μέσα Φλεβάρη λειτουργεί στήν αίθουσα σεμιναρίων τού Γαλλι­ κού 'Ινστιτούτου 'Αθηνών μιά πρωτό­ τυπη καί έντυπωσιακή έκθεση. Ή Unipresse (ένωση γιά τήν έξάπλωση τού γαλλικού τύπου στόν κόσμο), σέ συ­ νεργασία μέ τό δραστήριο Γαλλικό 'Ινστιτούτο, όργάνωσε μιά έκθεση μέ 700 τίτλους γαλλικών περιοδικών, πού καλύπτουν τομείς γενικής καί ειδικής πληροφόρησης. Περιοδικά πού άσχολοΰνται μέ τά γυναικεία προβλήματα, τή νεολαία, τήν παιδεία, τις τέχνες, τή μόδα· έπιστημονικά, μέ ειδικότητα στό δίκαιο, τις οικονομικές, πολιτικές καί θετικές έπιστήμες, τήν Ιστορία, τή φιλοσοφία, συνθέτουν ένα πανόραμα τού σύγ­ χρονου γαλλικού περιοδικού τύπου, πού όφείλουμε νά όμολογήσουμε, άν κρίνουμε άπό τόν άριθμό τών έκτιθεμένων έντύπων, δτι δέν είναι καθό­ λου εύκαταφρόνητος. Βέβαια, μετά άπό δλ’ αύτά γεννιέ­ ται ένα εύλογο έρώτημα: Μέ τόν έλληνικό περιοδικό τύπο τί γίνεται; Άλ­ λά άς μήν άεροβατούμε. Όχι μόνο βρίσκεται στή σφαίρα τού όνείρου κά­

στάσιμα, όπως: ή ένταξη τών έκδοτικών έπιχειρήσεων τής έπαρχίας στό πρόγραμμα περιφερειακής άνάπτυξης, ειδικά κίνητρα στούς έκδότες τής έπαρχίας, οικονομική συμπαρά­ σταση τού κράτους λόγω τού ύψηλοϋ κόστους παραγωγής τών βιβλίων στις έκτός Αθηνών πόλεις, ίση μεταχείρι­ ση μέ τούς έκδότες τού κέντρου ώς πρός τήν προμήθεια βιβλίων άπό τά ύπουργεϊα, άτέλεια χάρτου χωρίς πε­ ρικοπές, ειδική μεταχείριση άπό τά μέσα μαζικής ένημέρωσης καί δη­ μιουργία ειδικού γραφείου στό ύπουργεϊο Βόρειας 'Ελλάδας.


χρονικα/5 Ό Σ.Ε.Β.Ε., έκτός άπό τά αίτήματα, ύπόσχεται νά δημιουργήσει μόνιμη έκθεση βιβλίων έκδόσεως Βόρειας 'Ελλάδας, νά έκδώσει είδικό βιβλιο­ γραφικό δελτίο καί νά άναλάβει τήν όργάνωση διαφόρων πολιτιστικών έκδηλώσεων. 'Υποσχόμαστε νά παρακολουθούμε μέ άμείωτο ένδιαφέρον δλες τις δρα­ στηριότητες τού Σ.Ε.Β.Ε., γιατί έπιτέλους κάτι σημαντικό γίνεται στή Βό­ ρεια 'Ελλάδα στό χώρο τού, βιβλίου.

βάρος όποιασδήποτε σοβαρής κριτι­ κής. Ή έπιστολή τελειώνει μ’ έναν καταπέλτη πού ρίχνει άπλετο φώς στήν ύπόθεση «Δημήτρης Γληνός», μετα­ βάλλοντας, ίσιος, τούς φίλους του σέ άσπονδους έχθρούς. Διαβάστε λοι­ πόν προσεκτικά: «...Ό κ. Γληνός έχει άποκτήσει δύο μεγαλοπρεπέστατα μέγαρα έν Άθήναις όδός Κοδρικτώνος καί έλαβε τό ήμισυ ένός οίκοπέδου προωρισμένου διά τήν άνέγερσιν νοσοκομείου!!!» Ό νοών νοείτω!

Γληνός καί Τζόυς στό ίδιο κύκλωμα

Τό σπίτι τής ειρήνης

ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ νά όμολογήσουμε δτι μερικές φορές οι έπιστολές πού φτά­ νουν στά γραφεία μας μάς φέρνουν πολύ κοντά σέ έκπλήξεις. Μερικές άπ’ αύτές μάς άφήνουν άναυδους, ένώ άλλες μάς κάνουν νά μειδιούμε. Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια! ΤΙ άραγε θυμίζουν αύτές οι τρεις άθώες λεξούλες; Μήπως τραγανιστές καρα­ μέλες στά στόματα άλλοπαρμένων όπισθοδρομικών πού γιά δεκάδες χρόνια μάς έχουν άφάνταστα ταλαι­ πωρήσει καί διχάσει; Ή μήπως Ισχυρά βάλιουμ πού τά παίρνει κανείς γιά νά κοιμηθεί ύπνο βαθύ; 'Ανεξάρτητα όμως άπό τίς δικές μας ύποθέσεις, σημασία έχει δτι άκόμη καί σήμερα «πνευματικοί άνθρω­ ποι» μέ τεκμήρια κάποια διπλώματα άνώτατων έκπαιδευτικών Ιδρυμάτων φαίνεται πώς ένοχλοΰνται άπό τή φυ­ σιολογική φθορά τών παραπάνω Ιδα­ νικών. ’Εξάλλου έχουν περάσει δεκά­ δες χρόνια καί είναι σίγουρο δτι τό «φαί» κρύωσε όριστικά. Καί γιά νά γίνουμε σαφέστεροι: 'Επιστολογράφος, άκρως ένοχλημένος άπό τό άφιέρωμα στό Δημήτρη Γληνό, γράφει: «Συγκεκριμένα άφιέρωσες τό τεύχος 61 στόν Δημήτρη Γληνό καί τό έπόμενο, δπως άναφέρεις στά προλεγόμενα, θά τό άφιερώσεις στόν Τζέημς Τζόυς. Συμβιβάζον­ ται τά Ιδανικά τού Δημήτρη Γληνοΰ μέ τά Ιδανικά, άν είχε ιδανικά, τού Τζέημς Τζόυς; Μήπως καί οί δύο άνήκουν στό ϊδιο κύκλωμα;» Καί άλλοϋ: «Πού τό πάει τό κύκλω­ μα; Μήπως θέλει νά κάνει τόν Δημή­ τρη Γληνό "δάσκαλο τού γένους”, δπως ύπαινίσσεται ό συνεργάτης σας....» Ό φίλος μας δίνει τήν έντύπωση πώς έχει χάσει τήν ψυχραιμία του έπειδή, ίσως, βρίσκεται έκτός «κυ­ κλωμάτων». 'Επειδή δμως φοβόμαστε δτι μέ πολλά κυκλώματα μπλέξαμε, δέ θά δώσουμε μεγαλύτερη έκταση σ’ αύτοϋ τού ε’ίδους τίς εύφυεϊς παρα­ τηρήσεις, γιά τόν άπλούστατο λόγο δτι τέτοιες άπόψεις δέν άντέχουν στό

ΕΤΣΙ όνομάζεται ό χώρος πού θά φι­ λοξενήσει έκθεση βιβλίων 180 περί­ που λεσβίων λογοτεχνών -πεζογράφων, ποιητών, λαογράφων, Ιστορικών. Ή πρωτοβουλία άνήκει στή λεσβιακή παροικία πού έχει τήν έδρα της στήν 'Αθήνα, μέ στόχο τή διάδοση τού λε­ σβιακού βιβλίου καί τή γνωριμία τών δημιουργών του μέ τό κοινό. Ή έκθε­ ση μετά τήν 'Αθήνα θά μεταφερθεϊ στήν πόλη τής Μυτιλήνης καί ατούς άλλους δήμους τού νησιού, συμβάλ­ λοντας έμπρακτα στήν πολιτιστική ένεργοποίηση τών όργανισμών τής τοπικής αύτοδιοίκησης. Ή έκθεση θά λειτουργήσει άπό τίς 23 Μάρτη -Θε­ μιστοκλέους 66- καί θά διαρκέσει 16 μέρες, μέ είσοδο έλεύθερη. Όσοι πι­ στοί προσέλθετε!

Ζάν Ζενέ ΜΙΑ άπό τίς πιό σημαντικές καί ένδιαφέρουσες φυσιογνωμίες τών γαλλι­ κών γραμμάτων ό Ζάν Ζενέ. Ή ταρα­ χώδης ζωή του τόν όδηγεΐ στό άναμορφωτήριο, άπό δπου δραπετεύει γιά νά καταταγεϊ άργότερα στή Λε­ γεώνα τών Ξένων. Στή φυλακή θά γράψει τό «'Ημερολόγιο τού κλέφτη», έργο μέ στοιχεία αύτοβιογραφικά, πού θά διχάσει κοινό καί κριτικούς. Στό συγγραφέα τού «Μπαλκονιού», τών «Νέγρων», «Οί δούλες», παγκό­ σμια γνωστό άπό τίς άλλεπάλληλες έπιτυχίες πού γνωρίζουν τά έργα του σέ δποια σκηνή κι άν παίζονται, είναι άφιερωμένο τό έπόμενο τεύχος τού «Διαβάζω», σέ συνεργασία μέ τό «Ma­ gazine Litteraire». Στό ϊδιο τεύχος θά δημοσιευτεί καί μιά άποκλειστική συνέντευξη τού σύγχρονου πεζογράφου μας Πέτρου Άμπατζόγλου, δπου μιλεϊ διεξοδικά γιά τό έργο του.

αναγνώσεις του γ. βελτσου Οί φετιχιστές

«Τό Φετίχ, όπως κάθε τι πού δέν σκοπεύει νά ύπηρετήσει τήν Αλήθεια, άλλά τήν Τέρψη, θέλει νά είναι ταυτόχρονα πολλά διαφορετικά πράγματα καί έτσι προτείνει μέ τόν τρόπο του μιά σύγχυση τών ειδών: είναι ένα δοκίμιο, ένας λίβελος, μιά Ιστορική άναδρομή, μιά έξομολόγηση, μιά διακήρυξη δικαιωμάτων, μιά ψυχαναλυτική έρευνα (...). Στόν κόσμο τών φετίχ δέν ύπάρχουν ειλικρινή συναισθήματα καί γενναίες πράξεις■ύπάρχουν μόνον όφθαλμαπάτες, παιγνίδια, παγίδες, καί τρύκ». Εύγένιος Άρανίτσης.

Σύγχυση ειδών, πολλαπλότητα, παγίδες, παιχνίδια καί όφθαλμαπάτη: νά ένα βιβλίο πού ύπηρετεί έπιτέλους τήν άλήθεια, άντίστροφα. Διεγείρει, γοητεύει, παραπλανά, άπό έναν «τόπο» όπου ή άλήθεια προϋποθέτει τήν άληθοφάνεια καί ή έπαλήθευση δέν έξαρτάται άπό ένα «σκέφτομαι» άλλά άπό ένα «έπιθυμώ». Καί αύτό δέν μπορούν νά τό κάνουν οί αύτόχθονες, αύτόφωτοι, καρτεσιανοί άλλά οί περίοικοι, οί «έκτός», οί έτερολογοϋντες, οί φετιχιστές.


6/χρονικα

Ζ ^Γ δ ιά λ ο γ ο ι "Ολα τά γράμματα, πού άπευθύνονται άποκλειστικά ατό «Διαβάζω» καί πού παρουσιάζουν κάποιο γενικότερο ένδιαφέρον, δημοσιεύονται είτε όλόκληρα (έφόσον είναι σύντομα) είτε άποσπασματικά (έάν είναι έκτενή). Γιά τό λόγο αύτό, παρακαλούνται ο! άναγνώστες πού μάς γρά­

Οί βιοχρονογραφίες τών «Τετραδίων Ευθύνης» Αξιότιμοι κύριοι, Πληροφορούμαστε ότι στό τελευ­ ταίο τεύχος τού περιοδικού σας, συ­ νεργάτης σας άποφάνθηκε δτι τά στοιχεία τών βιογραφιών τών νεοελ­ ληνικών προσωπικοτήτων στις όποιες άφιερώθηκαν τά «Τετράδια Εύθύνης» ώς τώρα, είναι ή έλλιπή ή λαθεμένα. Δέν γνωρίζουμε πού στηρίζει τήν έτυμηγορία του ό συνεργάτης σας άλλά σάς πληροφορούμε δτι άπό τά 17 «Τετράδια» πού κυκλοφόρησαν, τά 3 (Καζαντζάκης - Πρεβελάκης - Παπαδιαμάντης) δέν έχουν θιοχρονογραφία γιατί κρίθηκε πώς κάποιο άπό τά κείμενά τους καλύπτει φανερά τήν άνάγκη αύτή. "Αλλα 6 «Τετράδια» πε­ ριέχουν βιοχρονογραφία πού ε'ίτε συ­ νέταξαν είτε έθεώρησαν οι τιμημένοι (Παπατσώνης, Τερζάκης, I. Μ. Παναγιωτόπουλος, Παπανοϋτσος, Τσάτσος, Κανελλόπουλος). Τά «Τετρά­ δια» Βενέζή, Καραγάτση καί Σικελιανού έχουν βιοχρονογραφία πού συνέ­ ταξαν ή έθεώρησαν οί οικείοι τους καί τά ύπόλοιπα 5 «Τετράδια» περιλαβαί­ νουν βιοχρονογραφία πού συνέταξαν έπιστήμονες γνώστες τού θέματος (Βενιζέλος / Στεφάνου - Κοθρής, Δραγούμης / Σβολόπουλος, Καποδίστριας / Δαφνής, Τρικούπης / Μιχαλόπουλος καί Βαλαωρίτης / μέ βάση έκδοση Γ. Γρηγόρη). Ή «Εύθύνη» φρονεί δτι τά στοιχεία πού περιέχουν οί βιοχρονογραφίες τών «Τετραδίων» της είναι καί σωστά καί άρκετά γιά τόν σοβαρό μέσο άναγνώστη. Γιά τό Φυλλάδιο Νεοελληνικού Προ­ βληματισμού «Εύθύνη» Τήν έπιστολή τής «Εύθύνης» θέσαμε ύπόψη τού συνεργά­ της μας Δ. Δασκαλόπουλου, ό όποιος μάς έστειλε τήν παρα­ κάτω άπάντηση: "Αν διάβασα σωστά τό γράμμα τής «Εύθύνης», ή διαφορά μας βρίσκεται σέ τούτο: ή «Εύθύνη» φαίνεται νά

φουν νά είναι όσο πιό σύντομοι μπορούν καί νά σημειώ­ νουν τό πλήρες όνοματεπώνυμο καί τήν άκριβή διεύθυνσή ους. Πάντως, γιά νά δημόσιευθεϊ ένα γράμμα, πρέπει νά 'χει φτάσει στά γραφεία του περιοδικού τουλάχιστον τρεις έβδομάδες πριν άπό τήν ήμέρα κυκλοφορίας τού τεύχους.

έχει κατά νοϋ «τόν σοβαρό μέσο άναγνώστη» (τύπο δυσπροσδιόριστο, κα­ τά τή γνώμη μου), ένώ έγώ άναφέρομαι στό μελετητή πού θά καταφύγει στίς βιοχρονογραφίες τών «Τετρα­ δίων» καί πού, εύλογα, έχει τήν άπαίτηση νά άποκομίσει σωστά καί πλήρη στοιχεία. Γιά νά συνδέσω τά πράγματα, παρα­ θέτω τήν έπίμαχη φράση μου: «... Τέ­ λος, θά ήθελα νά προειδοποιήσω τούς πιθανούς χρήστες τών “Τετρα­ δίων Εύθύνης” γιά τίς έσφαλμένες καί έλλιπεϊς πληροφορίες πού περιέ­ χουν οί βιοχρονογραφίες τών “«Τε­ τραδίων” πού είναι άφιερωμένα σέ νεοέλληνες συγγραφείς». Νομίζω δτι ό «σοβαρός μέσος άναγνώστης» είναι σέ θέση νά διακρίνει στή φράση αύτή δυό τουλάχιστον πράγματα: 1) Ότι δέν μπορεί νά ύπαινίσσομαι τά «Τε­ τράδια» έκεΐνα πού δέν διαθέτουν βιοχρονογραφία τών τιμωμένων προ­ σωπικοτήτων καί 2) Ό τι δέν είναι νοη­ τό νά άναφέρομαι σέ «Τετράδια» άφιερωμένα ατούς Καποδίστρια, Τρικούπη, Βαλαωρίτη, Βενιζέλο, Δραγούμη, μιά καί τό θέμα του ήταν ή έκδοτική καί πνευματική ζωή τής τετραετίας 1941-1944. Όπως καί νά έχει τό πράγμα, άς μοϋ έπιτραπεϊ νά έπιμείνω στήν άπο­ ψή μου. Κι άκόμη, άς μοϋ έπιτραπεϊ νά τονίσω δτι ή σύνταξη ή ή θεώρηση τών βιοχρονογραφιών άπό τούς ίδιους τούς τιμώμενους ή άπό συγγε­ νικά τους πρόσωπα δέν μάς παρέχει άναγκαστικά τήν έγγύηση τού άλάθητου ή τής πληρότητας. Άπό τά πάμπολλα στοιχεία πού Ισχυροποιούν τή γνώμη μου (είμαι πρόθυμος νά τά πα­ ραθέσω ένα πρός ένα, έφ’ δσον μοϋ ζητηθεί) άναφέρω δειγματοληπτικά: 1) Δέ μνημονεύονται οί έπανεκδόσεις ή άνατυπώσεις βιβλίων τών τιμωμέ­ νων, ένδειξη άπαραίτητη σέ μιά βιοχρονογραφία γιά νά μπορεί νά παρα­ κολουθήσει κανείς δχι μόνο τήν έκδοτική δραστηριότητα τού δημιουρ­ γού άλλά καί τή συνακόλουθη έμβέλεια καί άνταπόκριση τού έργου του στό κοινό. 2) Στήν περίπτωση τού Βενέζη δέν άναφέρεται ούτε ένα βιβλίο του, άπ' δσα είχε γράψει άπό τό 1941 μέχρι τό θάνατό του. Μάταια άναζητά κανείς νά βρεί πότε κυκλοφόρησαν τά έργα του «Άνεμοι», «Όρα πολέ­ μου», «Φθινόπωρο στήν Ιταλία», «'Αμερικανική γή», «ΟΙ νικημένοι»,

«Ωκεανός» καί άλλα πολλά. Ή βιοχρονογραφία του καταγράφει μόνον κάποιες δημόσιες διακρίσεις του καί τίς μεταφράσεις τής «Αίολικής Γής» στό έξωτερικό. 3) Ό I. Μ. Παναγιωτόπουλος τιμήθηκε μέ τό «"Επαθλο Παλαμά» (γιά τήν άκρίβεια: τό μοιράστη­ κε μέ τόν Σεφέρη) δχι τό 1944 άλλά τό 1947. Νά συνεχίσω; Δ. Δασκαλόπουλος

Τό έξώφυλλο του Λακάν Θά μοϋ έπιτρέψει ό άγαπητός μου κ. Γιώργος Βέλτσος νά τόν συγχαρώ γιά τήν Ιδιαίτερη εύνοια πού τού έπεφύλαξε ή θεά Τύχη, νά πέσει στά χέρια του ένα άπό τά 230 άντίτυπα τού βι­ βλίου τού Λακάν μέ τό κακέκτυπο έξώφυλλο - άπό τά 2000 άντίτυπα πού είναι τό τιράζ τού βιβλίου. Ση­ μειώνω τήν εύνοια τής τύχης, γιατί πράγματι στίς παραμονές τών έορτών κυκλοφόρησαν συνολικά 230 άντίτυ­ πα μέ τό «κακέκτυπο» έξώφυλλο δέν πρόκειται μόνο γιά τήν άντιστροφή τής είκόνας, άλλά καί γιά ένα λά­ θος στόν τίτλο τής έκδοσης: ή λέξη ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ έχει γραφεί ΠΡΒΛΗΜΑΤΑ. Δυστυχώς, πάνω στή φούρια τής δουλειάς, δέν μπόρεσα νά έλέγξω τό έξώφυλλο προτού τυπωθεί, καί τούτο παρά τήν άπαρέγκλιτη συνή­ θειά μου νά έλέγχω προσωπικά κάθε βιβλίο μου, άπό τό έξώφυλλο ώς τόν κολοφώνα, προτού αύτό τεθεί σέ κυ­ κλοφορία. Έδώ, κυριολεκτικά ό «δαί­ μονας» τού τυπογραφείου έπαιξε τό ρόλο του. Μόλις τό διεπίστωσα (εύτυχώς στά 230 πρώτα άντίτυπα) σταμά­ τησα άμέσως τήν κυκλοφορία καί ξανατύπωσα τό έξώφυλλο. ΓΓ αύτό άπό τίς 24 Δεκεμβρίου ώς τίς 15 Ίανουαρίου, ώσότου δηλαδή τυπωθεί το νέο έξώφυλλο, τό βιβλίο δέν ύπήρχε στήν άγορά. Όμως, τά 230 αύτά άντίτυπα που­ λήθηκαν άμέσως, καί γι' αύτό, όπως θά θυμάται ό άγαπητός μου κ. Γ. Βέλ-


χρονικα/7

τσος, όταν ήρθε, σ' αύτό τό διάστημα, στόν «Κέδρο» δέν είχα ένα άντίτυπο νά τοϋ δώσω. Πάντως έδωσα άμέσως άπό τότε όδηγίες στό τμήμα πωλήσεων τοϋ «Κέδρου» νά άντικαθιστοΟν, ώς κακέκτυπο, κάθε άντίτυπο μέ τό λαθεμένο έξώφυλλο πού τυχόν θά έπιστραφεΐ. Γιά τήν Ιστορία, έχω κρατήσει 5 άντίτυπα στό άρχεϊο μου μέ τό λαθεμένο έξώφυλλο - ποιός ξέ­ ρει, ϊσιος μετά μερικές δεκαετίες νά άποκτήσει μεγάλη άξία, δπως καί τά λαθεμένα γραμματόσημα μέ τήν άντεστραμμένη κεφαλή τοϋ Έρμη! - κα­ θώς καί τό γραφτό τοϋ Γ. Βέλτσου, γιά τήν «άπόλαυση τοϋ κειμένου» Λάμπης Ράππας

Ή έπαγγελματική συνείδηση τών συγγραφέων Αγαπητό «Διαθάζώ», Στό τεύχος 60 (12 τοϋ Γενάρη 1983) δημοσιεύτηκε ένα κατατοπιστικό άρ­ θρο τοϋ κ. Δημ. Γκιώνη μέ τίτλο: «'Υπάρχουν έπαγγελματίες συγγρα­ φείς στήν Ελλάδα;» Κάνοντας μιά σύντομη Ιστορική άναδρομή στό 19ο καί τίς άρχές τοϋ 20ού αί., ό κ. Γκιώνης άναφέρεται σέ συγγραφείς πού ζούσαν δχι άπό τό καθαρά λογοτεχνικό έργο τους, άλλά άπό κάποια δευτερεύουσα δουλειά (δημοσιογράφοι, άνταποκριτές έφημερίδων, μεταφραστές κ.ά.). Αύτό όμως πού διέφυγε άπό τήν προσοχή τοϋ κ. Γκιώνη, είναι ότι παρ’ δλ’ αύτά ύπάρχει κάποιος συγγρα­ φέας πού ζοϋσε άποκλειστικά καί μό­ νο άπό τό έργο του, πολύ πρίν άπό «τά τελευταία 10-15 χρόνια». Πρόκει­ ται γιά τόν Γρηγόριο Ξενόπουλο, πού είναι όμολογουμένως ό πρώτος έπαγγελματίας νεοέλληνας συγγραφέας. Βέβαια, τό άν καί κατά πόσο κά­ ποιος λογοτέχνης μπορεί νά θεωρη­ θεί έπαγγελματίας ή δχι, είναι ένα εύρύτερο θέμα, πού χρειάζεται είδική μελέτη καί συζήτηση. Γιατί ό έπαγγελματισμός τού συγγραφέα -τολμώ νά ύποστηρίξω- δέν έξαρτάται μόνο άπό τό τί δηλώνει ό ίδιος πώς είναι (περίπτωση Βασιλικού), οϋτε άπό τό άν ή άπασχόλησή του μέ τή λογοτε­ χνία τού δίνει τόση καί τέτοια οικονο­ μική δυνατότητά, ώστε νά μήν είναι ύποχρεωμένος παράλληλα νά έχει καί κάποιο άλλο έπάγγελμα. Συμπληρω­ ματικά μέ τά δύο προηγούμενα, θεω­ ρούμε άπαραίτητη προϋπόθεση τήν ύπαρξη έπαγγελματικής συνείδησης, άπό μέρους τοϋ συγγραφέα, πού δέ

θά θεωρεί τόν έαυτό του παρά σάν όποιοδήποτε άλλο έλεύθερο έπαγγελματία, μέ τίς ίδιες μ’ αύτόν ύποχρεώσεις καί καθήκοντα. Σέ παρόμοια περίπτωση ή λογοτε­ χνία θά πάψει νά είναι χώρος διοχέ­ τευσης τού πλεονάζοντος ψυχοπνευματικοϋ δυναμικού καί διάσταση έξωτερίκευσης τών ύποκειμενικών άναγκών κι άναζητήσεων τοϋ δημιουρ­ γού, πού, έχοντας έξασφαλισμένη μιά σταθερή καί σίγουρη κοινωνική θέση, πειραματίζεται «χάριν παιδιάς» σέ κά­ τι ποιοτικά διαφορετικό, δοκιμάζον­ τας καινούριες έμπειρίες. 'Αντίθετα, θά είναι τό πεδίο έκφρα­ σης τής γνησιότητας καί τής ύπευθυνότητας στή δουλειά καί τίς άναζητήσεις τού συγγραφέα, πού μέ έπίγνωση καί σεβασμό θά παρουσιάζει στό κοινό τό έργο του, άπό τό όποιο θά έξαρτάται ή ύπαρξή του δχι μόνο ώς πνευματικής άξίας, άλλ’ άκόμα καί ώς βιολογικής όντότητας. Κι αύτή ή έπαγγελματική συνείδη­ ση, είναι ίσως κάτι πού έχει άνάγκη ή λογοτεχνία μας. Φιλικά Θ. Γραμματάς

Μιά διαφορά 'Αγαπητό «Διαβάζω», στά δσα δίκαια καί σωστά έγραψε μέ παρρησία ό συνεργάτης σου. Κώ­ στας Κουλουφάκος («Διαβάζω» άριθ. 61) μέ άφορμή τίς έπιθέσεις πού δέ­ χτηκε άπό άντιδογματικούς φίλους του έξαιτίας τής έπιμονής του νά συ­ νεργάζεται μέ ένα περιοδικό πού διέπραξε τήν ύβρη τοϋ άφιερώματος στή Σοβιετική Λογοτεχνία καί τό άδίκημα τής δημοσίευσης τών άπόψεων τοϋ κ. Βελουδή πού κακοποιούν άξιους καί άγαπητούς ποιητές μας -περιλαμβανομένου καί τοϋ Κουλουφάκου- θά ήθελα νά προσθέσω, άντί σχολίου, τό άκόλουθο ποίημα: Μ ιά διαφορά Ένας δογματικός/πού δέν είναι/τίποτα παραπάνω/άπό δογματικός/είναι/ ϊσως/ένας δογματικός Αλλά ένας άντιδογματικός/πού δέν είναι/τίποτα παραπάνω/άπό άντιδογματικός/δέν είναι/ϊσως/οΰτε άντιδογματικός.

ΤΑΝΤΕΟΥΣ ΚΟΝΒΙΣΚΙ

ΜΙΚΡΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ Σ τ’ όνομα τών συντρόφω ν... θά σου προτεί­ νουμε κά τι... ’Α πόψε, στίς 8 ή ώ ρα νά καείς ζω ντανός μπροστά στά γραφ εία τής Κ .Ε. τού Κόμματος. - Μ ά γιατί έγώ; "Ενα μυθιστόρημα τόσο προφητικό, τόσο φω τεινό, τόσο γεμάτο άπελπισία, άκριβές όσο μιά έπίσημη βεβαίωση καί πού περιέχει όλη τήν Πολωνία. ’Α πό τήν Π ολω νία ένα μεγάλο μυθιστόρημα πρίν άπό τή σιωπή. Τό άριστούργημα μιας άνατρεπτικής λογοτε­ χνίας Διεθνές βραβείο MONDELO 1981

Εκδόσεις Ά στέρη Δεληθανάση Διάθεση: Νίκος Καλέντης Κολοκοτρώνη 15, τηλ. 3234270


8/χρονικα

Τό ποίημα αύτό, έλαφρώς παραφρασμένο γιά τήν περίσταση, είναι τού αύστριακοϋ ποιητή Erich Fried. Ό άναγνώστης θά βρει τήν άκριβή μετά­ φρασή του στή σελ. 80 τοϋ βιβλίου «Ξένα ποιήματα» τοϋ Ν. Δήμου (Νε­ φέλη, 1982). "Αν βαριέται νά μπεϊ σ’ αύτόν τόν κόπο, δέν έχει παρά νά άντικαταστήσει τή λέξη «δογματικός» μέ τή λέξη «φασίστας» καί τή λέξη «άντιδογματικός» μέ τή λέξη «άντιφασίστας» γιά νά άποκαταστήσει τήν έλληνική μετάφραση τοϋ ποιήματος τοϋ Fried. ’Ελπίζω δτι ό κ. Δήμου θά μοϋ συγ­ χωρήσει τήν άνευ άδειας έκμετάλλευση τής μετάφρασής του, κι δτι ό άναγνώστης θά είσπράξει καλοπροαί­ ρετα τήν παράφρασή της, σάν ένα jeu de mots πού θά ήταν άδικο νά χρεωθεί μέ σκοτεινές προθέσεις, κρυμμένες δήθεν πίσω άπό τήν αύθαίρετη άντικατάσταση έννοιών πού έχουν ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο μέ έν­ νοιες πού έχουν άλλο, έξίσου συγκε­ κριμένο, περιεχόμενο. 'Οπωσδήποτε, θεωρώ σκόπιμο νά προσθέσω δτι διαφωνώ διαρρήδην μέ τίς άπόψεις τοϋ κ. Βελουδή καί βρί­ σκω μάλλον άτυχές τό σχετικό άφιέρωμα τοϋ «Διαβάζω». 'Ωστόσο, άπό τό σημείο αύτό, ώς τή διακοπή τής συ­ νεργασίας μέ τό περιοδικό, ή «διαφο­ ρά» -γιά τήν όποία, άλλωστε, μιλάει ό Fried- είναι πολύ μεγάλη.

Εύχαριστώ γιά τή φιλοξενία Σπύρος Τσακνιάς

Ή έλληνική λογοτεχνία στήν ’Αντίσταση

παραμένει, βέβαια, γιατί ό κ. Βελου­ δής σταματά στό 1949 καί δέν ένσωματώνει στήν «άντίσταση» κι όλόκληρη τήν κατοπινή περίοδο, τουλάχι­ στον μέχρι τόν 'Ιούλιο 1974, άφοϋ καί τότε μαίνονταν ό συγκαλυμμένος φα­ σισμός, ή αύταρχία καί ή άνοιχτή δι­ κτατορία, καθώς καί ό άντίστοιχος λαϊκός άγώνας έναντίον τους.

Σ’ αύτή τή διαστολή τών χρονικών καί άδιαίρετα έννοιολογικών όρίων τής «άντίοπ-ασης», άντιστοιχεί, σύμ­ φωνα πάντα μέ τήν άποψη τοϋ κ. Βε­ λουδή, καί σάν φυσική συνέπεια αύΣχετικά μέ τό άρθρο τοϋ κ. Βελουδή «Ή έλληνική λογοτεχνία στήν Αντί­ τής τής άποψης, καί μιά άνάλογη δια­ σταση» («Διαβάζω», τεϋχος 58) θέλω στολή τών όρίων τής «άντιστασιακής νά έπισημάνω τά άκόλουθα: λογοτεχνίας». 1. Ό άρθρογράφος, ξεκινώντας άπό τή βασική του άποψη-δτι «άντί’Έτσι, «λογοτεχνία τής άντίστασης» σταση» πρέπει νά όνομάσουμε όλόδέν είναι μονάχα αύτή πού πριν άπό κληρη τήν πάλη τοϋ λαοϋ μας ένάντια τό άρθρο τοϋ κ. Βελουδή ξέραμε πάν­ στήν έγχώρια καί ξένη φασιστική αύτα, δηλ. αύτή πού άναφέρεται στήν ταρχία, περιλαβαίνει σ' αύτήν όχι μο­ Αντίσταση 1941-44, άλλά κι αύτή πού νάχα τήν περίοδο τής Κατοχής (1941έκφράζει τούς άντιφασιστικούς καί 44) άλλά καί τήν προηγούμενη περίο­ άντιαυταρχικούς άγώνες τοϋ λαοϋ δο τής μεταξικής δικτατορίας (1936μας στις περιόδους τής μεταξικής δι­ 40), καθώς καί τή μεταγενέστερη τοϋ κτατορίας (1936-40) καί τοϋ έμφύλιου έμφύλιου (1945-49). Προτείνει μάλι­ (1945-49). Καί μπορεί βέβαια νά καταστα καί ένδεχόμενη άναδρομή τής δυθεϊ κι αύτή ώς τό 1922, άλλά συνε­ άντιστασιακής άφετηρίας ώς τό 1922 χίζεται πάλι τό μυστήριο γιατί δέν πού έγκαθιδρύθηκε ό Ιταλικός φασι­ μπορεί νά ξεπεράσει τό 1949... σμός καί άρχισε, δπως μάς λέει ό κ. 2. Είναι φανερό άπό τά προηγούμ Βελουδής, έστω σποραδική ή άντιφανα, πού φαντάζομαι ν’ άποδίνουν τόν σιστική πάλη στήν 'Ελλάδα. Μυστήριο κορμό τής πρότασης τοϋ κ. Βελουδή,

τα βιβλία του μήνα

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΜΕΛΕΤΗΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΒΟΡΝΙΙΜΓΚ ΒΙΚΤΩΡ ΣΙΒΕΤΙΔΗΣ ΟΥΤΕ ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΟΥΤΕ ΕΛΕΝΗ 0 ΑΔΕΛΦΟΣ ΜΟΥ ________ Πεζογραφήματα _________ 0 ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ ΑΥΤΟ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΗΤΑΝ ΕΚΕΙΝΟΣ

ΚΛΕΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΣ ΣΑΓΕΠΑΣ

ΑΝΝΑ ΜΠΟΥΡΑΤΖΗ - ΘΩΔΑ ΒΡΟΝΤΗ ΣΤΟ ΦΩΣ

ίίοιήματα

ίίοιήματα

ΕΚΛΟΕΕΙΕ ΚΕΛΡΟΕ

Γεωργίου Γενναδίου 6 (πάροδος ’Ακαδημίας) - Τηλ.: 36.15.783


χρονικα/9

πώς αύτή στηρίζεται στό έννοιολογικό κριτήριο, παραθλέποντας τό πρώ­ τιστο καί μόνο άποτελεσματικό γι’ αύ­ τή τήν περίπτωση Ιστορικό κριτήριο. Στήν Ιστορία, ώς « Αντίσταση» καί όχι «άντίσταση», καταχωρήθηκε όρισπκά καί άπλά, όχι μονάχα στήν 'Ελλάδα άλλά καί σ’ όλόκληρη τήν ύπόδουλη τότε Εύρώπη, ό έθνικοαπελευθερωτικός καί άρρηκτα άντιφασιστικός άγώνας, ένάντια στούς φασίστες κατα­ χτητές καί τά έγχώρια όργανά τους κατά τήν περίοδο τής Κατοχής (194144). Καί στήν Ιστορία τής λογοτεχνίας ώς «λογοτεχνία τής ’Αντίστασης» ή «άντιστασιακή λογοτεχνία» -τό ίδιο κάνει- θεωρήθηκε πάντα ή λογοτε­ χνία πού άναφέρεται Ο’ αύτόν τόν Ιστορικά -κα ί χρονικά- συγκεκριμένο άγώνα. Αύτή ή άντίσταση καί ή λογο­ τεχνία της, έχουν, όπως κάθε Ιστορι­ κό γεγονός, κάποια μοναδικά, δηλ. άνεπανάληπτα, χαρακτηριστικά, όπως λ.χ. ή ξένη κατοχή καί ή άντίστοιχη κατάλυση τής έθνικής κυριαρχίας, οί συγκεκριμένοι συντελεστές της, δηλ. τά ξένα στρατεύματα άπό τή μιά κι ό άγωνιζόμενος λαός άπό τήν άλλη, οί ειδικές συνθήκες καί τό κλίμα τού Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου κ.ά. πού δέν ύπήρξαν ούτε μπορούν νά μεταφερθούν μέ έννοιολογικές άφαιρέσεις πριν ή μετά άπ’ αύτή τήν Ιστο­ ρική περίοδο.

Ό έννοιολογικός προσδιορισμός καί σ’ όλόκληρη τήν κατεχόμενη τότε τής «’Αντίστασης» καί τής «λογοτε­ Εύρώπη-, τό νά τις περιλάβουμε, χνίας τής ’Αντίστασης» άκολουθεϊ όπως ύποστηρίζει ό κ. Βελουδής, σέ τόν παραπάνω ιστορικό προσδιορισμό μιά εύρύτερη «άντίσταση» κι άντίτους, έξαρτημένος άμεσα άπ’ αύτόν: στοιχα εύρύτερη «άντιστασιακή λογο­ άποτελεϊ θεωρητική άφαίρεση όχι γε­ τεχνία», πού είναι Ιστορικά άόριστες, νική, άλλά είδική τής Ιστορίας καί τής έχει σάν άποτέλεσμα τήν έπικάλυψή ιστορίας τής λογοτεχνίας, άποκλειτους άπό τις τελευταίες, μ’ όλες τις στικά μέσα σ’ αύτή τη συγκεκριμένη έπακόλουθες άπ’ τό γεγονός αύτό χρονική περίοδο 1941-44. "Αν αύτός ό βέβαιες συγχύσεις. συλλογισμός είναι σωστός, ό κ. ΒεΚαί τελικά, δέν μπορώ νά καταλάβω λουδής κάνει δυό λάθη: Πρώτο, δίνει ποιά άνάγκη έπιβάλλει αύτή τήν έπιάπόλυτη προτεραιότητα στόν έννοιοκάλυψη, άφού όλόκληρη ή πριν τό ’41 λογικό προσδιορισμό καί, δεύτερο, καί μετά τό '44 άντιαυταρχική λογοτε­ τόν συγκροτεί -καί δέν μπορεί νά κά­ χνία μας όριοθετεϊται μέ σαφήνεια ώς νει άλλιώς πιά- άποκλειστικά μέ τό πρός τό «περιεχόμενό» της, μέ κοι­ στοιχείο τής άντιφασιστικής - άντιαυνωνικούς καί στενότερα μέ πολιτι­ ταρχικής έναντίωσης, πού είναι ένα κούς προσδιορισμούς, πράγμα πού άπό τά στοιχεία πού συνθέτουν τήν δέν δικαιολογεί κι άπ’ αύτή τήν πλευ­ έννοια «Άντίσταση» καί «λογοτεχνία ρά προσφυγή στόν προσδιορισμό τής ’Αντίστασης», σέ άναφορά πάντα «άντιστασιακή λογοτεχνία». μέ τήν Ιστορική περίοδό της 1941-44. Καί κάτι άλλο άκόμη: Ό κ. Βελου­ 3. Άλλά ή άποψη τού κ. Βελουδήδής Ισχυρίζεται ότι στή λογοτεχνία δέν είναι μονάχα άντιιστορική. Εισά­ τής Αντίστασης πρέπει νά περιλάβουμε όχι μονάχα τήν «καθαρή», άς γει, χωρίς λόγο, καί έντονες άσάπούμε, λογοτεχνία της, άλλά καί μαρ­ φειες. τυρίες, προκηρύξεις, συνθήματα Καθώς ή «Άντίσταση» καί ή «άντιστούς τοίχους κλπ., δηλ. όλα τά γρα­ στασιακή λογοτεχνία» κατακυρώθη­ πτά μνημεία της. Κάτι τέτοιο όμως θά καν στήν Ιστορική συνείδηση καί μνή­ σήμαινε ότι μιλούμε γιά τή φιλολογία μη ώς συγκεκριμένοι σταθμοί στήν τής Αντίστασης κι όχι μόνο γιά τή λο­ ιστορία τού έθνους καί στήν Ιστορία γοτεχνία της, πού αύτονόητα νομίζω τής λογοτεχνίας πού τοποθετούνται είναι «κάτι άλλο». άβίαστα στή διάρκεια τής Κατοχής Πάνος Θασίτης 1941-44 -όμοια κατακύρωση ύπάρχει

Το ΝΕΟ βιβλίο του ΓΙΩΡΓΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ στις εκδόσεις ΓΝΩΣΗ

ΤΑΣΟΥ ΑΙΓΝΑΔΗ

V

CS

ΔΙΠ ΛΗ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΕ ΜΙΑ ΗΛΙΚΙΑ ΚΑΙ Σ ’ ΕΝ Α Ν ΠΟΙΗΤΗ

ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ

ΝΙΚΟ ΓΚΑΤΣΟ

ΚΑΤΑΠΑΚΤΗ πεζά κείμενα

εκδόσεις «γνώση»


Άπό 23 Φεβρουάριου έως 8 Μαρτίου

Γεωργίου

Σύγχρονη Εποχή

Ε Π Α Ρ Χ ΙΑ |

|

| Λ

Ρόμβος

Λ

Καρδαμίτσα

3 Ε

Λέσχη τού Βιβλίου

| Ένδοχώρα

I Έλευθερουδάκης

ξ ■3

| Δωδώνη

| •Αριστοτέλης

I

**+

Μεθενίτης - Πάτρα

ΑΘΗΝΑ XW*

Κατώι τοϋ Βιβλίου

|Θ Ε Σ /Ν ΙΚ Η

Επειδή όμως είναι τεχνικά άδύνατο νά δημοσιεύονται όλα τά βιβλία πού άναφέρουν οΐ βιβλιοπώλες, ό πίνακας περιλαμβάνει τελικά έκεΐνα τά βιβλία πού δηλώθηκαν άπό δύο του­ λάχιστον βιβλιοπώλες ή πού συγκεντρώνουν τρεις άστερίσκους προτίμησης, άνεξάρτητα άπό τόν άριθμό βιβλιοπωλείων πού τά προτείνουν. Όσο γιά τό ένδιαφέρον καί τήν ποιότητα τών βιβλίων του πίνακα, σκόπιμο είναι νά συμβου­ λεύεστε τίς σελίδες τής «Επιλογής».

Κλάδος - Ηράκλειο |

Ό παρακάτω πίνακας παρουσιάζει τά έμπορικότερα βιβλία ένός δεκαπενθήμερου, σύμφωνα μέ τά στοιχεία πού μάς παραχώρησαν δεκαπέντε βιβλιοπώλες άπ' όλη τήν Ελλάδα, δηλώνοντας ό καθένας τους τά τρία βιβλία πού είχαν τις πε­ ρισσότερες πωλήσεις ατό βιβλιοπωλείο του κα­ τά τό διάστημα αύτό. Έτσι, τό βιβλίο μέ τίς με­ γαλύτερες πωλήσεις σημειώνεται μέ τρεις άστερίσκους (**), τό άμέσως μετά μέ δύο (* *) καί τό τελευταίο μέ ένα (*).

Κοτζιά

Η ΑΓΟΡΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Β ΙΒ Λ ΙΑ 1. Κ. Μ. Γουντχάουζ: Καραμανλής. Ό άνορθωτής τής έλληνικής δημοκρατίας (Μορφωτική Εστία) 2. Ν. Δήμου: Ή χώρα τού έδώ καί τώρα (Νεφέλη)

A ,»

Λ

3. Γκ. Γκ. Μάρκες: Εκατό χρόνια μοναξιάς (Νέα Σύνορα) 4. Γ. Ίωάννου: Καταπακτή (Γνώση)

Λ

*

5. Τ. Βουρνά: Τό ξεκίνημα τής φωτιάς. Ρόκκος Χοϊδάς (Τσλίδη) 6. Γ. Δουατζή: Οί ταγματασφαλίτες (Τολίδη) 7. Δ. I. 'Ιακώβ: Ή άρχαιογνωσία τού Όδυσσέα Έλύτη (Πολύτυπο)

.. Λ ...

8. Γ. Καβαμπάτα: Τό πανδοχείο τών άπομάχων (Παρατηρητής)

A

9. Α. Νταίηβις: "Αν αύτοί έρθουν τήν αύγή (Νέα Σύνορα)

A

10. Σ. Σινιορέ: Ή νοσταλγία δέν είναι πιά αύτό πού ήταν... (Εξάντας) 11. Δομικές άλλαγές στήν άγροτική οικονομία μας (Σύγχρονη Εποχή) 12. Ν. Πουλαντζά: Τό κράτος, ή έξουσία, ό σοσια­ λισμός (Θεμέλιο) 13. Κ. Παπαϊωάννου: Ή Ιστορία τής κυρίας «Ού»... (Καστανιώτης)

* A

*


Οι κληρονόμοι τοϋ Φρόυντ Ή έποχή μας ζει κάτω από τό βάρος όνο γενειοφόρων πατέ­ ρων: τοϋ Μάρξ καί τοϋ Φρόυντ. Καί οί όνο, ό καθένας από την πλευρά τον, κατάφεραν νά σννόνάσονν σέ μιά πε­ λώρια σύνθεση πολλά κι ετερό­ κλητα, φαινομενικά, μεταξύ τους στοιχεία, γιά νά σχηματίόονν τελικά μιά ορθολογική καί γόνιμη ερμηνευτική άποψη τοϋ κόσμον καί τοϋ μεμονωμέ­ νου άτόμον. Ή κριτική πού συνήθως τούς γίνεται, βασίζεται, συχνά, γιά μέν τόν πρώτο σέ έργα πού όέν είναι κάν όικά του, γιά όέ τον όεύτερο στίς άπόψεις ή διαστρεβλώσεις των κληρονόμων τον. Κληρονόμοι ή μή κληρονόμοι, δάσκαλοι καί μαθητές, διαφωνίες, κατηγορίες, διαγραφές... Μέ τήν παρουσίαση αντοϋ τοϋ άφιερώματος επιχειρούμε μιά ξε­ νάγηση στό χώρο αυτό τής δυτικής σκέψης απ’ όπου άντλήθηκαν οι πιό άντιφατικές καί άλληλοαποκλειόμενες θέσεις καί συμπε­ ράσματα, όπως μαρτυρούν οί άπόψεις τοϋ Μαρκούζε ή τοϋ Νόρ­ μαν Μπράουν, τής Μελανί Κλάιν ή τοϋ Λακάν, κληρονόμων τοϋ Φρόυντ πού ποτέ όέν σταμάτησαν νά ισχυρίζονται ότι έμειναν πιστοί στό πνεύμα τοϋ δασκάλου. (Τό άφιέρωμα έπιμελήθηκε ό ψυχίατρος Διονύσης Λ ιάρος, στόν όποιο άνήκουν ή μετάφραση-άπόδοση κειμένων τού «Magazine Litteraire», τά άνυπόγραφα άρθρα καί οί π ροσθήκες, μέσα σέ αγκύλες, σέ άρθρα των υπόλοιπων συνεργατών.)


12/αφιερωμα

Catherine Clement

Ψυχανάλυση καί κοινωνική ανθρωπολογία Ή ορδή καί τό δίκαιο Ή «πρωτόγονη ορδή» πού άποτελεΐται άπό την οικογένεια των ψυχαναλυτών, ή όποια όέν μπορεί νά φωτιστεί άπό τά ϊόια τους τά θεωρητικά όπλα, ίσως θά μπο­ ρούσε νά φωτιστεί άπό την εθνολογία τού Λεβί-Στρώς καί άπό τη νομική άνθρωπολογία τού Χέγκελ. Φυσικά, οί ίδιοι οί ψυχαναλυτές σιχαίνονται τέτοιου είδους ερμηνείες -παρά τη μανία τους νά ερμηνεύουν κάθε τί στούς άλλους. Ό Φρόυντ, μιλώντας κάποτε γιά τήν έταιρεία πού είχε ιδρύσει, τήν Ψυχαναλυτική Εταιρεία, καί τό σύνολο τών άναλυτών πού τόν ακολου­ θούσαν, τήν άποκάλεσε «πρωτόγονη όρδή», ■Έτσι, έφάρμοσε μεταφορικά τή θεωρία πού είχε περιγράφει καί προτείνει ό ίδιος στό βιβλίο του Τοτέμ καί ταμπού, τό 1913.1 Στήν ψυχαναλυτική όμάδα υπήρχε ένας πατέρας, μιά όρδή γιων,2 γυ­ ναίκες γιά κατάκτηση καί ιδιοποίηση, καί στή συνέχεια μιά άπωθημένη δολοφονία: "Ολα ήταν έτοιμα ώστε νά κλειστούν οί ψυχαναλυτές σέ μιά παγίδα άπό τήν όποια δέν φαίνεται νά έχουν πραγματικά βγει. Θεωρώντας τόν έαυτό τους Σημειώσεις: 1. Έκεϊ ό Φρόυντ Ισχυρίστηκε δτι θά μπορούσε νά υπάρξει μία συμβολική έρμηνεία τών μεγάλων φαινομένων τον πολι­ τισμού, δπως ή γέννηση τής ήθικής, τής θρησκείας καί, φυ­ σικά, καί τής έξωγαμίας καί τό ταμπού τής αίμομειξίας, άπό τή συλλογική ένοχή πού ένιωσαν οί γιοί δταν συνασπί­ στηκαν καί δολοφόνησαν τόν όεσποτικό πατριάρχη καί τυ­ ραννικό πατέρα τους πού κρατούσε δλα τά θηλυκά γιά πάρ­ τη του. Πρότυπο ιστορικό Ισως στάθηκε γιά τόν Φρόυντ ή δολοφονία τών γιων άπό τούς πατέρες καί τών πατέρων άπό τούς γιούς στις οικογένειες τών σουλτάνων τής Τουρ­ κίας, μέ στόχο τό χαρέμι. Πολλοί θεώρησαν τη θεωρία αύτή τού Φρόυντ αάν ένα Απλό «γοτθικό παραμύθι». ’Αλλοι τή βελτίωσαν ώς έξής: Ή «πατρο»-κτονία δέν έγινε μόνο μιά φορά άλλά πάμπολλες φορές στή διάρκεια τών αιώνων καί έκφράζει περισσότερο μιά πολιτιστική διαδικασία (Ροχάιμ). Ά λλοι θεώρησαν δτι ήταν μιά καθαρά άλληγορική ιστορία πάνω στό τί συμβαίνει μέσα σέ κάθε παιδί καί Ιδιαί­

όμάδα καί όχι ένωση, έπέβαλαν στόν έαυτό τους τόν κανόνα νά ρυθμίζουν -μέ τήν άνεσή τους καί μεταξύ τους- τούς λογαριασμούς τους. νΑς άγνοήσουμε όρισμένες ψυχαναλυτικές έταιρεΐες πού είναι ήρεμες καί τών όποιων τά μέλη μοιάζουν άνέμελα. Γι’ αυτές κανείς σχεδόν δέν μιλά, κι αυτό είναι αναμφίβολα τό καλύτερο σημάδι. Καί άς κοιτάξουμε τίς άλλες, αύτές πού πλημμυρίζουν τίς πιό δημόσιες στήλες πληροφό­ ρησης καί σχολιασμού. Διαλύοντας τή φροϋδική σχολή «του», ό Λακάν,3 αύτός πού έμοιασε στόν 20ό αιώνα πε­ ρισσότερο άπό όποιονδήποτε άλλο μαθητή πρός τερα γιό, άντλώντας άπό κεϊ τή μεγάλη της έρμηνευτική άξια. Διότι όντως έρμηνεύει σέ μεγάλο βαθμό φαινόμενα πού άλλιώς μένουν άνερμήνευτα. Ή κλασικότερη διερεύνηαη τού μοτίβου αύτοϋ βρίσκεται στό μυθιστόρημα τοϋ Τόμας Μάν Ό ’Ιωσήφ καί τά άδέλφια του. Ό Φρόυντ χρησιμοποιούσε τήν έκφραση «γιέ μου» δποτε άποτεινόταν σ’ έναν νεαρότερό του Αναλυτή. (Σ.τ.Μ.) Ό Λακάν συμπεριφέρθηκε σάν τόν βασιλιά "Ηλιο: «μετά άπό μένα ό κατακλυσμός»! Σύμφωνα μέ μαρτυρίες στενών του συνεργατών είχε τή συνήθεια νά Ανεβάζει ατά ούράνια άσημαντότητες πού έμεναν έκθαμβες γιά τήν ξαφνική κι Απρόσμενη εύνοια τοϋ δάσκαλου καί λίγους μήνες μετά νά τούς γκρεμίζει δυστυχείς ατά τάρταρα. Μιά τέτοια παιχνιόίζουσα σαδιστική στάση φαίνεται καί στό δτι δέν έγραφε σχεδόν ποτέ τίποτα, άρκούμενος στό νά μιλά μέ πολλή ει­ ρωνεία στούς μαζοχιστές καί έθελόδουλους Ακροατές του. ’Απ' δπου καί ή έμετική αύτή προσωπολατρία τους. (Σ.τ.Μ.)


αψιερωμα/13

τό δάσκαλο, έκανε μιά διπλή χειρονομία. Ά π ’ τή μιά προσπάθησε νά καταστρέφει τήν παγίδα μιάς πολύ μεγάλης καί έπικίνδυνης συνενοχής, καί άπό τήν άλλη ξαπόστελνε τή σχολή του ύποκρινόμενος δτι ό ίδιος βρισκόταν έκτος τής δι­ καιοδοσίας τών κανόνων τοϋ δικαίου. Χίλια καί παραπάνω γράμματα υποταγής στό όνομά του καί μόνο,4 έδειξαν ξεκάθαρα τήν ύπαρξη καί τήν έπιβίωση τής όρδής, πιό άγριας παρά ποτέ, γε­ μάτης άπό τά «φαντάσματά» της καί άπό καυτά έρωτηματικά γύρω άπό τήν κληρονομιά. Είναι θεμιτό νά μιλάμε γιά κληρονομιά σέ σχέ­ ση μέ μιά θεωρία; “Αν προσπαθήσει κανείς νά βγάλει άπό τή μέση τούς μύθους, ή κληρονομιά δέν υπάρχει, όπως δέν υπάρχει καί ή σχέση γιου πρός πατέρα (filiation). Ή κατάρτιση «γενεαλο­ γικών δέντρων» τών θεωριών καί τών ιδεών καί ή άνίχνευση τοϋ ποιος έπηρέασε ποιόν, είναι έρ­ γο τών πανεπιστημιακών σχολιαστών. Βεβαίως πρέπει νά βγάλουν τό ψωμί τους. Ή ψυχανάλυ­ ση όμως μπορεί νά λειτουργήσει στίς Ιδιες γραμ­ μές; Δέν θά οφείλε, ή πραγματική ψυχανάλυση, νά οδηγεί μέσα άπό τήν έσωτερική της λογική κάθε υποκείμενο στό νά βάλει στό ράφι τών φαντασιώσεων όλη τήν προβληματική τής κληρο­ νομιάς καί τής υίικότητας; Φαίνεται ότι ή κοινότητα τών ψυχαναλυτών θεωρεί τόν έαυτό της σάν μιά οικογένεια. Αύτό άποτελεί μιά κακοτυχία -ή μιά άπερίσκεπτη στά­ ση. Είναι ένας άπό τούς οδηγητικούς μίτους αύτής τής πρωτόγονης ιστορίας, πού έχει περιπέσει σέ άχρηστία, έπιμένει όμως, κλεισμένη σέ ένα καί μόνο πλέγμα στοχασμού, τό δικό της. ’Ανί­ κανη νά σκεφτεΐ μέ άλλους όρους παρά μέ αυ­ τούς πού φτιάχτηκαν γι’ αύτήν άπό τόν γενειοφόρο άρρωστο τής Βιέννης, τού όποιου ξέρουμε πιά κάθε λεπτομέρεια τής ζωής του. Σέ λίγα χρό­ νια θά γιορταστούν τά 100 χρόνια τής ιδρυτικής πράξης τής ψυχανάλυσης μέ τήν Ερμηνευτική τών όνείρων (1900). Έστω όμως, άς τούς σκεφτοϋμε δπως είναι, Πού συγκαλύπτει άτεχνα τήν πολλή άμφιθνμική όργή τους. (Σ.τ.Μ) Οί σημερινές γνώσεις μας γιά τή φύση τής ζωής σάν τάξης -βιοχημικής, βιολογικής-, δηλαδή σάν ποσό πληροφοριών ή πολνπλοκότητας όργάνωσης, ένισχύουν Απόλυτα αύτή τήν άντίληψη τοϋ πολιτισμού σάν ταξιθεσία πάνω στό χάος καί ένάντιά του. Ή δη ό Πυθαγόρας τόνιζε τήν υπερνίκηση τοϋ χάους άπό τήν τάξη, μοτίβο πού πέρασε καί στόν τεκτο­ νισμό σάν σύνθημα (Ordo ab chao) -πνιγμένο όέ διάφορες Ανόητες τελετουργίες, βέβαια- καί πού υπήρχε καί στόν ζω­ ροαστρισμό, άπό τόν όποιο ίπηρεάστηκε ό Gustav Fechner καί, έμμεσα, ό Φρόυντ, πού ήταν δλη τον τή ζωή Αμετακί­ νητος δυϊστής, έξηγώντας τά πάντα σάν Αλληλεπίδραση ένός ζεύγους Αντιθέτων ροπών πού έπαιρνε κάθε τόσο καί διαφορετικά όνόματα, Ανάλογα μέ τό έπίπεδο έκφρασής του. Ό πόθος γιά τάξη είναι ή libido. ’Ενώ ό πόθος γιά Αταξία είναι ή έπιθετικότητα. Ό έγκωμιασμός τής «τάξης

σάν οικογενειακή ορδή. Καί άς έφαρμόσουμε πάνω τους έννοιες πού έχουν έρθει άπό άλλου -πράγμα πού σιχαίνονται- άκριβώς γιά νά μπο­ ρέσουμε νά καταλάβουμε κάτι. Στό κλασικό πιά βιβλίο του Οί στοιχειώδεις δομές τής συγγένειας ό Στρώς χαρακτηρίζει όλη τήν άντίληψη τοϋ Φρόυντ σάν έναν πραγματικό μύθο. "Ενα μύθο δυνατό μέ τήν έννοια ότι ίσως μεταφράζει «σέ μιά συμβολική μορφή ενα όνειρο διαρκές καί προαιώνιο». Διαρκές λοιπόν. “Οχι όμως καί πραγματικό. Οί τύψεις, οί ένοχές καί ό πόθος τής χαμένης αίμομειξίας δέν άποδίδουν καί δέν καταγράφουν κανένα περασμένο γεγο­ νός. 'Απλώς μαρτυρούν τήν ύπαρξη ενός πόθου «άντι-τάξης» πού άναφέρουν όλοι οί άρχικοί μύ­ θοι καί πού ή λειτουργία τους συνίσταται στό νά άφηγηθούν πώς νικήθηκε ή αταξία. Ό πολιτι­ σμός ξαναβάζει τάξη, μέ τρόπο δραστικό καί δραματικό. Πρώτο συμπέρασμα, άνεπαίσθητο: Οί ψυχα­ ναλυτές, φανταζόμενοι τόν έαυτό τους κληρονό­ μο τής ίδιας όρδής καί ένός μοναδικού πατέρα, δέν δίνονται στήν τάξη τού πολιτισμού. Παραμέ­ νουν στή φύση τού ονείρου, σ’ ένα όνειρο τής φύσης. Αύτή ή υπόθεση θά ’ταν άχρηστη χωρίς τή σφαιρική άπόδειξη πού ό Λεβί-Στρώς δέν έπαψε ποτέ νά προσπαθεί νά δώσει μέ όλο του τό έργο. "Οποιος μιλά γιά συγγένεια μιλά γιά ανταλλαγή·. οί άντρες -ο ί αδελφοί καί όχι οί πατέρες, ούτε οί θείοι6- άνταλλάσσουν ταυτόχρονα, μέ τήν ίδια ιδρυτική χειρονομία, καί τίς γυναίκες καί τά υλι­ κά άγαθά καί τίς λέξεις-μηνύματα. Δέν άμφιβάλλω ότι κάποτε αύτή ή «θεωρία» τού Λεβί-Στρώς θά μοιάζει, μέ τή σειρά της, σάν ένας μεγάλος μύθος. Έ χει όμως τουλάχιστον τό προσωρινό ενδιαφέρον νά μάς άποστασιοποιεϊ άπό τούς προηγούμενους μύθους, τών όποιων άποτελεί τμήμα ό φροϋδικός μύθος τής οικογέ­ νειας. Ή άποψη τού Στρώς δείχνει τόν δρόμο γιά τήν πραγματική φύση τού νόμου τής έξωγακαί τοϋ νόμου» άπό τήν άκρα δεξιά όφείλεται σέ βαθιά άγνοια τής ζωής. Λατρεύεται ή «τάξη» τοϋ νεκροταφείου καί τοϋ στρατώνα. Ά λ λ ’ αύτό είναι Ακινησία καί άταξία μέ τή βιολογική έννοια τοϋ δρον. °Οπως είναι κοινωνική άτα­ ξία καί ή αίμομειξία, δπως λέει ή συγγραφέας αυτού τοϋ άρθρου. Οί Μοντέγκοι καί οί Καπουλέτοι νομίζουν δτι ζοϋν σέ τάξη, άλληλομ ισούμενοι. Φυσικά ζοϋν σέ Απόλυτη άταξία. Καί ό έρωτας τών δύο παιδιών τους, τής Ίουλιέτας και τοϋ Ρωμαίου, βάζει,σάν κεραυνός, τάξη στήν άταξία. Μέ τή φροϋδική καί τή στρωσιανή έννοια τοϋ Τοτέμ καί ταμπού, τής έξωγαμίας σάν θεμέλιου τοϋ πολιτισμού, οί δύο νέοι τής Βερόνας είναι τό κατ’ έξοχήν Αρχέτυπο τών ήρώων τοϋ πολιτισμού. Τηρουμένων τών Αναλογιών θά χρειαζόταν Αρκετό θάρρος σήμερα γιά νά παντρευτεί μία 'Εβραία έναν ”Αρα6α. Η μιά Έλληνίδα έναν Τοϋρκο. (Σ.τ.Μ.) 6. "Ας σημειωθεί δτι ή λέξη θείος βγαίνει Από τό θεός (δπως καί τό Ιταλικό zio βγαίνει άπό τό dio ή τό Ισπανικό tio). Ό


14/αφιερωμα μίας καί της άπαγόρευσης τής αίμομειξίας. Τί­ ποτα πού νά άπτεται κρυμμένων πόθων γιά τόν πατέρα ή τή μητέρα. Μόνο ένας οικονομικός καί πολιτιστικός νόμος, στό σημείο σύνδεσης τής οι­ κονομικής υποδομής καί τού θεσμικού εποικοδο­ μήματος. "Οπου υπάρχει αυτός ό κανόνας αν­ ταλλαγής, υπάρχει καί ό πολιτισμός. "Οπου οί οικογένειες παραμένουν ένδογαμικές, ξεσπά ό πόλεμος στά σωθικά τους: άνίκανες νά έπιβάλουν τήν άπαραίτητη κυκλοφορία τών ανθρώπων, οί οικογένειες μεγαλώνουν καί στρι­ μώχνονται άσφυκτικά, σκοντάφτοντας ή μιά πά­ νω στήν άλλη. Τά συστήματα πού είναι κλειστά άπό βιολογική άποψη είναι συστήματα έπικίνδυνα: καί δλοι οί πολιτισμοί μοιάζουν νά έπαγρυπνοΰν άσυνείδητα, χάρη στούς μύθους πού τούς άντικατοπτρίζουν καί τούς καθοδηγούν, γι’ αύτό πού θά μπορούσε νά θέσει τή «σωστή άπόσταση»: ούτε υπερβολικά μακριά (διότι τότε οί νέοι άνθρωποι, υπερβολικά φυγόκεντροι, θά έμπλε­ καν σέ έχθροπραξίες, καί δέν θά γνωρίζονταν), ούτε υπερβολικά κοντά (διότι οί νέοι, άν παρα­ γνωρίζονταν, πάλι θά κάναν τόν πόλεμο)...Ή σωστή άπόσταση, μάς θυμίζει ό Λεβί-Στρώς στίς Στοιχειώδεις δομές τής συγγένειας, μπόρεσε νά βρεθεί άπό τόν Ρολάνδο καί τόν Όλιβιέ, τή στιγμή πού διαπίστωσαν δτι οί δυνάμεις τους ήταν ίσες στή μάχη τους, καί άντάλλαξαν τήν ώραία "Ωντ, πού έγινε ή μνηστή ενός άπό τούς δυό, βάζοντας τέρμα στούς καβγάδες τους. [Ό Ό λιβιέ τού ’δώσε τήν άδελφή του, σύμφωνα μέ τό κείμενο τού μεσαιωνικού ίπποτικού ρομάντζου Τό τραγούδι τού ΡολάνόονΛ Τό τέλος τού (κάθε;) πολέμου: ένας αδελφός^ έμπιστεύεται τήν άδελφή του σ’ έναν άνδρα. Θέμα έπίμονο τό­ σο στόν Φρόυντ δσο καί στόν Λεβί-Στρώς (...). Ή εσωτερική φαγωμάρα είναι ό νόμος καί τών μεγάλων τραγικών μύθων πού άποτελούν τίς άπολαύσεις τής ψυχαναλυτικής οικογένειας άφότου ό πατέρας τούς έδωσε τό παράδειγμα. Είναι ή περίπτωση τής γενεαλογίας τών Λαυδακιδών: άπό τόν πατέρα στό γιό μεταβιβάζεται μιά άνωμαλία, έως τήν αίμομειξία τού Οίδίποδα, πού θά άποτελέσει τό τέλειο τέρας, έναν εν­ διάμεσο κρίκο ανάμεσα στή φύση καί τόν πολιτι­ σμό. Φυσικός, άπό τήν ένωσή του μέ τή μητέρα του, άπό τήν όποια δμως κληρονομεί τόν πολιτι­ σμό, αφού άποκτά άπό τήν ένωση μαζί της τό βασίλειο τού όποιου είναι διάδοχος καί θεματο-

φύλακας. Ό κύκλος αυτής τής ένδογαμικής φαγωμάρας δέν θά τελειώσει παρά μέ τήν αυθαίρετη ρύθμι­ ση, στήν όποια δλη ή δύναμη γίνεται ξαφνικά νόμος, καθώς ό διάδοχος Κρέων γίνεται βασι­ λιάς. Ό πιό άσήμαντος τής οικογένειας έγκαθιδρύει καί βγάζει τή συγγένεια άπό τήν πρωτόγο­ νη κατάστασή της. Ή ’Αντιγόνη, άπό τήν άλλη, προσκολλημένη στούς νόμους τής ένδογαμικής οικογένειας, κλείνει μέ τήν αυτοκτονία της μιά ιστορία πού έχει καταντήσει άπλώς παράνομη. ’Ανάλογα ισχύουν καί γιά τούς ’Ατρείδες. Ό Ά τρεύς καί ό Θυέστης είναι δύο άδέλφια πού άλληλοϋπονομεύονται καί άλληλομισούνται.8 Οί δύο πιό γνωστοί γιοί τού Ά τρέα, ό Άγαμέμνονας καί ό Μενέλαος, θά συνεχίσουν τήν ιστορία. Έ ω ς τόν τελευταίο τής οικογένειας, τόν τρελό Όρέστη, πού μόνο ή πόλη καί ή θεά της ή ’Αθηνά θά μπορέσουν νά τόν σώσουν. Τό δίδαγμα εί­ ναι τό ίδιο καί στίς δυό ιστορίες: μονάχα ή πόλη μπορεί νά ρυθμίζει τά οικογενειακά θέματα. Γιά δσο διάστημα οί οικογένειες θά κρατήσουν τούς δικούς τους νόμους, θά άλληλοσπαράζονται σέ μιά άτέλειωτη βεντέτα. Δέν ξέχασα τούς ψυχαναλυτές, γιά τούς όποι­ ους μιλούσαμε. Νά τοι «ένδογματικοί» καί πολε­ μιστές. "Οπότε έκρήγνυται μιά σχολή, μιά άλλη ιδρύεται άπό απόσχιση, άνανεώνοντας τούς ίδιους τρόπους καί τά ίδια συστήματα. Μέσα στούς κλειστούς χώρους τών σχολών οί μεταφο­ ρές παραμένουν τραγικές: συμβολικές δολοφο­ νίες, άπομιμήσεις πατροκτονιών, άπολαυστικές ταυτίσεις, καί άτέλειωτη μίμηση άρχαϊκών καί ξεπερασμένων μύθων. Τό έπάγγελμά τους -δη­ λαδή τού ψυχαναλυτή- δέν έχει άναγνωρισθεΐ άκόμη στή Γαλλία. Έ τσι ή πολιτεία τούς προκαλεί άπειρη άποστροφή. Παράνομοι, ελεύθεροι σκοπευτές, περιθωριακοί γιά λόγους άρχών, άμφιβάλλουν κι άποκρούουν σάν τήν πανούκλα τής Θήβας τήν ήμέρα δπου τό κράτος θά ’ρθει νά βάλει τή μύτη του μέσα στίς δραστηριότητές τους. ’Ασφαλώς δέν έχουν άδικο σέ ορισμένα σημεία τής πρακτικής τους. "Ομως ό μύθος τής παρανομίας τους, τούς ένισχύει στήν εικόνα πού έχουν γιά τόν έαυτό τους, μιας ορδής. Φαντά­ ζονται τόν έαυτό τους άγριο, άπείθαρχο, άντάρτη καί καταντάνε τρελοί, σάν τόν ’Ορέστη πού έψαχνε γιά τήν Ά θηνά του. "Ας έρθουμε στόν Χέγκελ.

μπάρμπας (άπ’ τήν Κορώνη, τής παροιμίας) είναι ό γενειοείναι χωρίς νόημα-ή θά ’πρεπε νά 'ναι. (Σ.τ.Μ.) Iφόρος (barba) «ουράνιος πατέρας» πού κάπου άντικαθί8. Ό Θυέστης Αποπειράται νά έκτοπίσει άπό τόν θρόνο τόν σταται άπό τόν άδελφό τής μάνας, πού είναι ισχυρή r ίσιο άδελφό του Ά τρέα Αποπλανώντας καί τή γυναίκα του Ά εγνωμία -τουλάχιστον στήν έλληνική κοινωνία. (Σ.τ.Μ.) ρώπη, κλέβοντας ένα χρυσό πρόβατο πού συνδεόταν μέ τόν 7. Είναι χαρακτηριστικό δτι πάντα κάποιος άνδρας πρέπει νά θρόνο. Ό Άτρέας, μπροστά σ’ αυτή τή διπλή προδοσία, παραόώσει τή νύφη στό γαμπρό πού περιμένει στήν έκκλητής γυναίκας του καί τοϋ Αδελφού του, πετά τή γυναίκα του σία. ‘Ακόμα κι ένας απλός φίλος, ένας σχεδόν τυχαίος &νστή θάλασσα καί δίνει στόν Θυέστη νά φάει τούς δύο του όρας, θεωρείται, έθιμικά, «καταλληλότερος» κι άπ’ αύτήν γιούς μαγειρεμένους. °Οταν ό Θυέστης καταλαβαίνει τί έγι­ άκόμη τή μάνα τής νύφης! Ά ς τό προσέξουν αύτό οί χειρα­ νε, ρίχνει μιά τρομερή κατάρα στόν άδελφό του καί τούς φετημένες γυναίκες. Στήν έποχή μας μιά τέτοια τελετουργία Απογόνους του. (Σ.τ.Μ.)


αφιερωμα/15

ΟΙ άρχές τής φιλοσοφίας τοΰ δικαίου Ό Χέγκελ, στό κλασικό του αυτό βιβλίο, άφηγεΐται δύο διαδρομές τοΰ δικαίου. Ή πρώτη, τοΰ Άμεσον δικαίου, ξεκινά άπό την άπλή οίκειοποίηση ενός έδάφους: πράξη ιδρυτική, πρά­ ξη ιδιοκτησίας. Καί τελειώνει, μοιραία, μέ την εκδίκηση, πού άκολουθεϊται άπό έγκλημα: όταν ή γή άπειλεϊται καί ξεπροβάλλει ένα πρόβλημα συνόρων (ή ύπακοής) δέν υπάρχει άλλη λύση άπό τη δολοφονική σύγκρουση. Ή δεύτερη διαδρομή, πολύ π ιό όψιμη, υποθέ­ τει μιά μακριά μαιανδρική παρέκβαση, πού περ­ νά άπό τούς λαβύρινθους τής ήθικής, τού καλού καί τοΰ κακού. Ό μω ς, όταν πιά κάνει κανείς όλο τόν κύκλο τών ήθικών άδιεξόδων, σκαμμένον όλο μέσα στήν άλλοτριότητα, παραμένει ή άναπόδραστη προσφυγή στήν ήθική πού ό Χέγ­ κελ ονομάζει «άντικειμενική». Νά ’μαστέ πάλι στήν πόλη, δηλαδή, γιά τόν Χέγκελ, στό κράτος. "Ομως τό σπέρμα τού κράτους είναι ή οικογέ­ νεια. ’Ασφαλώς όχι βέβαια ή ένδογαμική οικογέ­ νεια. ’Αλλά ή πραγματική καλή άστική οικογέ­ νεια, ή έξωγαμική καί μονογαμική, άκριβώς έκείνη τής όποιας τούς σεξιστικούς (άνδροκεντρικούς) μηχανισμούς θά δείξει υπέροχα ό Ένγκελς μιά γενιά άργότερα. Ή οικογένεια: ό πατέρας, ή μητέρα, τά παιδιά. °Απαξ καί τά παι­ διά γίνουν ενήλικοι, ή οικογένεια διαλύεται άπό μόνης της. Μέ τήν κληρονομιά καί τή σύσταση μιάς άλλης οικογένειας. «Ή αρχική οικογένεια άπωθεΐται χρονικά στή σειρά τών μυθικών άρχών» καί χάνεται στή νύχτα τού μύθου. Τέλος κάθε ένδογαμικής άπειλής. ’Αρχή τών κρατιστικών άπειλών: Κανείς δέν άποκτά κάτι χωρίς τί­ ποτα, καί αυτό οί ψυχαναλυτές θά τό ονόμαζαν άντικειμενικό έλεγχο τής πραγματικότητας. Ή οικογένεια χωρίζεται έτσι σέ πολλαπλές οι­ κογένειες πού είναι, λέει άκόμα ό Χέγκελ, «σάν συγκεκριμένα πρόσωπα άνεξάρτητα τό ένα άπό τό άλλο καί συνεπώς σέ μιά έξωτερική σχέση με­ ταξύ τους». Διάλυση τών σογιών, εξωτερικές άνταλλαγές: γεννιέται ή κοινωνία τών πολιτών, γεννώντας καί τήν ίδια της τήν έκφραση, τό κρά­ τος. Έ δώ ύπάρχει ή έγελιανή ιδέα, πού είναι ή ίδια πάντα, στοιχειακή, ότι ή οικογένεια είναι ένας κίνδυνος πού πρέπει νά άναχθεϊ καί νά πε­ ριοριστεί σέ μιά μεταβατική φάση. Τών ίδιων τών ψυχαναλυτών όλη ή τέχνη δέν συνίσταται στό νά χαλαρώνουν τούς ύπερβολικά στενούς δεσμούς τής οικογένειας; Καί όμως οί ψυχανα­ λυτές μοιάζουν νά μήν μπορούν νά προσχωρή­ σουν στήν κοινωνία τών πολιτών, καθώς είναι

έτσι μπλεγμένοι άμήχανα μέσα στις πιό οίκογενειοκρατικές φαντασιώσεις, καθώς βρίσκονται αντιμέτωποι μέ όλο τό φάσμα τοΰ φανταστικού κάθε μέρα. Φυσικά δέν παύουν νά είναι πολίτες υποκείμε­ νοι στούς νόμους, νά φορολογούνται καί νά άπολαμβάνουν όπως όλοι έμεϊς τούς ίδιους δρό­ μους, τά ίδια σχολεία καί τά ίδια νοσοκομεία όταν τούς τυχαίνει νά πρέπει νά νοσηλευτούν. Καθώς όμως βρίσκονται άνάμεσα σέ δύο πυρά, τής οικογένειας καί τών εσωτερικών εγκλημάτων της, άπ’ τή μιά, καί τών έγκλημάτων τού κρά­ τους, άπ’ τήν άλλη, προτιμούν τήν πρώτη. "Οταν ό Λακάν ανήγγειλε ότι διέλυε τή σχολή του, μερικοί ψυχαναλυτές -καμιά εικοσαριά πε­ ρίπου- κίνησαν μιά δικαστική ένέργεια ένάντια στήν αυθαιρεσία του. Έ τσι φάνηκε ξεκάθαρα ή γελοιότητα τού νά προσπαθούν νά «κληρονομή­ σουν» μιά θεωρία, τή στιγμή πού κανείς δέν μπο­ ρεί νά κληρονομήσει ή νά κληροδοτήσει μιά θεωρία (...). Έ τσι βλέπουμε τίς ψυχαναλυτικές ομάδες νά έντρυφούν στίς γλυκιές κι άπολαυστικές φαντα­ σιώσεις τού οικογενειακού μυθιστορήματος. Τό οικογενειακό μυθιστόρημα, όπως ξέρουμε, είναι τό παραμύθι πού πλάθει τό παιδί γιά τόν εαυτό του, στήν αύγή τής έφηβείας, στήν έποχή τής απώθησης, όπου, άμφισβητώντας καί άρνούμενο τούς πραγματικούς του γονείς, προτιμά νά φαν­ τάζεται ότι προέρχεται άπό άλλους γονείς, φαν­ ταστικούς, βασιλιάδες, πυργοδεσπότες, μεγάλα τζάκια, πού ύποτίθεται ότι τό είχαν έγκαταλείψει όταν ήταν μικρό. Αύτή πρέπει νά ήταν ή πραγματική του οικογένεια. Ή άλλη, ή πραγμα­ τική οικογένεια, άπλώς θά τόν είχε υιοθετήσει. Είναι ή γέννηση όλων τών ήρώων. Οί ψυχαναλυτές έχουν ψυχή ήρωική. Ψάχνουν άγωνιώδικα νά βρούν γονείς άντάξιούς τους. "Οσο λίγο κι άν ένας τους έχει προικισθεΐ μέ τό έπικό ύφος, τό μυθικό εγχείρημα έχει όλες τίς έλπίδες νά πετύχει. Χύνουν τούς πατεράδες τους στά καλούπια τους. Καί, πιστεύω, άκόμα κι όταν τά ’χουν κάνει πλακάκια μ’ αυτούς, μπορεί κανείς νά κατανοήσει τό πώς οί πατεράδες τό­ σων καί τόσων ήρώων τινάζουν πάνω σ’ αυτούς τούς φανταστικούς τους γιούς τή σκόνη άπό τά παπούτσια τους. Καί τούς έπιβάλλουν ξαφνικά, όπως ό Λακάν, νά διαλυθούν. Ό ήρωας όμως δέν άνταλλάσσει: ιδρύει (πόλεις, χώρες), ταξι­ δεύει, σκοτώνει, καί παντρεύεται τυχαία καί φεύγει. Εγκαταλείπει. Οί ήρωες σκοτώνουν, καί φεύγουν πλανώμενοι στίς θάλασσες. Ποιος ξέρει; "Ισως κάποιος άπ’ αύτούς μιά μέ­ ρα, άντίθετα άπό κάθε προσδοκία, νά μάς φέρει τό χρυσόμαλλο δέρας. Στή θέση τους έγώ θά δυσπιστούσα: Αύτή ή μοίρα δέν είναι εύκολη. Εί­ ναι γεμάτη άπό κακουχίες.


16/αφιερωμα

Dominique Grisoni

Τό οικογενειακό «μυθιστόρημα» «ΟΙκογένεία, σάς μισώ, κλειδαμπαρωμένες πόρτες, σαλόνια κλειστά, ζηλότυποι ιδιοκτήτες τής ευτυχίας.» 'Ο Ζίντ ήταν πολύ εύγενής. Ή οικογένεια είναι ή μόνιμη ρύθμιση των λογαριασμών, είναι ό Κρόνος πού γεύεται τά παιδιά του ώμά, είναι ό Φρόυντ πού ρίχνει διαδοχικά στό πϋρ τό έξώτερο τούς ψυχαναλυτικούς «έκτροπίες» ’Άντλερ, Γιούνγκ, Στέκελ, Φερέντσι καί μερικούς άλλους. "Εως τό φουκαρά τόν Τάουσκ. 'Υπάρχει κάτι σάν μυστικό, ή έν πάση περιπτώσει ένα είδος γενικής συμφωνίας, γιά τή διαφύ­ λαξη τής σιωπής γύρω άπ’ όλη την υπόθεση. “Ολοι σιωπούν ή, στήν καλύτερη περίπτωση, μουρμουρίζουν, στούς κύκλους τών «μυημένων». Καί αν κατά τύχη άποδεχτεί κάποιος νά διηγηθεϊ την δλη περιπέτεια, συνήθως ξαναρχίζει νά λέει αύτά πού ό ίδιος έχει περιλάβει στήν άφήγησή του τών γεγονότων. Οί μάρτυρες σπάνια κα­ λούνται, εκτός άπό την περίπτωση πού είναι σύμφωνοι μέ τή δική του έκδοχή. Δηλαδή όταν φέρνουν νά πουλήσουν την πραμάτεια τών βολι­ κών τους θρύλων, τών όχι καί πολύ τίμιων με­ ταμφιέσεων τής πραγματικότητας πού ό Φρόυντ έριξε πάνω στίς ενσαρκώσεις τής δικής τον οικο­ γένειας. Θά άνωρωτιέται κανείς γιά πιό πράγμα μιλώ. Μά προφανώς γιά τόν ίδιο τόν Φρόυντ, τόν θεμελιωτή πατέρα. Είναι έλά)μστα γνωστό αύτό τό οικογενειακό μυθιστόρημα1 τών άρχών τής ψυχανάλυσης. Ε ν ­ τούτοις μάς μαθαίνει πολλά πάνω στήν ίδια την Σημειώσεις: 1. Μέ τόν τίτλο «Οικογενειακό μυθιστόρημα» ό Φρόυντ δη­ μοσίευσε ένα άρθρο τό 1909, στό βιβλίο του "Οττο Ράνκ Ό μύθος τής γέννησης τού ηρώα (πρόσφατα μεταφράστη­ κε ατά έλληνικά άπό τόν Μάριο Μαρκίόη), στό όποιο έλε­ γε βτι οί νευρωσικοί τρέφουν φαντασιώσεις -πού, σάν παιδιά, έχουν δλοι οί άνθρωποι, λίγο ή πολύ- γιά πριγκι­ πική καταγωγή. "Οτι οί γονείς τους είναι θετοί καί τούς πήραν όταν ήταν παιδιά άπό τό δρόμο ή τό νερό (δπως τόν Μωυσή) δπου τά είχαν έκθέσει οί κοινωνικά άνώτεροι

ψυχανάλυση, πάνω στόν τρόπο μέ τόν όποιο λει­ τουργεί καί πάνω στά δογματικά2 άποτελέσματα πού γεννά. Ά π ό τή «δίκη» τού “Αντλερ έως τή συγκαλυμμένη άποπομπή τού Φερέντσι, περνών­ τας άπό τήν έκδίωξη τού Στέκελ, τήν αύτοκτονία τού Τάουσκ καί άπό τό θόρυβο πού δημιουργήθηκε μέ τήν υπόθεση τού Γιούνγκ, άποτελεϊ μιά συλλογή δραματικών στιγμών, όπου μάς άποκαλύπτεται ένας Φρόυντ υπολογιστικός, μικροπρε­ πής, κυνικός, πού είχε καταντήσει ό στενοκέφα­ λος υπηρέτης τής θεωρίας πού ό ίδιος είχε δη­ μιουργήσει- καί όχι ή μορφή άγιου νέου τύπου, ή υπομονετικά σχεδιασμένη άπό τήν υστεροφημία του. Γιατί ένώ, υποτίθεται, έλεγε τήν άλήθεια πάνω στή φύση τού άνθρώπου, όλους όσους δεν δέχονταν νά περιοριστούν στό ρόλο τού μονότο­ νου φερέφωνου τών κειμένων του, τούς εξέθετε στή δημόσια περιφρόνηση3 σχεδόν συκοφαντών­ τας τους σέ μερικά σημεία. Είναι κρίμα πού αύτό δέν λέγεται πιό συχνά: 'Ο Φρόυντ ό ήρεμος, ό σοφός, ό ζυγιασμένος, ό γονείς τους (δπως τόν Οίδίποδα κλπ.). "Ετσι, οί ίδιοι οί ψυχαναλυτές, άντικαθιστούν φαντασιωσικά τούς γονείς τους μέ τόν άναλυτή τους (πού είναι σκόπιμο νά ’ναι άπό τούς πιό πετυχημένους κοινωνικά) καί, έμμεσα, μέ τόν γε­ νάρχη τής ψυχανάλυσης. (Σ. τ. Μ.) 2. Δέν τά γεννά ή ψυχανάλυση άλλά μιά «έκφυλιστική διαδι­ κασία» πού έχει έκδηλωθεί παλιότερα στό βουδισμό, στό χριστιανισμό, στό μαρξισμό καί σέ πολλές άλλες άπελευθερωτικές θεωρίες, γιά λόγους πολύ βαθύτερους άπ’ δσο Αναλύεται έδώ (6λ. τό άρθρο περί Ράιχ). (Σ. τ. Μ.) 3. "Οπως γινόταν πάνω στήν πλαγιά τοϋ Ά βεντίνου λόφου,


αφιερωμα/17

ήθικολόγος μέ την τσαγκίλα τού άσκητισμοϋ,4 ήταν έπίσης καί ένα νηφάλιο τέρας πού έκτέλεσε τόν ένα μετά τόν άλλο όλους τούς μαθητές του πού θέλησαν νά σκεφτούν έξω άπό τή δική του σκέψη. 'Ο Έ ρ ιχ Φρόμ, πού έζησε άπό κοντά πολλές άπ’ αυτές τίς δολοπλοκίες, τίς παρομοίασε, άργότερα, πρός τίς δίκες τής Μόσχας καί τό σταλι­ νισμό.5 Είχε δίκιο ή είχε άδικο; Θά δώσω τόν λόγο στόν Τόμας Ζάς, πού έχει γράψει ένα έξοχο κείμενο μέ τόν τίτλο «'Ο Φρόυντ σάν ήγέτης»: «Μού φαίνεται δτι ό Φρόυντ χειριζόταν τίς υποθέσεις τού ψυχαναλυ­ τικού κινήματος όπως ένας δικτάτορας τής Καραϊβικής θά διεύθυνε την κυβέρνηση του άν πρώτα τόν είχαν καλέσει νά έκδημοκρατήσει τό καθεστώς του. Θά όρκιζε έναν γιά πρόεδρο καί μερικούς σάν υπουργούς. "Ισως άκόμα καί νά ύπόδειχνε κάποιον γιά νά παραστήσει τόν άρχηγό τής άντιπολίτευσης. ’Αποτέλεσμα θά ήταν μιά παρωδία κοινοβουλίου, διότι ό δικτάτορας θά διατηρούσε όλη την έξουσία παρασκηνιακά». «Νά μήν άμαυρώσουμε την εικόνα τού δάσκα­ λου, γι’ αύτό άς σιωπήσουμε.» Νά ποιό ήταν άπ’ τήν άρχή τό σύνθημα πού έχει φτάσει ως τίς μέ­ ρες μας. ’Αλλωστε ό ίδιος ό Φρόυντ είχε δώσει τόν τόνο συμμετέχοντας άμεσα καί δραστικά στό σμίλεμα τού ίδιου τού άδριάντα του. Τό βιβλίο του Συμβολή στήν Ιστορία τής ψυχαναλυτικής κί­ νησης (1914) άποτελεΐ ένα υπόδειγμα. Έκεΐ κα­ θορίζει τούς κανόνες τής άφήγησης, ορίζει τό πλέγμα τής άνάγνωσης τών γεγονότων, προφέρει τίς βασικές καταδίκες, καί μέ λίγα λόγια, όπως συνήθως λέγεται στήν πολιτική, χαράζει «τή γραμμή πλεύσεως». Στήν άρχή τών πραγμάτων βρίσκεται ό ίδιος, κατά συνέπεια ό λόγος του, καί μόνον αυτός, διαθέτει νομιμότητα: «Ή ψυχανάλυση είναι δικό μου δημιούργημα» δηλώνει ό Φρόυντ σάν υπέρτατος κυρίαρχος. «Πιστεύω ότι μπορώ νά βεβαιώσω πώς άκόμα καί σήμερα, πού δέν είμαι καθόλου ό μόνος ψυ­ χαναλυτής, κανείς δέν μπορεί νά ξέρει καλύτερα άπό μένα τί είναι ή ψυχανάλυση, σέ τί διαφέρει άπό άλλους τρόπους έξερεύνησης τής ψυχικής ζωής, καί αύτό πού μπορεί νά όρίζεται άπό τόν όρο αύτό ή πού θά μπορούσε νά όρίζεται ίσως καλύτερα αλλιώς».6 Αυτά. Τελεία καί παύλα. Εκτός άπ’ αύτόν, κανείς άλλος δέν θά υπάρξει

’Απόγευμα τού Όκτώβρη στή Βιέννη. Τέσσερις άντρες βρίσκουν στήν άλληλογραφία τους μιά ταχυδρομική κάρτα. Μερικές λέξεις βιαστικά γραμμένες. Μιά υπογραφή: Σίγκμουντ Φρόυντ. Είναι καί οί τέσσερις γιατροί: ό Στέκελ, ό Ά ν τλερ, ό Καχάνε καί ό Ράιτλερ. Οί δύο πρώτοι έγιναν διάσημοι -διαφωνών­ τας. Οί άλλοι δύο ξεχάστηκαν -συμφωνώντας. Ό Φρόυντ τούς ομολογεί τούς σκοπούς του: «Νά σχηματισθεί γύρω μου μιά μικρή ομάδα, πού θά μάθει τήν ψυχανάλυση, θά άφοσιωθεΐ σ’ αύτήν καί στή συνέχεια θά τή διαδώσει. Ή πρω­ τοβουλία αύτής τής συγκέντρωσης άνήκει σέ ένα συνάδελφο (Στέκελ) πού βίωσε στόν ίδιο του τόν έαυτό τά καλά άποτελέσματα τής ψυχαναλυτικής άγωγής».7 Ά ν όμως πιστέψει κανείς τόν Φρίτς Βίττελς, αύτό τό δείπνο τών σοφών δέν είχε άλλο σκοπό άπό τό νά έξυπηρετήσει τά άμεσα συμφέροντα τού Φρόυντ. Καί συγκεκριμένα, νά σχηματίσει μιά πραιτωριανή φρουρά πού θά άντιτασσόταν στίς δηλητηριώδεις έπιθέσεις ένάντιά του καί πού θά τού έπέτρεπε νά διηθεί τίς ιδέες του «μέ­ σα άπό άλλες διάνοιες έκτος άπ’ τή δική του... Γι’ αύτό καί δέν έπέμενε πολύ στό νά είναι προι-

δπου βάζαν τά πτώματα τών άπαγχονισμένων, πριν τά ρί­ ξουν στόν Τίβερη, γιΛ νά τά βλέπει ό κόσμος. (Σ. τ. Μ.) 4. "Αν καί ό Ιδιος (γράφε δτι ίπαψε νά τόν ένόιαφέρει ή σε­ ξουαλική δραστηριότητα μετά τά 45, ξέρουμε δτι ταξίδευε συχνά μέ τήν Tante Minna, τή γυναικαδέλφη του, δτι άπολάμβανε τά 20 πούρα πού κάπνιζε τήν ήμέρα κλπ. (Σ. τ. Μ.) 5. Ό σταλινισμός έξέφραζε τόν έκφυλιατικό συγκεντρωτισμό πού άποκαθιατά τήν ιεραρχία σ’ (να άρχικά μή ίεραρχικό καί άποκεντρωμένο σύστημα έξουσίας. Ό Ράνκ είχε πα­

ρομοιάσει τίς θερμιδοριανές άντεπαναστάσεις μέ τήν πα­ λινόρθωση τών έξουσιών πατρικής μορφής, δηλ. σχέσεων τού πατέρα τσάρον (ή Τσώρτσιλ, Στάλιν κλπ.) πρός τούς γιούς-όπαόούς (υπηκόους) πάνω στίς έξονσίες μητρική; μορφής (σχέση δλων σάν άδελφών μεταξύ τους) πού κι­ νούν κάθε έπανάστααη (σ’ άντίθεαη μέ τό πραξικόπημα). (Σ. τ. Μ.) 6. Στά έλληνικά: έκδοση Γκοβόστη μέ τίτλο Ή ζωή μου κι ή ψυχανάλυση. (Σ. τ. Μ.) 7. Στό Ιδιο. (Σ. τ. Μ.)

γιά ν’ άποκαταστήσει ή νά άποφασίσει τί άνήκει στό ψυχαναλυτικό πεδίο καί νά δώσει τό χρίσμα στούς μελλοντικούς τοποτηρητές τής έξουσίας. Ό Φρόυντ-άφεντικό, άποκλειστικός κάτοχος τού «σήματος» τής ψυχανάλυσης, μοναδικός φύ­ λακας τού νόμου πού ό ίδιος επινόησε: Ή τόν άκολουθεϊ ή τόν έγκαταλείπει κανείς, αλλά κατά κανένα τρόπο δέν μπορεί νά άποπειραθεϊ νά τροποποιήσει τούς όρους ή τίς υποθέσεις τής θεωρίας του. Αυτές οί δρακόντεια αυστηρές άρχές θά ρυθ­ μίσουν στό μέλλον τίς σχέσεις τού Φρόυντ μέ τούς μαθητές του, καί θά διαστρεβλώσουν έντο­ να τήν ιστορία τών άρχών τής ψυχανάλυσης. Ή άφήγηση πού θά άρχίσω εδώ, άσεβής καί εικο­ νοκλαστική, δέν θά ’πρεπε νά διαβαστεί παρά μόνο σάν ένας ύστατος φόρος τιμής πρός τόν μο­ ναχικό άνθρωπο πού τώρα άρχίζουμε νά συνει­ δητοποιούμε τήν πραγματική μορφή του.

1902


18/αφιερωμα

κισμένοι μέ δυνατές προσωπικότητες οι σύντρο­ φοί του (...), επιθυμούσε πάνω άπ’ όλα ένα κα­ λειδοσκόπιο πού θά πολλαπλασίαζε τίς εικόνες πού θά τού έβαζε ό ίδιος». Οί συγκεντρώσεις άρχίζουν τακτικά, κάθε Τε­ τάρτη βράδυ, μετά τό δείπνο. Οί τέσσερις έθελοντές είναι άκούραστοι, γοητευμένοι, θαμπωμέ­ νοι. Ή άνάλυση είναι μιά επανάσταση γιά αύτούς τούς πανεπιστημιακούς, ένα πυροτέχνημα άπό νέες έννοιες. Καί μετά μιλά ό Φρόυντ «άφήνοντας τη γοητεία των λέξεων καί τής προσωπι­ κότητάς του νά δρά». Επανέρχεται στά δύο του τελευταία έργα, την Ερμηνευτική τών ονείρων (1899) καί την Ψυχοπαθολογία τής καθημερινής ζωής (1901), έκθέτει μακροσκελώς τίς άπόψεις του πάνω στη libido, την άπώθηση, τό συμβολι­ σμό κλπ. καί σχολιάζει τίς τρέχουσες έρευνές του. Τό ακροατήριο τού κάνει έρωτήσεις, προ­ τείνει επίσης ερμηνείες, μηχανεύεται τρόπους γιά νά παρατείνει την ομιλία αυτού πού ήδη δε­ σπόζει σάν άπόλυτος κύριος. Μιά ειδυλλιακή περίοδος γι’ αυτόν τό μικρό κόσμο τών πρωτο­ πόρων, πού έχει τό αίσθημα ότι ζεί στιγμές ηρωικές. [Αυτή ή πνευματική ευφορία διατηρήθηκε γιά πολλά χρόνια μετά. Επειδή όλο τό άρθρο είναι αυστηρό άπέναντι στόν Φρόυντ, λές καί ή ψυχα­ νάλυση άπλώς Ανακαλύφθηκε άπ’ αύτόν, παρα­ θέτουμε μιά άναπόληση τού Φράντς Άλεξάντερ γιά τά κατοπινότερα χρόνια: «Τό 1921 ή άπόφαση νά γίνει κάποιος γιατρός ψυχαναλυτής τόν έβγαζε έξω άπό τό ιατρικό σώ­ μα. Σάν άντάλλαγμα όμως ένας νεαρός ψυχανα­ λυτής έβρισκε ένα πνευματικό λιμάνι, ένα είδος υπηκοότητας σέ μιά μικρή άλλά άφοσιωμένη όμάδα... Δέν υπήρχε κανένα κέντρο πολιτισμού στήν Ευρώπη όπου ό νεαρός ψυχαναλυτής, άπαξ καί αναγνωριζόταν άπό τήν τοπική του έταιρεία, δέν θά έβρισκε φιλική υποδοχή άπό τούς ντόπιους ψυχαναλυτές. Άνάμεσά τους έβρισκε άμέσως σπίτι, μέ τήν αίσθηση ότι ανήκε στούς λίγους εκλεκτούς πού φωτίζονταν άπό τίς διδα­ σκαλίες τού Φρόυντ γιά τή φύση τού άνθρώπου καί τής κοινωνίας... Είτε έπισκεφτόταν τούς συ­ ναδέλφους του στή Βιέννη, είτε στή Ζυρίχη, είτε στό Βερολίνο, είτε στό Μόναχο, είτε στή Βουδα­ πέστη, είτε στή Ρώμη, είτε στό "Αμστερνταμ, είτε στό Παρίσι, είτε στό Λονδίνο, ή συζήτηση γρή­ γορα έφτανε στήν εχθρότητα καί τήν προκατά­ ληψη πού συναντούσαν οί ντόπιοι άναλυτές άπό τίς ιατρικές εταιρείες καί τά πανεπιστήμια. Σύν­ τομα κάποιο ανέκδοτο καλά ειπωμένο, ή κάποια παραδρομή τής γλώσσας, ή κάποια παρατήρηση γιά τήν οιδιπόδεια συμπεριφορά κάποιου μικρού γιού ή κόρης, ή κάποια άφήγηση ενός ενδιαφέ­ ροντος τμήματος κάποιου ονείρου, δημιουργού­ σαν τό αίσθημα τής άπόλυτης άλληλεγγύης, τό

αίσθημα ότι όλοι μοιραζόμασταν τήν ίδια και­ νούρια γνώση γιά τήν όποια ό υπόλοιπος κόσμος μάς άπέρριπτε...»] Ή όμάδα έχει πάρει τό όνομα τής «Ψυχολογι­ κής Εταιρείας τής Τετάρτης» καί είναι πρόγο­ νος αυτής πού θά δημιουργηθεί έξι χρόνια άργότερα, τής «Ψυχαναλυτικής Εταιρείας τής Βιέν­ νης». Ή έξωτερική όχλοβοή τού κόσμου, ή έπιθετική καί δηλητηριώδης, μοιάζει νά μήν μπορεί νά επηρεάσει τήν άποφασιστικότητα τών μελών της. ’Ακόμα περισσότερο, ή υπερβολική εχθρό­ τητα άπέναντι στόν Φρόυντ, πού τόσο συχνά έπαναλαμβάνεται, επιβεβαιώνει τή φιλία αύτών πού είναι κοντά του καί τού δημιουργεί άκόμα καί νέες συμπάθειες. Οί έπαναλαμβανόμενες ύβρεις καί λοιδορίες, οί επίμονες προσβολές καί ή μονιμότητα τών «καταδικών» καταλήγουν νά υποκινήσουν τό γενικό ένδιαφέρον. "Ετσι οί πε­ ριορισμένες συγκεντρώσεις τής Τετάρτης γρήγο­ ρα προσελκύουν νέους προσήλυτους, μεταξύ τών όποιων ό Πάουλ Φέντερν, ό Ό ττο Ράνκ, ό Σάντορ Φερέντσι, ό Χίτσμαν, ό Μπισβάνγκερ, ό Χάνς Ζάξ, ό Κάρλ Γιούνγκ κ.ά. (...) Σιγά σιγά όμως, ή έντονη παρουσία τού Γιούνγκ άνησυχούσε τά μέλη τής πρώτης ομά­ δας τής Βιέννης. "Αλλωστε ό ίδιος είχε συστήσει τόν δικό του φρούδικό κύκλο στή Ζυρίχη, πού ό Φρόυντ έμοιαζε νά τόν προτιμά άπό έκείνον τής Βιέννης.8 (’Αργότερα ό Φρόυντ παραδέχτηκε αύτή τήν «προτίμηση». Τή δικαιολόγησε λέγοντας ότι «πουθενά άλλού τό ξύπνημα γιά τήν ψυχανάλυ­ ση δέν κατέληξε σέ τόσες πολλές προσχωρήσεις χωρίς επικρίσεις όπως στή Ζυρίχη, καί πουθενά άλλού δέν υπήρχε ή σύμπνοια πού υπήρχε εκεί. 'Όπως καί πουθενά άλλού μιά έπίσημη πανεπι­ στημιακή κλινική δέν έβαλε τόν εαυτό της στήν υπηρεσία τής ψυχανάλυσης, καί κανείς άλλος κλινικός καθηγητής δέν πήρε τό θάρρος νά εισα­ γάγει τίς ψυχαναλυτικές θεωρίες στό διδακτικό ψυχιατρικό πρόγραμμα».) (...) Μοιραία, καί σάν έκβαση τής διαμάχης τών δύο ομάδων, ό Άντλερ μπαίνει στό στόχα­ στρο. Ό Άντλερ, διότι άπό τό 1907 καί έπειτα 8. 'Ίσως διότι ό Φρόυντ φοβόταν μήπως ή ψυχανάλυση μείνει κλεισμένη σ’ ένα πνευματικό «έβραϊκό γκέτο». Ό Γιούνγκ ήταν, μετά τόν Τζόουνς, ό μόνος μή 'Εβραίος άναλυτής. "Ετσι ίσως ό Φρόυντ ικανοποιούσε τόν Ασυνείδητο πόθο τον νά μήν ήταν 'Εβραίος. Χαρακτηριστικότατα, βγάζει τελικά τόν Μωυσή... Αιγύπτιο, στό τελευταίο τον βιβλίο Ό Μωυσής κι ό μονοθεϊσμός. Καί δλη του τή ζωή ταυτι­ ζόταν μέ τόν Ιωσήφ, πού, Αν καί 'Εβραίος, κάθισε ατό θρόνο τής ΑΙγύπτου ίπειδή έρμήνευε σωστά τά όνειρα. Τέλος, ό Γιούνγκ ήταν ψυχίατρος διεθνούς φήμης -κάτι πού λίγοι ψυχαναλυτές ήταν. Πολλοί δέν ήταν κάν για­ τροί -κα ί σωστά. Ό Φρόυντ ήταν μόνο νευρολόγος. (Δέν είχε ποτέ έργαστεί σέ ψυχιατρικό νοσοκομείο.) Τότε όμως τίς νευρώσεις τίς βλέπαν οί νευρολόγοι, ένώ τώρα Απο­ κλειστικά καί μόνο οί ψυχίατροι. (Σ. τ. Μ.)


αφιερωμα/19

Τό συνέδριο τής Βαϊμάρης. Σεπτέμβριος 1911

παίρνει διάφορες έλευθερίες ώς πρός τίς θέσεις τοϋ Φρόυντ, άλλά προπαντός έπειδή άρχίζει νά δυσφορεΐ έντονα μπροστά στό ρόλο τοϋ άπλοϋ φερέφωνου πού ό δάσκαλος επιβάλλει στόν στε­ νό του κύκλο. Επιπλέον, έχει φτιάξει μέ τόν Στέκελ έναν στέρεο δεσμό φιλίας: Κοινές έργασίες καί σχέδια, έκαναν τούς δύο άνδρες νά σχη­ ματίσουν τελικά ένα ομογενές δίδυμο στό όποιο ό Φρόυντ σίγουρα φοβόταν δτι δέν μπορούσε πιά νά άσκήσει την παραμικρή πίεση. Αύτός ό συνδυασμός ήταν καί επικίνδυνος, γιατί μπο­ ρούσε γρήγορα νά γίνει ένας πόλος έλξης καί γιά άλλους μαθητές. Μέ λίγα λόγια, ό Άντλερ έτεινε νά έπιβληθεϊ σάν μιά αντίζηλη φυσιογνωμία. Πράγμα πού, μέσα στό σύστημα κυριαρχίας τού Φρόυντ, ήταν άπαράδεκτο, άφού δλα είχαν σάν κέντρο τίς οιδιπόδειες σχέσεις. Καί άφού τό ζεύ­ γος Άντλερ - Στέκελ τοποθετιόταν σάν άντίζηλη πατρική εικόνα. Ό Φρόυντ θά χειριστεί δλη τήν υπόθεση μέ βιαιότητα. Επωφελείται από μιά άνακοίνωση πού κάνει ό Ά,ντλερ9 στή Βιενέζικη Εταιρεία στίς 3 ’Ιουνίου τού 1908, γιά νά έξαπολύσει τήν πρώτη του έπίθεση καί νά δοκιμάσει τήν άποφασιστικότητα τών πιό πιστών του μαθητών. Δίνει τόν τόνο: «Αύτό πού ό Άντλερ άποκαλεϊ έπιθετική ένόρμηση είναι ή δική μας libido -έξηγεΐ ό

Φρόυντ. Ό Άντλερ συγχέει δύο πράγματα: ταυ­ τίζει τήν επιθετική ένόρμηση μέ τόν σαδισμό ενώ ό σαδισμός δέν είναι παρά μιά ιδιαίτερη μορφή της πού έξυπονοεΐ τήν έπιβολή πόνου σέ κά­ ποιον άλλο. Μιά ένόρμηση είναι αύτό πού τοπο­ θετεί τό άτομο σέ μιά κατάσταση άνάγκης (άνάγκης άνικανοποίητης)».10 Πώς θά άντιδράσουν οί συμμετέχοντες; Καμιά άγωνία: Πέφτουν δλοι τραγουδώντας στό λάκκο πού τούς άνοιξε ό Φρόυντ. Ακόμα καί ό παστός Στέκελ, πού διστάζει όμως νά ξεκόψει άπό τόν καθιερωμένο πατέρα, λέει: «Ή άντίληψη τού Ά ντλερ δέν μάς προσφέρει τίποτα άπό τήν πρα­ κτική πλευρά, καί δέν έχει καμιά άξια σέ σχέση μέ τήν ψυχανάλυση». Μονάχα ό Φέντερν θά προσπαθήσει νά μετριάσει τό ζήλο τών συναδέλ­ φων του διατυπώνοντας τή σκέψη δτι ό καβγάς δέν άφορούσε ίσως παρά μόνο κάποιες λέξεις. Μάταια. Δύο χρόνια άργότερα ό Άντλερ έπρεπε νά φύγει άπό τή μέση, μετά άπό μιά «δίκη» πού κράτησε τρεις ολόκληρες Τετάρτες, τρεις έβδομάδες συνέχεια. 9. Είχε τόν τίτλο Ό σαδισμός στή ζωή καί στίς νευρώσεις. 10. Πρακτικά τής Ψυχαναλυτικής 'Εταιρείας τής Βιέννης, τό­ μος I. Τά άφθονα στοιχεία πού περιέχονται έρμηνεύονται ποικιλότροπα άπό τίς διάφορες όμάδες.


20/αφιερωμα

1912 - Ή αποπομπή τοΰ Στέκελ Στην πυρά άνεβαίνει τώρα ό Στέκελ, με τή σειρά του. Ή άναχώρηση τοΰ "Αντλερ είχε σπάσει τό καταραμένο δίδυμο, άλλά καθώς ό Στέκελ ήταν πάντα παρών μέσα στη βιενέζικη ομάδα, υπήρχε πάντα τό σπέρμα τής αμφισβήτησης πού γύρω του άποκρυσταλλωνόταν. (...) Ό πόλεμος φθοράς, οί μικροπρέπειες καί τά καψόνια, θά άρκέσουν νά τόν άποθαρρύνουν. Ή διαδικασία αύτή τής φθοράς θά ξεκινήσει άμέσως μετά τήν υπόθεση τού “Αντλερ καί θά κορυφωθεΐ πρός τό τέλος τού 1912. , Στήν άρχή είναι οί πραγματικοί κληρονόμοι τού δασκάλου πού καταφέρνουν τά χτυπήματα. Πρώτος ό Γιούνγκ, πού δέν φοβάται νά κα­ ταγγείλει τόν Στέκελ σάν «ένα βάρος νεκρό γιά τήν ψυχανάλυση». Ό Φρόυντ, παρά τήν απαίτηση τού Στέκελ11 νά διαψεύσει τήν κατηγορία, άπέχει. Ή άγκύλη έχει κλείσει: ό Στέκελ έπρεπε νά τά μαζεύει. Πα­ ράδοξα, ένώ ήξερε ότι τίποτα πιά δέν μπορούσε νά άλλάξει τήν άπόφαση τοΰ Φρόυντ, ό Στέκελ προσπάθησε νά γαντζωθεί άρνούμενος π.χ. νά έγκαταλείψει τή διεύθυνση τού Κεντρικού Φύλ­ λου γιά τήν Ψυχανάλυση, τοΰ έπίσημου όργάνου τής εταιρείας πού διεύθυνε άπό τό 1910. [Ό Στέκελ τό έκανε αυτό διότι πίστευε δτι εί­ χε δράσει καλόπιστα, συγκολλητικά μέσα στήν έταιρεία. Καί αφετέρου έπειδή άμφέβαλλε ότι θά μπορούσαν νά τόν πετάξουν έξω, τή στιγμή πού τόσα είχε προσφέρει άρθρογραφώντας τα­ κτικά σέ μιά μεγάλη βιενέζικη έφημερίδα υπέρ τής ψυχανάλυσης γενικά. Ή ικανότητα τοΰ Στέ­ κελ σάν άναλυτή προδίδεται άπό τό ότι ό ίδιος ό Φρόυντ είχε άναγνωρίσει ότι είχε μιά «όσφρηση» γιά τό ασυνείδητο, δίνοντας συχνά σωστότερες έρμηνείες στά σύμβολα τών ονείρων. Επίσης έχουμε στό βιβλίο τοΰ Καζαντζάκη ’Αναφορά στόν Γκρέκο μιά ζωντανότατη περιγραφή τοΰ Στέκελ, ό όποιος άμέσως κατάλαβε ότι τό έκζεμα τοΰ Καζαντζάκη -πού ξαναφαίνεται μετά στό Μανωλιό τοΰ Ό Χριστός ξανασταυρώνεταιήταν μιά εκδήλωση τής «άρρώστιας τών άσκητών». Τά βιβλία τοΰ Στέκελ, καί είναι πολλά, άν καί λίγο άνοργάνωτα, είναι γεμάτα άπό πολύ ένδιαφέρουσες καί γόνιμες ιδέες καί έχουν μιά σπάνια ζωντάνια. 'Ο Στέκελ ποτέ στή ζωή του δέν κατηγόρησε μετά τόν Φρόυντ. Ένώ ό Φρόυντ ξέρουμε ότι τόν άποκαλοΰσε, σαρδόνια καί χαιρέκακα, κάνοντας ένα λογοπαίγνιο μέ τό όνομά του, «"Αγιο-’Αηδία» -St. Ekel.] 11. Ό Στέκελ έστειλε ένα σημείωμα στόν Φρόυντ, στό όποϊο τον ζητούσε νά παρέμβει μέ σταθερότητα. « Ά ν δέν Απο­ κρούσετε αύτές τις προσωπικές έπιθέσεις, είναι ή τελευ­ ταία φορά πού παρευρίσκομαι στις συνεδριάσεις τού κν-

Άκόμα περισσότερο, έπέτρεψε στό έαυτό του νά έρθει σέ σύγκρουση μέ τόν Φρόυντ όταν, άντίθετα μέ τή συμβουλή τοΰ τελευταίου, άσκησε τό δικαίωμά του τοΰ βέτο καί άρνήθηκε έπανειλλημμένα νά δημοσιεύσει στό περιοδικό άρθρα τών όποιων οί συγγραφείς τόν είχαν κριτικάρει -όπως ό Τάουσκ. Αύτό πιά πήγαινε πολύ! Αύτή τή φορά ό Φρόυντ έχασε τήν ήρεμία του. Κάλεσε τόν Τζόουνς νά συγκαλέσει όλα τά άρμόδια διευθυν­ τικά όργανα τής έταιρείας ώστε νά άποφανθοΰν χωρίς περιφράσεις πάνω στήν περίπτωση τοΰ Στέκελ. Παράλληλα, έγραψε σέ όλους αυτούς τών όποιων τό όνομα υπήρχε στό Κεντρικό Φύλ­ λο γιά νά τούς παραγγείλει νά ειδοποιήσουν τόν Στέκελ ότι άποσύρονταν. Καί, γιά νά τελειώνει, υποστήριξε τή δημιουργία ένός νέου περιοδικού, τής Διεθνούς ’Επετηρίδας γιά τήν Ψυχανάλυση, διευθυνόμενης άπό τόν Φερέντσι, τόν Τζόουνς καί τόν Ράνκ. Ό Στέκελ είχε πεταχτεΐ κι αυτός.

1913 - Ή σύγκρουση μέ τόν Γιούνγκ Είναι άναμφίβολο ότι άνάμεσα άπ’ όλους τούς μαθητές του, ό Φρόυντ έδωσε γιά πολύ καιρό τήν προτίμησή του στόν Γιούνγκ. Ή πρώτη τους συνάντηση έγινε στή Βιέννη καθώς τέλειωνε ό Φλεβάρης τοΰ 1907 καί υπήρξε καί γιά τούς δύο άνδρες μιά πραγματική άποκάλυψη. Σύμφωνα μέ τή μαρτυρία τοΰ Τζόουνς (πού τό ’χε άκούσει άπό τόν Φρόυντ), ό Φρόυντ διατηρούσε πάντα έντονη τήν άνάμνηση αυτής τής συνάντησης. «Σπάνια είχα τήν ευκαιρία νά συζητήσω μ’ έναν άνθρωπο μέ τόσο πλατιά γνώση καί τέτοιο ένδιαφέρον γιά τόν μηχανισμό τών νευρώσεων. Ή συζήτησή τους είχε έντονα πνευματικό χαρακτή­ ρα καί ή φαντασία τοΰ Γιούνγκ δέν έπαψε νά θαμπώνει τόν Φρόυντ. (...) Ή άνταλλαγή τους μεταμορφώθηκε σ’ έναν διανοητικό μαραθώνιο πού κράτησε, μέ μικρές μόνο παύσεις, περισσό­ τερο άπό 13 ώρες. "Ενας μαραθώνιος πού θά ’χε άκολουθήσει άλλες 24 ώρες, άν δέν είχαν έξαντληθεί καί οί δυό τους». Ό Γιούνγκ: ένα πάθος. Αύτό είναι τόσο πραγματικό πού ό Φρόυντ έκανε τά άδύνατα δυ­ νατά νά τόν διατηρήσει μέσα στήν τροχιά τής έπιρροής του, προσπαθώντας άρχικά νά τόν κο­ λακέψει -νά τόν εξαγοράσει, θά ήταν ό πιό άκριβής όρος- μηχανορραφώντας γιά νά τοΰ άνατεθοΰν οί πιό υψηλές ευθύνες τής ψυχαναλυ­ τικής κίνησης, όπως ή προεδρία, καί μετά κολακεύοντάς τον καί δοξολογώντας υπερβολικά τίς θεωρητικές του έργασίες καί τή δράση του στόν κύκλο τής Ζυρίχης· φτάνοντας στό σημείο άκόμα καί νά λησμονεί τίς άντισημιτικές βολές πού είχε


αφιερωμα/21

κάνει επανειλημμένα καί, τέλος, χαρακτηρίζον­ τας τον έπίσημα σάν τόν μοναδικό του διάδοχο. "Οταν ξέρει κανείς τόν Φρόυντ, τήν άπέχθειά του νά παραδεχτεί δτι κάποιος άλλος έκτος άπ’ αυτόν μπορεί νά σκέφτεται, τήν άνοιχτή περι­ φρόνησή του γιά τούς μαθητές του,12 τή φυσική του κλίση πρός τόν δεσποτισμό, καί τόν άκραΐο του ριγκορισμό γιά τή διατήρηση τοϋ δόγματος πού δημιούργησε (πού ό Γιούνγκ τήν είχε χαρα­ κτηρίσει «σάν ψυχαναγκαστική13 μισαλλογνωμία»), τότε εκτιμά καλύτερα τό μέγεθος τών θυ­ σιών πού έκανε γιά νά διατηρήσει τόν Γιούνγκ στό πλάι του. Παρ’ δλ’ αύτά ό Γιούνγκ εκδήλωσε άπό τήν άρχή έναν πραγματικό πόθο γιά αύτονομία. Ό θαυμασμός του γιά τόν Φρόυντ δέν τόν έκανε νά παραιτεΐται άπό τίς δικές του φιλοδοξίες, ούτε νά άμφιβάλλει γιά τή δική του μεγαλοφυία. Δέν έπαψε ποτέ, άπό τό 1907 έως τό 1913, νά κρίνει τόν Φρόυντ, πράγμα πού κανείς άλλος μαθητής δέν είχε τό δικαίωμα νά κάνει, διότι ό Φρόυντ άλλωστε δέν θά τόν είχε άνεχθεϊ. Ό Γιούνγκ -κ ι αύτό είναι τό χειρότερο- δέν δίσταζε νά απασχο­ λεί τόν δάσκαλο μέ τήν έλξη πού ένιωθε πρός τά ύπερφυσικά φαινόμενα καί τήν παραψυχολογία, ένώ ήξερε πάρα πολύ καλά τήν άποστροφή πού ένιωθε γιά δλα τά πράγματα πού βγαίνανε άπό τήν αυστηρή έπιστημονική όρθολογικότητα.14 “Ετσι, μεταξύ 1910 καί 1911 ό Φρόυντ δέχεται άκόμα τή συζήτηση καί άρκεϊται νά επιπλήττει μερικές φορές τόν Γιούνγκ -όπως δταν, γράφοντάς του άπό τήν ’Αμερική, δπου έκανε μιά πε­ ριοδεία, δτι είχε μεγάλες επιτυχίες έπειδή «νέρω­ νε» λίγο τή θεωρία, καί συγκεκριμένα παρασιω12. θ ά ’πρεπε κάποιος κάποτε νά διασκεδάσει άνθολογώντας δσα ό Φρόυντ είπε ή (γράψε γιά όσους τόν περιστοίχιζαν. Προτείνω σ’ αύτόν τόν θαρραλέο άνθρωπο νά βάλει σάν έπικεφαλίδα τίς έξης δύο φράσεις: «Κανείς Ικανοποιείται πολύ βλέποντας τούς μαθητές του νά γίνονται ικανοί νά έργάξονται αύτόνομα καί νά χειραφετούνται άπό τό δά­ σκαλό τους καί την έξάρτησή τους ά π’ αύτόν. Ό μως αυτή ή αύτονομία καί Ανεξαρτησία δέν είναι γόνιμες έπιστημονικά παρά στό μέτρο πού συνυπάρχουν μέ βρισμένες προ­ σωπικές Ιδιότητες, οΐ όποιες όμως, δυστυχώς, είναι Αρκε­ τά σπάνιες». 13. Είναι άλήθεια δτι ό Φρόυντ είχε μιά τέτοια «μανία» (Ιδεο­ ψυχαναγκασμό) νά διαχωρίζει τή θέση του άπό τή θέση τών άλλων. Πολλές φορές χωρίς νά Απολογείται κάν δταν, Αργότερα, Αποδεικνυόταν δτι είχαν οί άλλοι κάποιο δίκιο. Μετά τόν Α'Π αγκόσμιο Πόλεμο ίγράφε (είσάγοντας τήν έννοια τής έπιθετικότητας): «’Απορώ πώς είχαμε παραβλέψει μέχρι τώρα τήν ύπαρξη τών διαλυτικών έπιθετικών ένορμήαεων!» Ό σον καιρό, δμως, τόνιζε ό "Αντλερ δτι δ μονισμός τής libido δέν έπαρκεί γιά νά έρμηνεύσει τά «δυιατικά» φαινόμενα, ό Φρόυντ τό άρνιόταν πεισματικά. ’Επίσης, σιχαινόταν νά τοϋ θυμίζουν τό πόσο όμοια μερι­ κές έννοιες του είχαν διατυπωθεί παλιότερα άπό άλλους. Ά ν δανείστηκε Ατόφια τήν έννοια τοϋ «ένστικτου» τοϋ θανάτου άπό τόν Μέτσνικωφ, χωρίς καθόλου νά τόν Ανα­ φέρει, άν καί συγκαιρινός του, είναι εύλογο γιατί άναφερόταν ατόν ’Εμπεδοκλή λέγοντας... «ένας έλληνας φιλό­ σοφος»! (Σ. τ. Μ.) '

Ό Γιούνγκ τό 1910 14.

~Αν καί ό ίδιος ό Φρόυντ είχε τάσεις άριθμολογικής δεισι­ δαιμονίας (περίμενε έντρομος νά πεθάνει γύρω ατά 62 τον χρόνια έπειδή έπαιζε ρόλο στή ζωή του αύτό τό νούμερο), πίστευε, ούαιαστικά, στά τηλεπαθητικά όνειρα, Αλλά προσπαθούσε νά άντιαταθεΐ, ένώ στό τέλος δέχτηκε έναν Ανόητο λαμαρκισμό στή μεταβίβαση (διά τών χρωμοσωμά­ των!) τών άπωθημένων ένός λαοϋ Από γενιά σέ γενιά (στό Ό Μωυσής καί ό μονοθεϊσμός). Αύτό είναι άκόμα πιό άβάσιμο άπό τούς «Αρχέτυπους» τοϋ Γιούνγκ. Βέβαια εί­ ναι πρός τιμήν τοϋ Φρόυντ δτι έλεγχε συνεχώς στόν έαυτό του τίς προληπτικές έκδηλώσεις. “Ηξερε, άλλωστε, πόσο συνδέονται μέ τήν «πρακτικότητα» (anality) τής έβραϊκής όρθοδοξίας πού συνδύαζε ένας είδος dilire de toucher στά φαγητά Kosher, πίστη σέ προλήψεις, λατρεία τοϋ χρήμα­ τος καί τσιγκουνιά. Είναι πρός τιμήν τοϋ Φρόυντ δτι προσπαθούσε μ ’ δλες του τίς δυνάμεις νά ’ναι ένας Aufklarer, ένας άνθρωπος τοϋ Διαφωτισμού πού διακήρυσσε τήν Απόλυτη έμπιατοσύνη του στή (μακροπρόθεσμη) έπικράτηαη τοϋ λογικού, τοϋ λόγου. Ό τα ν προτείνει, στό τέ­ λος τοϋ βιβλίου του Τό μέλλον μιας αύταπάτης (δπου έννοεϊ τή θρησκεία γενικά), νά βάλουμε δλους τούς θεούς στά μουσεία τής προϊστορίας μας καί ν’ Αρχίσουμε νά «λα­ τρεύουμε» μονάχα τόν θεό λόγο, τόν Ανθρωποκεντρικό, ένώνεται μέ τόν Ηράκλειτο, τόν ’Αναξαγόρα, τόν Πρω­ ταγόρα, τόν Σπινόζα, τόν Μπρούνο καί τόν Φόυερμπαχ γιά νά Αποτελέσει έναν άπό τούς λίγους νηφάλιους Αν­ θρώπους πού έζησαν Ανάμεσα σέ στίφη μεθυσμένων καί φανατικών κάθε είδους. (Σ. τ. Μ.)


22/αφιερωμα

Ό κατάλογος τών έκδιωχθέντων μακραίνει συ­ νεχώς: "Αντλερ, Στέκελ, Γιούνγκ. Τό οικογενεια­ κό μυθιστόρημα μάλλον επαληθεύει τό θλιβερό χρονικό τών πράξεων καί τών εγκλημάτων ενός δεσποτικοΰ πατέρα πού έχει γαντζωθεί στίς έξουσίες του όπως ένας ναυαγός στή σχεδία του. Μέχρις εδώ όλα έχουν γίνει σχετικά «κόσμια». Εννοώ ότι οί άντάρτες άφορίστηκαν μέν, άλλα γλίτωσαν τή ζωή τους. Μονάχα πού χρειαζόταν καί ένας θάνατος,

όπως γίνεται συχνά στά άστυνομικά μυθιστορή­ ματα. Τό 1919 θά μάς προσφέρει αύτό τό πτώμα πού έλειπε μέχρι τώρα άπό τή δολοπλοκία. Ξέρω ότι τό εν λόγω επεισόδιο είναι άντικείμενο μεγά­ λης άμφιλογίας -όταν δέν άποσιωπάται στά ίσια. Πρόκειται γιά τήν αυτοκτονία τού Τάουσκ (1875-1919). Ό Τάουσκ, μιά λησμονημένη γιά καιρό φυ­ σιογνωμία, ένας σκελετός στό ντουλάπι τής ψυ­ χανάλυσης, πού έπρεπε νά μείνει εκεί κλεισμέ­ νος, βγήκε στό φώς στά τελευταία χρόνια. *Ηταν γιός ενός πασίγνωστου δημοσιογράφου. Σπού­ δασε νομική καί έκανε τόν δικηγόρο άλλά καί τό δικαστή στήν Κροατία.16 Μετά διεύθυνε ένα θέατρο στή Γερμανία καί τέλος πήγε στή Βιέννη γιά νά συναντήσει τόν Φρόυντ καί νά γίνει ψυ­ χαναλυτής. ’Αβέβαιος γιά τόν εαυτό του, σημαδεμένος άπό έπώδυνες στιγμές τής ζωής του, ταλαντευό­ μενος γιά τό μέλλον του, έλπιζε ότι είχε συναν­ τήσει σ’ αύτή τή νέα επιστήμη τό μέσον γιά νά λύσει επιτέλους τό αίνιγμα τής ίδιας του τής ζωής.17 Ε κεί, μέ τήν οικονομική βοήθεια τοΰ Φρόυντ, τού Φέντερν, τοΰ Χίτσμαν καί τοΰ Τζέκελς, μπό­ ρεσε νά τελειώσει καί τήν ιατρική. "Οταν συνδέ­ θηκε μέ τήν ομάδα τής Βιέννης, ή πρώτη έντύπωση τοΰ Φρόυντ σχετικά μέ τό άτομό του ήταν αρ­ κετά δυσμενής. Εντούτοις, άπό τήν άρχή κιόλας είχε εμφανιστεί σάν μαθητής γεμάτος σεβασμό, όλο φροντίδα νά είναι άρεστός στόν δάσκαλό του, καί δέν έχανε ποτέ τήν παραμικρή ευκαιρία νά εκδηλώνει τήν προσήλωσή του στίς άρχές του, όπως καί στή διδασκαλία του. Παρ’ όλα αυτά τίποτα δέν γινόταν. Ό Φρόυντ τοΰ φερνόταν ψυχρά καί, σέ διάφορες περιπτώσεις, κριτικάρι­ σε ζωηρότατα καί δημόσια ορισμένες άπό τίς παρεμβάσεις του, όπως καί τό περιεχόμενο άρ­ θρων του. Ένώ, σύμφωνα μέ τή γνώμη άνθρώπων πού ήξεραν νά κρίνουν, αυτά ήταν γεμάτα σεβασμό πρός τό πρόσωπό του καί αυστηρά ορ­ θόδοξα. "Οταν ξέσπασε ό Α ' Παγκόσμιος Πόλεμος

15. Ό Χάνς Ζάξ, πάντα όρθόόοξος καί πιστός, δέν μπορούσε, φυσικά, νά κατηγορηθεϊ σάν αιρετικός δταν έλεγε δτι ή «διδακτική» άνάλυση είναι κάτι σάν μιά μύηση, καί έξασφαλίζεί τήν άνέφελη Αφοσίωση τοϋ προσήλυτου στή νέα θρησκεία. "Ας σημειωθεί δτι ό Ζάξ ήταν ένας άπό τούς πρώτους Αναλυτές πού Ασχολήθηκαν σχεδόν Αποκλειστι­ κά μέ τή «διδακτική» άνάλυση τών υποψήφιων ψυχαναλυ­ τών -πού παλιότερα δέν ύπήρχε. Ό Λακάν καί ό Ζάς πα­ ρατηρούν ειρωνικά δτι κάτι σημαίνει ή φτώχεια τών δημο­ σιεύσεων γύρω άπό τις δυσκολίες τής διδακτικής άνάλυσης. Ό Ράνκ ήταν βέβαιος καί κατηγορηματικός. Ή δι­ δακτική ψυχανάλυση ήταν σάν ένα «καψόνι» μύησης πού πρέπει νά ύποστεί δποιος θέλει νά λέει μετά δτι Ανήκει σ’ έναν στενό κύκλο «έκλεκτών». "Ετσι, βλέπουμε πανάρχαια μοτίβα κοινωνικής λειτουργίας (οί λίγοι γνώστες καί

«μέσα» ένάντια ατούς πολλούς, Αδαείς καί «έξω») νά έπανεμφανίξονται (δπως καί σέ άλλες έταιρεϊες καί όργανώσεις). (Σ. τ. Μ.) 16. 'Ήταν πετυχημένος σάν δικαστής κι έσωσε Αρκετούς άνθρώπους Από τήν κρεμάλα, παίζοντας τό ρόλο τοϋ «σωτήρα» -πράγμα πού συνδυάζεται άπό τόν "Αισλερ (βλ. πιό κάτω) μέ τίς ιδέες τοϋ «μεγαλείου». °Ομως, δλοι κολα­ κεύονται δταν κάνουν ένα μεγάλο κοινωνικό έργο. Δέν εί­ ναι αύτό λόγος νά σνομπάρουμε. Ή άποψη, ή ψευδοψυ­ χαναλυτική, πού λέει δτι «άπό ναρκισσισμό Ανεβαίνει ό μάρτυρας στόν σταυρό» δέν καταλαβαίνει τίποτα ούτε άπό τό μαρτύριο ούτε άπό τήν κοινωνία πού τό καθιστά Αναπόφευκτο. (Σ. τ. Μ. ) 17. Η. F. Peters, Ma soeur, mon epouse, σελ. 280, Gallimard, 1967.

ποΰσε τό ρόλο τής σεξουαλικότητας, ό Φρόυντ τοΰ απάντησε: ή ψυχανάλυση είναι ένα ολοκλη­ ρωμένο σύνολο, μιά αυστηρά δομημένη θεωρία, τής όποιας δέν μπορεί κανείς νά τροποποιεί τούς όρους, μέ τό πρόσχημα ότι θά τήν κάνει «παρα­ δεκτή», χωρίς νά διατρέχει τόν κίνδυνο νά τήν άλλοιώσει καί νά την κάνει κάτι άλλο άπό αυτό πού είναι. Μετά άπό άρκετές παρασκηνιακές ενέργειες, ό Γιούνγκ έκδιώκεται. Οί διαδοχικές διαφωνίες άφήνουν ένα σκληρό μάθημα: Ύστερα άπό κάθε περιπέτεια τό ψυχα­ ναλυτικό κίνημα έβγαινε έξασθενημένο. Εκείνη τήν έποχή κατεβαίνει καί ή πονηρή ιδέα στόν Τζόουνς, τόν άδιάλλακτο καί σκοτεινό υπηρέτη τού ειδώλου, νά συγκροτηθεί μιά μυστική επι­ τροπή ορισμένων μελών, ώστε νά ■έπαγρυπνεί άπό δώ καί πέρα γιά τήν καθαρότητα τοΰ δόγ­ ματος καί γιά τήν ήρεμία τοΰ δασκάλου. Έ ξ ι πρόσωπα επιλέγονται γι’ αυτήν: ό Τζόουνς -α υ­ τό είν’ αυτονόητο-, ό Ράνκ, ό Φερέντσι, ό Ά μ πρααμ, ό Ζάξ καί ό ’Άιτινγκτον. 'Ο Φρόυντ, εκ­ στασιασμένος άπό αύτή τήν πρωτοβουλία, ένθαρρύνει τόν Τζόουνς νά τελειώσει τό έγχείρημά του, αλλά τού ζητά ταυτόχρονα νά τό κρατήσει αυστηρά μυστικό. Στις 25 τοΰ Μάη τοΰ 1913 ένθρονίζει κάθε μέλος της δίνοντάς του καί ένα χρυσό δαχτυλίδι μέ ένα άρχαίο ελληνικό έκγλυφο. Μιά σέκτα, μιά στενή αίρεση γεννιέται.15

1919 - Ή αυτοκτονία τοϋ Τάουσκ


αφιερωμα/23

«Ή όμάόα τών έπτά». Καθιστοί: Φρόνντ, Φερέντσι, Ζάξ. "Ορθιοι: Ράνκ, "Αμπρααμ, "Ειτινγκον, Τζόουνς

στρατεύτηκε καί δούλεψε, σάν ψυχίατρος,18 σε ένα νοσοκομείο τής Σερβίας. Έπιστρέφοντας άπό τόν πόλεμο ήταν ένας άνθρωπος μέ σπασμέ­ να νεύρα. Ζητά μιά άνάλυση μέ τόν Φρόυντ κι αύτός τόν παραπέμπει στην Έλεν Ντόυτς, μιά κοπέλα πέντε χρόνια μικρότερη του, πολύ λιγό­ τερο σημαντική άπό άποψη ιδεών καί προσφο­ ράς στό ψυχαναλυτικό κίνημα άπό τόν ίδιο τόν Τάουσκ! ( Ό Τάουσκ ήταν ό σαρκικός έραστής τής Λού Άντρέας Σαλομέ, ένώ ό Φρόυντ ήταν ό πλατωνικός της.) Ό Τάουσκ δέχεται. ’Αλλά, φυσικά, στήν άνάλυση του μέ τήν Ντόυτς τής μι­ λούσε συνέχεια γιά τόν Φρόυντ. Αύτή, έντυπωσιασμένη άπό τόν πλούτο τών ιδεών τού

18. ’Εκεί ικανέ παρατηρήσεις πάνω στήν ψυχολογία τών λιπο­ τακτών. Στήν ιστορία τής ψυχιατρικής δμως Ιμεινε μέ τήν έρμηνεία πού έδωσε στό έξαιρετικά συχνό φαινόμενο τής «έπηρεάζουσας μηχανής» στήν παρανοειδή σχιζοφρένεια, πού έχει γίνει πιά κλασική. Τό μηχάνημα αυτό - πού θυμί­ ζει τό μηχάνημα τής Σωφρονιστικής άποικίας τον Κάφκα- «κλέβει τή σκέψη μέ υπερήχους», προκαλεϊ άνικανότητα «μέ μικροκύματα άπό τήν Κά Γκέ Μπέ ή τήν Σ ί-Ά ι"Ει» κλπ. Ό Τάουσκ τό έρμήνευαε, καί σωστά, σάν άσυνείδητη δράση τής γενετήσιας καί φαλλικής δυναμικότη­ τας του πατέρα, πού, μετά, σάν προβολή τών αισθήσεων του σώματος, προβάλλεται στή φάση του πρωτογενούς (ή πρωταρχικού) ναρκισσισμού (όπου δέν υπάρχουν τά δρια

Τάουσκ, μιλούσε στόν Φρόυντ συνέχεια γιά τόν Τάουσκ. Μετά άπό τρεις μήνες ό Φρόυντ τής επέβαλε νά διαλέξει ή τόν Τάουσκ ή αυτόν! "Ενα πολύ περίεργο δίλημμα επέβαλε στή μαθήτριά του ό ιδρυτής τής ψυχανάλυσης! Φυσικά αύτή καθόλου δέν ταλαντεύθηκε μεταξύ τών δύο. Ή έπιλογή ήταν εύκολη. Θέλετε νά ρωτήσετε έναν ψυχαναλυτή ποιές είναι οί συνέπειες μιας διακοπής τής θεραπείας, όταν δέν είναι ό άσθενής πού τήν άποφασίζει; Στήν περίπτωση τού Τάουσκ υπήρξε ό θάνα­ τος. Μιά αυτοκτονία, γιά τήν όποια λέγεται ότι υπήρξε φρικιαστική.19 Τήν επίσημη νεκρολογία τήν υπογράφει ό Φρόυντ.

άνάμεσα ατό έγώ καί στό μή έγώ), μέ άποτέλεσμα νά πι­ στεύει ό άρρωστος δτι οί έπιόράσεις τού έρχονται άπό άλ­ λου, μέ «ήλεκτρομαγνητικά κύματα» κλπ. (Σ. τ. Μ.) 19. Καί κρεμάστηκε καί αΰτοπυροβολήθηκε. Περιέργως, ένώ παραπονιόταν σέ πολύ κόσμο δτι ό Φρόυντ τού ’παίρνε τίς ιδέες τον καί τίς σφετεριζόταν, τού άφησε ένα άποχαιρετιστήριο μήνυμα δλο ει’αγνωμοσύνη (όμφιθυμική;): «Σάς ευχαριστώ γιά δλο τό καλό πού μοϋ κάνατε. Ή ταν πολύ καί έδωσε νόημα ατά τελευταία δέκα χρόνια τής ζωής μου. Τό έργο σας είναι γνήσιο καί μεγάλο καί θά έγκαταλείψω αύτή τή ζωή ξέροντας δτι ύπήρξα ένας άπ’ αυτούς πού παρέστησαν μάρτυρες στό θρίαμβο μιας άπό τίς μεγα­ λύτερες Ιδέες τής άνθρωπότητας». (Σ. τ. Μ.)


24/αφιερωμα

Ό Φρόυντ γράψει ένα γράμμα στη Λού, τρεις μήνες μετά, ΐιπό τύπον επιτάφιου: «'Ομολογώ ότι δεν μοϋ λείπει (ό Τάουσκ) πραγματικά. Εί­ ναι καιρός πού τόν θεωρούσα άχρηστο, άκόμα καί άπειλητικό γιά τό μέλλον. Είχα την ευκαιρία νά ρίξω μιά ματιά στην υποδομή20 στην όποια στηρίζονταν οί περήφανες μετουσιώσεις του. Καί θά τόν είχα άφήσει νά πέσει άπό καιρό άν εσείς δέν τόν είχατε υποστηρίξει στήν έκτίμησή μου». Προτείνω μιά πυξίδα στούς μελλοντικούς ιστορικούς τής ψυχανάλυσης: «άκολουθεϊτε τόν μαύρο δρόμο τών πτωμάτων».

1920 Τό 1920 γίνεται δεκτός ό Β. Ράιχ, μετά άπό μιά λαμπρή άνακοίνωση πάνω στη «σύγκρουση τής libido καί τού παραληρήματος στόν Πέερ Γκύντ».21 Ό Φρόυντ, γοητευμένος άπ’ δσα ακούσε, δηλώνει ότι έχει κερδίσει ένα εκλεκτό νέο μέλος. Ή γνώμη του θά άλλάξει γρήγορα, ιδιαίτερα μετά τό 1923, δταν ό Ράιχ θά άμφισβητήσει άνοιχτά τήν έννοια τού «ένστικτου» τού θανάτου.22

1924 - Ό άποχωρισμός μέ τόν Ράνκ Ό Φρόυντ έχει πιά γεράσει. Ό Φρόυντ είναι πιά άρρωστος. Ό καρκίνος (λευκοπλακία) τής γνάθου του άφήνει τά πρώτα σημάδια. ’Αρχίζει μιά βραδεία παρακμή. Ό σκληρός πατέρας είναι πάντα πεισματικά προσηλωμένος στη διαφύλαξη

20. Ή τρομοκρατική αυτή χρήση τών Ιατρικών άπορρήτων δείχνει δτι οί περίφημοι «κανόνες» τών ψυχαναλυτών υπάρχουν μόνο ατά χαρτιά. Διυλίζουν τά κουνούπια καί καταπίνουν γκαμήλες. Κανείς δέν Ιφριξε ποτέ πού ό Φρόυντ ψυχανέλυσε τήν ίδια του τήν κόρη. Κάτι πού, σέ σχέση μέ τά περίφημα standards τών σημερινών άναλυτών, ήχεϊ σάν πυροβολισμός σέ έκκλησία. Mutatis mutandis, τό ίδιο φαινόμενο παρατηρεΐται καί σέ θρησκευτικές αιρέ­ σεις, δπου ή άνέραστη ζωή είναι υποχρεωτική γιά τά μ έ­ λη, δχι δμως γιά τόν Αρχηγό. "Η, σέ άλλο έπίπεδο, πολλοί κομουνιστές θά έφριτταν άν μάθαιναν δτι ό "Ενγκελς περ­ νούσε πολλές ώρες προσπαθώντας ν’ Αποδείξει, μέ γενεα­ λογικά δέντρα, δτι ή οίκονόμος του καί φίλη του Mary Burns δέν καταγόταν άπό άσημη σκοτσέζικη έργατική οι­ κογένεια άλλά άπό τό σόι τού σκότου έθνικοϋ ποιητή Ro­ bert Burns. "Ετσι είναι. "Ο,τι είναι γιά τούς μεγάλους φάρμακο, γιά τούς μικρούς είναι φαρμάκι. Τό 'χε π ει κι ό Φρόυντ: 'Ως καί ή αίμομειξία έπιτρέπεται στούς Φαραώ. Ξέρουμε δτι θεωρούσε τόν Μωυσή γιά τών Φαραώ. Κι δτι ταυτιζόταν μέ τόν Μωυσή. Ό περιώνυμος δεσμός του μέ τήν Tante Minna, τή γυναικαδέλφη του, δέν δείχνει δτι έβαζε τόν έαυτό του πάνω άπό τούς νόμους τών κοινών θνητών; Μήπως ή άρνησή του νά φύγει άπό τή Βιέννη ("άκόμα καί μετά τήν προσάρτηση άπό τούς ναζί!,) δείχνει δτι έτρεφε φαντασιώσεις παντοδυναμίας; Οί μαθητές του

τού έργου του. “Ομως έχει μαλακώσει ή αυστη­ ρότητα μέ τήν όποια παλιά κατάγγελνε όλους τούς «άποκλισίες». Τώρα ό Φρόυντ διστάζει μπροστά στά σημάδια τής άνεξαρτησίας πού έκδηλώνουν μερικοί, όπως ό Ό ττο Ράνκ. Ό πιστός γραμματέας καί παντογνώστης εκ­ δότης τού Imago, δημοσίευσε, τέλη τού 1923, τό μεγάλο βιβλίο του Ό τραυματισμός τής γέννη­ σης. Σέ σχέση μέ τήν ορθόδοξη θεωρία ήταν σχε­ δόν μιά αίρεση. Στήν πραγματικότητα τολμά νά άφήσει τό οιδιπόδειο σύμπλεγμα σέ ένα δευτερό­ τερο έπίπεδο τής θεωρητικής του άνάλυσης, το­ νίζοντας τόν αποχωρισμό (άπό τή μητέρα, τήν πατρίδα κλπ.) σάν τήν πιό τραυματική καί δύ­ σκολη23 έμπειρία τής ζωής. "Ολοι περιμένουν τήν καταδίκη τού άσεβούς, προβλέπουν συγκρότηση ένός δικαστηρίου, όπως καί παλιά. Ό Τζόουνς καί ό Άμπρααμ, παλιές καραβάνες αύτού τού είδους τής λειτουρ­ γίας, δέν περιμένουν κάν τίς προκαταρκτικές διαδικασίες. Ά λλά τί έκπληξη! Ό Φρόυντ χρο­ νοτριβεί. Αναλύει τό «σφάλμα», τό περνά άπό τό κόσκινο τής ψυχανάλυσης, άποτιμά τήν αιρε­ τική του διάσταση -κ αί σταματά έκεϊ. Ούτε άφορισμός, ούτε κατάρες: 'Ο Ράνκ άνήκει άκόμα στήν οικογένεια.24 “Εχοντας έπιπλέον καί τήν έπίσημη έξουσιοδότηση άπό τόν Φρόυντ νά έξερευνήσει τίς νέες περιοχές πού άνοίγονται στήν ψυχαναλυτική θεωρία. Ό Φρόυντ έπιπλήττει τόν Ά μπρααμ γιά τόν «ύπερβάλλοντα ζήλο» του στήν υπεράσπιση τής ορθοδοξίας! Καί έγκρίνει, έμμεσα, τίς έπαναστατικές άπόψεις τού Ράνκ. "Ομως ό Ράνκ φαινόταν άποφασισμένος, άπό τή δική του πλευρά, νά μήν κάνει τήν παραμικρή

21. 22.

23.

24.

σίγουρα τόν έβλεπαν παντοδύναμο. Νόμισαν δτι μέ μερι­ κές παραχωρήσεις στούς ναζί -νά προωθήσουν σέ θέσεις κλειδιά τούς λίγους φιλοναζί ψυχαναλυτές- θά μπορού­ σαν νά έπιβιώσονν. Μόνο ό Ράιχ έβλεπε καθαρά τί έρχόταν. (Σ. τ. Μ.) Ό Ράιχ άφηγεϊται τό περιεχόμενο ατό βιβλίο του Ή λει­ τουργία τοϋ όργασμοΰ. (Σ. τ. Μ.) Τό όποιο θά θεωρήσει ό Ράιχ δτι άποτελεΐ παρα-προϊόν καί νπο-προϊόν τοϋ καπιταλισμού καί μόνο, Αποτελώντας ένα ιστορικό μόρφωμα τοϋ ήθικοϋ μαζοχισμού, καί δχι βιολογικό δεδομένο τής Ανθρώπινης φύσης. (Σ. τ. Μ.) Ή τρομακτική τραυματικότητα τοϋ νά μένει κάποιος «Απ’ έξω», Αποκλεισμένος, outsider (κι ό Colin Wilson έγραψε ένα θαυμάσιο βιβλίο μ ’ αύτό τό θέμα) φαίνεται π.χ. άπό τόν Πύργο του Κάφκα. Ό χωρομέτρης μένει γιά πάντα έκτός πύργου. Ό Ράνκ θά ’λεγε δτι ό πύργος είναι ένα σύμβολο τής μήτρας καί τής Αγκαλιάς, τοϋ κόλπου (τής έκκλησίας, τής πατρίδας, ένός κόμματος κλπ.). (Σ. τ. Μ.) Ό Φρόυντ είχε έντυπωαιασθεί τόσο πολύ μετά τήν Ανά­ γνωση τοϋ βιβλίου τοϋ Ράνκ, πού έλεγε στόν κύκλο τών συνεργατών του δτι είναι τό «σημαντικότερο βιβλίο πού έμφανίσθηκε ποτέ μετά τό ξεκίνημα τής ψυχανάλυσης άπό μένα». Καί χρειάστηκε ή έπίμονη Αντιλογία τοϋ "Αμπρααμ γιά νά Αρχίσει νά Αμφιβάλλει (Σ. τ. Μ.)


αφιερωμα/25

υποχώρηση. Στην Αμερική, όπου βρίσκεται γιά νά δώσει μιά σειρά διαλέξεις, ξεκαθαρίζει πε­ ρισσότερο τίς δικές του ψυχαναλυτικές άντιλήψεις, άμφισβητώντας την καθαγιασμένη τεχνική τής παρατεταμένης ψυχανάλυσης, πού τόσο είχε εγκωμιάσει ό Φρόυντ καί πού είχε γίνει πιά ταμ­ πού γιά όλους, καί προτείνοντας μιά δική του, νέα τεχνική γρήγορων συνεδριών, τών όποιων ή συνολική διάρκεια δέν θά ’πρεπε νά ξεπερνά με­ ρικούς μήνες. Τό ποτήρι είχε πιά ξεχειλίσει γιά τόν Φρόυντ. Ή μεταστροφή του, πού τόσο πολύ είχε άπαιτηθεϊ από τούς πιστούς του, εμφανίστηκε. Κήρυξε τόν Ράνκ νευρωτικό2526 -ένώ μέχρι τότε είχε πάντα έπιμείνει στό ότι ό Ράνκ ήταν ένας άπό τούς λί­ γους άνθρώπους πού ήξερε πού δέν είχε άνάγκη νά ύποστεΐ ψυχανάλυση! Αυτός ήταν ένας λε­ πτός καί ύποχθόνιος τρόπος νά καταστρέψει τήν εικόνα ενός άνθρώπου καί νά ρίξει λάσπη στίς θεωρητικές του έργασίες. Στή συνέχεια άρχισε νά μεταφέρει στόν Φερέντσι τά συμπεράσματά του, τόν Φερέντσι πού συνδεόταν μέ τόν Ράνκ μέ μιά βαθιά φιλία: «Εκτός άπό νευρωτικός καί μεγαλομανής, ό Ράνκ ήταν, σάν τόν Άντλερ, καί ένας επικίνδυνος άποκλισίας, πού είχε τήν πρό­ θεση νά έδραιωθεϊ κατά κάποιον τρόπο γιά δικό του λογαριασμό, επωφελούμενος άπό τίς θεωρίες του πού είχε κατοχυρώσει κατάλληλα καί πού τίς κρατούσε μυστικές...». Παράλληλα, ό Τζόουνς είχε ξαναρχίσει τήν έπίθεσή του (πού είχε σταματήσει γιά λίγο) καί διακήρυσσε καί αύτός, χωρίς τήν παραμικρή ντροπή, ότι ό Ράνκ, εκτός άπό άπλά νευρωτικός, ήταν καί ένας πραγματικά ψυχωσικός!27 Γιά άλ­ 25. "Αν ό αποχωρισμός γεννά άγχος καί σάν φάσμα μόνο, ό μελλοντικός άποχωρισμός άπό τήν «Αγκαλιά» τον Αναλυ­ τή, δηλαδή τό τέλος μιας ψυχανάλυσης, έπρεπε νά βρίσκε­ ται συνέχεια παρόν σάν φάσμα στό μυαλό τον Αναλυόμε­ νου, καί γιά νά τόν κινητοποιεί Αλλά καί γιά νά τόν έξοικειώνει μέ τήν π ιό Αγχογόνα πηγή. Γι’ αύτό συνήθιζε νά καθορίζει έκ τών προτέρων τό τέρμα μιας Ανάλυσης μετά Από 4 ή 5 μήνες. (Σ. τ. Μ.) 26. Ό Φρόυντ τον προσήπτε βασικά δτι είχε νευρωτικά κατά­ λοιπα, έπειδή είχε σταματήσει τήν ψυχανάλυσή τον μ ’ αυ­ τόν. Ό Ράνκ Απαντούσε δτι Αν έκρινε Από τίς αυτοκτο­ νίες τόσων καί τόσων άλλων ψυχαναλυτών πού είχαν νποστεϊ κανονική ψυχανάλυση, δπως τον Ζίλμπερερ κ.ά., θά προτιμούσε «νά τον 'λείπε τό βύσσινο». (Σ. τ. Μ.) 27. Ή έλάχιστη βάση γιά κάτι τέτοιο, θά μπορούσε νά ’ναι δτι ό Ράνκ είχε μιά κυκλοθυμική προσωπικότητα -κ α ί υπάρ­ χουν στοιχεία καί καταθλιπτικά καί νπομανιακά στό έργο τον. Καί δτι τά βιβλία του τά έγραφε πιθανότατα σέ κατα­ στάσεις νπομανίας. ’Αλλά φυσικά αύτό ούτε τά βιβλία του Αποδεικνύει λαθεμένα ούτε έχει κανένα νόημα. Ειδικά δταν λέγεται άπό ψυχαναλυτές. Διότι τότε θά 'πρεπε νά λέμε δτι ό Φρόυντ ήταν όμοφνλόφιλος ή παρανοϊκός, μό­ νο καί μόνο έπειδή ό ίδιος παραδέχτηκε δτι γλίτωσε τήν παράνοια μέ τό νά μετουσιώσει τή λανθάνουσα φιλομοφνλία του σέ πολιτισμικά κατορθώματα (σέ γράμμα τον στόν Φερέντσι■ βλ. τόν 3ο τόμο τής βιογραφίας του άπό τόν Τζόουνς). (Σ. τ. Μ.)

λη μιά φορά ό απείθαρχος «μαθητής» θά βρεθεί άπομονωμένος καί τσακισμένος άπό τόν δάσκα­ λο καί τούς πιό κολλητούς του επιγόνους. Τίπο­ τα πιά δέν μπορούσε νά άλλάξει τήν πορεία τών πραγμάτων. Ό Ράνκ ξανάδε τόν Φρόυντ γιά τελευταία φο­ ρά τό 1926. Ή ρήξη όμως είχε πιά όλοκληρωθεϊ. "Οπως διηγήθηκε ό Φρόυντ, σ’ αύτή τήν τελευ­ ταία συνάντηση: «δείχτηκα ειλικρινής καί σκλη­ ρός. Δέν θά άνήκει πιά σέ μάς ποτέ». Ό Ό ττο Ράνκ είχε πιά έκδιωχθεΐ σάν ένας παρίας.

Τάκης Γιαννόπουλος ΕΠΑΝΟΔΟΣ

'Αθήνα 1982

Κυκλοφόρησε ή νέα ποιητική συλλογή τού Τάκη Γιαννόπουλου μέ 100 ποιή­ ματα καί 35 σχέδια τής ζωγράφου ’Αλίκης Τόμπρου. Στό βιβλίο τήν 19-1-83 άπονεμήθηκε ή διάκριση τής ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ τού διμήνου ’82-83 γιά τήν ποίηση, άπό έπιτροπή πού άποτελεΐται άπό τούς: Γιώργο Βαλέτα, Μανώλη Γιαλουράκη, Γιωργή Κότσιρα, Δημήτρη Σιατόπουλο, Ή λία Σιμόπουλο, Πέτρο Σπεντζή, Θεόφιλο Δ. Φραγκόπουλο.


26/αφιερωμα

Δ ιο νύ σ η ς Ά χ . Λ ιά ρ ο ς

Ή 'ψυχαναλυτική αριστερά καί ό φροϋδομαρξισμός 7ο μίσος τών συντηρητικών κοινωνικών στρωμάτων καί. τών οργανωμένων θρη­ σκειών απέναντι στην ψυχανάλυση δείχνει, καλύτερα από κάθε άλλον δείκτη, τη (δυνητική) άνατρεπτικότητά της. Πρίν όμως εξετάσουμε τη διάσταση τής ψυχανά­ λυσης ώς κριτικής κοινωνικής θεωρίας ας άνασκοπήσουμε τη ζωή καί τό έργο μερικών μεγάλων ψυχαναλυτών πού στάθηκαν μέ ποικίλους τρόπους στήν «άριστερά» τής ψυχανάλυσης. Από τόν «έγελιανό» Μαρκούζε, τόν πολιτικό Ράιχ τού sex-pol κινήματος (κινήματος σεξουαλι­ κής πολιτικής), τόν «έσχατολογιστή» Νόρμαν Μπράουν, τόν «έφηβολόγο» Έ ρικ Έρικσον, τόν έθνολόγο Γκέζα Ροχάιμ καί, τέλος, μιά παρα­ γνωρισμένη μορφή, τόν Ό ττο Γκρός, μιά πρόω­ ρα χαμένη ιδιοφυία πού έπιζεϊ μόνο στό βιβλίο τού Γιούνγκ Οί ψυχολογικοί τύποι. Λογοκλόποι σάν τόν “Οττο Φενιχέλ αποκλείστηκαν, έστω κι άν έγιναν γνωστοί, διότι μόνο στά χαρτιά άνήκαν στήν άριστερά. Ή πρακτική τους -λασπολο­ γίας- τούς βγάζει άπ’ αύτό τό χώρο. "Οσους περιλάβαμε, τούς περιλάβαμε έπειδή τό έργο τους περιέχει λίγες ή πολλές απόψεις ριζοσπαστικές -μέ τήν πλατιά έννοια τού όρου.

Μαρκούζε Χέρμπερτ (Marcuse Herbert, 1898-1979) Γεννημένος στό Βερολίνο, άπό άστική καί καλ­ λιεργημένη οικογένεια. Σπουδάζει φιλοσοφία στό Βερολίνο καί στό Φράιμπουργκ. Δραστήριος στό σοσιαλδημοκρατικό γερμανικό κόμμα, τό έγκαταλείπει μετά άπό μιά οξεία κριτική πού τού κάνει γιά τή στάση του στήν έξέγερση τών σπαρτακιστών (Ρόζα Λούξεμπουργκ) τού 1918. Γνω­ στός σάν ένας άπό τούς έμψυχωτές τής σχολής τής Φρανκφούρτης, διαφοροποιήθηκε άπό τά άλλα όνόματά της, δπως τόν Άντόρνο ή τόν Χορκχάιμερ, άναπτύσσοντας μιά πιό πρωτότυ­

πη σκέψη. Εγκαταλείπει κι αυτός τή Γερμανία τό 1933 καί έγκαθίσταται στίς Η.Π.Α., όπου δι­ δάσκει σέ διάφορα πανεπιστήμια. Ή σκέψη τού Μαρκούζε άπό τό 1933 μέχρι τό θάνατό του στριφογύριζε σταθερά γύρω άπό ορισμένους με­ γάλους άξονες, δπως τήν άνατρεπτικότητα τού λογικού, τή δυνατότητα μιάς εύτοπικής κοινω­ νίας, τή σύνδεση πολιτικής καί αισθητικής. Ή άνηλεής κριτική πού άσκησε ό Μαρκούζε στόν άστικό φιλελευθερισμό (στό έργο του τού 1941 Λόγος, λογικότητα κι επανάσταση, πού ήθελε νά «άθωώσει» τελείως τόν Χέγκελ άπό κά­ θε κατηγορία προλείανσης τού ναζισμού μέσα άπό τή λατρεία του γιά τό κράτος) σάν μήτρα πολλών τεράτων, τόν οδηγεί στήν έξέταση τής ψυχανάλυσης σάν ριζοσπαστικό πρωταδέρφι τού έπιστημονικού σοσιαλισμού. Έχοντας πάντα στό νού τή σφαγή τών σπαρτακιστών τού 1918 καί ξέροντας πολύ καλά άπό τήν ιστορία δτι οί τύ­ ραννοι δεν κυβερνούν χωρίς κάποια μυστική συγκατάνευση τών τυραννουμένων (πράγμα πού περιγράφει μέ άνατριχιαστική πειστικότητα ό Μέγας 'Ιεροεξεταστής στόν περίφημο του μονό­ λογο στούς ’Αδελφούς Καραμαζώφ τού Ντοστογιέφσκι, πού ό Φρόυντ θεωρούσε σάν μιά άπό τίς μεγάλες άποκορυφώσεις τής άνθρώπινης διά­ νοιας), ό Μαρκούζε στρώνεται νά καταλάβει, μέσα άπό τήν ψυχανάλυση, δσα άκατάληπτα άφηνε ό άγοραΐος «μαρξισμός». Στό κυριότερό του έργο, τό ’Έρως καί πολιτι­


αφιερωμα/27

σμός, την έποχή τού μακαρθισμού στην ’Αμερι­ κή, πετυχαίνει ένα σπάνιο άθλο: νά μην άναφέρει ούτε μιά φορά σε δλο τό βιβλίο τό δνομα τού πραγματικού ήρωά του, τού κρυμμένου Προμη­ θέα: τού Μάρξ. «Ή σημαντικότερη συμβολή στήν ψυχαναλυτική θεωρία μετά τά γραφτά τού ίδιου τού Φρόυντ», δπως χαρακτηρίστηκε, προσπαθεί νά βγάλει στό φώς αυτό που υπάρχει στόν πυρή­ να τής φροϋδικής θεωρίας: μιά κυριολεκτικά άνατρεπτική θεωρία, πού είναι ιδεώδες μέσο άπελευθέρωσης τών καταπιεσμένων. Έχοντας πολύ καλά συνειδητοποιήσει ό Μαρκούζε δτι άπό τό ίδιο πράγμα υποφέρουν τόσο οί πεινασμένοι χωρικοί τού Τρίτου Κόσμου δσο καί οΐ άνεργοι τών πανεπιστημίων στίς «άνεπτυγμένες» χώρες, άπό τόν ίδιο τρομακτικό άνορθολογισμό τού σημερινού καπιταλισμού, εί­ τε ιδιωτικού είτε κρατικού, στάθηκε ό κυριότερος θεωρητικός τού ριζοσπαστικού άναβρασμού τού ’68 καί τών άμέσως μετά χρόνων. ’Αν καί ό Μαρκούζε δέχεται τίς πιό πεσσιμιστικές θεωρίες τού Φρόυντ (δπως τήν ύπαρξη ενός «ενστίκτου» τού θανάτου ή τή σφαγή τού πατριάρχη τής πρω­ τόγονης όρδής), κατορθώνει μέ μιά μεγάλη δια­ λεκτική μαεστρία νά διαφυλάξει τό προαιώνιο ριζοσπαστικό καί προμηθεϊκό όνειρο: τό όραμα τής τελικής άπελευθέρωσης, μέσα άπό τήν έπιστημονική καί τεχνολογική (δσο, φυσικά, καί τήν ηθική καί κοινωνική) πρόοδο. Αύτή ή αισιο­ δοξία τού Μαρκούζε σήμερα έχει άντικατασταθεϊ άπό ζοφερές άντιλήψεις γιά τήν έπιθετικότητα καί τήν καταστρεπτικότητα τής βαθύτερης φύσης τού άνθρώπου, μέ όλα τά επακόλουθα, άπό τήν «ειρωνεία» τού Λακάν έως τίς αυτοκτο­ νίες τών πελατών του.

Ράιχ Βίλχελμ (Reich Wilhelm, 1897-1957) Ό Ράιχ γεννήθηκε στή Γαλικία (αυστριακό τμή­ μα τής Πολωνίας) άπό γονείς κτηματίες. Είχε πάντα μιά στενή επαφή μέ τή φύση, πού τή νο­ σταλγεί σέ δλα του τά γραφτά. Δεκατεσσάρων έτών ύφίσταται έναν πελώριο ψυχικό κλονισμό. Πληροφορεί τόν πατέρα του δτι ή μητέρα του τά ’χει φτιάξει μέ έναν δάσκαλό του. Ή μητέρα του αύτοκτονεϊ. (Τό άσβηστο μίσος του γιά τήν πα­ τριαρχία ήταν εύλογα άμφιθυμικό καί «επανορ­ θωτικό» μέ τήν κλαϊνιανή έννοια τής reparation, τής επανόρθωσης.) Σάν μεγαλύτερο γεγονός τής ζωής του θεωρού­ σε τή γνωριμία του μέ τόν Φρόυντ. Μετά άπό μιά θυελλώδη φάση έρωτος μέ τήν επίσημη ψυ­ χαναλυτική κίνηση, πέρασε σέ μιά φάση βαθιάς καί διεισδυτικής κριτικής, ταυτιζόμενος μέ τά σπέρματα τών πιό ριζοσπαστικών άντιλήψεων τού Φρόυντ καί τής νέας έπιστήμης.

Μαρκούζε

Μετά τίς εργατικές κινητοποιήσεις τής Βιέννης τού 1927 προσχωρεί στό κομουνιστικό κόμμα. Ταξιδεύει στήν ΕΣΣΔ καί προβλέπει τόν σύντο­ μο έκφυλισμό τής επαναστατικής πνοής άν δέν άλλάξει ή καταπιεστική σεξουαλική ήθική. Ά ρ θρογραφεΐ σέ μαρξιστικά έντυπα καί ξεκινά τό κίνημα τής σεξουαλικής πολιτικής (sex-pol), πού έχει τεράστια άπήχηση, έως δτου ή κομματική γραφειοκρατία, χοντροκέφαλη καί άνόητη, δπως φάνηκε μετά (άφοΰ δέν δίστασε νά κάνει κοινές άπεργίες μαζί μέ τούς ναζί ενάντια στούς σο­ σιαλδημοκράτες, άκόμα καί τό 1932!), παρενέβη καί τό διέλυσε. Ό διωγμός του άπό τό κομουνιστικό κόμμα συνέπεσε χρονικά μέ τόν διωγμό του άπό τήν ψυχαναλυτική κοινότητα. (Αύτό θυμίζει κάπως μετεμφυλιακούς πολιτικούς έξόριστους, σάν τόν ”Αρη ’Αλεξάνδρου, πού δέν ήταν κομουνιστές άλλά άπαξιούσαν νά διαβεβαιώσουν γι’ αύτό τούς νεαντερτάλιους άνθρωποφύλακές τους ζώντας έτσι σέ μιά τραγική, διπλή, έξορία, καθώς οί άλλοι συγκρατούμενοί τους δέν τούς μιλούσαν κάν.) Τό κυνηγητό καί οί κατατρεγμοί άρχισαν νά τροφοδοτούν ένα παρανοειδές στοιχείο στόν Ράιχ, ό όποιος άρχισε νά εμφανίζει έναν κλασι­ κό ϊδεασμό μεγαλείου, πού άποκορυφώθηκε στό τέλος τής ζωής του στήν πεποίθηση δτι έδινε


28/αφιερωμα

Βίλχελμ Ράιχ

έναν άγώνα ενάντια σέ εισβολείς άπό τό διάστη­ μα. Στην ιστορία, φυσικά, δεν έμεινε αυτός ό Ράιχ, ό Ράιχ τών «όργονοσυσσωρευτών», τοϋ «βροχοποιού», τών «βιόντων» καί τών «ιπτάμε­ νων δίσκων». Στην ιστορία έμεινε ό άλλος Ράιχ, τής έκδοσης τοϋ 1927 τής Λειτουργίας τοϋ όργασμοϋ, όπου έρμηνεύονται με μεγάλη έννοιολογική αυστηρότητα φαινόμενα αιώνιας σημασίας γιά τήν άνθρωπότητα. Ή ό Ράιχ τής ’Αλήθειας σάν δπλο τοϋ τελευταίου κεφαλαίου τής Δολο­ φονίας τοϋ Χριστοϋ. Ή ό Ράιχ τοϋ σπαρακτικού Ά κου , άνθρωπάκο! Καθώς έχουν μεταφραστεί δλα του τά έργα στά ελληνικά, είναι ό πιό καλά παρουσιασμένος ψυχαναλυτής στην Ελλάδα. Αυτό πού είναι, όμως, χαρακτηριστικό, είναι δτι ό Ράιχ έχει μόνο ή φανατικούς όπαδούς (πού φτάνουν στην προ­ σωπολατρία) ή σαρκαστικούς έπικριτές (καί ή άπλή μνεία τού Ράιχ άποτελεϊ άνάθεμα γιά τούς κλασικούς ψυχαναλυτές). “Οποιος πάρει μιά επιλεκτική στάση άπέναντι στό μεγάλο έργο τού Ράιχ τήν έχει «βάψει» άσχημα καί μέ τά δύο στρατόπεδα. Ό Νίτσε, ό μεγαλύτερος ψυχολό­ γος δλων τών έποχών κατά τόν Ό ττο Ράνκ, τό είχε έκφράσει κατά τρόπο άνυπέρβλητο: «Συνή­ θως είτε μάς έπαινούν γιά τίς πράξεις μας είτε μάς κατακρίνουν. Ποτέ δέν μάς καταλαβαί­ νουν». Ό Ράιχ κατάλαβε, σάν ψυχαναλυτής, διεργα­ σίες τού εργατικού κινήματος καί τής έπαναστατικής ιδεολογίας πού δέν καταλάβαιναν οί μαρ­ ξιστές. Καί, σάν μαρξιστής, κατάλαβε διεργα­ σίες τής ψυχαναλυτικής κίνησης πού δέν κατα­

λάβαιναν οί ψυχαναλυτές. Έζησε στήν ψυχανα­ λυτική κοινωνία άντιθέσεις άρχών πού με­ ταμφιέζονταν σέ συγκρούσεις προσωπικοτήτων. Καί στό κομουνιστικό κόμμα συγκρούσεις χαρα­ κτήρων πού μεταμφιέζονταν σέ άντιθέσεις άρ­ χών. Τελικά συμπέρανε -καί νομίζουμε εύλογα- ότι υπάρχει μιά διαδικασία στήν ιστορία πού τείνει νά εκφυλίζει κάθε τί τό μεγάλο σέ μικρό καί ποταπό. "Οπως στό «χριστιανισμό» ή στράτευση γιά μιά μεγάλη υπόθεση κατάντησε ίντριγκα τής μιας κλίκας ένάντια στήν άλλη μέ σκοπό τήν κατοχή τής έξουσίας (καί τήν καλοπέραση), έτσι έγινε καί στόν «κομουνισμό», έτσι καί στήν «ψυχανά­ λυση». Έ τσι είχε γίνει πριν καί γιά τή δημοκρα­ τία, πού, άπό έννοια εκρηκτική (ό Γκαίτε διευ­ κρινίζει στόν Έκκερμαν δτι άδικα τόν άποκαλούν δημοκράτη!), έγινε έμβλημα τυράννων. Τό ίδιο έγινε καί μέ τό σοσιαλισμό. Έπαγγελματίες άνθρωποβοσκοί θεωρούν σήμερα φυσικό νά χα­ ρακτηρίζουν έαυτούς ώς «σοσιαλιστές». Λές κι ό σοσιαλισμός είναι ένα άποσμητικό πού τό φοράς δποτε σού καπνίσει... Ό τα ν άρχισε νά διαμαρτύρεται ό Ράιχ, τού θύμισαν τίς δύο βασικές άρχές τού κόμματος: «Στήν πρώτη γραμμή τού άγώνα δέν περισσεύει χρόνος γιά κουβέντες». Καί: « Ό κομουνιστής βρίσκεται πάντα στήν πρώτη γραμμή τού άγώ­ να». Συνεπώς, βούλωσ’ το! Ό Ράιχ μίλησε. Ευτυχώς γιά όλους μας. Διότι τά λόγια του έμειναν ενώ δλες οί τοτινές συγκυ­ ρίες έξαφανίστηκαν. Ή άνθρωπότητα δέν έπαψε νά ’χει ανάγκη άπό λίγη διαύγεια. Ό τυφλός άκτιβισμός δέν έβγαλε πουθενά. Έ νας λάκκος μέ λασπόνερο όσο κι άν άναδευτεΐ δέν ξεκαθαρί­ ζει τό νερό (κινέζικη παροιμία). Έ νας είναι ό έχθρός: ή σύγχυση· καί ή σιωπή. Ό Ράιχ μίλησε διότι κατάλαβε δτι ή μεγαλύτε­ ρη ζημιά στήν υπόθεση, τήν όποια υπόθεση, εί­ ναι ή σιωπή! "Ολες οί μεγάλες διδασκαλίες τής άνθρωπότητας τείνουν νά άποσπώνται άπό τά χέρια τών άπελευθερωτών καί νά καταντάνε μέ­ σα εξαπάτησης πρός όφελος τών εξανδραποδι­ στούν ή έστω τών βολεψιών. Κανείς σχεδόν άπό τούς ψυχαναλυτές δέν στηλιτεύει σήμερα τή σε­ ξουαλική καταπίεση τών παιδιών, τών κοριτσιών ή τήν άποβλάκωση πού προκαλεΐ τό σχο­ λείο, ή τήν πολιτική «τέχνη» σάν μορφή πολιτι­ κής προαγωγείας. Κλείνονται σ’ ένα γραφείο καί δουλεύουν. Εύσυνείδητα. Σίγουρα δμως κάθον­ ται σ’ ένα τραπέζι στρωμένο. Διαφέρουν άπό τόν μοναχικό άνθρωπο τής Βιέννης πού εκστρά­ τευε, άρχικά, όσο ήταν μόνος του, σάν Δόν Κιχώτης, ενάντια σ’ δλα αύτά τά τέρατα, όσο καί οί «φωτισμένοι κληρικοί» τών σημερινών έκκλησιών (γιά τούς μή φωτισμένους δέν μιλάμε) δια­ φέρουν άπό τόν Ναζωραίο. Καί οί «μπροστάρη­


αφιερωμα/29 δες» apparatsiki άπό τόν προφήτη τους. Τί φώναξε τελικά ό Ράιχ, βοώντας μέσα στην έρημο; "Οτι κάθε ψυχοθεραπευτής/ψυχαναλυτής βρί­ σκεται στήν προνομιούχο θέση νά έποπτεύει τό σύνολο τών έκδηλώσεων τής ζωής (άπό τή βιολο­ γία τού «άσθενοΰς» του καί τή βιοχημεία του έως τήν ήθική του καί τή μετα-ήθική του, μέσα άπό τήν κοινωνική του καί ιστορική θέση στόν κό­ σμο). Ή θέα άπό τό ύψος αυτό φέρνει ίλιγγο. Διότι κάθε καλής πίστης καί θέλησης ψυχοθερα­ πευτής άντιλαμβάνεται σύντομα, έντρομος, δτι προσπαθεί νά άδειάσει μ’ έναν κουβά τή θάλασ­ σα τής άνθρώπινης δυστυχίας. Τά προβλήματα είναι τόσο τεράστια καί τόσο λερναιοϋδρικά -μέ τήν έννοια δτι γεννιούνται συνέχεια κάτω άπό τή μύτη μας- καί ή κοινωνία είναι τόσο άνυποψίαστη γιά τό ποιοι τερατώδεις μηχανισμοί διαιωνίζουν τή δυστυχία της, πού τού ’ρχεται νά πάρει ένα χωνί καί νά βγει στούς δρόμους έκλιπαρώντας τούς άνθρώπους ν’ άλλάξουν τόν τρόπο μέ τόν όποιο κάνουν (ή δέν κάνουν) πολλά πράγμα­ τα, ώστε νά μπορέσουν, τελικά, νά άλλάξουν τή ζωή τους. Changer la vie! Τό όνειρο αυτό τού Rimbaud, αυτό τό προαιώνιο όνειρο τής άνθρωπότητας, τό τόσο πολύ πραγματοποιήσιμο, ό πα­ θιασμένος μας καημός νά μπούμε, έπιτέλονς, ξα­ νά στόν Παράδεισο, διαπερνά όλη τήν ιστορία τού δυτικού πολιτισμού. Ό Φρόυντ είναι πολύ περισσότερο τέκνο τού ρομαντισμού παρά τού τρομοκρατικού ψευδοορθολογισμού τύπου Κάντ. ( Ό Χέγκελ είχε δίκιο δταν έξίσωνε τήν τρομοκρατία μέ τόν έφιάλτη μιας ιδεατής εφαρ­ μογής τού Κάντ στήν πράξη.) Ό Φρόυντ στάθη­ κε πολύ περισσότερο έσχατολογικός άπ’ δσο ήθελε ό ίδιος νά θεωρεί τόν έαυτό του. Ή θάλασσα τής άνθρώπινης δυστυχίας μπορεί νά μήν άδειάσει ποτέ. Ό Ράιχ τό γνώριζε. Πί­ στευε όμως δτι μπορούμε, σάν τούς ’Ολλανδούς πού τόσο θαύμαζε ό Φρόυντ γιά τήν άποξήρανση τής Zyeder zee (μέ τήν όποια καί παραλλήλι­ σε τό δύσκολο έργο τής συνειδητοποίησης τού άσυνειδήτου), νά άφήσουμε τούς κουβάδες καί νά άρχίσουμε νά ορθώνουμε φράγματα ένάντια στόν ώκεανό. Δηλαδή νά κάνουμε συλλογική δουλειά σέ μεγάλη κλίμακα, προληπτική, κι όχι θεραπευτική ή «θεραπευτική», σέ μικροκλίμακα, άμφίβολης άποτελεσματικότητας.

Νόρμαν Μπράουν (Ν. Ο. Brown) Έ νας καθηγητής τής άγγλικής λογοτεχνίας τά­ ραξε τά λιμνάζοντα ύδατα τής ψυχαναλυτικής σκέψης δημοσιεύοντας τό 1959, λίγο μετά τό Έρω ς καί πολιτισμός τού Μαρκούζε, τή σημαν­ τικότερη μελέτη πάνω στήν πολιτιστική διάστα­ ση τής ψυχανάλυσης: Ή ζωή ένάντια στό θάνα­

το. Ό υπότιτλος, «Τό ψυχαναλυτικό νόημα τής ιστορίας», ήταν παραπλανητικός, στό μέτρο πού έξέταζε τή συνολική θέση τού ανθρώπου στόν κόσμο, πηγαίνοντας καί πέρα άπό τήν ιστορία, τόσο στή βιολογία δσο καί στή θεολογία -ή όποια φαινόταν νά διαφυλάσσει στίς άμφίσημες έκφράσεις τών μυστικών τύπου Γιάκομπ Μπαίμε, ένα έσχατολογικό όραμα δυνητικά πολύ πιό ριζοσπαστικό άπό τίς άπολιθωμένες φόρμουλες τού ύπαλληλοποιημένου «σοσιαλισμού» ή «κο­ μουνισμού», όπως φαίνεται στήν έγκοσμιοποιημένη έννοια πού δίνει ό Μπράουν στήν άνάσταση τού σώματος. Τό έπόμενο βιβλίο τού Μπράουν, τό Love’s Body (Τό σώμα τού έρωτα), έγινε τό εύαγγέλιο τών χίπηδων καί τών ειρηνιστών καί άμφισβητιών στά άμερικανικά πανεπιστήμια. Έ να βι­ βλίο τεράστιας ευρυμάθειας (καί άποσπασματικής διάρθρωσης, πού άπαιτεί ειδικές γνώσεις γιά τήν κατανόησή του), τέτοιας πού ’χε εξαφα­ νιστεί άπό τό χώρο τής ψυχανάλυσης μετά τόν Φρόυντ, τόν Γιούνγκ καί τόν Ράνκ (τόν «παντο­ γνώστη», δπως τόν άποκαλούσαν οί θορυβημέ­ νοι συνάδελφοί του, πού ήθελαν νά παίρνουν όπωσδήποτε τή γνώμη του).

Έ ρικσον Έ ρικ (Erikson Erik) Ό Έ ρ ικ Έρικσον είναι ένας άπό τούς σημαντι­ κότερους μαθητές τού Φρόυντ. Γιός Δανών, υιο­ θετήθηκε άπό ένα γερμανοεβραΐο παιδίατρο μέ τό όνομα Χάμπουργκερ, άλλά όταν βρέθηκε στήν ’Αμερική, άπασχολούμένος μέ τό πρόβλημα τού σχηματισμού τής ταυτότητας, αύτοβαφτίστηκε "Ερικσον, δηλαδή γιός τού Έ ρικ, τού ίδιου τού έαυτού του. Ό Έρικσον δέν απέκτησε ποτέ επί­ σημους τίτλους σπουδών. Έλεγε ειρωνικά ότι ή διδακτορική του διατριβή ήταν πάνω στό τίπο­ τα. Γύριζε κάνοντας ώτο-στόπ όλη τήν Ευρώπη, τό 1927, όταν ό παλιός του φίλος άπό τό σχο­ λείο, Πέτερ Μπλός, τόν έφερε σέ έπαφή μέ τήν πλούσια ’Αμερικανίδα καί φίλη τής "Αννας Φρόυντ, Ντόροθυ Μπέρλιγκχαμ, ή οποία ένίσχυε οικονομικά ένα πρότυπο σχολείο τής Εύας Ρόζενφελντ. Εκείνη τήν έποχή κανείς εύρωπαΐος μεσοαστός άνδρας δέν θά άσχολιόταν μέ παιδιά. Εντούτοις ό Έρικσον είχε ένα ένστικτο νά δουλεύει μέ τά μικρά παιδιά, πράγμα πού τόν έκανε έναν άπό τούς πρώτους παιδοψυχαναλυτές. Ή άπόλυτη έλλειψη έπίσημης έκπαίδευσης έκανε βέβαια τόν "Ερικσον νά έχει υπερβολικό σεβασμό στόν Φρόυντ (έφτανε στό σημείο νά άποδίδει ό μαθητής ιδέες δικές του, στό δάσκα­ λο). Μόλις ό "Ερικσον βγήκε άπό τή Βιέννη ή άνο­ δός του στάθηκε μετεωρική. Στήν ’Αμερική έπη-


30/αφιερωμα ρέασε δσο κανείς άλλος τό πλατύ καλλιεργημένο κοινό. Ή άναζήτηση τής ταυτότητας έγινε μιά ιδέα τόσο διάσημη δσο καί ή έννοια τής κατωτε­ ρότητας πού είχε δώσει ό ”Αντλερ. Ό Έρικσον, είσάγοντας την έννοιά του, έκανε επανειλημμέ­ νες μνείες στόν λόγο πού είχε έκφωνήσει ό Φρόυντ στην εβραϊκή συναγωγή Μπνάι-Μπρέθ, στην όποια άνήκε δλη του τή ζωή καί στην όποια είχε μιλήσει γιά την εσωτερική τον ταυτότητα σάν Εβραίου. Έ κεϊ ό Φρόυντ είχε τονίσει δτι άσφαλώς δέν δεχόταν τόν ιουδαϊσμό σάν θρη­ σκεία, ούτε σάν ιδεολογία, άλλά μόνο σάν ένα ηθικό χαρακτηριστικό επίμονης άναζήτησης τής άλήθειας καί καρτερίας μπροστά στά κάθε εί­ δους έμπόδια. Ό Έρικσον τόνισε τήν έννοια τού «δυνατού έγώ», σάν εκείνου τού έγώ πού μπορεί νά συνε­ νώνει άντίπαλες τάσεις καί συμπεριφορές στό άτομο. Έ τσι, τό έγώ παύει νά είναι ένας άπλός παθητικός μεσολαβητής άνάμεσα στό υπερεγώ καί τό προεγώ καί γίνεται ό ενεργός ρυθμιστής καί παράγοντας έκβασης τών διαφόρων συγ­ κρούσεων καί άγώνων πού εκφράζονται ύπό μορφή κρίσεων σέ διάφορα στάδια τής ζωής. Σή­ μερα υπάρχει μιά ολόκληρη φιλολογία γιά τά «στάδια» τής ζωής, σέ μεγάλο μέρος έμπνευσμένη από τίς έννοιες τού Έρικσον. Μιά άλλη έπινόηση τού Έρικσον είναι ή ψυχο-ίστορία, όπου έχουν μείνει κλασικές οί μελέ­ τες του πάνω στήν προσωπικότητα τού Λούθη­ ρου καί τού Χίτλερ, σέ συνδυασμό μέ τήν εποχή τους. Ό Έρικσον πήγε δσο πιό «άριστερά» μπο­ ρούσε μέσα στό ψυχαναλυτικό κίνημα, χωρίς όμως νά βρεθεί έξω από αύτό, χάρη καί στή με­ γάλη του εύγένεια καί τήν προσεκτική γλώσσα. Στήν Ελλάδα είχε έρθει καλεσμένος άπό τόν Κωνσταντίνο Δοξιάδη, καί τό βιβλίο του Παιδι­ κή ηλικία καί κοινωνία κυκλοφόρησε στά έλληνικά

Ροχάιμ Γκέζα (Roheim Geza, 1891-1953) Ούγγρος. Σπούδασε άνθρωπολογία στή Λιψία καί στό Βερολίνο. Προικισμένος μέ μιά άκόρεστη περιέργεια, άμέσως προσχωρεί στήν ψυχα­ νάλυση, άπό τό 1911. Εκείνη τήν έποχή αύτό άποτελεΐ μιά έπανάσταση. ’Αναλύεται άπό τόν Φερέντσι τό 1915. Οί εργασίες του τού έδωσαν διάφορες έπίσημες έπιβραβεύσεις, άνάμεσα στίς όποιες καί τό βραβείο Φρόυντ γιά τήν έφαρμοσμένη ψυχανάλυση. Τό 1919 διορίζεται άπό τήν έπαναστατική κυβέρνηση τών ουγγρικών σοβιέτ (τού Μπέλα Κούν) στό πανεπιστήμιο τής Βουδα­ πέστης σάν καθηγητής τής ψυχαναλυτικής άνθρωπολογίας. (Ταυτόχρονα διορίστηκε καθηγη-


αφιερωμα/31

τής καί ό Σάντορ Φερέντσι. Είναι ή εποχή πού οι μαρξιστές μπορούν άκόμα νά άφήνουν όλα τά λουλούδια νά άνθίζουν. Ό Τρότσκι θαυμάζει τόν Φρόυντ καί υπερασπίζεται, άργότερα, τήν ■ψυχανάλυση. Έ ω ς δτου ξέσπασε ό γκρίζος τρό­ μος τού σταλινικού ζόφου, καί δέν έμεινε τίποτα όρθιο.) Τό 1925 δημοσιεύει τό ογκωδέστατο έργο του Ό αυστραλιανός τοτεμισμός. Μετά παίρνει μιά υποτροφία πού τού έπιτρέπει νά μελετήσει επί τόπου τά έθνολογικά φαινόμενα. Ταξιδεύει καί ζεϊ στή Σομαλία, τήν Αυστραλία, τή Μελανησία καί τήν Καλιφόρνια (σ’ ένα ταξίδι χρηματοδοτη­ μένο άπό τή Μαρία Βοναπάρτη). ’Εγκαθίσταται άπό τό 1933 στή Νέα Ύόρκη, μετά τήν άνοδο τού ναζισμού στή Γερμανία, όπου παράλληλα μέ τήν καθημερινή του ψυχαναλυτική πρακτική συ­ νεχίζει τίς θεωρητικές του εργασίες. Ή κύρια συμβολή του είναι ή «βελτίωση» τής θεωρίας τού Φρόυντ στό Τοτέμ καί ταμπού, όπου διευκρινίζει ότι ό φόνος τού πατέρα (καί οί ενοχές, μετά, των γιων, πού δημιουργούν τή θρησκεία καί τήν αρχή τού πολιτισμού) δέν έγινε μιά καί μόνο φορά στήν ιστορία, άλλά δεκάδες ή έκατοντάδες φορές. Κατάλοιπα αυτής τής φαλλικής λειτουργίας τού άρχηγού βρίσκει στό σκή­ πτρο τών βασιλέων, τή στραταρχική ράβδο, τήν μπαγκέτα τού μαέστρου κ.ά. 'Ο πολιτικός ηγέ­ της είναι, κατά τόν Ροχάιμ, ό άμεσος διάδοχος τού μάγου πού κάνει μαύρη μαγεία. Ό λαός εκλέγει τόν πολιτικό ηγέτη, θέλοντας νά τόν βλέ­ πει πανίσχυρο, άκριβώς όπως, στίς πρωτόγονες φυλές τής Αυστραλίας ή τού ’Αμαζόνιου, πολύ πρίν άσκήσει τήν άπάτη του ό μάγος ήδη τόν έχουν πιστέψει οί οπαδοί, γιατί τό έχουν άνάγκη. (Έχουν άνάγκη νά πιστεύουν ότι ό μά­ γος μπόρεσε, σέ μιά στιγμή έκστασης, νά μιλήσει μέ τόν πεθαμένο τους, πατέρα, μητέρα ή παιδί.) Έ τσι, ό κοσμάκης άκούει μέ άρκετή υποσυνεί­ δητη προθυμία όποιον έπιτηδευματία τής πολιτι­ κής «τέχνης» τού ύποσχεθεϊ μιά σύντομη απαλ­ λαγή του άπό κάθε πρόβλημα καί μιά άμεση ει­ σαγωγή του σ’ ένα επίγειο υποκατάστατο παρα­ δείσου. Φτάνει αυτοί νά θέλουν. Αυτός μπορεί. Μέ τόν καιρό ό Ροχάιμ έφτασε σέ μιά άντίληψη τού πολιτισμού πού όφείλει πάρα πολλά στόν Ό ττο Ράνκ, χωρίς όμως νά τού τό άναγνωρίζει. "Οτι, δηλαδή, τό κυριότερο πρόβλημα στή ζωή τών άνθρώπων είναι ό άποχωρισμός άπό τά άγαπημένα τους πρόσωπα. Έ νας άποχωρισμός πού πάντα μοιάζει, πέρα άπό τίς έπιφανειακές διαφορές, μέ τήν άπόσπαση ένός παιδιού άπό μιά κατάσταση άσφάλειας, δηλαδή άπό μιά μη­ τρική άγκαλιά. Έτσι, γιά τόν Ροχάιμ, όλος ό πο­ λιτισμός δέν είναι παρά μιά στρατηγική τής άνθρωπότητας γιά νά άντιμετωπίσει τή δική της παρατεινόμενη παιδική ήλικία. Ό άνθρωπος εί­

ναι τό μόνο είδος ζώου πού παραμένει γιά πάντα παιδί. Καί μήν μπορώντας νά μείνει ένα παιδί μόνο του καί εγκαταλειμμένο στό σκοτάδι, δη­ μιουργεί τήν «μπερλίνα», τό «κρυφτό», τό «κυ­ νηγητό»: δηλαδή τόν πολιτισμό. Ό πολιτισμός δέν είναι παρά ένα σύνολο δραστηριοτήτων πού άναπτύσσουν οί άνθρωποι γιά νά μή νιώθουν μόνοι τους. Είναι ένα «υπέροχο βάσανο».

’Όττο Γκρός (Otto Gross) Έ νας άπό τούς πρώτους πρώτους γιατρούς πού πλησίασαν τόν Φρόυντ, ίσως ό δεύτερος (μετά τόν Στέκελ) ή ό τρίτος, ήδη άπό τό 1904. ’Ηταν ίσως ό μόνος ψυχαναλυτής πού είχε έλευθεριακές (άντιεξουσιαστικές) πολιτικές τάσεις. Ό Τζόουνς άναφέρει (στήν έπίσημη βιογρα­ φία τού Φρόυντ) ότι ό Γκρός ήταν μιά μεγαλοφυία, πού δημοσίευσε ένα άρθρο έπιστημονικό στό όποιο ευφυέστατα σύγκρινε τόν διχασμό τών ιδεών πόύ είχε περιγράφει άπό τόν Φρόυντ στήν υστερία μέ τόν διχασμό τής συνειδητής δραστη­ ριότητας πού υπάρχει'στή σχιζοφρένεια. Μετά έγραψε ένα πολύ πρωτότυπο βιβλίο στό όποιο άναγνώριζε άπόλυτα τή θεωρία τού Φρόυντ γιά τή libido, τίς έννοιες τής άπώθησης, τού συμβο­ λισμού κλπ. Ό Γκρός υποστήριξε μέ μιά άδιάλλακτη επιμονή, πολύ πρίν άπό τόν Ράιχ, τίς θεω­ ρίες τού Φρόυντ γιά τήν καταστρεπτικότητα τής σεξουαλικής καταπίεσης. Στό μεγάλο καί σπουδαίο του βιβλίο Οί •ψυχο­ λογικοί τύποι, ό Γιούνγκ μνημονεύει πολλές φο­ ρές τόν Γκρός, τιμώντας τίς ενοράσεις του. Φαί­ νεται όμως ότι δέν τά πήγαιναν πολύ καλά μετα­ ξύ τους όταν ό Γκρός έγινε μορφινομανής, τό 1908 (άγνωστο γιατί) καί τόν άνέλαβε ό Γιούνγκ στό Burghozli. Ό Τζόουνς πιστεύει ότι είχε πάθει σχιζοφρένεια. Ξέρουμε όμως, καί άπό τήν περίπτωση τού Φερέντσι, πού είχε κακοήθη άναιμία μέ νευροψυχολογικές εκδηλώσεις πού μοιάζουν μέ παραλήρημα, ότι ό Τζόουνς έβλεπε συχνά τή χειρότερη πλευρά τών άλλων. ΓΓ αύτό καί σχολιάζει μέ κάποια κακεντρέχεια τό ότι «ό Γιούνγκ συνέλαβε τή φιλόδοξη ιδέα ότι θά ήταν ό πρώτος πού θά θεράπευε μιά περίπτωση σχιζο­ φρένειας στό πρόσωπο τού "Οττο Γκρός. Δούλε­ ψε μαζί του σκληρά καί κάποτε γιά 24 ολόκληρες ώρες συνεχώς έως ότου τά κεφάλια καί τών δυό τους ταλαντεύονταν σάν κινέζων μανδαρίνων». (Αυτά γιά όσους νομίζουν ότι ή ψυχοθεραπεία τών ψυχωσικών άρχισε πρόσφατα, σάν άποτέλεσμα τής... άντιψυχιατρικής!) Γιά τό τέλος τού Γκρός υπάρχουν άντιφατικές πληροφορίες. Ή μιά είναι ότι κατατάχθηκε σ’ ένα ούγγαρέζικο σύνταγμα στόν Α ' Παγκόσμιο Πόλεμο, άλλά, πρίν αυτός τελειώσει, ή ζωή του


32/αφιερωμα

τελείωσε μέσα άπό μιά δολοφονία καί αυτοκτο­ νία. Ή άλλη είναι δτι πέθανε άπό άσιτία.

Ό φροϋδομαρξισμός Έχουν γραφτεί πάρα πολλά πάνω στίς σχέσεις τοϋ φροϋδισμοϋ καί τοΰ μαρξισμού. Ά π ό τε­ λείως άνόητα κείμενα έως μερικές διεισδυτικές σκέψεις, πού όμως δέν έχουν γίνει πλατιά γνω­ στές. ’Ακόμα καί τοϋ ίδιου τοϋ Ράιχ τά άρχικά κείμενα, δπως ή μπροσούρα Ψυχανάλυση καί διαλεκτικός υλισμός, είναι ολοφάνερα πρωτό­ λεια. Πέρα άπό τίς επιφανειακές όμοιότητες (τού τύπου είναι «υλιστικές» καί οί δύο) οί δύο αυτές κοσμοθεωρίες έχουν βαθύτερες καί εσωτε­ ρικές όμοιότητες, πού έχουν αγνοηθεί ή παρασιωπηθεϊ κάτω άπό πολιτικές κυρίως σκοπιμότη­ τες (πού μόνο ή «πανουργία τού λόγου στήν ιστορία» τού Χέγκελ θά μπορούσε ίσως νά δι­ καιολογήσει!). Ή άπόρριψη τής ψυχανάλυσης, έπίσημης καί άνεπίσημης, άπό τόν «επίσημο» μαρξισμό είναι, κατά τή γνώμη μας, τόσο άστοχη έννοιολογικά δσο καί ή -πολύ τραγικότερη, βέβαια- «έκτέλεση» τού ’Ιησού (άγαλμάτων του) στήν ’Ισπανία τού εμφύλιου άπό άναρχικούς πού άπορρίπταν έτσι τόν «ίδεολόγο τών παπάδων»! (Διότι οί πο­ λιτικές άντιλήψεις τού ’Ιησού είναι δλοφάνερα έλευθεριακές!) Τό ίδιο χαμένο έκ των προτέρων παιχνίδι έπαιζαν οί άλληλεγγυάριοι τής Πολω­ νίας δταν άφηναν τούς καταπιεστές νά ταυτίζον­ ται μέ τόν «κομουνισμό». Τόσο ή καθολική έκκλησία τής ’Ισπανίας καί ό Φράνκο δσο καί ό στρατηγός Γιαρουζέλσκι ήταν μόνον ευτυχείς άποδεχόμενοι τή «διαφύλαξη» τών πιό άνατρεπτικών γι’ αυτούς ιδεών τού έχθρού τους. Έτσι, ή ψυχανάλυση, πού είναι ύποπτη στά μάτια τής Κού-Κλούξ-Κλάν ή τών τεκτόνων ή τών άγγλοσαξόνων (σάν «έβραϊκή» επινόηση), στέριωσε στίς Η.Π.Α. -σχετικά βέβαια, γιατί βρίσκεται σέ πελώρια πίεση κάτω άπό τόν χυδαίο μπηχαβιορισμό, πού δέν έχει καμιά δυσκολία νά τά βρί­ σκει μέ τόν σολιπσιστικό παυλοβισμό- ένώ διώ­ κεται εκεί πού θά ’πρεπε ν’ άνθούν δλα τά λου­ λούδια! Είχε δίκιο ό Φρόυντ δταν έλεγε δτι πρέ­ πει κάποτε νά έμφανισθοΰν άνθρωποι πού θά άσχοληθούν καί μέ τίς μορφές τής κοινωνικής παραφροσύνης καί άνισορροπίας! Στήν Ελλάδα δέν έχει γίνει, άκόμη, καμιά προσπάθεια διερεύνησης τών σχέσεων ψυχανά­ λυσης καί μαρξισμού. Ή a priori εύμενής στάση τών μαρξιστών διανοουμένων -στήν «ορθόδοξη» ποικιλία τους- άπέναντι στό ταυτολογικό γαϊτα­ νάκι τών «έξαρτημένων άντανακλαστικών», πού φιλοδοξεί, θρασύτατα, νά άποτελέσει κοσμοθεω­ ρητικό πασπαρτού, μάς άναγκάζει νά παραθέ­

σουμε, δσο πιό σύντομα μπορούμε, τίς βαθιές καί όχι τυχαίες όμοιότητες τού μαρξισμού μέ τήν «ίδεαλιστική» ψυχανάλυση. Οί δύο αύτές θεωρίες (ή μέθοδοι γιά τήν κα­ τανόηση -καί άλλαγή- τού κόσμου, καί όχι πα­ νάκειες): 1) Είναι καί οί δύο δυναμικές, μέ τήν έννοια δτι βλέπουν τήν έκβαση αυτού πού γίνεται τόσο σέ ψυχικό έπίπεδο δσο καί σέ κοινωνικό σάν συνισταμένη (μέ τήν έννοια τής φυσικής, τής σύν­ θεσης τών άνυσμάτων) διαφόρων άντιφατικών τάσεων καί ταξικών συγκρούσεων. 2) Τονίζουν καί οί δύο τόν παράγοντα τής «οικονομίας»: Ό λ α τά φαινόμενα τής ζωής έρμηνεύονται σάν έπενδύσεις -«κεφαλαίων» (δηλ. άντικειμενοποιημένης εργασίας) γιά τόν μαρξι­ σμό καί libido γιά τόν φροϋδισμό. Ό καθένας μας, κατά τόν Φρόυντ, είναι ένας έπενδυτής τού χρόνου του, τών προσπαθειών του καί, πάνω άπ’ δλα, τών ερωτικών καί φιλητικών του άποθεμάτων. Ά ν οί νευρώσεις άποτελοΰν, έτσι, ένα είδος «κακής διαχείρισης» τής ιδιωτικής έταιρείας τού καθενός νευρωσικού -κ αί είμαστε δλοι, μ’ αύτή τήν έννοια, λίγο ή πο­ λύ νευρωσικοί- οί ψυχώσεις θά ’ταν ή χρεοκοπία (ή μελαγχολία), ή άλόγιστη επενδυτική επέκταση σέ μιά πανικόβλητη «φυγή πρός τά μπρος» δταν τό έδαφος τρίζει κάτω άπό τά πόδια (ή μανία καί ή ύπομανία) καί ή διάλυση τής εταιρείας άπό τό ισχυρό καί άμοιβαίο μίσος τών στελεχών της (ή σχιζοφρένεια). Ή παράνοια θά ’ταν ή άπόδοση τής οικονομικής καχεξίας τής «επιχεί­ ρησης» στήν άδίστακτη συμπεριφορά τών «σατα­ νικών» άνταγωνιστών. Αύτό, συνεπώς, πού γιά τόν μαρξισμό είναι τό ύπερπροϊόν, τό κοινωνικό πλεόνασμα τής έργασίας γιά τό όποιο οί άνθρωποι άλληλοκαρυδώνονται γιά τό ποιος θά τό πρωτοοικειοποιηθεΐ, στήν ψυχανάλυση είναι, τηρουμένων τών άναλογιών, ή ποσότητα τής άγάπης καί τού έρωτα πού προσπαθεί κάθε άνθρωπος νά συγκεντρώσει. Στόν οικονομικό ιμπεριαλισμό υπάρχει δίπλα κι ένας συναισθηματικός ιμπεριαλισμός. Ή οικο­ νομική σπατάλη συνοδεύεται άπό μιά συναισθη­ ματική σπατάλη. Στό άτομικό έπίπεδο, αύτό έκφράζει τά μπλοκαρίσματα καί τίς άναστολές τής νεύρωσης. Έ ν α άτομο δέν μπορεί νά άπολαύσει καί νά εί­ ναι τόσο δημιουργικό δσο θά μπορούσε νά ’ναι άν δέν άναλωνόταν δλη του ή ψυχική καί βιολο­ γική ένέργεια σέ άσκοπες ένόοψυχικές συγκρού­ σεις, άντί νά γίνεται κοινωνικά άπαραίτητη έργασία. Μά καί στήν κοινωνία αύτό προτείνει ό Μάρξ σάν κριτήριο τής «υγείας» ή «άρρώστιας» μιας κοινωνίας: τό βαθμό έντασης τών κοινωνι­ κών συγκρούσεων. Ή πραγματικότητα τών ταξι­ κών συγκρούσεων, πού ό μαρξισμός τονίζει, εί-


αφιερωμα/33

ναι μιά φρικαλέα πραγματικότητα, μιά προϊστο­ ρική πραγματικότητα πού πρέπει νά ξεπεραστεΐ. "Ωστε οί άνθρωποι, άντί νά κόβουν ό ένας τόν λαιμό τού άλλου ή νά παίρνουν την μπουκιά ό ένας άπό τό στόμα τοϋ άλλου, θά ’πρεπε νά άπασχοληθούν συναδελφωμένοι μέ τόν έλεγχο τής φύσης, ή όποια πραγματικά μπορεί νά τούς κά­ νει κυρίαρχους τοϋ σύμπαντος καί τοϋ έαυτοϋ τους. 3) Είναι καί οί δύο θεωρίες διαλεκτικές: 'Ο άνορθολογισμός στη σφαίρα τών κοινωνι­ κών σχέσεων καί τής παραγωγής άντικατοπτρίζεται στόν άνορθολογισμό στή σφαίρα τών συ­ ναισθηματικών τάσεων. Τό έξωτερικό χάος δη­ μιουργεί έσωτερική σύγχυση. Κι αύτή, μέ τη σει­ ρά της, χειροτερεύει καί διαιωνίζει την εξωτερι­ κή άκαταστασία. Ή κοινωνική Βαβέλ τής άσυνεννοησίας δημιουργεί «εσωτερικές Βαβέλ» στούς άνθρώπους: τούς τρελαίνει. 4) Είναι καί οί δύο όρθολογικές καί μισούν τόν άνορθολογισμό καί τόν μυστικισμό. Ό Φρόυντ έλεγε ότι τό κύριο του έργο, Ή έρμηνευτική τών όνείρων, άποτελούσε ένα «πλήγμα κατά τού μυστικισμού». ’Αρκεί δέ νά διαβάσει κανείς εκείνο τό έξοχο γράμμα τού Μάρξ τών 25 έτών πρός τόν Ρούνγκε (δπου προαναγγέλλονται δλα τά leit-motiv τού κατοπινού μαρξιανού έργου) δπου συνοψίζει τόν στόχο κάθε κοινωνικά κριτι­ κού κινήματος: «νά ξυπνήσουμε τόν κόσμο άπό τό όνειρο τού έαυτοϋ του». Ό κόσμος πού χάσκει όνειρευόμενος τόν έαυτό του είναι ό κόσμος τής ιδεολογίας, ό κόσμος τών ιδεολογημάτων, τής ψεύτικης συνείδησης, τού κάλπικου λόγου. Κάθε ιδεολογία είναι, γιά

τόν Μάρξ, μιά ϊδεοφάμπρικα. Είναι ή ad hoc διατύπωση «ιδεών» πού άποσκοπούν στή δι­ καίωση τών όσων έχουμε ήδη κάνει (ή κάνουμε ή έχουμε άποφασίσει νά κάνουμε). Είναι, στή γλώσσα τού Φρόυντ, μιά άλυσίδα έκλογικεύσεων (rationalizations). 5) Είναι καί οί δύο ιστορικές: αυτό πού υπάρ­ χει δέν μπορεί νά κατανοηθεί χωρίς τή βαθιά κα­ τανόηση αύτού πού υπήρξε (Χέγκελ). Τόσο ό πολιτικός γενικά δσο καί κάθε άτομο ειδικά πρέ­ πει νά θεωρηθούν σάν όδύσσειες στό χρόνο, σάν σχέδια εκστρατείας πρός κάποιες Ίθάκες τόσο συμβολικές καί φανταστικές δσο καί πραγματι­ κές. Στην οδύσσεια τού άνθρώπου μέσα στό χρόνο πού μελετά ή ψυχανάλυση -διότι κάθε άνθρωπος πιστεύει, συχνά χωρίς νά τό ξέρει, μαζί μέ τόν Γκαίτε, δτι «τό πεδίο μου είναι ό χρόνος»- προσ­ τίθεται καί ή οδύσσεια τού άνθρώπου στήν κοι­ νωνία, δπου πρέπει νά γλιτώσει τόσο άπό έξωτερικούς Κύκλωπες δσο καί άπό έσωτερικούς Λαιστρυγόνες. 6) Είναι καί οί δύο τους εξελικτικές θεωρίες πού βασίζονται σέ «στάδια». "Οπως π.χ. στόν καπιταλισμό ύπάρχουν στοιχεία τού (έρχόμενου) σοσιαλισμού μαζί μέ φεουδαρχικά (ή άκόμη καί δουλοκτητικά) κατάλοιπα, έτσι καί ό έρωτισμός τού άνθρώπου άποτελείται άπό κατάλοιπα τού νηπιακού στοματικού έρωτισμού, άπό «προσμί­ ξεις» πρωκτικού έρωτισμού, καί άπό άλλες «τμη­ ματικές» τάσεις πάνω στόν κορμό τής (ιδανικής) γενετησιότητας (genitality). "Οπως ένας καπιταλισμός πού λιμνάζει καί σαπίζει ξαναφέρνει στήν έπιφάνεια κομμάτια


34/αφιερωμα

ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ

Α Ν ΤΡΕ Α ΚΕΡΕΝΗ ΠΤΗΣΗ 474 Μ υθιστόρημα •

ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ Διηγήματα •

Εκδόσεις «Α. Καρκαβίτσας»

Κεντρική διάθεση: ΟΔΥΣΣΕΑΣ τηλ. 36.19.724 ΑΛΕΞΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΥ

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΣΚΥΛΟΥΣ Διηγήματα

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΔΡΟΣ

Γεωργίου Γενναδίου 6 - Τηλ.: 36.15.783

άπό τό ίδιο του άρχαϊκό παρελθόν (π.χ. τού στα­ δίου τής βαρβαρότητας ή τής δουλείας) έτσι κι ένας άνθρωπος πού δεν είναι ικανοποιημένος γενετήσια (πράγμα πού προϋποτίθεται γιά νά ’ναι δημιουργικός καί πού πετυχαίνεται μέ τη λύση τών εσωτερικών του συγκρούσεων) ξαναγυρνά (υποστρέφεται) σέ παλαιότερους καί ανώ­ ριμους τρόπους ήδονισμού (όπως ή πολυφαγία, ή συσσώρευση χρημάτων, ή επίδοση σέ σαδομαζοχιστικές ηθικές καί κοινωνικές σχέσεις κλπ.). 7) Καί οί δύο τείνουν νά εκφυλίζονται άπό όρισμένους όπαδούς τους σ’ έναν αυτάρεσκο σολιπσισμό. Τόσο ό χυδαίος μαρξιστής («δλα είναι ζήτημα οικονομίας») δσο καί ό χυδαίος φροϋδι­ στής («ή άνάλυση τών άπωθημένων θεραπεύει») πιστεύουν δτι έχουν στό χέρι τίς λύσεις δλων τών προβλημάτων. Τό θράσος ενός Στάλιν νά άποφθέγγεται περί τού παντός, άπό τήν άφηρημένη ζωγραφική έως τή γλωσσολογία, συμβαδίζει μέ τό θράσος πολλών ψυχαναλιζόντων ή ψυχαναλυ­ τών νά λένε άπαράδεκτες μισοαλήθειες ή καί ψευτοαλήθειες. (« Ό Προμηθέας ήταν παρανοϊ­ κός», μάς λέει ένα σεβαστό όνομα τής έλληνικής ψυχανάλυσης, «έπειδή βρίζει, όντας άλυσοδεμένος, τό Δία, τό Κράτος καί τή Βία άντί νά δεί­ χνει συντριβή καί μεταμέλεια»!!) 8) Καί οί δύο είναι υλιστικές, άθεϊστικές, κά­ που ηρωικά πεσσιμιστικές καί άντιφατικές. Ένώ ό Φρόυντ δηλώνει επανειλημμένα ότι ή άνθρωπότητα δέν άξίζει τίς προσπάθειές μας, ό ίδιος δέν έπαψε ποτέ νά προσπαθεί. Ό Μάρξ κάλεσε τούς προλετάριους -πού δέν πιστεύουν καί δέν πρέπει νά πιστεύουν στή μέλλουσα ζωή- νά πεθάνουν σήμερα, σωματικά, γιά τήν ευημερία τών αυριανών πού θά ζήσουν ούτως ή άλλως καλύτε­ ρα άπό τούς σημερινούς. Πολλοί μάλιστα «υλι­ στές» τό ’καναν ψέλνοντας τή Διεθνή. Ό ίδιος ό υλισμός τών ομοϊδεατών τους τούς έμποδίζει νά τούς θυμούνται. Χτύπησαν καί οί δύο τή θρησκεία επειδή πρόδιδε τόν έαυτό της. Χτύπησαν καί οί δύο τήν ηθική επειδή ήταν διπρόσωπη καί πρόδιδε τούς όπαδούς της. Ή ταν όμως οί κοντινότεροι μας μεγάλοι ήθικολόγοι τού δυτικού πολιτισμού, οί άφορισμοδότες τών επόμενων αιώνων, οί συστηματοποιητές τών άντιφάσεών τους, οί άντιφάσκοντες πρός τά συστήματά τους. 9) Καί οί δύο είναι άνοικτές θεωρίες: επιδέ­ χονται πελώριες εξελίξεις, πού μόνο ή δειλία τών οπαδών τους τίς κάνει νά έκτρώνονται. "Ολα τά προβλήματα είναι μπροστά μας, ανοικτά. "Οσο έλυσε ό Μάρξ τό πρόβλημα τής υπεραξίας (είναι χαρακτηριστική ή βαριά άτμόσφαιρα πού υπάρ­ χει στόν 3ο τόμο τού «Κεφαλαίου») άλλο τόσο είπε καί ό Φρόυντ τήν τελευταία λέξη πού μπο­ ρεί νά ειπωθεί πάνω στήν άνθρώπινη φύση. Ή συζήτηση, ή συν-ζήτηση, συνεχίζεται. ■


αφιερωμα/35

Φ ω τεινός Κ α τσα ούνη ς

Ό Κ. Γκ. Γιούνγκ καί ή αναλυτική ψυχολογία "Ενας από τούς σημαντικότερους στοχαστές τοϋ εικοστού αιώνα, γνωστός για το ογκώδες, πληθωρικό καί ιδιόμορφο έργο του γιά την άνθρώπινη ψυχή, είναι ό Ελβετός Κάρλ Γκούσταβ Γιούνγκ (1875-1961), ιδρυτής τής άναλυτικής ψυχολο­ γίας. Παρόλο πού άπό τό 1907 μέχρι τό 1918 ήταν φί­ λος καί στενός συνεργάτης τοϋ Φρόυντ, ή ψυχο­ λογική θεωρία του είναι πολύ λίγο έπηρεασμένη άπό τίς άπόψεις τοϋ τελευταίου· θά λέγαμε μάλι­ στα πώς στίς θέσεις της είναι άρκετά διαφορετι­ κή άπό τήν ψυχανάλυση. Κι αύτό είναι επόμενο νά συμβαίνει, άφοϋ ό Κ. Γιούνγκ άντιπαραθέτει στήν άναλυτική, άναγωγική καί αιτιοκρατική σκέψη τού Φρόυντ τήν ίδεαλιστική καί σπιριτουαλιστική ερμηνεία τής άνθρώπινης προσωπι­ κότητας. Γιός ένός άπλοϋ πάστορα, έγγονός ένός καθη­ γητή τής ιατρικής στό πανεπιστήμιο καί φορτω­ μένος μέ τήν παράδοση τής καταγωγής άπό ένα νόθο γιό τοϋ Γκαίτε, στήν οποία ώστόσο ποτέ δέν πίστεψε σοβαρά, ό Γιούνγκ γράφτηκε στό πανεπιστήμιο τής Βασιλείας γιά νά σπουδάσει κλασική φιλολογία καί άρχαιολογία, σύντομα όμως στράφηκε στήν ιατρική. Έ τσι εναρμονί­ στηκε μέ τό σκοπό τής ζωής του, πού ήταν άπό τήν αρχή «ή αυτοπραγμάτωση τού άσυνειδήτου», όπως λέει χαρακτηριστικά ό ίδιος. Ή ταν μιά δουλειά πού στοίχισε μόχθο εξήντα όλόκληρων χρόνων. ’Αποτέλεσμα των πρώιμων μελετών του στήν πειραματική ψυχολογία είναι ή θεωρία τών συμπλεγμάτων καί ή βελτίωση τού λεγάμενου «συνειρμικού τέστ λέξεων», μιας μεθόδου έξακρίβωσης καί έλέγχου τών συγκινησιακά φορτι­ σμένων συμπλεγμάτων. Περισσότερο σημαντική ώστόσο σ’ αυτή τήν πρώτη περίοδο τού έργου του είναι ή συμβολή του στήν ψυχοδυναμική έρμηνεία τής σχιζοφρένειας καί ή μερική θεραπεία μιας χρόνιας βαριάς περίπτωσης τού ψυχιατρεί­ ου. Ή ταν πράγματα πού προκαλοΰσαν τό δι­

καιολογημένο θαυμασμό τοϋ κύκλου τών ψυχο­ δυναμικών τής έποχής. Ό Γιούνγκ, έμπειρος ψυχίατρος -καθώς είχε δουλέψει χρόνια μέ ψυχωσικούς δίπλα στόν Μπλόυλερ- είχε καί μιά πιό αισιόδοξη άποψη γιά τή σχιζοφρένεια, πού προηγήθηκε πολλές δε­ καετίες άπό τίς άπόψεις τών «άντιψυχιάτρων»: Πώς ή παλινδρόμηση τής προσωπικότητας σέ προηγούμενα στάδια όργάνωσής της είναι μιά σκόπιμη καί υγιής αντίδραση, περίπου δπως εί­ ναι υγιής ό «μικρός θάνατος» πού άποκαλεϊται ύπνος, ή ή «μικρή ψύχωση» πού άποκαλεϊται όνειρο. Ό σχιζοφρενής καί ό ψυχωσικός γενικά γυρίζουν πίσω γιά νά «πάρουν φόρα» καί νά υπερπηδήσουν τά έμπόδια τής ζωής. Ή πιό συ­ χνή λέξη τών άνθρώπων μέ προβλήματα είναι δτι θέλουν νά «ξεπεράσουν» μόνοι τους τό πρόβλη­ μά τους. Ποιές δμως είναι οί γιουνγκικές άπόψεις γιά τήν ψυχή; Καταρχήν δτι τό ψυχικό όργανο πε­ ριέχει μιά σειρά άπό συστήματα πού βρίσκονται σέ διαρκή άλληλεπίδραση. Αύτά είναι ή συνεί­ δηση καί τό εγώ, τό άτομικό άσυνείδητο καί τό ομαδικό άσυνείδητο. Τό άτομικό άσυνείδητο πε­ ριέχει τά συμπλέγματα, δηλ. άσύμβατα μέ τή συ­ νείδηση περιεχόμενα πού πέφτουν στό άσυνείδη­ το, φορτίζονται συγκινησιακά, δρούν άπό έκεΐ σάν μικρές αυτόνομες προσωπικότητες καί προσαρτούν άλλα περιεχόμενα μέ όμοια συγκινησια­ κή φόρτιση. Τό ομαδικό άσυνείδητο είναι τό «μητρικό έδαφος» τής συνείδησης καί περιέχει τούς άρχέτυπους, πού είναι κληρονομικοί καί πανανθρώπινοι· παριστάνουν δυνατότητες καί τύπους τής ψυχικής λειτουργίας. Οί άρχέτυποι


36/αφιερωμα

μπορούν ν’ άνιχνευτούν στους μύθους, τά παρα­ μύθια καί τά όνειρα. Στά τελευταία ώστόσο ή διαπίστωση τους μπορεί νά είναι μόνο έμμεση, έπειδή συνήθως κρύβονται πίσω άπό άτομικές παραστάσεις, στίς όποιες όμως δίνουν ίδιάζουσα συμπεριφορά. Ά π ό τήν άλλη πλευρά καί τό έγώ είναι σύμπλεγμα, πλήν όμως συνειδητό. Είναι τό κεντρικό φυσιολογικό σύμπλεγμα τής συνείδη­ σης, στην όποια ό Γιούνγκ άναγνωρίζει τέσσερις κύριες λειτουργίες: τη σκέψη, τό συναίσθημα, τήν αίσθηση καί τή διαίσθηση. Ή πρώτη είναι νοητική διαδικασία, ή δεύτερη σχετίζεται μέ τήν άξια πού έχουν τά πράγματα γιά τό ύποκείμένο, ή τρίτη είναι ή λειτουργία τής άντίληψης καί τού ελέγχου τής πραγματικότητας καί ή τέταρτη ή άντίληψη μέσω άσυνείδητων διαδικασιών. Σ’ ένα συγκεκριμένο άτομο μιά μόνο είναι ή λει­ τουργία πού υπερέχει, οί άλλες δύο λειτουργούν έφεδρικά καί ή τέταρτη υπολείπεται. Οί θέσεις τού Γιούνγκ σχετικά μέ τούς ψυχο­ λογικούς τύπους έχουν γίνει σήμερα εύρύτατα άποδεκτές. Στήν τυπολογία του διακρίνει δύο κύριες κατηγορίες, τού έσωστρεφούς, εκείνου δηλ. τού άτόμου πού στρέφει τήν ψυχική ένέργεια στόν εσωτερικό του κόσμο, καί τού έξωστρεφούς, πού κατευθύνει τήν ψυχική του ένέργεια πρός τά έξω. Αύτό όμως πού άμφισβητήθηκε πεισματικά άπό τούς ψυχοδυναμικούς ήταν ή διεύρυνση τής έννοιας τής φροϋδικής libido. Στή γιουνγκική θεωρία παίζει έναν εξίσου κεντρικό ρόλο όπως καί στή φροϋδική, μέ τή διαφορά ότι δέν έχει τόν αυστηρά σεξουαλικό χαρακτήρα πού τής δί­ νει ή τελευταία. Είναι περισσότερο ή «ψυχική ένέργεια», ένα μέρος τής σύνολης ένέργειας τού οργανισμού, καί τροφοδοτεί τίς λειτουργίες τού ψυχικού οργάνου. Αυτή ή υπόθεση διαμορφώ­ θηκε κάτω άπό τήν έπιρροή τών άπόψεων τής φυσικής σχετικά μέ τήν ισοδυναμία μάζας καί ένέργειας, τών άπόψεων τής βιταλιστικής θεω­ ρίας (ιδιαίτερα ένοχλητικό θέμα γιά τούς έπιστήμονες, είναι άλήθεια!) καί τής φιλοσοφικής έννοιας τού «elan vital», τής ζωικής όρμής, τού Bergson. Μιά άλλη άντίληψη τού Γιούνγκ ήταν ότι τό «οιδιπόδειο» ίσως είχε μιά πολύ γενικότε­ ρη έννοια, καθώς ή «μητέρα» είναι μιά έννοια κι ένα σύμβολο πολύ πλατύτερο άπό τή συγκεκρι­ μένη μητέρα, καί οί ύποστροφικές τάσεις πού έκδηλώνονται στό «οιδιπόδειο» σύμπλεγμα άναφέρονται σέ πολύ ευρύτερα πλαίσια ύπαρξης τού ανθρώπου. ’Ενώ δηλαδή ό Φρόυντ πρόσεξε τή δολοφονία τού Λάιου καί τόν γάμο τού Οίδίποδα μέ τή «μητέρα» του Ίοκάστη, ό Γιούνγκ πρό­ σεξε περισσότερο ότι ή ίδια ή Σφίγγα είναι ή μη­ τέρα τού ηρώα, άπό τήν όποια πρέπει νά άπελευθερωθεί κόβοντας τούς υπερβολικά στενούς (αιμομικτικούς) δεσμούς του μαζί της. Ό ήρωας

είναι αύτός πού περνά άλτρουιστικά άπό κάθε είδος κινδύνους καί δυσκολίες. Ή κυριότερη είναι τό σμίλεμα τής ίδιας του τής άνεπανάληπτης προσωπικότητας στήν έπίπονη πορεία τής έξατομίκευσής του -ό Σωκράτης τού Paul Valery λέει στόν «Εύπαλίνο»: «γεννήθηκα πολλοί άν­ θρωποι άλλά πεθαίνω μόνο ένας». Ή Σφίγγα, άλλωστε, συμβολίζει τήν ίδια τήν άγνοια. Καί, συνεπώς, συμβολίζει τήν ίδια τήν άδιάφανη καί έχθρική πραγματικότητα -γενικά. 'Ο ήρωας είναι αύτός πού τήν καταλαβαίνει καί έτσι βοηθά νά έπιζήσει όλη ή άνθρωπότητα. Καί αύτό σημαίνει ή άπαλλαγή τής Θήβας άπό τήν κατάρα τής Σφίγγας. Μ’ αύτή τήν έννοια ό Γιούνγκ καί οί μαθητές του (σάν τόν Νώυμαν) υποστήριξαν τήν έννοια τής «άναγεννητικής αι­ μομιξίας», πού ύπάρχει σέ παραμύθια καί παρα­ δόσεις. Κοντά στά θετικά αύτά τού Γιούνγκ, θά πρέ­ πει νά δει κανείς καί τά άρνητικά. Ή ένασχόλησή του άπό παλιά μέ τόν «πνευματισμό» -δέν ήταν τυχαίο, άφού ήταν γιός ένός πάστορα- καί κάθε είδος άποκρυφισμού, διατηρήθηκε όλη του τή ζωή. Ά π ό πραγματείες πάνω στά «τραπεζά­ κια», έως τήν άλχημεία καί τήν «τηλεπάθεια», ήταν στήν καθημερινή διάταξη. Εύλογα ό κύ­ κλος τού Φρόυντ τόν κατηγορούσε ότι ήταν έτοι­ μος άνά πάσα στιγμή νά βγάλει πρός τά έξω ρα­ τσιστικές άντιλήψεις γιά τήν «άρια» ήθική. Έ τσι έκανε άσχημη εντύπωση όταν άντικατέστησε τό 1933, μέ διάταγμα τού Χίτλερ, τόν Κρέτσμερ στήν κορυφή τής Γερμανικής Εταιρείας Ψυχο­ θεραπείας. Ό ίδιος ισχυρίστηκε, καί μερικοί έβραΐοι ψυχίατροι τό επιβεβαίωσαν μετά, ότι δέ­ χτηκε, ώστε άπό τή θέση αύτή νά προστατεύει τούς έβραίους συναδέλφους. Είναι εντυπωσιακό τό πώς καί πόσο άποτελεϊ τόν αγαπημένο ψυχίατρο ή ψυχαναλυτή, μέ ή χωρίς εισαγωγικά, όλων τών θρησκευόμενων άνθρώπων, άσχέτως θρησκείας. Εκείνο πού άπορρίφθηκε σάν φιλοσοφική όνειροπόληση εί­ ναι ή θεωρία τών άρχετύπων: Ή θηλυκή ψυχή στόν άνδρα (άνιμα) καί τό άρσενικό πνεύμα στή γυναίκα (άνιμους), ή άρνητική πλευρά στήν ψυ­ χή (σκιά), τό έαυτό (selbst, self), πού είναι τό πραγματικό ρυθμιστικό κέντρο τού ψυχικού όργάνου, τό προσωπείο (persona). Πέρα άπό τή θεραπεία, κύριος άντικειμενικός σκοπός τής άναλυτικής ψυχολογίας είναι ή έξατομίκευση, δηλ. ή πλήρης ανάπτυξη όλων τών ψυχικών συστημάτων καί ή άρμονική άλληλεπίδρασή τους. Τό έργο τού Γιούνγκ συνεχίζεται σήμερα άπό τούς μαθητές του, άπό τούς όποιους σημαντικό­ τερη είναι ή παλιά του συνεργάτρια Μαρί-Λουίζ Φόν Φράντς, πού έχει ήδη στό ένεργητικό της μιά σημαντική πνευματική προσφορά. g


αφιερωμα/37

Rainer Rochlitz

Ψυχανάλυση καί κριτική θεωρία Ή σχολή τής Φρανκφούρτης καί ό Άντόρνο Ό 3Αντόρνο σπρώχτηκε από τόν φίλο τον Μάξ Χορκχάιμερ, άπό τό 1927 κι έπει­ τα, νά βγάλει τά φιλοσοφικά συμπεράσματα άπό τις φροϋδικές άνακαλύψεις. Ή έννοια τοϋ ασυνειδήτου σήμαινε κατ’ αυτόν τά «όρια» τής εμπειρίας. ’Έτσι ή ψυ­ χανάλυση, αυστηρά δομημένη στη σκέψη γιά τά δρια τής σκέψης μας, κλείνει τόν δρόμο στις προκριτικές θεωρίες. ’Αντίθετα μέ τίς «φιλοσοφίες τοϋ άσυνειδήτου», πού ήταν τής μόδας κατά την περίοδο τοϋ ξυ­ πνήματος τοϋ φασισμοΰ, ή ψυχανάλυση θεωρεί τό άσυνείδητο σάν ένα καθήκον καί όχι σάν μιά υπερβατική πραγματικότητα, σάν μιά δομή καί όχι σάν μιά ουσία. Ό ρόλος τής γνώσης καί τής έπίγνωσης μέσα στην ψυχαναλυτική πρακτική τή δένει άξεδιάλυτα μέ τή φιλοσοφία. Σκοπός τοϋ ’Αντόρνο ήταν νά κατανοήσει τό ιστορικό πεπρωμένο τοϋ λόγου, ό όποιος άπό υπόσχεση χειραφέτησης καί άπελευθέρωσης είχε μεταμορφωθεί σέ εργαλείο πρακτικής κυριαρ­ χίας καί θεωρητικό μέσον γιά τόν ίδιο του τόν έξευτελισμό. Ή φροϋδική θεωρία φαινόταν άπό τήν άρχή σάν ένας σύμμαχος στήν υπεράσπιση αυτών τών σκέψεων τού Άντόρνο. ’Εξοικειωμέ­ νος μέ τίς έρευνες τού Νεαρού Λούκατς, τού Μπλόχ, τού Βάλτερ Μπένγιαμιν, γυρίζοντας άπό τή Βιέννη, όπου ήταν μαθητής τού Άλμπαν Μπέργκ, ό Άντόρνο ξεκινά στά 1926, όντας άκόμη στό πανεπιστήμιο, τήν πρώτη πρωτότυπη έργασία του, τής όποιας όμως τό συμπέρασμα προαναγγέλλει τήν κατοπινότερή του σκέψη: Ή έννοια τοϋ άσυνειδήτου στήν υπερβατική ψυχο­ λογία. Ξεκινώντας άπό τίς θέσεις τοϋ Λούκατς πάνω στόν κοινωνικό χαρακτήρα κάθε θεωρίας, ό Ά ν ­

τόρνο καταλαβαίνει ταυτόχρονα καί τή λειτουρ­ γία τών «φιλοσοφιών τού άσυνειδήτου». Κατα­ λαβαίνει ότι αυτές οί φιλοσοφίες τού άσυνειδήτου είναι ουσιαστικά ιδεολογίες -μέ τή μαρξιανή έννοια τοϋ όρου- πού συσκοτίζουν τήν κοινωνι­ κή πραγματικότητα, καί πού αυτόν άκριβώς τόν σκοπό έχουν. Ό Φρόυντ, άντίθετα, άντιπροσωπεύει τήν άπομυστικοποίηση, τήν άποφενάκιση τού άσυνειδήτου, πού δέν είναι πιά στήν ψυχα­ νάλυση μιά «άνώτερη» πραγματικότητα ούτε προνόμιο «άνώτερων» όντων άλλά μιά προϋπό­ θεση τής ψυχικής δομής, πού Ισχύει γιά όλους. Δέν είναι ποιοτικά διαφορετικό άπό τή συνείδη­ ση ή τό συνειδητό, καί μπορεί καί πρέπει νά συ­ νειδητοποιηθεί. Άναφερόμενος στόν Φρόυντ ό ίδιος ό Άντόρνο συμπεραίνει ότι τά όρια τής ψυχανάλυσης είναι τά ίδια μέ τά όρια τής ύπάρχουσας κοινωνίας, τής όποιας οί οικονομικές συνθήκες συμβάλλουν ισχυρότατα στήν ενίσχυση τών ψυχοπαθογόνων δομών. Αυτή ή πρώτη άνάγνωση τού Φρόυντ, στό ξύ­ πνημα πάνω τού φασισμού καί τήν άναγκαστική έξορία τού συγγραφέα, άκολουθήθηκε 15 χρόνια αργότερα άπό μιά δεύτερη, πιό ολοκληρωμένη, πού είχε τρεις κύριους άξονες νά τήν προσανα­ τολίζουν: 1) τήν έρμηνεία «τού παράλογου» ή τού «άνορθολογικού» στήν ιστορία καί τή σύγ-


38/αφιερωμα

Άντόρνο

χρονη κοινωνία· 2) την άπάντηση τοϋ Φρόυντ στην «ψυχολογία τών μαζών»· 3) τη σκιαγράφη­ ση τής ψυχανάλυσης μέσα στην άμερικανική κοι­ νωνία. Μέσα στά κείμενα τής εποχής τοΰ Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου (Ή διαλεκτική τοϋ λόγον καί τά Μικρά ηθικά) ό Άντόρνο διατυπώνει μέ τόν πιό σύντομο καί πυκνό τρόπο τίς δύο πλευ­ ρές τής πρώτης του άνάγνωσης: Ά π ό τή μιά ή εξακολουθητική υποστήριξη πρός τή θεωρία τοϋ άσυνειδήτου καί τής σεξουαλικότητας. Καί άπό τήν άλλη, επιφύλαξη, ή καί δυσπιστία, άπέναντι στήν ψυχαναλυτική πρακτική, μέσα στά όρια τής ύπάρχουσας κοινωνίας, ή όποια τείνει, λόγω τής άναπόφευκτης εξάρτησής της, νά προδίδει τήν ίδια της τή θεωρία καί νά κάνει παραχωρήσεις στίς δεσπόζουσες αρχές τής εξουσίας καί τής σε­ ξουαλικής ήθικής. «Τίποτα δέν άληθεύει στήν ψυχανάλυση, εκτός άπ’ τίς υπερβολές της.» Έ κεϊ πού ή ψυχανάλυση συναντά ζωηρές αντιστάσεις, σχετικά μέ τή βρε­ φική σεξουαλικότητα, τίς τραυματικές εμπειρίες τών παιδιών, τό «ένστικτο» τοϋ θανάτου, τήν άπάρνηση τών ενστίκτων, τήν εκλογίκευση καί τήν προβολή..., όταν άναστατώνει τίς ψεύτικες βεβαιότητες τού έγώ καί τοϋ συνειδητού, καί όταν πονά σάν πρωτοποριακή τέχνη, μάρτυρας κι αυτή, σάν τήν τέχνη, μιάς ζωής χαντακωμένης -τότε μπορούμε νά ’μαστέ βέβαιοι ότι άκουμπά

τήν πληγή καί βάζει τό δάχτυλο πάνω στά κρυμ­ μένα σημάδια τών καρφιών, πού ό άποτυχημένος πολιτισμός άφησε πάνω στούς ανθρώπους «σταυρώνοντάς» τους. Κάθε φορά πού ή ψυχανάλυση παύει νά υπερ­ βάλλει, πού καθησυχάζει καί υπόσχεται φυσιολογικότητα, ύγεία καί άρμονία μέσα σ’ έναν κό­ σμο άφύσικο, άρρωστο καί παράφωνο, μπορεί νά είναι σίγουρος κανένας· ότι έχει ύποκύψει σέ πιέσεις πού ή άδιάλλακτη θεωρία της θά κατάγγελνε. Ό Χορκχάιμερ καί ό Άντόρνο, στό βιβλίο τους Ή διαλεκτική τοϋ λόγον (1944), άνάγουν στόν λογικό τους πυρήνα τίς θεωρητικές εικασίες τού Φρόυντ πάνω στήν άρχαϊκή κληρονομιά τού σύγχρονου άνθρώπου. Ή δομή τής σύγχρονης κοινωνίας εκδηλώνει γνωρίσματα άντιφατικά, δηλαδή ταυτόχρονα σύγχρονα καί «προϊστορι­ κά». Μετά τίς άνακαλύψεις τού Μάρξ πάνω στήν έπιστροφή τού «φετιχισμοϋ», μετά τή «γενεαλο­ γία» τής ήθικής τού Νίτσε, καί τούς στοχασμούς τού Μπένγιαμιν πάνω στήν ενότητα τού άρχαϊκού καί τού μοντέρνου στόν Μπωντλαίρ καί τόν Κάφκα, ή έννοια τής ιστορικής προόδου άναθεωρήθηκε. Ά ν ό μύθος καί ή προϊστορική «κληρονομιά» συνεχίζουν νά ζοϋν στόν σύγχρο­ νο άνθρωπο, αύτό γίνεται όχι μόνο παρά τίς επι­ στήμες καί τόν «Διαφωτισμό» άλλά καί λόγω τών μηχανισμών τής κυριαρχίας πού διαιωνίζονται, παλιοί, όσο κι ό ίδιος ό κόσμος: ή «άνταλλαγή» άναπαραγάγει τή (μυθοποιημένη καί) μυ­ θική εξαπάτηση. Ή ταυτιστική σκέψη άνανεώνει τά ταμπού τής μυθολογίας καί τής βιαιότητας τού άποκλεισμοϋ. Καί ό μύθος είναι ήδη λόγος, φανταστική κυριαρχία πάνω στή φύση. "Οτι ό Σάντ άποτελεΐ τήν άλήθεια τοΰ Κάντ, ό Ά ντόρ­ νο τό έγραψε είκοσι χρόνια πρίν άπό τόν Λακάν, άποτίοντας φόρο τιμής στούς «σκοτεινούς» στο­ χαστές πού, σπρώχνοντας τήν «υπερβολή» έως τήν ταύτιση τοϋ λόγου μέ τήν καταστροφική κυ­ ριαρχία, «άπελευθέρωσαν τήν ουτοπία πού περιέχεται μέσα σέ κάθε μεγάλη φιλοσοφία άπό τό κουκούλι της». Οί δύο συγγραφείς προσπάθησαν νά καταλά­ βουν καί τόν άντισημιτισμό εκείνης τής εποχής μέ τίς ψυχαναλυτικές θεωρίες. Ή παρανοϊκή θεωρία τής «παγκόσμιας συνωμοσίας» γιά τήν κυριαρχία τού κόσμου -όπου έβρισκε κανείς άνάκατα τούς τραπεζίτες νά συνεργάζονται μέ τούς μπολσεβίκους, όλοι «Εβραίοι»- ήταν μιά προβολή τής ίδιας τους τής έπιθυμίας γιά κυ­ ριαρχία καί καταστροφή. Μετά τήν Ανταρχική προσωπικότητα (1950) (πάνω στή δυνατότητα έκφασισμού τών Η.Π.Α.) έμφανίσθηκε τό άρθρο Ή φροϋδική θεωρία καί ή δόμηση τής φασιστικής προπαγάνδας (1951)


αφιερωμα/39

σάν φόρος τιμής πρός τή μελέτη τοϋ Φρόυντ πά­ νω στην Ψυχολογία των μαζών καί την άνάλνση τοϋ έγώ. Άποτέλεσε τό μεγαλείο τοϋ Φρόυντ νά άρνηθεϊ τίς έννοιες τής συλλογικής συνείδησης, ή τοϋ συλλογικού άσυνειδήτου, ενός «αγελαίου ένστικτου», καί νά άναλύσει τη σύσταση καί διά­ θεση τών μαζών ξεκινώντας άπό τίς ταυτίσεις πού έκανε κάθε μέλος τους. Ό φασισμός δέν εί­ ναι άσφαλώς μέ τήν αυστηρή έννοια ένα ψυχολο­ γικό πρόβλημα, άλλά ή ψυχανάλυση βοηθά στή διαλεύκανση τών μηχανισμών τούς οποίους χρη­ σιμοποίησε καί χρησιμοποιεί ή φασιστική προ­ παγάνδα. Στό έργο του Μικρά ήθικά 6 Άντόρνο άνέπτυξε τήν άλλη πλευρά τής ψυχανάλυσης: τήν ένοποιητική κοινωνική της λειτουργία, ψεύτικα καί πλαστά όμαλοποιητική, πού οφείλεται στήν έλλειψη κοινωνιολογικού καί ιστορικού στοχα­ σμού. Ή σεξουαλική ένόρμηση, πού επιτέλους κατανοήθηκε, παρ’ δλα αυτά άντιμετωπίζει τήν παραδοσιακή περιφρόνηση, καί ύποτιμάται μπροστά στίς «κοινωνικές» σκοπιμότητες. Καί ό Φρόυντ, «όψιμος έχθρός τής υποκρισίας», τα­ λαντεύεται άνάμεσα «στή θέληση τής άνοιχτής χειραφέτησης όποιουδήποτε καταπιεσμένου» καί στήν άπολογία «μιας άνοιχτής καταπίεσης άπώθησης». Ό γιατρός μέσα του, πάντα συνένοχος τού θανάτου καί τής ουτοπίας, θεωρεί τήν ήδονή σάν μιά άπλή «κομπίνα» τής φύσης γιά τή διατή­ ρηση τού είδους. Τή θρησκευτική φαντασία σάν μιά άπλή ξεπερασμένη χίμαιρα καί αυταπάτη γιά τήν έπιστήμη. Ό «θεραπευμένος» άσθενής, πού έχει περάσει μέσα άπό τό χωνευτήρι καί τό ξεπουπούλιασμα τών αυταπατών του, μοιάζει νά ’χει ξεπνοίσει. Στά κάτοπινότερα έργα τής δε­ καετίας ’55 μέ ’65, ό Άντόρνο καταγγέλλει τόν «ευνουχισμό» τής ψυχανάλυσης, τήν επιστροφή της στήν παλιά ψυχολογία τού εγώ καί σέ μιά πλαστή σύνθεση τής ψυχολογίας μέ τήν κοινωνιολογία πού θά πρέπει νά τή σκεφτεΐ κανείς μέ­ σα στήν άντίφασή τους: ’Εξετάζοντας υπομονε­ τικά τήν έξατομικευμένη ύπαρξη τού άτόμου, ό Φρόυντ κατάλαβε καλύτερα τήν ουσία τής κοι­ νωνικοποίησης άπ’ όλους άπ’ αυτούς πού ψά­ χνουν «τίς κακές έπιδράσεις» τοϋ «περιβάλλον­ τος». Μέσα στό κύτταρο τού κοινωνικού άτόμου άνακαλύπτει τούς καθολικότερους καί παγκό­ σμιους μηχανισμούς. Ή «άπανθρωπιά» του, ή αυστηρή σεξουαλική θεωρία καί τό ξεμοντάρισμα τής οργανικής προσωπικότητας, είναι ή ψυ­ χολογική άλήθεια μιας κοινωνίας όπου οί σχέ­ σεις μεταξύ τών άνθρώπων ρυθμίζονται άπό νό­ μους οικονομικούς πάνω στούς όποιους δέν έχουν τήν παραμικρή έξουσία καί όπου ή ψυχο­ λογική τους δομή δέν εμφανίζεται παρά σάν μιά «πηγή λαθών». Στό τελευταίο του βιβλίο, πού κυκλοφόρησε

μεταθανάτια, τό 1970, τή Θεωρία τής αισθητι­ κής, 6 Άντόρνο προσπαθεί νά καθορίσει τή συμβολή τής ψυχανάλυσης στή θεωρία τής τέ­ χνης: τήν κρίνει μικρή ή άσήμαντη. Γιά άλλη μιά φορά ό Κάντ καί ό Φρόυντ ενώνονται σέ μιά προσέγγιση ουσιαστικά υποκειμενική πού άγνοεΐ τούς τυπικούς νόμους τών έργων, τήν εγγενή τους ποιότητα, τό περιεχόμενο άλήθειας τους. Έ δώ άντιμετωπίζονται σάν άπλά «στοιχεία» πράγματα πού άνήκουν στή δική της εργασία κατασκευής. Ή ψυχανάλυση τών «καλλιτεχνι­ κών περιεχομένων» είναι άπλοϊκή. Πολύ πέρα άπό τήν όνειρική διεργασία, ή έργασία τοϋ καλ­ λιτέχνη διαμορφώνει κάθε ψυχολογική πρώτη ύλη σύμφωνα μέ τίς κοινωνικές καί άκοινωνικές έπιταγές, τίς τεχνικές καί τίς ίστορικοφιλοσοφικές. Ή δύναμη τής ψυχανάλυσης βρίσκεται κυ­ ρίως στήν άντι-ιδεαλιστική της τάση. Βοηθά νά «άποσπαστεϊ ή τέχνη άπό τή λαβή τοϋ άπόλυτου πνεύματος». Δείχνει τίς συγκεκριμένες διαμεσο­ λαβήσεις μεταξύ τής κοινωνικής δομής καί τής δομής τών έργων. Φωτίζει αύτό τό όποιο μέσα στήν τέχνη δέν είναι καλλιτεχνικό. Ά λλά τό μυ­ στικό τής «μετουσίωσης»-«έξιδανίκευσης» στήν τέχνη ξεφεύγει άπό τήν ψυχανάλυση, όπως καί τό μυστικό τής διάσωσης τής ουτοπίας, όσο κι άν άπεικονίζει καλά τήν αποτυχία της στήν πραγ­ ματικότητα: «τό νά άναπαραστήσει τήν έκπλήρωση σάν μιά κατεστραμμένη υπόσχεση».


40/αφιερωμα

Κλάιν Μελανί (Klein Melanie, 1882-1964) Γεννήθηκε στή Βιέννη. ’Α ρχίζει ιατρικές σπουδές πού τίς διακόπτει γιά νά προσανατολισθεΐ πρός την τέχνη καί την ιστορία. Παντρεύεται τό 1903 τόν ’Ά ρθουρ Κλάιν, έναν χημικό μηχανικό, καί άποκτά τρία παιδιά ά π ’ αυτόν τό γάμο. ’Α νακαλύπτει τά έργα τού Φρόυντ καί, τό 1916, άρχίζει την άνάλυσή της μέ τόν Φερέντσι. Κατόπιν συμβουλής του μπαίνει στήν κλινική τής Βου­ δαπέστης καί άφιερώνεται στήν ψυχανάλυση τών π αι­ διών. Τό 1920 δέχεται μιά πρόσκληση τού “Αμπρααμ καί έγκαθίσταται στό Βερολίνο μαζί μέ τά παιδιά της. Τόν ίδιο χρόνο χωρίζει. Ό ’Ά μπραα μ γίνεται ό άναλυτής της αλλά μετά άπό ένα χρόνο, μετά τό θάνατό του, πηγαίνει στό Λονδίνο, ύστερα άπό πρόσκληση τού Τζόουνς. Έ κεΐ θά μείνει πιά οριστικά. Μ ιά έπίπονη άντιπαράθεση μέ τήν κόρη τού Φρόυντ, τήν "Αννα, κα­ τά τή δεκαετία τού ’30, θά άπειλήσει νά διασπάσει τήν ίδια τήν ’Αγγλική Ψυχαναλυτική Ε τα ιρεία . Παρά τήν επίθεση δμως ορισμένων ύποστηρικτών τής ορθοδο­ ξίας, κυρίως τού Έ ρνεστ Γκλόβερ, τελικά οί απόψ εις της θά επικρατήσουν. Ή Κλάιν άφησε ένα έργο σημαντικό καί πρωτότυπο πού χαρακτηρίζεται άπό έναν ένστικτικό πεσσιμισμό καί άπό μιά πολυπλοκότητα τών άναλύσεων. ’Ηταν άπό τούς λίγους ψυχαναλυτές πού δέχτηκαν τήν υπό­ θεση τού Φρόυντ γιά τό «ένστικτο» τοϋ θανάτου, καί μεγάλο μέρος τοϋ έργου της είναι άφιερωμένο στή διερεύνηση τών κ α τ α σ τ ρ ε π τ ι κ ώ ν ένορμήσεων (καί δλων τους τών άναλόγων: τοϋ μίσους, τοϋ φθόνου, τής ζή­ λειας κ α ί τής παρανοειδούς καταστρεπτικότητας). ’Ενώ ή "Αννα Φρόυντ καί άλλοι ψυχαναλυτές π ί­ στευαν δτι τό παιδί, μήν μπορώντας ν ά κάνει έλεύθερο συνειρμό, δέν επιδέχεται ψυχανάλυση κλασικού τύ­ που, ή Κλάιν είδε δτι στή θέση αυτών πού έλειπαν στό παιδί υπήρχαν άλλα πράγματα, έξίσου πολύτιμα καί συμβολικά, δπως τό παιχνίδι, τό σχέδιο, ό τρόπος τού γραψίματος στό σχολείο, τά σπόρ, τά παραμύθια πού διαβάζει κλπ. Έ κεϊ, σ’ δλες αύτές τίς δραστηριότητες, ή Κλάιν βλέπει τό παιδί νά βγάζει φαντασιώσεις του αύνανιστικές ή προγενετήσιες. Σκοπός τού άναλυτή εί­ ναι νά φτάσει μέχρι τήν τραυματική «πρωταρχική σκη­

νή», τήν άγχογόνα επίγνωση τής συνουσίας τών γονιών (πού τά νήπια έχουν άπό πολύ μικρά, κατά «περίεργο» τρόπο). Ή Κλάιν είδε πίσω άπό τόν οιδιπόδειο πατέρα τόν μεγάλο ρόλο τής προ-οίδιπόδειας μητέρας. Τόνισε τόν συγκρουσιακό ρόλο τής μητέρας, ή όποια δχι μόνο δέν είναι ή καλή μανούλα, άλλά στό άσυνείδητο τών βρε­ φών καί τών νηπίων συχνά μοιάζει νά ’ναι μιά τρομα­ κτική μητριά, ή μ ά γ ι σ σ α τών παραμυθιών, ή όποια κα­ τασπαράζει τά παιδιά. Έ τσι «ή καλή μητριά» καί «ή κακή μητέρα», άποτελούν πρότυπα τής κατοπινής σχέ­ σης τού άτόμου μέ τόν κόσμο. Οί α ύ τ α ρ χ ι κ ο ί άνθρωποι θά νιώθουν μιά ζωή νά καταδιώκονται «άπό τόν κό­ σμο» (ύποκατάστατο τής διωκτικής μητριάς) ένώ οί ο ύ μ α ν ι σ τ έ ς θά νιώθουν δτι έχουν «βλάψει» μιά καλή «μητέρα» πού τούς έδινε τά πάντα καί αυτοί ζητούσαν κι άλλα. Οί δυό αυτές στάσεις άπέναντι στόν κόσμο, τών π α ρ α ν ο ε ι δ ώ ν κ α ί τ ώ ν κ α τ α θ λ ιπ τ ικ ώ ν , κάπως συμ­ πίπτουν (R. Μ. Kyrle) μέ τήν προαιώνια διάκριση τών άνθρώπων σέ δ ε ξ ι ο ύ ς (κομφορμιστές, φίλαυτους, κυνικούς, δύσπιστους γιά τίς βαθύτερες προθέσεις τών άλ­ λω ν, μέ πίστη στήν ιεραρχία) καί σέ α ρ ι σ τ ε ρ ο ύ ς («άντάρτες», άλτρουιστές, ιδεαλιστές, όνειροπόλους, εύπι­ στους καί πιστούς γιά τή βαθύτερη καλοσύνη τών άλ­ λων, πού δέν άνέχονται τήν ιεραρχία ή δέν τή χρησιμο­ ποιούν δταν τό μπορούν - ό Κροπότκιν παράτησε τό πριγκιπιλίκι γιά νά γίνει ένάς κυνηγημένος επαναστά­ της) καί ρίχνουν φώς στήν πολιτική καί κοινωνική ψυ­ χολογία, στό μέτρο πού οί άνθρωποι χωρίζονται μετα­ ξύ τους μέ βάση τή στάση τους άπέναντι στό δόσιμο καί τό πάρσιμο. 'Υπάρχει μιά ξεκάθαρη ιεραρχία τών άνθρώπων άνάλσγα μέ τό πόσο δίνουν καί πόσο παίρΚύρια έργα: Ή ψ υ χ α ν ά λ υ σ η τ ώ ν π α ιδ ι ώ ν (ελληνική μετάφραση άπό Μαρίνα Λώμη, εκδόσεις Πύλη), Ή Α γ ά π η κ α ί τ ό μ ί σ ο ς (έλληνική μετάφραση Λένας Τζελέπ ογλου, έκδόσεις ’Ανδρομέδα), 'Η Α ν ά π τ υ ξ η τ ή ς ψ υ ­ χ α ν ά λ υ σ η ς , Ό φ θ ό ν ο ς , ή ε υ γ ν ω μ ο σ ύ ν η κ α ί ά λ λ α δ ο κ ί­ μ ια , Δ ο κ ί μ ι α ψ υ χ α ν ά λ υ σ η ς .


αψιερωμα/41

Ράνκ Όττο (Rank Otto, 1884-1939) Ό Ράνκ στάθηκε έπί 16 χρόνια ό πιστός καί άφοσιωμένος γραμματέας τού Φρόυντ, κάνοντάς τον νά λέει: «γιατί δέν έχουμε άλλους δέκα Ράνκ στό κίνημα μας; "Ολα θά ’ταν τότε διαφορετικά!» Ό Ράνκ, όταν διέρρηξε οριστικά τούς δεσμούς του (1926) μέ τόν Φρόυντ, καθώς είχε παιδεία όχι γιατρού άλλά φιλόλογου, άρχι­ σε νά άναφέρεται πολύ πιό συχνά στόν Νίτσε καί στούς άλλους μεγάλους φιλοσόφους καί πολύ λιγότερο στούς άνθρώπους τής ψυχαναλυτικής κίνησης. Μετά τό 1926, μοίραζε τό χρόνο του άνάμεσα στό Παρίσι καί τη Ν. 'Υόρκη, όργανώνοντας σεμινάρια καί συνεργαζόμενος κυρίως μέ κοινωνικούς λειτουρ­ γούς (δπως ό "Αντλερ κυρίως μέ δασκάλους). "Οταν μετανάστευσε οριστικά πιά στη Ν. 'Υόρκη, τό 1934, έργάστηκε γιά νά προσαρμόσει τήν ψυχανάλυση στίς άνάγκες μιας βιομηχανικής κοινωνίας καί χρησιμο­ ποίησε μιά τεχνική συντομευμένης θεραπείας όρισμένων μηνών, στη διάρκεια τών όποιων «άφηνε στόν άσθενή τόν δ η μ ιο υ ρ γ ικ ό ρ ό λ ο στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία». Ό Ράνκ όραματίστηκε καί πρότεινε μιά ένεργητική παρέμβαση τού θεραπευτή κατά τήν ψυχα­ ναλυτική θεραπεία, πού θά ’χε σάν κέντρο τή μητρική μεταβίβαση (transfert maternelle) καί θά ήταν προσα­ νατολισμένη πρός μία θεμελιακά συναισθηματική εμ­ πειρία. ( Ό Ράνκ πίστευε ότι ή σημαντικότερη σχέση στή ζωή δέν είναι τού ζευγαριού άλλά ή σχέση τού παιδιού πρός τή μητέρα. Τόν ρόλο αυτό, τόν δίπολο, τόν ξαναπαίζουν, έναλλάξ, καί τά μέλη ένός ζευγα­ ριού. Οί μελέτες τής σημερινής συγκριτικής θρησκειο­ λογίας δείχνουν ότι ή περίφημη «προ-οίδιπόδεια» μά­ να τής Κλάιν, πού τώρα άνακαλύπτουν οί όρθόδοξοι φροϋδικοί, είναι άκριβώς ή μητέρα έτσι δπως τήν είχε άναλύσει ό Ράνκ). Ό Ράνκ προχωρώντας αύτή τήν ιδέα μιας ενεργητικής ψυχοθεραπείας, δημιούργησε τή θ ε ρ α π ε ία δ ιά τ ή ς β ο ύ λ η σ η ς . Ό σκοπός του ήταν νά θεμελιώσει μιά μέθοδο άνάλυσης πού νά προσεγγίζει τά άνθρώπινα προβλήματα χωρίς τή φιλοσοφία τής άπελπισίας τήν όποια χρησιμοποιούσε ό Φρόυντ. Μιά ψυχαναλυτική τεχνική δπου ή συνειδητή θέληση καί ή

δημιουργική παρόρμηση τού άνθρώπου κάνουν τόν άσθενή πιό δραστήριο καί μέ μεγαλύτερη έμπιστοσύνη στόν εαυτό του. Σέ άντίθεση μέ τή φροϋδική θεωρία, σύμφωνα μέ τήν όποια ή πηγή τών νευρώσεων βρίσκεται στό σύμ­ πλεγμα τού Οΐδίποδα, ό Ράνκ πίστευε δτι τό κλειδί τών νευρώσεων βρίσκεται στόν τραυματισμό τής γέν­ νησης, δηλαδή τού άποχωρισμοϋ (τού άποχωρισμοΰ άπό μιά άσφάλεια, καί τής κάθε άναχώρησης πρός ένα άγνωστο μέλλον, έστω κι ευτυχισμένο, ά πό ένα γνωστό καί βολικό -έστω καί δυστυχισμένο- παρόν), διότι κά­ θε νευρωτικό άγχος επαναλαμβάνει ψυχοσωματικά φαινόμενα τής γέννησης. Ό Ράνκ ένέπνευσε άρκετούς διαδόχους καί μεταφροϋδικούς, δπως τή Μάργκαρετ Μάλερ, μιά άπό τούς τρεις σούπερ στάρ τής άμερικανικής ψυχανάλυσης, καί τόν "Αρθουρ Τζάνοφ, τόν ιδρυτή τής θεραπείας τής πρωταρχικής κραυγής. Ε πίσης επηρέασε τόν Φρόμ. Στό Παρίσι, ή τεράστια καλλιέργεια τού Ράνκ, τόν έκανε νά έχει φίλους άπό τόν Χένρυ Μίλερ έως τόν Κριστιάν Ρακόφσκι, τό μέλος τής άριστερής αντιπολί­ τευσης τού Σοβιετικού Κομουνιστικού Κόμματος. Στό τέλος τής ζωής του ό Ράνκ έλεγε δτι ό μεγαλύτερος ψυ­ χολόγος δλων τών έποχών ήταν δ Νίτσε καί όχι ό Φρόυντ, καί δλα του τά βιβλία προδίδουν μιά συναρ­ παστική οδύσσεια τού άνθρώπινου πνεύματος. Στήν 'Αμερική ό Ράνκ είχε μεγάλες έπιτυχίες καί έζησε μιά περίοδο συναρπαστική -τουλάχιστον δια­ νοητικά-, δπως μάς τήν έχει άπεικονίσει στά έξοχα ήμερολόγιά της ή Ά ν α ΐς Νίν. Τά ίδια τά βιβλία τού Ράνκ δείχνουν έναν άνθρωπο άπέραντης καλλιέργειας καί μεγάλης ευαισθησίας. Χα­ ρακτηριστικό γιά τήν εύρυμάθειά του ήταν δτι δλα τά μέλη τής Βιενέζικης Ψυχαναλυτικής Εταιρείας έτρε­ μαν δταν διατύπωναν κάποια βιβλιογραφική παρα­ πομπή ή κάποια ιδέα άναρωτώμενοι άν κάποιος άλλος τά ’χει πει ήδη αύτά, πράμα πού μόνο ό Ράνκ μπορού­ σε νά ξέρει.


42/αφιερωμα

Ό "Αλφρεντ Άντλερ καί ή άτομική ψυχολογία (Alfred Adler, 1870-1937) Ό "Αντλερ ήταν γενικός γιατρός στη Βιέννη, καί ιδιαίτερα στίς έργατικές συνοικίες. Ή πρώτη του δη­ μοσίευση ήταν μιά μπροσούρα γιά την πρόληψη τών έπαγγελματικών άσθενειών τών ραφτάδων. Σοσιαλι­ στής πού δέν έκρυβε τίς ιδέες του, ό "Αντλερ ήταν ξάδελφος τοϋ άρχηγοΰ τής αύστριακής σοσιαλδημοκρα­ τίας Βίκτορ "Αντλερ καί είχε γνωρίσει προσωπικά άνθρώπους πού μετά έπαιξαν ρόλο στήν παγκόσμια ιστο­ ρία (όπως τόν Τρότσκι κ.ά.). Υποστήριξε δτι τό βασι­ κό κίνητρο τής συμπεριφοράς κάθε άνθρώπου δέν εί­ ναι ή σεξουαλικότητά του άλλά ή όδυνηρή επίγνωση τοϋ πόσο άνασφαλής είναι ή ύπαρξή του, δηλαδή τό σύμπλεγμα τής κατωτερότητάς του. Ή κατωτερότητα αυτή όφείλεται άρχικά στή βιολογική έξάρτηση, αύτή τήν όντολογική άνημπόρια τοϋ άνθρώπου, πού είναι τό μόνο ζώο πού γεννιέται τόσο πολύ άπροστάτευτο. Μετά όμως διαιωνίζεται καί άπό τήν κοινωνική κατω­ τερότητα, καθώς ή καταπίεση είναι καθολική: τά παι­ διά καταπιέζονται άπό τούς ένήλικες, οί γυναίκες άπό τούς άντρες, οί φτωχοί άπό τούς πλούσιους, οί μειονό­ τητες άπό τίς πλειονότητες, οί μειοψηφίες άπό τίς πλειοψηφίες, οί ούμανιστές άπό τούς αύταρχικούς. Κοντά σ’ αύτές τίς πραγματικές μειονεξίες, όπως καί τίς σωματικές άναπηρίες φυσικά, υπάρχουν καί πλα­ σματικές μειονεξίες, πού γεννιόνται άπό τήν άπληστία τών άνθρώπων γιά δύναμη. Έ τσι, ή κοινωνική άλληλεξάρτητη είναι σημαντικό­ τερος παράγοντας, γιά τόν Ά ντλερ , άπό τή σεξουαλι­ κότητα τοϋ μεμονωμένου άτόμου. Χαρακτηριστικά τό­ νιζε δτι «ή σ ε ξ ο υ α λ ικ ό τ η τ α δ έ ν ά π ο τ ε λ ε ι ’ιδ ιω τ ικ ή υ π ό ­ θ εσ η !» . Είναι άδύνατο νά εξετάσουμε τή σεξουαλικό­ τητα ξεκομμένη άπό τήν έπιθετικότητα καί τήν άνταγωνιστικότητα τής κοινωνίας. Ή νεύρωση καί ή ψύχωση δέν ήταν γιά τόν Ά ντλερ παρά άντιδράσεις τοϋ άτόμου πού βλέπει δτι άποτυγχάνουν οί σκοποί του. Στή μέν νεύρωση καταφεύγει σάν δικαιολογία τής άποτυχίας του, άφού έβαλε τόσο πολύ υψηλούς στόχους πού δέν μπορούσε νά τούς πραγματοποιήσει. Στή δέ ψύχωση καταφεύγει άπελπι-

σμένα, δταν πιά χάσει κάθε έλπίδα παρουσίας του μέ σημασία μέσα στήν κοινωνική ζωή. Σήμερα οί άπόψεις τού Ά ντλερ έχουν βρει πλατιά άπήχηση σέ πολλές χώρες, κυρίως άνάμεσα στούς έκπαιδευτικούς καί τούς παιδαγωγούς. Στήν Ε λλάδα υπάρχει ένα μεγάλο κίνημα, συσπειρωμένο γύρω άπό τήν 'Εταιρεία Άντλεριανών Σπουδών, πού κάνει τα­ κτικές έκδηλώσεις. Ό Ά ντλερ πέρασε μόνο έξι χρόνια στίς Η .Π .Α . άλ­ λά οί θεωρίες του καί ιδιαίτερα οί διαφορές του μέ τόν Φρόυντ γνώρισαν μεγάλη έπιτυχία. Οί θεωρίες του άργότερα συνοψίστηκαν μέ τόν δρο τής «άτομικής ψυχο­ λογίας», γιά νά διακριθούν άπ’ αύτές τοϋ Φρόυντ. Σ’ αύτή τήν ψυχολογία ή κοινωνικοποίηση τού άτόμου δέν θεωρείται δτι προχωρεί κάτω άπό τίς δυνάμεις τής άπώθησης (τού πολιτισμού) άλλά θεωρείται σάν μιά ένδογενής καί συγγενής άνθρώπινη ικανότητα πού δνομάζεται κ ο ιν ω ν ικ ό σ υ ν α ίσ θ η μ α ή κ ο ιν ω ν ικ ό έ ν δ ια φ έ ρ ο ν . Είναι ένδιαφέρον δτι ό Ά ντλερ ποτέ δέν δέ­ χτηκε ορισμένες άντιλήψεις τού Φρόυντ. Έ τσι, ούσιαστικά, δέν άποτέλεσε ποτέ διαφωνούντο μαθητή, δπως παρομοιάζεται σήμερα. ’Ηταν ένας άνεξάρτητος στο­ χαστής πού κράτησε μέχρι τέλους τή δική του πορεία. Οί μαρτυρίες τών μελών τής πρώτης Ψυχαναλυτικής Εταιρείας τής Βιέννης δείχνουν δτι πολλοί βρέθηκαν σέ τραγική θέση δταν ξέσπασε ή σύγκρουση Φρόυντ "Αντλερ. Σέ παγκόσμιο έπίπεδο ή σχολή τού Ά ντλερ έπαθε σημαντική καθίζηση, έπειδή ποτέ ό Ά ντλερ δέν έπεδίωξε τή συγκρότηση ένός παγκόσμιου όργανισμού (σάν τήν Ψυχαναλυτική Διεθνή πού έφτιαξε ό Φρόυντ). Σχεδόν δλα τά βιβλία τού Ά ντλερ έχουν μεταφρα­ στεί στά έλληνικά. Ή κριτική πού άσκήθηκε στόν Ά ντλερ άπό τούς όρθόδοξους ψυχαναλυτές άναφερόταν στό δτι δλα αύτά τά πράγματα τά ξέραμε καί πρίν άπό τήν ψυχανάλυση.


αφιερωμα/43

Β α γγέλη ς Ή λ ιό π ο υ λ ο ς

Έ ριχ Φρόμ (Erich Fromm, 1900-1980) "Οταν, τό 1952, ό "Αλμπερτ Σβάιτσερ πήγε στό "Οσλο νά πάρει τό βραβείο Νόμπελ γιά την ειρήνη έκανε έκκληση στην άνθρωπότητα νά «τολμήσει νά κοιτάξει τήν άλήθεια κατάμουτρα... 'Ο άνθρωπος έγινε υπεράνθρωπος... Α λλά ό υπεράνθρω­ πος με τήν υπεράνθρωπη δύναμή του δέν κατόρθωσε νά φτάσει τό επίπεδο μιας υπεράνθρωπης λογικής. "Οσο ή δύναμή του αύξάνει τόσο πιό φτωχός γίνεται ό ίδιος... Οι συνειδήσεις δέν μπορεί νά μήν ταράζονται άπό τή διαπίστωση δτι, όσο άναπτυσσόμαστε καί γινόμαστε υπεράνθρωποι, τόσο περισσότερο απάνθρωποι καταντάμε». Τά λόγια αύτά τοϋ Σβάιτσερ, πού ό Φρόμ άναφέρει στόν πρόλογο τού βιβλίου του Νά εχεις ή νά είσαι,, είναι ένας οδηγός γιά νά προσεγγίσου­ με τήν ιδεολογία καί τήν άνάλυση πού κάνει ό ίδιος πάνω στά σύγχρονα κοινωνικά φαινόμενα. «Τά αίτια άπό τά όποια τό πρόβλημα τών κι­ νήτρων τών άνθρωπίνων πράξεων άπόκτησε τό­ ση σημασία γιά μένα μπορούν νά άναχθοϋν στό γεγονός δτι είμαι μοναχογιός μέ έναν πατέρα άγχώδη, μέ δύσκολο χαρακτήρα, καί μιά μητέρα μέ καταθλιπτικές τάσεις» έξομολογεϊται ό ίδιος. Γιός ευκατάστατων 'Εβραίων, γεννιέται στή Φρανκφούρτη τό 1900 καί μεγαλώνει κοντά σέ μιά φιλική οικογένεια έβραίων μεγαλοαστών, μέ­ σα στήν άτμόσφαιρα τής Γερμανίας τοϋ μεσοπο­ λέμου, δπου καί τόν σφραγίζουν γιά πάντα τά ελαφρά, άκόμα, άντισημιτικά επεισόδια πού ξεσποϋν κάθε τόσο. Τό μαζικό κλίμα υστερίας πού έπικρατεϊ έναντίον τών Εγγλέζων καί ό τρόπος πού ή έξουσία τό καλλιεργεί, πολύ γρήγορα τοϋ ξυπνά τό ένδιαφέρον νά ερευνήσει τούς μηχανι­ σμούς τής άνθρώπινης συμπεριφοράς στήν ομά­ δα, καθώς κι αυτούς πού βάζουν σέ λειτουργία τή συμπεριφορά τής μάζας. Είναι φυσικό σ’ αύτές του τίς άναζητήσεις νά στραφεί στά δυό με­ γάλα πνεύματα πού χάραξαν έπηρεάζοντάς την τήν πορεία τής σκέψης τοϋ 20οϋ αιώνα: τόν Μάρξ καί τόν Φρόυντ. Σπουδάζει κοινωνιολογία στά πανεπιστήμια

Χαϊδελβέργης, Φρανκφούρτης καί Μονάχου, ένώ γύρω στά ’20 παρακολουθεί μαθήματα ψυ­ χανάλυσης στό Ψυχαναλυτικό ’Ινστιτούτο τού Βερολίνου. ’Αναλύεται άπό τόν Κάρλ "Αμπρααμ καί τό 1925 άρχίζει ό ίδιος νά έφαρμόζει πρακτι­ κά τήν άνάλυση σάν άκόλουθος τού Φρόυντ γιά δέκα περίπου χρόνια. Μέλος τής Σχολής τής Φρανκφούρτης συνερ­ γάζεται στενά μέ τούς Adorno, Horkheimer καί Lukacs. Τό 1934 ό Φρόμ εγκαταλείπει τή ναζιστική Γερμανία καί έγκαθίσταται στίς Η.Π.Α. ’Εκεί συνεργάζεται μέ τόν Adler καί τή Homey καί γί­ νεται ένας άπό τούς δριμύτερους κριτικούς τών θεωριών τού Φρόυντ, άντιμετωπίζοντας σκληρές άντιδράσεις άπό τούς ψυχαναλυτικούς κύκλους τών ορθόδοξων φροϋδικών. Διδάσκει κατά καιρούς στό Columbia Univer­ sity, στό Benninghton College καί τό Yale Uni­ versity. Τό 1951 γίνεται καθηγητής ψυχανάλυσης στό Αυτόνομο ’Εθνικό Πανεπιστήμιο τής Πόλης τού Μεξικού καί συγχρόνως είναι καθηγητής τού Michigan State University. Τό 1962 γίνεται καθη­ γητής ψυχιατρικής στό New York University of New York City. Έχοντας σάν βάση τούς μεγάλους δασκάλους τού πνεύματος καί τής ζωής, άπό τόν Βούδα ως τόν Χριστό, τόν Θωμά τόν Άκίνάτη ως τόν Σπινόζα, περνώντας μέσα άπό τά άνθρωπιστικά


44/αφιερωμα ρεύματα τού 19ου αιώνα, τόν Μάρξ καί τόν Φρόυντ, ό Φρόμ έπιχειρεϊ μιάν ανάλυση σέ βά­ θος τού σημερινού άνθρώπου στη σύγχρονη κοι­ νωνία. Σ’ έναν αιώνα πού ή «τεχνολογία» καί ή «μηχανή» είναι ρυθμιστές δλων τών έκδηλώσεων τή^ ζωής, ό άλλοτριωμένος, άπό τά ίδια του τά επιτεύγματα, άνθρωπος, καταντά ένα άπλό μη­ χανικό παιχνίδι. Αυτός ό σύγχρονος άνθρωπος, άποξενωμένος άπό τόν κόσμο πού δημιούργησε, άλλοτριωμένος άπό τούς συνανθρώπους του, τά καταναλωτικά άγαθά, τήν έκάστοτε εξουσία του καί τόν έαυτό του, είναι πιά ένας άνθρωπος «φυτό», χωρίς καμιά ουσιαστική παραγωγική καί δημιουργική δράση. Περιφέρεται δίχως σκο­ πό σέ μιά κοινωνία πού μοναδικό στόχο της έχει τή συσσώρευση άγαθών καί τήν υψηλή τεχνολο­ γία, κάτω άπό τό συνεχή φόβο ένός πυρηνικού ολοκαυτώματος. Ό λ α αυτά είναι σημάδια ένός άρρωστου συ­ στήματος πού παράγει άρρωστους άνθρώπους. Ξεκινώντας ό Φρόμ άπό τό ότι ή μαρξιστική καί φροϋδική θεωρία έχουν πολλά ουσιαστικά ση­ μεία κοινά, ότι, δηλαδή, είναι καί οί δυό, θεω­ ρίες υλιστικές, διαλεκτικές, άνθρωπιστικές, βα­ σισμένες στήν άμφιβολία, τή δύναμη τής άλήθειας καί τή συνειδητοποίηση, καταλήγει σέ μιά προσωπική άποψη βασισμένη στήν κοινή τους σχέση, προτείνοντας σάν προοπτική ένα μέλλον πού ό άνθρωπος, ξεφεύγοντας άπό τίς ψευδαι­ σθήσεις, άποκτώντας συνείδηση τού εαυτού του καί τού κοινωνικού του χώρου, θά φτάσει στήν κατάκτηση τής «άλήθειας πού θά τόν κάνει έλεύθερο». Άπορρίπτοντας, ό Φρόμ, τήν άποψη τού Φρόυντ γιά τήν αιώνια φύση τού άνθρώπου καί τήν παγκοσμιότητα τού οιδιπόδειου συμπλέγμα­ τος άναλύει τίς οιδιπόδειες σχέσεις μέ βάση τό οικονομικά δεδομένα τής καπιταλιστικής κοινω­ νίας καί τίς έξαρτήσεις πού δημιουργούνται στό άτομα μέσα σ’ αυτήν. Άπορρίπτοντας έπίσηε τόν πρωκτικό χαρακτήρα τής φροϋδικής άπο­ ψης, υποστηρίξει ότι δέν είναι παρά μιά αυτόνο­ μη πνευματική ικανότητα τού άτόμου πού δέν έχει καμιά σχέση μέ τό σώμα. Ό Φρόμ πιστεύει στόν κοινωνικό χαρακτήρα τού ψυχισμού τών άτόμων καί σέ μιά ψυχανάλυ­ ση πού βασίζεται στή δυναμική προσαρμογή τού άτόμου μέσα στήν κοινωνία. Στόχος τής θερα­ πευτικής του άγωγής είναι ή πραγμάτωση τού παραγωγικού δυναμικού, ή ώριμότητα, ή ελευ­ θερία κι ό αυθορμητισμός τού άτόμου. Πιστεύει άκόμα πώς μόνο μιά λογική μορφή έξουσίας βγαλμένη άπό λογικά, συνειδητοποιημένα, καί σέ προσωπικό καί σέ κοινωνικό έπίπεδο, έλεύθερα άτομα μπορεί νά δώσει λύση στά προβλήματα τής άνθρωπότητας καί, κατά συνέπεια, τού με­ μονωμένου άνθρώπου.


αφιερωμα/45

Λακάν Ζάκ (Lacan Jacques, 1901-1981) Ό πιό διάσημος γάλλος ψυχαναλυτής. Γεννήθηκε ατό Παρίσι άπό οικογένεια τής μεγαλοαστικής τάξης. Έ χοντας συνεργαστεί με τόν μεγάλο ψυχίατρο Κλεραμπώ υποστηρίξει τό 1932 τή διδακτορική του διατρι­ βή πάνω στήν «παρανοϊκή ψύχωση στίς σχέσεις της μέ τήν προσωπικότητα». Φίλος τών σουρεαλιστών γιά κάμποσο καιρό, κάνει μιά έντυπωσιακή είσοδο στήν ψυχαναλυτική κίνηση παρουσιάζοντας στό Μαριένμπαντ, τό 1936, στό 14ο διεθνές συνέδριο τής ψυχανά­ λυσης, μιά έργασία του γιά τό «στάδιο τοΰ καθρέφτη». Ή θεωρητική συνεισφορά του στήν ψυχανάλυση χρο­ νολογείται άπό τότε. Ό Λακάν συμμετέσχε σέ πολλές άποσχίσεις άπό τά ψυχαναλυτικά ρεύματα τής Γαλλίας. Ό ίδιος ισχυρι­ ζόταν δτι ύπέστη ένα μ ε ίζ ο ν α ά φ ο ρ ισ μ ό , ένα K h e re m , σάν κι αύτόν πού ύπέστη ό Σ π ιν ό ζ α άπό τή συναγωγή τοΰ νΑμστερνταμ. Μόνο πού αύτός τόν ύπέστη άπό τήν Ψ υ χ α ν α λ υ τ ικ ή Δ ιε θ ν ή , τήν όποια άποκαλοϋσε ειρωνι­ κά (S.A .M .D .A . - Soci6t0 Anonyme Mutuelle contre le Discours Analytique, δηλαδή ‘Ανώνυμη Μετοχική Εταιρεία ενάντια στόν ‘Αναλυτικό Λόγο). Στά τελευ­ ταία 5 χρόνια τής ζωής του είχε άρτηριοσκλήρυνση έγκεφάλου, άλλά ή λατρεία πρός τό πρόσωπό του ήταν τέτοια πού οΐ πιστοί του δέν καταλάβαιναν δτι τά πε­ ρίεργα πράγματα πού έκανε ήταν πέρα άπό τή συνήθη του ιδιορρυθμία. Τά κείμενά του είναι πάρα πολύ δυ­ σνόητα καί δ ίδιος ξεκάθαρα προτιμούσε, ειρωνικά γιά τούς άναγνώστες του, μιά γραφή καί επικοινωνία πολύ άμφίσημη. Σημαντικό ρόλο παίζει σήμερα στό νεφέλωμα τών «μεταλακανικών» ό Ζάκ Ά λα ίν Μιλλέρ, γαμπρός τοΰ Λακάν. ‘Αφού έργάστηκε στά Τ ε τ ρ ά δ ια γ ι ά τ ή ν Ψ υ χ α ­ ν ά λ υ σ η , πού σημείωσαν τό άποκορύφωμα τής έπίδρασης τοΰ Ά λτουσέρ στίς νέες γενιές τών διανοουμένων πρίν άπό τό ‘68, καί άφοϋ ύπήρξε μέλος τής μαοϊστικής κίνησης «Προλεταριακή ’Αριστερά», καί άφού ταλαντεύθηκε πάνω στίς προοπτικές τών αυταπατών του, τοποθετήθηκε όριστικά κάτω άπό τή σημαία τού Λα­ κάν. Είναι αύτός πού άρχισε τή δημοσίευση τών σεμι­ ναρίων του καί πού άνέλαβε νά φυλάσσει τό «δόγμα» τού πεθερού του. ’Αντί νά παραθέσουμε άλλο ένα άκατάληπτο κείμε­ νο στά δσα έχουν γραφεί, μάταια, γιά τίς ιδέες τοΰ Λακάν καί άκόμα πιό μάταια γιά τό πρόσωπό του,

προτιμήσαμε νά παραθέσουμε άποσπάσματα άπό τό 8ο, κεφάλαιο τού βιβλίου τού ψυχίατρου Μάριου Μαρκίδη Ή ψ υ χ α ν ά λ υ σ η τ ο ΰ δ ιχ α σ μ έ ν ο υ Υ π ο κ ε ιμ έ ­ ν ο υ , ε ισ α γ ω γ ή σ τ ό έ ρ γ ο τ ο ΰ J. L a c a n (έκδόσεις Έ ρ α ­ σμος, 1977).

Ό πλήρης λόγος Μ έ σ α σ ’ έ ν α σ ύ σ τ η μ α π ο ύ π α ρ ά γ ε ι φ ρ ε ν ια σ μ έ ν α «αν­ θρώπινες ά ν ά γ κ ε ς » γ ι ά ν ά τ ί ς α ν τ ιμ ε τ ω π ίσ ε ι μ έ Υ π α λ ­ λ ή λ ο υ ς , ό Λ α κ ά ν π ρ ο κ λ ή θ η κ ε κ ά π ο τ ε ν’ ά π α ν τ ή σ ε ι σ τ ό έ ρ ώ τη μ α , π ο ιά ε ίν α ι ή κ ο ιν ω ν ικ ή λ ε ιτ ο υ ρ γ ία τ ή ς ψ υ χ α ­ ν ά λ υ σ η ς . « Ή ε ιρ ω ν ε ία » , ε ίπ ε . Τ ό ν δ ιέ γ ρ α ψ α ν ά π ’ τ ίς τ ά ξ ε ι ς τ ή ς ψ υ χ α ν α λ υ τ ικ ή ς δ ιε θ ν ο ύ ς . Δ έ ν ε ίχ α ν κ α θ ό ­ λ ο υ χ ιο ύ μ ο ρ . « “Α ν ε ίχ α τ ε κ ά π ο ι α π ε ίρ α έ χ ο ν τ α ς δ ο υ λ έ ψ ε ι μ έ σ χ ιζ ο φ ρ ε ν ικ ο ύ ς , θ ά φ τ ά ν α τ ε σ τ ό σ η μ ε ίο ν ’ ά ν α γ ν ω ρ ί σ ε τε τ ή ν ε ιρ ω ν ε ία μ έ τ ή ν ό π ο ια ε ίν α ι ό π λ ια μ έ ν ο ς , πού. έ ξ α κ ο ν τ ίζ ε τ α ι σ τ ή ρ ί ζ α ό λ ω ν τώ ν κ ο ιν ω ν ικ ώ ν σ χ έσ εω ν. °Ο τ α ν ό μ ω ς ή ά ρ ρ ώ σ τ ια ε ίν α ι ν ε ύ ρ ω σ η , ή ε ίρ ω ν ε ία δ έ ν έ κ π λ η ρ ώ ν ε ι τ ή λ ε ιτ ο υ ρ γ ία τη ς , κ ι ή τ α ν ε ύ ρ η μ α τ ο ύ Φ ρ ό υ ν τ π ο ύ ά ν α γ ν ώ ρ ισ ε τ ή ν ε ίρ ω ν ε ία κ ι έ κ ε ϊ, ο π ό τ ε ά π ο κ α τ έ σ τ η σ ε τ ά δ ικ α ιώ μ α τ ά τ η ς , π ρ ά γ μ α π ο ύ ε ίν α ι Ι σ ο δ ύ ν α μ ο μ έ τ ή θ ε ρ α π ε ία τ ή ς ν ε ύ ρ ω σ η ς . Σ ή μ ε ρ α , ή ψ υ χ α ν ά λ υ σ η δ ια δ έ χ τ η κ ε τ ή ν ε ύ ρ ω σ η : έ χ ε ι τ ή ν ίδ ια κ ο ι­ ν ω ν ικ ή λ ε ιτ ο υ ρ γ ία , ά λ λ ’ ά π ο τ υ χ α ίν ε ι ν ά τ ή ν έ κ π λ η ρ ώ σ ε ι. ’Ε π ιχ ε ιρ ώ ν ’ ά π ο κ α τ α σ τ ή σ ω τ ά δ ικ α ιώ μ α τ α τ ή ς ε ι­ ρ ω ν ε ία ς σ τ ή ν ψ υ χ α ν ά λ υ σ η , ό π ό τ ε Ίσ ω ς θ ’ ά ν α ν ή ψ ο υ μ ε ά π ’ τ ή σ ύ γ χ ρ ο ν η ψ υ χ α ν ά λ υ σ η .» ζΐέν π ρ ό κ ε ι τ α ι γ ιά μ ι ά κ ρ ίσ η - π υ ρ ο τ έ χ ν η μ α , μ έ τ ή μ α ν ιέ ρ α τ ώ ν ά κ τ ιβ ισ τ ώ ν τ ο ύ σ ο υ ρ ρ ε α λ ισ μ ο ϋ (ό Ο ν γ κ ώ ε ί­ ν α ι σ ο υ ρ ρ ε α λ ισ τ ή ς , δ π ο υ δ έ ν ε ίν α ι β λ ά κ α ς ) , π ο ύ ά ν τ λ ε ϊ μ ό ν ο ά π ’ τ ή ν π ρ ο κ λ η τ ικ ό τ η τ ά τη ς . “Α ς θ υ μ η θ ε ί κ α ν ε ί ς τ ό ν ρ ό λ ο π ο ύ π α ίζ ε ι ή ε ιρ ω ν ε ία ά π ’ τ ό ν Θ ε ρ β ά ν τ ε ς μ έ ­ χ ρ ι τ ά ε ίδ ω λ α τ ο ύ ρ ο μ α ν τ ισ μ ο ύ , κ ι ά π ’ τ ό ν Κ ίρ κ ε γ κ α α ρ ν τ μ έ χ ρ ι τ ή ν τ ε λ ε υ τ α ία ά ν α σ κ ό π η σ η π ο ύ ό 2 0 ό ς α ιώ ν α ς έ κ α ν ε σ τ ή ν η θ ικ ή ισ τ ο ρ ία τ ο υ , τ ό ν Τ ό μ α ς Μ ά ν. Ό Κ ί ρ κ ε γ κ α α ρ ν τ ά ν α γ ν ώ ρ ιζ ε τ ή ν ά π ε λ ε υ θ ε ρ ω τ ικ ή δ ύ ­ ν α μ η τ ή ς ε ιρ ω ν ε ία ς , ά λ λ ά , τ α υ τ ό χ ρ ο ν α , τ ή θ ε ω ρ ο ύ σ ε μ ε τ α ξ ύ τ ώ ν Υ π ε υ θ ύ ν ω ν ά μ α ρ τ η μ ά τ ω ν γ ιά τ ή ν έ ξ ο δ ο τ ή ς ά ν θ ρ ω π ό τ η τ α ς ά π ’ τ ή ν ε ύ τ υ χ ία τ ο ύ « Κ ή π ο υ » . Γ ιά τ ο ύ ς ψ υ χ α ν α λ υ τ έ ς , ή ε ίρ ω ν ε ία ή τ α ν ή π ρ ο σ π ά θ ε ια (κ υ ρ ίω ς τ ο ύ κ α λ λ ιτ έ χ ν η ) ν ά ό ια σ κ ε δ α σ θ ο ϋ ν ο ί μ ν ή μ ε ς τ ή ς


46/αφιερωμα

« π ρ ω τ α ρ χ ικ ή ς σ κ η ν ή ς », τ ή ς π ρ ώ τ η ς ίμ π ε ι ρ ί α ς τ ή ς «όμιλ ία ς » τ ο ϋ γ ο ν ε ϊκ ο ϋ ζ ε υ γ α ρ ιο ύ α τ ό δ ιπ λ α ν ό δ ω μ ά τιο . Ό Λ α κ ά ν θ έ λ η σ ε ν ά γ ίν ε ι « ε ίρ ω ν ισ τή ς » ( δ π ω ς θ ά γ ί ­ ν ο ν τ α ν ά ρ γ ό τ έ ρ α κ ν ν ι κ ο ί ο ί ά ν τ ιψ υ χ ία τ ρ ο ι) , δ χ ι μ ό ν ο ά π ’ τ ή σ τ ιγ μ ή π ο υ ή « ψ υ χ ο λ ο γ ία τ ο ϋ έ γώ » (Η . H a r­ tm a n n ) π α ρ α μ έ λ η σ ε τ ή γ λ ώ σ σ α τ ή ς π ρ ω τ α ρ χ ικ ή ς σ κ η ­ ν ή ς κ ι έ π ιό ό θ η κ ε σ έ μ ι ά λ α τ ρ ε ί α τ ή ς « κ ο ιν ω ν ικ ή ς π ρ ο ­ σ α ρ μ ο γ ή ς » , τ ω ν « ά ν θ ρ ώ π ιν ω ν σ χ έσ εω ν » κ α ί τ ο ϋ « h u ­ m a n en g in eerin g (μ έ π ιθ α ν ό Α π ο τ έ λ ε σ μ α τ ή ν Α μ ε ρ ικ ά ν ι­ κ η Α λ λ ο τ ρ ίω σ η α τή θ έ σ η τ ή ς ε υ τ υ χ ία ς τ ο ϋ Κ ή π ο υ ), Α λ λ ’ Α π ό τ ό τ ε κ υ ρ ίω ς π ο ύ τ ό Α σ υ ν ε ίδ η τ ο Α ν α κ α λ ύ φ θ η κ ε ο υ ­ σ ι α σ τ ικ ά σ τ ά κ α λ α μ π ο ύ ρ ι α κ α ί τ ι ς φ ά ρ σ ε ς π ο ύ σ κ η ν ο ­ θ ε τ ε ί ή γ λ ώ σ σ α . "Α ν τ ό γ λ ω σ σ ικ ό μ ο ν τ έ λ ο δ λ η ς τ ή ς ψ υ ­ χ ο π α θ ο λ ο γ ία ς ε ίν α ι τ ά ή μ α ρ τ η μ έ ν α π ο ύ ό δ α ίμ ω ν τ ο ϋ Α σ υ ν ε ιδ ή τ ο υ έ π ιβ ά λ λ ε ι σ τ ό ό ρ γ α ν ο τ ή ς έ π ικ ο ιν ω ν ία ς , ό Α ν α λ υ τ ή ς ό φ ε ίλ ε ι ν ά β α δ ίσ ε ι σ τ ’ Α χ ν ά ρ ια α ύ τ ο ϋ τ ο ϋ σ α ρ κ α σ τ ι κ ο ϋ δ α ίμ ο ν α , « ν ’ Α κ ο λ ο υ θ ή σ ε ι τ ή ν τ ρ ο χ ιά τ ο ϋ Α σ υ ν ε ιδ ή τ ο υ » . « Ε ίν α ι σ τ ή ν π ρ α γ μ α τ ικ ό τ η τ α μ ι ά μ ο ιρ α ία Α π ό σ τ α σ η —Α π ’ τ ό Α ν θ ρ ώ π ιν ο π ρ ό σ ω π ο — ... π ο ύ μ π ο ρ ε ί κ α ν ε ί ς ν ά θ ε ω ρ ή σ ε ι ύ π ε ύ θ υ ν η γ ι ά τ ή ν π α ρ ο ύ σ α έ κ λ ε ιψ η μ έ σ α σ τ ή ν ψ υ χ α ν ά λ υ σ η τ ω ν π ιό ζ ω ν τ α ν ώ ν δ ρ ω ν τ ή ς έ μ π ε ιρ ί α ς τη ς : τ ο ϋ Α σ υ ν ε ιδ ή τ ο υ κ α ί τ ή ς σ ε ξ ο υ α λ ικ ό τ η τ α ς ,

π ο ύ π ρ ο φ α ν ώ ς θά π ά ψ ο υ ν σ έ λ ίγ ο κ α ιρ ό Α κόμη κ α ί νά μ ν η μ ο ν ε ύ ο ν τ α ι .» Ό L ev i-S tra u ss, σ τ ή ν έ ξ ιχ ν ία σ η τ ή ς μ υ θ ικ ή ς σ κ έ ψ η ς , θ έ λ ε ι ή δ η ν ά γ ίν ε ι κ ά τ ι σ ά ν έ ν α ν μ ύ θ ο , π ο ύ τ ό ν ό η μ ά τ ο υ θ ά β ρ ε θ ε ί δ χ ι τ ό σ ο σ τ ή ν ίδ ι α τ ή ν Α φ ή γ η σ η , δ σ ο σ τ ά σ υ μ π ε ρ ά σ μ α τ α π ο ύ θ ’ Α ν τ λ ή σ ε ι τ ό κ ο ιν ό τη ς . ( ...) Τ ό σ ύ μ π τ ω μ α , λ έ ε ι ό Λ α κ ά ν , ε ίν α ι χ α ρ α γ μ έ ν ο σ τ ό σ ώ μ α . « Τ ό σ ύ μ π τ ω μ α ε ίν α ι τ ό σ η μ α ίν ο ν έ ν ό ς ση μ α ιν ο μ έ ν ο υ Α π ω θ η μ έ ν ο υ Α π ’ τ ή σ υ ν ε ίδ η σ η τ ο ϋ ύ π ο κ ε ιμένο υ . Έ ν α σύμβολο γρα μ μ ένο στή ν άμμο τή ς σ ά ρ­ κ α ς » . Ή ε Ικ ό ν α υ π ο δ η λ ώ ν ε ι τ ό σ η μ ε ιω τικ ό τ α ξ ίδ ι τ ο ϋ σ υ μ π τώ μ α το ς. Ό ρ ό λ ο ς τ ο ϋ ψ υ χ α ν α λ υ τ ή ε ίν α ι ν ά « π ρ ο σ κ ο μ ίσ ε ι μ α ρ τ υ ρ ί ε ς σ τ ό Α σ υ ν ε ίδ η τ ο π ο ύ μ ιλ ά ε ι» , ά φ ή ν ο ν τ ά ς το Α π ε ρ ίσ π α σ τ ο ν ά μ ιλ ή σ ε ι, ν ά γ ρ ά ψ ε ι τ ά σ ύ μ β ο λ ά το υ , μ π ρ ο σ τ ά σ τ ή ν π α ρ ο υ σ ία έ ν ό ς ά λ λ ο υ , Α λ λ ά μ έ σ α σ τ ή ν ε ύ κ α μ π τ η σ ιω π ή τ ο υ , π ο ύ μ υ θ ο π ο ι ε ί τ ά δ ρ ιά τ ο υ φ έ ρ ν ο ν τ ά ς τ α σ τ ά μ έ τ ρ α τ ή ς θ α μ μ έ ν η ς έ π ιθ υ μ ία ς . Σ ’ α ύ τ ό σ υ ν ία τ α τ α ι ή ψ υ χ α ν α λ υ τ ικ ή « έ π ικ ο ιν ω ν ία » . ( ...) ’Α λ λ ’ ή λ ε ιτ ο υ ρ γ ία τ ή ς γ λ ώ σ σ α ς « δ έ ν ε ίν α ι ν ά π λ η ρ ο φ ο ρ ε ί, Α λ λ ά ν ά π ρ ο κ α λ ε ϊ» . Ή γ λ ώ σ σ α ά ν α φ έ ρ ε τ α ι σ τ ο ν λ ό γ ο τ ο ϋ ά λ λ ο υ κ α ί π ε ρ ιμ έ ν ε ι μ ι ά ν Α π ά ν τ η σ η , π ο ύ έ χ ε ι δ ια γ ρ ά ψ ε ι ή δ η τ ά δ ρ ιά τη ς . ■


αφιερωμα/47

Frangois George

Ό Σάντορ Φερέντσι καί ή «βιοανάλυση» Υπήρξε ό μαθητής πρότυπο: ό Φρόυντ σκεφτόταν ότι θά μπορούσε νά γίνει καί γαμπρός του. \Αργότερα, άπομακρύνθηκε σιγά σιγά από τόν δάσκαλο, άναλύοντας χωρίς περιστροφές την ομοφυλόφιλη χροιά πού υπήρχε στη σχέση τού δασκά­ λου μέ τόν μαθητή, τού άναλυόμενου μέ τόν άναλυτή. Ύ Ηταν ένας ψυχαναλυτής ζωντανός, πού προτιμούσε τούς άφορισμούς καί τά ανέκδοτα από τίς σχοινοτενείς παρουσιάσεις κλινικών περιστατικών. Ή Ιστορία άρχίζει καλά: Έ νας νέος συγγρος γιατρός άνακαλύπτει την ψυχανάλυση, παθιάζε­ ται μ’ αυτήν καί γράφει στόν Φρόυντ. Αυτός τόν καλεί στη Βιέννη, γοητεύεται άπ’ αυτόν καί σύν­ τομα τόν άποκαλεί «άγαπητέ μου γιέ», τόν φαν­ τάζεται γαμπρό του... καί -άνήκουστη εύνοιατόν παίρνει μαζί του στίς διακοπές του. Ακόμα πιό άπίστευτο προνόμιο: τόν άφήνει νά μιλά γιά την παραψυχολογία καί δέν άποθαρρύνει τίς έρευνές του πάνω στη μεταβίβαση τής σκέψης. Είναι αλήθεια δτι πότε πότε άνακαλεϊ στήν τάξη τόν «αγαπητό γιό»: Κυριαρχήστε λίγο τή μεταβί­ βασή σας, γιέ μου, δέν είμαι παρά ένας άνδρας, τί διάβολο! Γιατί ό μαθητής δέν άστειεύεται μέ τήν έπιστημονική θεωρία πού σπουδάζει: άν τού πει κανείς δτι δέν είναι άπόλυτα σύμφωνος μαζί του, τόν βλέπουμε νά κυριεύεται άπό άγχος καί νά διαμαρτύρεται πώς δέν θά μπορούσε νά απο­ μακρυνθεί ούτε «μιά τρίχα» άπό τή διδασκαλία τού δασκάλου. Κι αυτός τού άπαντά: Μά δέν σάς ζητάνε τόσο πολλά πράγματα. "Οταν εκδη­ λώθηκε ή γιουνγκιανή άπόκλιση, ό Φερέντσι ήταν, φυσικά, ό πρώτος πού έκανε έκκληση γιά τήν υπεράσπιση τής όρθοδοξίας. Καί μετά τά πράγματα χαλάνε. Ό Φερέντσι παραδίδεται σέ βιολογικές εικοτολογίες πού άνησυχούν τόν Φρόυντ. Στό βιβλίο του Θάλασ­ σα εξηγεί δτι δλες οί δυστυχίες μας προέρχονται άπό μιά γεωλογική καταστροφή: Ζούσαμε μιά ήσυχη ζωή στούς ώκεανούς δταν ξαφνικά μιά άποφράδα ξηρασία μάς έξανάγκασε νά έπιβιώσουμε δπως δπως στήν ξηρά. Ό μύθος τού κα­ τακλυσμού δέν άποτελεϊ παρά μιά άνεστραμμένη άναπαράσταση, σύμφωνα μέ μιά διαδικασία πο­

λύ γνωστή τού άσυνειδήτου, τού άρχικοϋ δράμα­ τος πού μάς ξέβρασε στήν άμμο. Πράγμα πού σημαίνει δτι ή μητέρα (mere) δέν είναι τίποτ’ άλ­ λο παρά ένα υποκατάστατο τής θάλασσας (mer), πραγματικό άντικείμενο τών ύποστροφικών μας βλέψεων. Ή συνουσία δέν είναι παρά μιά άπεγνωσμένη άπόπειρα νά έπιστρέψουμε στήν αρχαία εύτυχία τών ύδάτων. "Αλλο θέμα διαφοράς ύπήρξε τό πρόβλημα τής «ενεργητικής τεχνικής». Ό Φερέντσι, φύση συ­ ναισθηματική, φτάνει στό σημείο νά αγκαλιάζει τούς άσθενείς του. Ό Φρόυντ προσπαθεί νά τόν λογικέψει. Βέβαια ένα φιλί δέν είναι παρά μόνο μιά μορφή χαιρετισμού, άλλά δταν ξεπεραστούν τά δρια δέν υπάρχει πιά φραγμός. «Ένας άλλος καινοτόμος θά θελήσει νά σάς ξεπεράσει καί θά πει: Γιατί νά σταματήσουμε στό φιλί; ’Αντιλαμ­ βάνεστε, άγαπητέ μου γιέ, τίς ευθύνες σας;» "Ομως ό Φερέντσι πεισματώνει καί πικραίνε­ ται. Μέμφεται τόν Φρόυντ δτι τόν έχει άναλύσει κακά. Τό πράγμα είχε γίνει τό 1914, λίγο μετά τήν κήρυξη τού Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου: Τί νά κάνει κανείς σέ παρόμοιες συνθήκες, άν δέν μπορεί νά καταταγεϊ στόν στρατό, άν δχι μιά ψυχανάλυση μέ τόν Φρόυντ; Δέκα χρόνια άργότερα, ό Φερέντσι ομολογεί τήν άπογοήτευσή του λέγοντας, ούτε λίγο ούτε πολύ, δτι «ό δάσκαλος ήταν ύπερβολικά καλός». "Ολα πηγαίνουν άπό τό καλό στό χειρότερο. Ή σωματική υγεία τού Φερέντσι χειροτερεύει καί μαζί καί ή πνευματική του υγεία. Πεθαίνει τό 1933 τσακωμένος σχεδόν μέ τόν Φρόυντ. Κατά τή διάρκεια τού καλοκαιριού τού 1908, στό Μπέρχτεστγκάντεν (μελλοντικό καταφύγιο


48/αφιερωμα

Σάντορ Φερέντσι

*0 Φρόυντ κι ό Φερέντσι μέ στολή αυστριακού στρατιωτικού γιατρού

τού Χίτλερ) ό Φρόυντ καί ό Φερέντσι συζητούν γιά τό ρόλο τής ομοφυλοφιλίας στην παράνοια. Ό Φερέντσι άσφαλώς θά διηγήθηκε στόν Φρόυντ την ιστορία τού ζεύγους τών ύπηρετών του. Ό σύζυγος τόν περιποιόταν υπερβολικά, προσφέροντάς του υπηρεσίες πού δέν τού τίς εί­ χε ζητήσει: π.χ. έπωφελεϊτο άπό τίς άπουσίες τού Φερέντσι άπό τη Βουδαπέστη γιά νά ξανα­ βάφει τά δωμάτια.

μητες συνωμοσίες πού είχαν έξυφανθεΐ εναντίον του, διαβάζει τώρα τό άρθρο τού Φερέντσι πάνω στή σχέση τής παράνοιας μέ τήν άπωθημένη όμοφυλοφιλία. Ξαφνικά φώς! Έρχεται στόν ψυχα­ ναλυτή καί μέ τό ζήλο καί τό πάθος ένός νεοφώ­ τιστου τού εξηγεί τήν περίπτωσή του, πού τώρα είχε γίνει καί σ’ αύτόν διάφανη. Ό Φερέντσι άνησυχεϊ άπό μιά τόση καταπλη­ κτική λαγαρότητα, καί δίκαια: λίγες μέρες άργότερα, αύτός ό υπερβολικά ενθουσιώδης άναλυόμενος άρχίζει νά παραληρεί, καί μετά πέφτει σέ μιά εξάντληση άπό τήν όποια δέν θά βγεί παρά μόνο γιά νά διασύρει καί νά κακολογήσει τήν ψυχανάλυση. 'Ο Φερέντσι είναι πολύ οξυδερκής γιά νά μή δεί ότι ή ίδια ή θεραπεία μπορεί μερικές φορές νά ίσοδυναμεϊ μέ καταστροφή. Δανείζεται ένα παράδειγμα άπό τόν Άνατόλ Φράνς. Έ νας άν­ δρας πού είχε χάσει τόν γιό του είχε βαλθεί, άπό έκείνη τήν ημέρα, νά ντύνεται μέ καναβάτσο. Πέρα άπ’ αύτή τήν ιδιορρυθμία ήταν ήρεμος καί έγκάρδιος. Ό θάνατος τού γιού του είχε βγει τε­ λείως άπό τή μνήμη του. Ό τα ν όμως έφτανε κή­ που, έβγαζε τήν γκροτέσκα ενδυμασία του, τήν άπλωνε πάνω σέ μιά πολυθρόνα μέ τρόπο πού νά παίρνει τή μορφή μιας σιλουέτας καί τήν κοίτα­ ζε μέ τρυφερή έκφραση... Μιά μέρα ήρθε ή καταστροφή: έγινε καλά. Πετά τό καραβόπανο. Αύτός πού μέχρι έκείνη τήν ημέρα γελούσε, γίνεται σκυθρωπός, μελαγχολι-

Αυτός ό καλοκάγαθος άνδρας δέν έχει παρά μόνο ένα έλάττωμα: Ψήνει τό ψάρι στά χείλη τής γυναίκας του, κατηγορώντας την, πέρα άπό κά­ θε λογική, γιά ανήθικες σχέσεις μέ τό αφεντικό του. Ό Φερέντσι, πού δέν είχε άκόμα ανακαλύ­ ψει την ψυχανάλυση, άναγκάστηκε ν’ άπαλλαχτεϊ άπό τούς δύο αύτούς εξαιρετικούς υπηρέ­ τες. Άλλη παραδειγματική περίπτωση είναι ένός νομικού πού έχει επαναστατήσει έπειδή ό γείτονάς του, στρατιωτικός καριέρας, εκθέτει τό σώ­ βρακό του στό παράθυρο. Ό φίλερις νομικός άπευθύνεται στή δημαρχία, στό άρχηγεϊο τού σώματος στρατού, στόν υπουργό τών στρατιωτι­ κών, υπογραμμίζοντας μέ κόκκινο μολύβι σ’ όλα του τά γράμματα τή λέξη «σώβρακο». Τελικά, ευρισκόμενος σέ άπόγνωση, ζητά τή βοήθεια τού ψυχίατρου. Νά τώρα ένας διανοούμενος πού, άφού είχε ύποστεΐ κατά τή διάρκεια πολλών ετών άναρίθ-


αφιερωμα/49

'Ο Γιοννγκ, ό Φρόνντ καί ό Φερέντσι στό λιμάνι τής Ν. Ύόρκης. Σχέδιο τον Steadman

κός, καί μιλά συνεχώς γιά τόν θάνατο τού γιου του. Λίγο καιρό άργότερα τόν βρίσκουν κρεμα­ σμένο. Ό Φερέντσι είναι τό άντίθετο άπό έναν πλη­ κτικό συγγραφέα: είναι πάντα ζωντανός, διεγεί­ ρει τή σκέψη καί συχνά γίνεται άστεϊος. Προτιμά τούς άφορισμούς άπό τίς μακρόσυρτες παρου­ σιάσεις περιστατικών, καί σχολιάζει τίς έννοιες μέ ανέκδοτα. Νά π.χ. μιά περίπτωση μετάθεσης·. Έ ν α παιδί πού παραδόθηκε σέ άπρεπεϊς θωπείες στό πρό­ σωπο ένός μικρού κοριτσιού ενώ συγχρόνως έτρωγε μιά τάρτα άπό φραγκοστάφυλα, φορτω­ μένο άπό τύψεις, άπαγόρευσε αύστηρά στόν εαυτό του νά ξαναφάει τάρτα άπό φραγκοστά­ φυλα. Αύτό πού άρκεσε γιά νά καθησυχάσει την ένοχη συνείδηση του δέν τόν άφήνει, όταν ενηλι­ κιώνεται, νά έγκαταλείψει τίς ύποστροφικές του σεξουαλικές ικανοποιήσεις την ώρα τού απογευ­ ματινού τσαγιού. Διαβάζοντας τόν Φερέντσι, ξαναβρίσκουμε την ήρωική έποχή τής ψυχανάλυσης, όπου τό άσυνείδητο δέν είχε άκόμη παγιδευτεί πίσω άπό τό δέος τού «σημαίνοντος» καί τού «μαθήματος», τόσο προσφιλή στόν Λακάν [καί στούς νεοσοφολογιότατους πού, άν καί τούς γελοιοποίησε γιά πάντα ό Διονύσιος Σολωμός στόν εξοντωτικό του λίβελλο, άνθούν καί εύημερούν πάντα στήν κατακαημένη Ελλάδα, πού τόσο υποτιμά τόν

έαυτό της...] Είναι αλήθεια ότι ό Φερέντσι φέρει μέρος τής ευθύνης γιά τή βιομηχανοποίηση τής ψυχανάλυσης, άφού, δρώντας βέβαια γιά λογα­ ριασμό τού Φρόυντ, ήταν έκεΐνος πού πρότεινε τήν 'ίδρυση μιας διεθνούς ψυχαναλυτικής εται­ ρείας. Είναι ενδιαφέρον νά ξαναδιαβάσει κανείς σήμερα τό κείμενο αύτό. Γνωρίζουμε πολύ καλά τόν κίνδυνο κάτι τέτοιων θεσμών, δηλώνει άπό τήν άρχή ό Φερέντσι: πρόκειται στήν πραγματι­ κότητα γιά έπαυξημένες έκδόσεις τής οικογέ­ νειας, γιά τερατώδεις κατά κάποιον τρόπο οικο­ γένειες, όπου ένας παντοδύναμος καί λατρεμέ­ νος πατέρας βασιλεύει μόνος του, όπου τ’ άδέρφια ζηλεύουν τό ένα τό άλλο σκεπτόμενα τήν κληρονομιά. ’Αλλά, εξακολουθεί ό Φερέντσι, φαίνεται ότι οί άνθρωποι δέν μπορούν νά έγαταλείψουν τέτοιες δομές. Οί ψυχαναλυτές π.χ. έχουν άνάγκη άπό τέτοιες δομές γιά νά γίνουν γνωστοί, γιά νά γίνουν σεβαστοί, γιά νά μήν πα­ ραμείνουν ένας λαός καταραμένος, ένας λαός τής διασποράς, γιά νά άποφύγουν τή διάλυση πού τούς άπειλεΐ μέσα σ’ ένα περιβάλλον συγ­ χρόνως εχθρικό καί γοητευτικό. Τέλος, συμπλη­ ρώνει ό Φερέντσι, ίσως οί ψυχαναλυτές, μ’ αυτά όλα πού ξέρουν, νά καταφέρουν νά συμφιλιώ­ σουν τίς άπαιτήσεις μιας κοινωνικής οργάνωσης μέ τήν άτομική έλευθερία, άποφεύγοντας τίς κα­ ταστροφές τής άλλοτρίωσης καί τής θεληματικής υποδούλωσης... Πάνω σ’ αύτό τό τελευταίο ση­ μείο τουλάχιστον έκανε λάθος. ■


50/αφιερωμα

Φ ιλόθεος Φ άρος

Πρόδρομοι τής ψυχανάλυσης στή μεταχριστιανική ελληνική πνευματικότητα "Οτι πολλές έννοιες τής ψυχανάλυσης βρίσκονται έξοχα διατυπωμένες σέ κείμενα προχριστιανικών έλλήνων στοχαστών είναι γνωστό. Άρκούμαστε νά θυμίσουμε την ομοιότητα τής έννοιας τής φιλότητας τοϋ Έμπεόοκλέους πρός τη όιευρυμένη τελική έννοια τοϋ έρωτα στόν Freud., ό όποιος κάνει μέν μνεία τοϋ Έμπεόοκλέους άλλ’ αποφεύγει -όπως καί άλλοϋ- νά μιλήσει γιά τήν έκταση των δανείων του. Επίσης, είναι γνωστό τό απόσπασμα τοϋ 9ου βιβλίου τής Πολιτείας τοϋ Πλάτω­ να, όπου προϊδεάζεται μιά επιστημονική θεωρία γιά τήν ερμηνευτική των ονεί­ ρων. Εμείς θά άρκεστοϋμε, έόώ, στήν Ιχνηλάτηση κάποιων ομοιοτήτων πρός κεί­ μενα τής μεταχριστιανικής εποχής. Δέν είναι πρόθεση αυτού τοϋ σημειώματος νά παρουσιαστεί σάν πόρισμα μιας συγκεκριμένης έρευνας, άλλα μάλλον νά κάνει κάποιες γενικές νύξεις. ’Ίσως, έστω καί κάπως άόριστά, νά έχει άρχίσει νά συνειδητοποιείται πόσο παραμένει άγνω­ στη καί άνεκμετάλλευτη ή «ψυχαναλυτική» πεί­ ρα ή άποθησαυρισμένη στά κείμενα τής πνευμα­ τικής μας παραδόσεως, πού προέκυψε άπ’ τήν άντιμετώπιση τής δικής μας πολιτιστικής, κοινω­ νικής καί ψυχολογικής πραγματικότητας. Οί ει­ δικοί μας, είτε γιατί έχουν τήν τρομερά τυφλωτική προκατάληψη τοϋ άπροκατάληπτου, είτε για­ τί εντυπωσιάζονται πιό εύκολα άπό τά εΐσαγόμενα άπό τή Δύση προϊόντα, δέν δείχνουν νά τήν ύποπτεύονται ή νά έχουν τή διάθεση νά τήν άξιοποιήσουν. Είναι φανερό δτι πολλή ψυχαναλυτική πείρα έχει άποθησαυριστεϊ στήν παραδοσιακή μας σο­ φία, ή όποια γνωρίζει πολύ καλά ότι: «Δέν είναι φανερά σέ όλους όλα τά πάθη τής ψυχής ούτε καί σ’ αύτόν πού ύποφέρει άπ’ αύτά, όπως συμ­

βαίνει καί μέ τά πάθη τού σώματος», κατά τη χαρακτηριστική διατύπωση τού Μ. Βασιλείου. Κι άκόμη ότι «δέν μπορεί ή άνθρώπινη φύση νά δει καθαρά τήν πραγματική κατάσταση τής ψυ­ χής, γιατί τήν συσκοτίζει στούς πιό πολλούς λο­ γισμούς της».2 'Ο Νείλος ό ’Ασκητής (πού τόν άναφέρει καί ό Φρόυντ στό Τοτέμ καί ταμπού), στό σχεδόν ψυχαναλυτικό έργο του Λόγος άσκητικός, σχο­ λιάζοντας τό γεγονός τής διαβάσεως τού Ίορδάνου άπό τούς ’Ισραηλίτες, μάς δίνει ένα πολύ χαρακτηριστικό δείγμα τού «ψυχαναλυτικού» χαρακτήρα τής νηπτικής θεολογίας. Σύμφωνα μέ τή σχετική βιβλική περιγραφή ό ’Ιησούς τοϋ Ναυή έδωσε εντολή στούς ’Ισραηλίτες νά μετα­ φέρουν μερικές πέτρες άπό τήν κοίτη τοϋ ποτα­ μού στήν όχθη του καί νά γράψουν πάνω σ’ αύτές «Τό όπως παρήλθον τόν Ίορδάνην» μέ προ­ φανή παιδαγωγική πρόθεση. Γιά τόν Νείλο όμως αύτή ή πράξη τού ’Ιησού τού Ναυή εκφράζει τήν ανάγκη τής συνειδητοποιήσεως τών κρυμμένων δυναμικών κινήτρων «τής εμπαθούς διαγωγής».


αφιερωμα/51

Οί λίθοι συμβολίζουν «τά βύθια τής εμπαθούς διαγωγής νοήματα», τά όποια «δει εις φανερόν άγειν καί στηλιτεύειν». Ό άνθρωπος πρέπει νά ερευνά την «κοίτη» τού ψυχικού του κόσμου για­ τί έτσι μόνο θά μπορεί νά έξουδετερώνει («σα­ φώς στηλιτεύειν») την καταστρεπτική έπίδραση πού τό άσυνείδητο αυτό μπορεί νά έχει στή ζωή του. Μόνο εκείνος πού τό έχει επιτύχει αύτό καί στό βαθμό πού τό έχει επιτύχει μπορεί νά βοηθή­ σει τούς άλλους: «Αύτοί πού με καλή διάθεση έπιθυμούν τό ίδιο πράγμα θά προχωρήσουν εύ­ κολα μέ τήν πείρα τών άλλων άπό τό στάδιο τής μαθήσεως στό νά διδάξουν άλλους μ’ αυτήν τήν πείρα».3 Ό Νείλος θεωρεί άπόλυτα άπαραίτητο γιά τόν ψυχοθεραπευτή νά έχει ύποστεί ό ίδιος έπαρκή άνάλυση: «Πρέπει ό πνευματικός νά εί­ ναι επιστήμων μέ τέτοιο τρόπο ώστε νά μήν άγνοεί τίποτε άπό τίς υποσυνείδητες άρνητικές διαθέσεις, ώστε νά φανερώνει σ’ αυτούς τών όποιων έχει τήν πνευματική ευθύνη τίς λανθάνουσες άρνητικές διαθέσεις καί ενέργειες, άπογυμνώνοντάς τες καί, προλέγοντας τίς εχθρικές διαθέσεις καί ενέργειες τού άντιπάλου, νά δίνει σ’ αυτούς χωρίς κόπο τή νίκη καί νά τούς άπαλλάσσει άπό τόν άγώνα. Αυτός ό πνευματικός εί­ ναι σπάνιος καί δέν βρίσκεται εύκολα».4 Ή συνειδητοποίηση τών «λανθανόντων» είναι γιά τόν Νείλο βασική προϋπόθεση γιά τήν ανά­ πτυξη καί ώρίμανση τού άνθρώπου.5 Ή νηπτική παράδοση τής ορθόδοξης έκκλησίας, ή τόσο σημαντική, τόσο ποιοτικά όσο καί ποσοτικά, βασίζεται στή βεβαιότητες ότι όλοι οί άνθρωποι σέ κάποιο ποσοστό (καί μερικοί σέ άπελπιστικό βαθμό) δέν έχουν αίσθηση τής πραγματικότητας μέσα τους καί γύρω τους γιατί βρίσκονται σέ κατάσταση ύπνώσεως. Ξέρουμε δέ ότι καί ό Freud συγκατέλεγε καί τόν εαυτό του στή μικρή ομάδα αυτών πού «τά­ ραξαν τόν ύπνο τού κόσμου», άκολουθώντας τήν ώραία διατύπωση τού Hebbel γιά τήν ήρωικότητα τών πρωτοπόρων τής τέχνης καί τού πολιτι­ σμού. Οί νηπτικοί άκριβώς αύτό προσπαθούσαν νά κάνουν, όπως προδίδει καί ή ονομασία τους: νά πετύχουν μιά μόνιμη νηφαλιότητα, τή νήψη, σάν τό άκρο άντίθετο τής καθημερινής «μέθης» τής ζωής. (”Ας θυμηθούμε ότι γιά τόν ’Αναξαγό­ ρα, πού ταύτιζε τό θεό μέ τό νού, ό ’Αριστοτέ­ λης έγραφε ότι έδινε τήν εντύπωση τού μόνου νηφάλιου άνθρώπου άνάμεσα σέ μεθυσμένους.) Έ τσι, ή εξοικείωση τού έλληνα ψυχοθεραπευ­ τή μέ τά σχετικά φιλοκαλικά κείμενα καί τά κεί­ μενα πατέρων (όπως ό Γρηγόριος Νύσσης, ό Διάδοχος Φωτικής, ό Γρηγόριος Σιναΐτης, ό Μάρκος ό ’Ασκητής, ό Νείλος ό ’Ασκητής, ό ’Ιωάννης Σιναίτης, ό Μακάριος, ό Μάξιμος ό

'Ομολογητής, ό Συμεών ό Νέος Θεολόγος κλπ.) θά έπρεπε νά θεωρείται τόσο χρήσιμη όσο καί μέ τά κείμενα τού Φρόυντ. Ό ανώριμος εντυπωσιασμός μας μέ ξένα καί άσχετα μέ μάς προϊόντα, συνδυασμένος μέ ταυ­ τόχρονη άγνοια τής δικής μας κληρονομιάς, μάς έχει εκθέσει πολύ τά τελευταία χρόνια άκόμη καί σέ αυτούς τών όποιων τά προϊόντα μάς έντυπωσίασαν. ”Αν δέν προλάβουμε εμείς νά άνακαλύψουμε όλη αύτή τήν ψυχοθεραπευτική πείρα τής πνευ­ ματικής μας κληρονομιάς, ίσως σύντομα νά μά­ θουμε γι’ αυτήν άπό κάποιους ξένους ειδικούς. 'Ό πως μάθαμε γιά τήν άξια τού δημοτικού μας τραγουδιού άπό τούς γερμανούς φιλόλογους. Καί όπως μαθαίνουμε άπό τούς ξένους βυζαντινολόγους γιά τή σημασία τού βυζαντινού πολιτι­ σμού τή στιγμή άκριβώς πού έμεϊς προσπαθούμε νά άποδείξουμε τήν προοδευτικότητά μας πλειοδοτούντες σέ άντιβυζαντινισμό. Σ η μ ε ιώ σ ε ις :

1. «Ού πάντα τά πάθη τής ψυχής φανερά έστί τοϊς πάσι, οϋτε τφ πάσχοντι, ώς ουδέ τά τον σώματος». (Migne 31, σελ. 1101). 2. «Ού δνναται ή ανθρώπινη φύσις αύτό καθαρώς τό δίκαιον εν ψυχή θεάσασθαι, τά πολλά τών λογισμών άμβλυώττουσα». (Μεθοδίου άποσπάσματα, Βιβλιοθήκη 'Ελλήνων Πα­ τέρων, έκό. Άποστ. Διακονίας τής ’Εκκλησίας τής 'Ελλά­ δος, Άθήναι 1959, τομ. 18, σελ. 224). 3. «Οί τό αύτό προαιρούμενοι ευχερή τήν διάβααιν έκ τής μα­ θήσεως ποιήσωνται καί ή ίτέρων πείρα γένηται έτέροις δι­ δασκαλία». (Migne 79, στ. 757). 4. «Δ ει δέ καί έπιστήμονα τόν ήγούμενον ούτως είναι, ώς μη­ δέν άγνοεϊν τών τού έχθροϋ ένθνμημάτων, ϊνα τά λανθάνοντα τοϊς έγκεχειρισμένοις αύτώ τών καλαϊσμάτων άπογνμνών ίπιδεικννη καί τάς έπιβολάς προλέγων τοϋ άντιπάλου άπονητί τήν νίκην αύτοϊς βράβευση, καί στεφανίτας έξαγάγη τοϋ άγώνος αύτονς· σπάνιος δέ ό τοιοϋτος καί ού ραόίως ευρισκόμενος» (δ.π.). 5. Πρβλ. Ίωαν. Κορναράκη, Νείλου τοϋ Άσκητοϋ ψυχολογι­ κές προοπτικές ΰπό τό πρίσμα συγχρόνων γνώσεων, A ' Συμπόσιο Ποιμαντικής Ψυχολογίας καί Έξομολογητικής, ίκδ. Οίκος Άφών Κυριακίόη, Θεσ/νίκη 1981, σελ. 95-125.


52/αφιερωμα

Φωτεινή Τ σα λίκογλου-Κ ω στοπούλου

Οι μυθικές διαστάσεις τής παραφροσύνης Γιά την άντιψυχιατρική Πόσο υγιής είναι ό παράφρονας; Πόσο παράφρονας είναι ό υγιής; Τί είναι τελικά ή παραφροσύνη; Ποιά ιδεολογία συγκαλύπτει ή ένταξη τής άπόκλισης σέ ψυχοπαθολογικές διαγνωστικές κατηγορίες; Είναι τά δασικά ερωτήματα πού άναδύονται μέσα άπό τήν άντιψυχιατρική σκέψη. Γεννημένη έδώ καί είκοσι περίπου χρόνια σέ μιά Ευρώπη τής άμφισβήτησης πού ζεϊ τήν ανάπτυ­ ξη μιας χορείας άντιεξουσιαστικών κινημάτων, ή άντιψυχιατρική είναι άπότοκος μιας βαθιάς κρί­ σης πού σοβεί στούς κόλπους τής παραδοσιακής ψυχιατρικής καί έπιχειρεΐ νά λειτουργήσει σάν μιά έναλλακτική λύση σέ αυτήν. Τό έρώτημα πού γεννιέται σέ κάποιον πού θά άποπειραθεϊ σήμερα νά άποτιμήσει τήν άντιψυχιατρική συμβολή, είναι άν τελικά ή κίνηση αύτή κατόρθωσε, διαμορφωμένη σ’ ένα ένιαϊο καί ομοιογενές κίνημα, νά έπέμβει καταλυτικά στήν κοινωνική πραγματικότητα πού άμφισβήτησε, ή άν, άντίθετα, ή ριζοσπαστικότητά της άναλώθηκε τελικά άπό τό ίδιο τό σύστημα, έτσι ώστε καί αύτή νά μετασχηματισθεΐ σέ συστατικό του στοι­ χείο. Σέ μιά άπάντηση στό έρώτημα αύτό στοχεύει ή κριτική σκιαγράφηση τής άντιψυχιατρικής φυ­ σιογνωμίας πού έπιχειρείται στίς γραμμές πού άκολουθοΰν. Κίνηση πού άμφισβητεί τήν ύπαρξη τής σχιζο­ φρένειας καθώς καί τό σύνολο γνώσεων καί έφαρμογών τής παραδοσιακής ψυχιατρικής, ή άντιψυχιατρική έπιχειρεΐ μιά ριζοσπαστική άνατροπή τών ορίων πού χωρίζουν τήν ψυχική ύγεία άπό τήν παραφροσύνη. Οί όρίζοντες στοχασμού καί προβληματισμού της ξεπερνούν κατά πολύ

τά σύνορα ενός περιχαρακωμένου ψυχιατρικού πεδίου. Ή ψυχιατρική έπιστήμη είναι κάτι πολύ περισσότερο άπό ένας άπλός κλάδος τής ιατρι­ κής. Εκφράζει τό σύνολο τών μέσων καί τών τε­ χνικών πού χρησιμοποιεί ή κοινωνία γιά νά άναμορφώσει τά άτομα έκεϊνα πού έκδηλώνουν άποκλίνουσες δομές συμπεριφοράς. Τά κριτήρια όμως τής ψυχικής άσθένειας ή τής ψυχικής υγείας δέν διαμορφώνονται μέ βάση έπιστημονικά κριτήρια άντικειμενικού κύρους, άλλά σέ σχέση μέ τό κυρίαρχο κοινωνικό μοντέλο τής φυσιολογικότητας. Συνεπώς μέσα στήν ψυχιατρική διεισδύει δλη ή άρχουσα ηθική καί δεοντολογία πού στηρίζει τό ύπάρχον κοινωνικό σύστημα. ΓΓ αύτό καί ή άμφισβήτηση τής ψυχιατρικής έπιστήμης πού έπιχειρεΐ ή άντιψυχιατρική έπεκτείνεται ουσιαστικά σέ μιά έπανεκτίμηση τού συνό­ λου τών κοινωνικοπολιτικών δομών. Έμπνευστές καί πρωτεργάτες τής άντιψυχιατρικής, ό Laing, ό Cooper καί ό Esterson άπαρτίζουν στίς άρχές τής δεκαετίας τού ’60 τή βρε­ τανική άντιψυχιατρική σχολή, προκαλώντας τόν άρχικό έσμό τών ιδεών πού συμβάλλουν στήν άνάπτυξη παράλληλων κινήσεων στή Γαλλία (Gentis, Manoni), στήν ’Ιταλία (Basaglia, Gervis) καί στήν ’Αμερική (Szasz). Ποικίλες τάσεις καί κατευθύνσεις μέσα στούς κόλπους ΐής κάθε σχολής συγκλίνουν στίς άκόλουθες βασικές θέσεις: - ή τρέλα δέν είναι ένα ιατρικό άλλά ένα κοινω­


αφιερωμα/53

νικό γεγονός, άπόρροια άλλοτριωμένων κοι­ νωνικών δομών· - ή γλώσσα τής τρέλας είναι άποκαλυπτική τής παθολογίας τών κοινωνικών δομών· - ή ψυχιατρική έπιστήμη, γνήσιος εκφραστής τής άρχουσας ιδεολογίας, περιθωριοποιεί τόν τρελό γιά νά διατηρήσει άλώβητο τό ύπάρχον κοινωνικό status quo. Οί θέσεις αυτές χρωστάνε σ’ ένα μεγάλο βαθμό τήν έμπνευσή τους σέ διάφορες μεταξύ τους πη­ γές, δπως είναι ή προβληματική τών σουρεαλι­ στών1 γύρω άπό τόν χώρο τής ψυχικής άσθένειας καί τόν κοινωνικό ρόλο τού ψυχιάτρου ή οί άπόψεις τού Μ. Foucault σχετικά μέ τήν ιστορική καταγωγή τής τρέλας. Παράλληλα, ή υπαρξιακή φιλοσοφία άπό τόν Kierkegaard έως τόν Heideg­ ger καί τόν Sartre άσκεϊ βαθύτατη επίδραση στή διαμόρφωση τής βρετανικής κυρίως άντιψυχιατρικής σκέψης.

Τό οδοιπορικό τής γέννησης Πολύ πιό πέρα όμως άπό τίς σχετικά πρόσφατες αύτές επιρροές, πιστεύουμε ότι ή άντιψυχιατρική υπήρξε τό άναπόφευκτο άποτέλεσμα μιας μα­ κροχρόνιας έξελικτικής πορείας τής άνθρώπινης σκέψης γύρω άπό τό πρόβλημα τής τρέλας· μιας πορείας σημαδεμένης άπό άλλεπάλληλες κατα­ σκευές καί άνατροπές μύθων πού διαμόρφωναν σέ διάφορες ιστορικές περιόδους άλλόμορφες αντιλήψεις γύρω άπό τήν έννοια τής τρέλας. Στόν Μεσαίωνα, ή πίστη ότι ό κόσμος κυριαρ­ χείται άπό άντιμαχόμενα, καλά καί κακά, πνεύ­ ματα πού συμπαρασύρουν τήν άνθρώπινη ύπαρ­ ξη στήν άέναη πάλη τους, τροφοδοτεί ένα μετα­ φυσικό πρότυπο τής τρέλας πού διατηρείται μέ­ χρι καί τίς άρχές τού 18ου αιώνα. Τό τέλος τής θεοκρατικής καί ή άπαρχή τής επιστημονικής προσέγγισης τής τρέλας συνυφαίνεται μέ τήν ίατροκρατική, βιολογικίστικη προσέγγισή της, πού είναι άπόλυτα έναρμονισμένη μέ τό κυρίαρχο τόν 19ο αιώνα πνεύμα τού όρθολογισμού, δια­ μορφώνοντας τόν μύθο τής όργανογένεσης τών ψυχικών άσθενειών. Ή θεώρηση τής ψυχής καί τού σώματος σάν άδιαχώριστης ενότητας, προ­ σανατολίζει τήν ψυχιατρική στό συσχετισμό τής ψυχικής άσθένειας μέ άνατομικο-έγκεφαλικές βλάβες. Γνήσιος εκφραστής τού πνεύματος αύτοΰ ό Kraepelin θά άπομονώσει άπό τή χορεία τών ψυχικών άσθενειών μιά παθολογική όντότητα, τήν «πρώιμη άνοια», πού άργότερα ό Bleuler θά μετονομάσει σέ «σχιζοφρένεια». 'Ο ψυχασθενής άποβάλλει τό μεταφυσικό του περίβλημα καί παραδίδεται στά χέρια τής έπιστήμης. Μιάς επιστήμης όμως πού θά τόν άντιμετωπίσει όχι σάν ένα πρόσωπο άλλά σάν ένα

σύνολο συμπτωμάτων καί θά τόν καταδικάσει στή σιωπή τού ψυχιατρείου. Ε κ εί θά μετασχηματισθεί μοιραία σέ μιά χρόνια άσυλιακή περί­ πτωση, άφοΰ ό φαταλισμός πού έμπεριέχει ή πί­ στη στήν άναπότρεπτη έξέλιξη τής νόσου στήν άνοια, στό τελικό δηλ. στάδιο τής ψυχοδιανοητικής άποσύνθεσης, άποθαρρύνει κάθε θεραπευτι­ κή προσπάθεια. 'Ωστόσο, ό μύθος τής όργανογένεσης τής ψυ­ χικής άσθένειας πού δομεί όλη τή «θετικιστική ψυχιατρική» θά καταρριφθεί στό χάραμα τού 20οΰ αιώνα ένώ συγχρόνως θά γίνει γενεσιουρ­ γός νέων τάσεων, άνάμεσα στίς όποιες τήν πιό σημαντική θέση κατέχουν οί ψυχοδυναμικές φροϋδικές καί μεταφροϋδικές άπόψεις. Μέ τόν Φρόυντ άπομυθοποιεΐται ό παραδο­ σιακός διαχωρισμός άνάμεσα στό φυσιολογικό καί τό παθολογικό άτομο μέσα άπό τήν έπισήμανση ταυτόσημων μηχανισμών πού διέπουν τόν ψυχισμό καί τών δύο. Ή πρώτη αύτή ριζοσπα­ στική προσέγγιση τής ψυχικής άσθένειας μέ τήν ψυχική υγεία πού έπιχειρείται, άνάγει τόν Φρόυντ σέ πρόδρομο τής άντιψυχιατρικής, παρ’ ότι αύτός -ένώ προσέγγισε- δέν κατέρριψε ποτέ τά όρια πού χωρίζουν τό ψυχωτικό άπό τό φυ­ σιολογικό ή τό νευρωτικό άτομο. Θεωρίες δπως έκείνες τού Sullivan καί τού Meyer επισημαίνουν τή σημασία τών διαπροσω­ πικών σχέσεων στήν πρόκληση τής ψύχωσης, με­ τατοπίζοντας έτσι τό βάρος τής ψυχιατρικής έρευνας άπό τή διερεύνηση τών ένδοψυχικών συγκρουσιακών καταστάσεων στίς παθολογικές διαπροσωπικές σχέσεις. 'Ωστόσο μιά τέτοια με­ τατόπιση, ένώ θά μπορούσε ν’ άποτελέσει άφετηρία καινοτόμων ψυχιατρικών άναζητήσεων, δέν είναι σέ θέση νά άναχαιτίσει τήν όρμή ένός ψυχοκρατικοϋ ρεύματος πού εισβάλλει στή δε­ καετία τού ’50. Μπορούμε νά θεωρήσουμε τή γέννηση τής άντιψυχιατρικής σάν μιά μορφή άντίδρασης, μιά άπόπειρα άντιστάθμισης στόν άποπροσανατολιστικό ψυχοκρατικό όλοκληρωτισμό πού τό ρεύ­ μα αύτό έπιφέρει. Ή ψυχοκρατία μετατρέπεται σέ παράγοντα πολιτικού συντηρητισμού: Ταυτί­ ζει τή φροϋδική «άρχή τής πραγματικότητας» μέ τήν έπικρατούσα τάξη, άνάγει τήν κεφαλαιοκρα­ τική κοινωνία καί τήν πατριαρχική οικογένεια σέ «φυσικές», «άπόλυτες» καταστάσεις, έξουδετερώνοντας τή δυνατότητα μιάς γνήσιας άπελευθέρωσης τού άτόμου πού περιέκλειε ή φροϋδική θεώρηση. Ή ψυχοκρατία αύτή θά έπιδοτήσει τήν ψυχια­ τρική ιδεολογία καί πρακτική, στό όνομα μιάς μεγαλύτερης κατανόησης τού ψυχισμού, μέ μιά ολοένα αύξανόμενη δύναμη καί έγκυρότητα. Ή δυναμική ψυχιατρική θά έξελιχθεΐ σέ μέθοδο έπίλυσης όχι μόνο τής παραφροσύνης άλλά καί


54/αφιερωμα

π I

(9

δλων τών προβλημάτων πού άντιμετωπίζει ό σύγχρονος άνθρωπος. Με τόν τρόπο αύτό άναβιώνει τό παλιό όνειρο τού Διαφωτισμού καί τίθεται ή κάθε έκδήλωση τής άνθρώπινης συμπεριφοράς κάτω άπό όρθολογισμένο έλεγχο. Μέσα σ’ έναν κριτικό χώρο κατάλληλα προπαρασκευασμένο άπό τούς φροϋδομαρξιστές (W. Reich) καί τούς προκατόχους τους (G. Lukacs, Κ. Korsch), τη σχολή τής Φρανκφούρτης (Η. Marcuse, Τ. Adorno, Μ. Horkheimer), τούς σοσιοαναλυτές (G. Mendel), οί άντιψυχίατροι θά άναπτύξουν τή δική τους κριτική σκέψη.

Ή κριτική τής παραδοσιακής ψυχιατρικής Ή παραδοσιακή ψυχιατρική, ιστορικά συνδεδεμένη μ’ ένα καθεστώς άντικειμενικότητας τής νατουραλιστικής έπιστήμης καί μέ μιά όρθολογιστική άντίληψη τής υποκειμενικότητας, είναι άρ­ ρηκτα συνυφασμένη μέ μιά άστική θεώρηση τής πραγματικότητας. 'Ο ορισμός εξάλλου πού Ιστο­ ρικά δέχεται ή ψυχιατρική είναι, όπως ύποστηρίζει ό Gervis, νομικός καί όχι ιατρικός: Είναι τό σύνολο τής πρακτικής καί τής θεωρίας πού έπιτρέπει τόν έλεγχο τής συμπεριφοράς μιάς κα­ τηγορίας άτόμων πού θεωρούνται άπό την έξουσία «άποκλίνοντα» καί εν δυνάμει «έπικίνδυνα» γιά τόν έαυτό τους καί τούς άλλους. Εμποτισμένη άπό τίς βασικές άρχές τών φυσι­ κών επιστημών καί διαμορφωμένη σύμφωνα μέ τό ντετερμινιστικό πρότυπο τής κλασικής φυσι­ κής γιά τό αίτιο καί τό αϊτιατό, ή ψυχιατρική οδηγείται στή θεώρηση τού άλλου σάν μιά άδρανή ολότητα τήν όποια προσπαθεί νά ερμηνεύσει καί νά εξουσιάσει. Εξάλλου, ή άντιψυχιατρική άσκεί βίαιη κρι­

τική στήν πράξη τής ταξινόμησης σέ διάφορες ψυχοδιαγνωστικές κατηγορίες. Ή ψυχιατρική διάγνωση, σέ άντίθεση μέ τήν ιατρική, έχει τή δύναμη νά έπιβάλλει μιά έλαττωματική ταυτότη­ τα στόν άλλο, τέτοια πού νά προσδιορίζει καί νά καθορίζει άρνητικά τή συμπεριφορά τού κοινω­ νικού του περίγυρου άπέναντί του, καθώς καί τή δική του άπέναντί στόν έαυτό του. Μέσα σέ αυ­ τά τά πλαίσια, τό ψυχιατρικό έτικετάρισμα, έγκλωβίζοντας τόν άλλο στά άσφυκτικά πλαίσια μιάς έλαττωματικής κατηγορίας, συνιστά γιά τούς άντιψυχίατρους μιά στοιχειώδη στέρηση τής προσωπικής έλευθερίας, μιά κατ’ εξοχήν πράξη βίας. ’Αλλά καί γιά τίς ψυχιατρικές θεραπευτικές μεθόδους, ή άντιψυχιατρική υποστηρίζει ότι συνιστούν στό σύνολό τους μιά πράξη βίας, δη­ μιουργώντας στόν χαρακτηρισμένο ψυχικά άρ­ ρωστο έναν έντονο ψυχικό καταναγκασμό καί υποθάλποντας τήν υποταγή του στό κοινωνικό σύστημα. 'Ωστόσο, παρόμοιες γενικεύσεις παραμερί­ ζουν τή σημασία τής άναμφισβήτητης εξέλιξης τής ψυχιατρικής θεραπευτικής άγωγής στή διάρκεια τού αιώνα μας. Μιά εξέλιξη πού περνά άπό τά ήλεκτροσόκ καί τά σόκ ινσουλίνης στά ψυχοφάρμακα, γιά νά καταλήξει πρόσφατα στή θεραπευτική κοινότητα καί τήν «ψυχιατρική τού τομέα». Ή σημασία τής έξέλιξης αύτής δέν μπο­ ρεί νά άγνοηθεί, άκόμη κι άν δεχτούμε ότι μέσα στούς κόλπους της διαιωνίζεται ίσως άνέπαφη ή άνάγκη ελέγχου μιάς παρεκκλίνουσας συμπερι­ φοράς καί υποταγής της στίς επιταγές πού θέτει ένα κυρίαρχο υπόδειγμα φυσιολογικότητας. Εκείνο όμως πού είναι άναντίρρητο είναι τό γε­ γονός ότι ό έλεγχος αυτός κορυφώνεται μέ τήν είσοδο τού άρρώστου στά ψυχιατρεία. Τά ψυχιατρεία άποτελοΰν τό υπόδειγμα ενός «ολοκληρωτικού», σύμφωνα μέ τήν έκφραση τού Goffnian, θεσμού. Ή πρωταρχική τους λειτουρ­ γία δέν είναι θεραπευτική, είναι κατασταλτική. Ή κοινωνική δομή τού ψυχιατρείου, ό τρόπος λειτουργίας του, ευνοώντας τήν παθητικοποίηση καί τήν άκύρωση κάθε εμπειρίας τού εγκλείστου, άναπαράγει στήν πραγματικότητα τήν παθολο­ γία τών οικογενειακών του δομών καί ολοκλη­ ρώνει τήν πορεία μιάς σταδιακής υπαρξιακής καί νομικής καθαίρεσής του, πορεία πού άρχισε μέ τόν χαρακτηρισμό του ώς τρελού. 'Ο άποκλεισμός τής τρέλας συνοδεύεται άπό τούς μηχανι­ σμούς βίας τού κοινωνικού συστήματος καί άποτελεί ό ίδιος μιά θεσμικά άποδεκτή πράξη βίας. Μέσα σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο κριτικής τής πα­ ραδοσιακής ψυχιατρικής, ή άντιψυχιατρική θά έπιχειρήσει μιά ρηξικέλευθη άναθεώρηση τής «κατ’ εξοχήν» ψυχικής άσθένειας: τής σχιζοφρέ­ νειας.


αφιερωμα/55

Σχιζοφρένεια: άπό τήν άναθεώρηση στην άρνηση ΓΧαρά τίς πολυετείς έρευνες, ή αινιγματικότητα που έπιμένει νά περιβάλλει τήν αίτιοπαθογένεση τής σχιζοφρένειας άφήνει άνοιχτά θεμελιακά ερωτήματα: Τί είναι τελικά ή σχιζοφρένεια; Εί­ ναι μιά παθολογική οντότητα; ένα σύνδρομο; ή μιά άνθρώπινη άντίδραση πού υποδηλώνει τήν αδυναμία τού άτόμου νά προσαρμοσθεϊ στό πε­ ριβάλλον του; Ή ψυχιατρική, άδυνατώντας στήν ούσία νά δώσει μιά τεκμηριωμένη άπάντηση στά έρωτήματα αυτά, βάζει τήν ετικέτα τής σχιζοφρένειας σ’ ένα σύνολο «παράλογων» συμπεριφορών πού ή αιτία τους παραμένει άγνωστη -κ α ί ό σχιζοφρε­ νής άπροσπέλαστος. Ή άντιψυχιατρική δομείται πάνω σέ μιά άρ­ νηση: στήν άρνηση νά θεωρήσει τή σχιζοφρένεια σάν μιά παθολογική κατάσταση. Πηγαίνοντας πιό πέρα άπό τήν ψυχαναλυτική έρμηνευτική τού ψυχωτικοϋ λόγου, έπιχειρεϊ νά τόν εντάξει μέσα στό πλέγμα τών διαπροσωπικών καί ειδι­ κότερα τών ένδοοικογενειακών σχέσεων.

Ή οικογένεια σάν σχιζοφρενιογόνος παράγοντας Γιά τούς άντιψυχίατρους, ή σχιζοφρένεια έκφράζει μιά κατάσταση μικροκοινωνικής κρίσης. Τό ψυχωτικό σύμπτωμα άποκαλύπτει τήν ύπαρ­ ξη ενός διαταραγμένου δίκτυου έπικοινωνίας μέ­ σα στό περιβάλλον τού χαρακτηρισμένου άρρώστου καί ό φαινομενικός παραλογισμός του γίνε­ ται κατανοητός όταν ένταχθεΐ στό κοινωνικό πε­ ριβάλλον όπου πρωτοεκδηλώνεται, δηλ. μέσα στήν οίκογένειά του. Ό σχιζοφρενιογόνος ρόλος τής οικογένειας γίνεται άρχικά αισθητός άπό ορισμένες ψυχοδυ­ ναμικά προσανατολισμένες άγγλοσαξονικές έρευνες πού χρησιμοποιούν σάν πλαίσιο άναφοράς τή θεωρία τής επικοινωνίας καί άσκούν ση­ μαντική έπιρροή στήν άντιψυχιατρική. Μέσα άπό τίς έρευνες αυτές ή σχιζοφρενιογόνος οικογένεια εμφανίζεται άλλοτε μέ τή μορφή ένός άρχαϊκού καί παντοδύναμου υπερεγώ πού ύπονομεύει καί συνθλίβει κάθε τάση άνεξαρτησίας τών νεαρών μελών της. Κάθε άπόκλισή τους βιώνεται σάν μιά άπειλή πού διαταράσσει τίς ψευδοσυλλογικές οικογενειακές σχέσεις καί γι’ αύτό είναι άπαγορευτική. "Αλλοτε πάλι ή οικο­ γένεια παίρνει τή μορφή μιας προστατευτικής μήτρας, ένός χώρου άσφάλειας απέναντι σ’ ένα άπειλητικό περιβάλλον.

Παρά τίς μεθοδολογικές άδυναμίες τών ερευ­ νών αυτών, πού άναφέρονται: 1) στόν άναδρομικό τους χαρακτήρα (στηρίζονται δηλ. σέ υλικό γονέων πού εξετάστηκαν άφοϋ είχαν εκδηλωθεί τά ψυχωτικά συμπτώματα στό παιδί), 2) στό πε­ ριορισμένο υλικό μελέτης, 3) στήν άπουσία ομά­ δας ελέγχου στίς περισσότερες άπό αυτές, έν τούτοις ή σπουδαιότητά τους έγκειται στό ότι επιχειρούν μιά άπο-άτομικοποίηση τού σχιζο­ φρενούς καί μιά θεώρηση τής οικογένειας σάν ενιαίο ψυχοπαθολογικό σύνολο. Ή θεμελιακή όμως άδυναμία τών φωνών αυ­ τών είναι ή άπομόνωση τής οικογένειας άπό τό κοινωνικό σύστημα, πού εμφανίζεται άμέτοχο στή διαμόρφωση τών οικογενειακών δομών. 'Ωστόσο πιστεύουμε ότι οί σχέσεις κυριαρχίας πού άναπτύσσονται μέσα στήν οικογενειακή ομάδα, ή μετατροπή τού άλλου σέ πράγμα πού τό κατέχουμε, δέν μπορεί νά συσχετισθεί μόνο μέ μιά ιδιαίτερη παθογόνο κατάσταση πού συμβαί­ νει μέσα στήν οικογένεια· άντίθετα ή άντικειμενοποίηση τού άλλου μέσα στήν οικογένεια είναι κι αύτή συνακόλουθη ένός έμπορευματικού, άνταγωνιστικού κοινωνικού συστήματος όπου ή φετιχοποίηση τών οικονομικών άνταλλαγών γί­ νεται ή κοινωνική πραγματικότητα πού διαμορ­ φώνει τά πάντα, άκόμα καί αυτές τίς άνθρώπινες σχέσεις. Ή άντιψυχιατρική θεωρεί τήν οικογένεια σάν ένα ένιαίο ψυχοπαθολογικό σύνολο, καί στό ση­ μείο αύτό εναρμονίζεται μέ τίς κατευθυντήριες άρχές τών παραπάνω έρευνών, όμως προχωρεί πολύ πιό πέρα άπό αυτές, έπιχειρώντας νά συ­ ναρτήσει τήν άτομική μέ τήν οικογενειακή παθο­ λογία καί στή συνέχεια μέ τήν κοινωνική. Τό 1958 ό Laing μαζί μέ τόν Esterson άρχίζουν μιά σημαντική έρευνα στό Tavistock Institute of Human Relations τού Λονδίνου. Στόχος τους εί­ ναι νά καταστήσουν κατανοητές όρισμένες πα­ ράλογες σέ πρώτη όψη έμπειρίες καί συμπεριφο­ ρές χαρακτηρισμένων σχιζοφρενών, έντάσσοντάς τις μέσα στίς παθολογικές άπαιτήσεις καί τά πα­ θολογικά δίκτυα έπικοινωνίας τής οικογένειας. Τό θεωρητικό μοντέλο γιά τήν άνάλυση τής οι­ κογένειας προσφέρεται άπό δύο διαφορετικές μεταξύ τους πηγές: Ά π ό τό έργο τού Σάρτρ Κρι­ τική τής διαλεκτικής σκέψης καί άπό τά πορί­ σματα έρευνών τής ομάδας τού κοινωνικού άνθρωπολόγου Bateson. Ή διερεύνηση τών παθολογικών δομών επι­ κοινωνίας γίνεται μέ πλαίσιο άναφοράς τή θεω­ ρία τού «διπλού άδιέξοδου» τού Bateson, σέ συ­ νάρτηση μέ τή θεωρία τής έπικοινωνίας καί τή θεωρία τού παράδοξου τού Russell. Ό όρος «δι­ πλό άδιέξοδο» άναφέρεται σέ μιά «έμπειρία χα­ μένου παιχνιδιού» πού βιώνεται όταν τό άτομο, μέσα στήν οικογένεια, γίνεται άντικείμενο άσυμ-


56/αφιερωμα βίβαστων καί αντιφατικών απαιτήσεων χωρίς δυνατότητα διαφυγής. Χαρακτηριστικό παρά­ δειγμα «διπλού άδιέξοδου» είναι ή μητέρα πού καλεΐ τό παιδί της νά τήν πλησιάσει. Ταυτόχρο­ να όμως, σ’ ένα μη προφορικό επίπεδο, μέ όλα τά μέσα πού διαθέτει, είτε μέ χειρονομίες είτε δί­ νοντας έναν Ιδιαίτερο τόνο στη φωνή της, εκ­ φράζει μιά διαμετρικά αντίθετη θέληση, έκφράζει δηλ. τήν άποτροπή της στό πλησίασμα τού παιδιού της. Τό παιδί αισθάνεται έντονα τήν άνάγκη νά άνταποκριθεΐ στίς άπαιτήσεις αυτές, μήν μπορώντας όμως νά διαχωρίσει μέ άκρίβεια, τά άντιφατικά μηνύματα αισθάνεται παγιδευμένο καί άνίκανο νά άνταποκριθεΐ. Ή έντονη σύγ­ χυση πού βιώνει, μπορεί νά οδηγήσει στήν έκδήλωση μιάς παράλογης συμπεριφοράς, πού ενώ όμως συμβατικά θεωρείται ψυχωτική, εμφανίζε­ ται εδώ σάν ή πιό λογική άντίδραση, έκφράζοντας ευθέως τή σύγχυση πού επικρατεί στήν οικο­ γένεια. Ή κατάσταση τού διπλού άδιέξοδου κυ­ ριαρχεί σ’ όλες τίς οικογένειες τών σχιζοφρενών πού μελετούν οί Laing καί Esterson καί άνάγεται σ’ έναν κατεξοχήν σχιζοφρενιογόνο παράγοντα. Μέσα σέ αύτά τά πλαίσια τά όρια άνάμεσα στήν παραφροσύνη καί τή φυσιολογικότητα δέν έπανεκτιμώνται μόνο άλλά καί καταργούνται: Ό «άρρωστος» εμφανίζεται σάν τό πιό συνειδη­ τό μέλος τής οικογένειας: συναισθανόμενος τίς παραπλανητικές, έξωπραγματικές καταστάσεις, παραμένοντας ολομόναχος στή διαδικασία τής συνειδητοποίησής τους, εμπλέκεται σ’ έναν άπεγνωσμένο άγώνα: νά βρει ένα νόημα μέσα στό περιβάλλον του, πού έχει πάψει νά έχει. Στήν έξελικτική της αυτή φάση, ή άντιψυχιατρική -τουλάχιστον όσον άφορά τή βρετανική σχολή- δέν έχει προχωρήσει άκόμη σέ μιά ριζο­ σπαστική κοινωνική κριτική. Ή ουσιαστική συ­ νάρτηση τής οικογενειακής μέ τήν κοινωνική πα­ θολογία θά προβάλει άνάγλυφα άργότερα στά έργα Ή πολιτική τής οικογένειας τού Laing καί ό Θάνατος τής οικογένειας τού Cooper. Ή οικογένεια παύει νά ’ναι ένα άπομονωμένο κοινωνικό σύστημα, άπόρροια μιάς κοινωνικής δομής πού καθορίζεται άπό ένα πολιτικό περιε­ χόμενο, άποτελεϊ «τόν πρώτο θεσμό μέ τόν όποιο ασκείται πίεση άπό τούς δυνατούς πάνω στούς άδύνατους»· έπιβάλλει σχέσεις πού δέν έχουμε διαλέξει, σχέσεις στείρες, μή δημιουργικές, «ένισχύει τήν πραγματική έξουσία τής κυρίαρχης τά­ ξης σέ όποιαδήποτε έκμεταλλευτική κοινωνία, παρέχοντας σέ κάθε κοινωνικό θεσμό μιά έξαιρετικά ελεγχόμενη παραδειγματική μορφή». Ό Laing θά μελετήσει διεξοδικά τούς πολύ­ πλοκους μηχανισμούς πού χρησιμοποιεί ή οικο­ γένεια (ένδοβολή, προβολή, ενσωμάτωση προβο­ λής, έσωτερίκευση οικογενειακών καταστάσεων πού άφορούν παλιές γενιές) γιά νά γίνει ό κύ­ ριος διαμορφωτής τού είναι τού άτόμου.

Ή ριζοσπαστικότητα ωστόσο τής κοινωνικής αυτής κριτικής πού άσκεϊ ή άντιψυχιατρική θά λέγαμε ότι εμφανίζεται μέ μιά έντονα συγκινη­ σιακή μορφή, πού συγκαλύπτει μιά έπεξεργασμένη θεωρητική έδραίωση. Έ τσι, δέν μάς πεί­ θει πάντα γιά τή διαλεκτικότητα τής αμφισβήτη­ σής της -συστατικό άναγκαΐο γιά μιά δυναμική σύνθεση- ενώ ή τάση της γιά συνεχή άρνηση δέν άντισταθμίζεται άπό μιά παράλληλη επιβεβαίω­ ση. Ή πορεία μιάς σταδιακά αυξανόμενης πολιτι­ κής ριζοσπαστικότητας τών βρετανικών άντιψυχιατρικών θέσεων συμπορεύεται μέ μιά άντίστοιχη πορεία σταδιακής εξύψωσης τής θέσης τού σχιζοφρενούς. Έ τσι, τώρα ή σχιζοφρένεια δέν θεωρείται άπλά ένας διαφορετικός τρόπος ύπαρ­ ξης άλλά ένα στάδιο μιάς ψυχικής θεραπευτικής διαδικασίας, μιά άπαρχή ϊασης πού περικλείει τή δυνατότητα εισόδου στό βασίλειο τής ύπερύγείας. Μιά τέτοια όμως προσέγγιση τής παραφροσύ­ νης, ένώ προσπαθεί νά τήν άπομυθοποιήσει άπό παλαιά σχήματα, στήν πραγματικότητα τή μυθο­ ποιεί μ’ έναν καινούριο τρόπο, παγιδεύοντάς την πάλι σέ άπλουστευτικές μυθοπλαστικές κατα­ σκευές.

Οί οριακές δυνατότητες τών έναλλακτικών λύσεων Στό περίπτερο 21 μιάς παραδοσιακής ψυχιατρι­ κής κλινικής τού Λονδίνου καί στήν αύτοδιαχειριζόμενη κοινότητα τού Κίνγκσλεϋ Χώλ θά γί­ νουν, στά μέσα τής δεκαετίας τού ’60, άπό τόν Cooper καί τόν Laing, οί πρώτες προσπάθειες πραγμάτωσης τού άντιψυχιατρικού πειράματος. Τό χαρακτηρισμένο σάν «τρελό» άτομο είναι έλεύθερο, έξω άπό κάθε φαρμακευτικό καταναγ­ κασμό, νά επιχειρήσει τό μεγάλο άναγεννησιακό ταξίδι μέσα στόν έαυτό του. Σάν μιά φυσική μέ­ θοδος ϊασης πού ίσοδυναμεί μέ τήν άνακάλυψη τού πραγματικού, μή άλλοτριωμένου εαυτού, χρησιμοποιείται καί υποθάλπεται ή δυνατότητα παλινδρόμησης πού έχει τό άτομο, ή δυνατότητα δηλ. έπιστροφής σέ πρώιμα στάδια τής ψυχοσεξουαλικής του έξέλιξης, γιά νά μπορέσει στή συ­ νέχεια νά έπανέλθει, έχοντας άποκτήσει μιά και­ νούρια έπαφή μέ τόν έαυτό του. Χαρακτηριστικό είναι τό παράδειγμα τής Ma­ ry Barnes, πού πρίν έλθει νά μείνει στό Κίν­ γκσλεϋ Χώλ φέρει τή διάγνωση τής χρόνιας σχι­ ζοφρένειας. Στήν προσπάθειά της νά άποφύγει τίς οδύνες τής ένηλικίωσης, ή Μ. Barnes βιώνει τήν ψυχωτική της εμπειρία μέσα άπό τήν έπιθυμία της νά ξαναγίνει μωρό, νά ξαναγυρίσει στήν


αφιερωμα/57 πηγή τής άρχικής της προέλευσης. Στό Κίνγκσλεϋ Χώλ τής δίνεται ή δυνατότητα νά έπιστρέψει σέ μιά σχεδόν ένδομητριακή κατάσταση προτού άρχίσει νά ζεϊ ξανά. Τρέφεται μέ τό μπιμπερό, παίζει μέ τά περιττώματά της, μέρες όλόκληρες κάθεται άκίνητη στό κρεβάτι. Ή ένθάρρυνση τής όπισθοδρόμησής της στοχεύει στό νά μεγαλώσει ξανά άπό τήν άρχή, άπαλλαγμένη αυτή τή φορά άπό τίς άγωνίες καί τούς φόβους πού ήταν συνυφασμένοι μέ τήν πρώτη της ανά­ πτυξη. Τό περίπτερο 21, δπως καί τό Κίνγκσλεϋ Χώλ, είναι θεραπευτικές κοινότητες πού προσπαθούν νά άποφύγουν αύτό πού ό Don Jackson άποκαλεϊ «κατάρα τής σύγχρονης ψυχιατρικής»: τόν έτικεταρισμένο άνθρωπο. Κύριο μέλημα τής κοι­ νότητας είναι νά μπορέσουν οί άρρωστοι «νά ύπάρξουν» μέ δλη τήν υπαρξιακή δύναμη πού περικλείει αυτή ή έννοια, νά ξεφύγουν άπό τόν έπίπλαστο παθητικό ρόλο στόν όποιο τούς εξω­ θεί ή οίκογένειά τους στήν άρχή καί ή ψυχιατρι­ κή κλινική έπειτα καί νά προστατευθούν άπό τήν κοινωνική άπαξίωση πού άσκούν πάνω τους οί «υγιείς τώ πνεύματι», άπαξίωση πού ίσοδυναμεϊ μέ μιά ύπουλη πράξη βίας. Ή μεταβολή τών διαπροσωπικών σχέσεων (ρόλοι νοσοκόμων, γιατρών, άσθενών) μέσα άπό τήν κατάργηση τής ιεραρχίας, ό διαλεκτικός τρόπος άντιμετώπισης τής πραγματικότητας, συνιστά τή θεραπευτική όψη τής δουλειάς, παρο­ τρύνοντας τόν άρρωστο στή σταδιακή συνειδητοποίηση τού ρόλου καί τής δύναμής του μέσα στήν όμάδα καί στήν άνακάλυψη ένός όλοένα εύρύτερου πεδίου αυτόνομης δράσης γιά τόν έαυτό του. Ή θεμελιακή όμως δυσκολία πού άντιμετώπισαν κατά τή γνώμη μας τέτοιου είδους πειράμα­ τα είναι ή τεχνητή στεγανοποίηση πού προκαλούν μέσα στήν άπομόνωση τού δικού τους χώ­ ρου. Τά πειράματα αύτά ξεχνούν νά υπολογί­ σουν ότι τόσο τό προσωπικό όσο καί οί άσθενεϊς θά ’πρεπε νά άπαρνηθούν ένα ολόκληρο ιδεολο­ γικό καί ταξικό σύστημα άπ’ όπου άντλοΰν είτε τά προνόμιά τους, οί μέν, είτε τό περίγραμμα τής ταυτότητάς τους, οί δέ. Στήν πραγματικότητα, είναι έξαιρετικά δύσκολο νά άπεκδυθούν ένα πολυχρόνιο παρελθόν «κοινής» κοινωνικής ζωής καί τή βαθιά επιβάρυνση άπό τήν προγενέστερη συμμετοχή τους σ’ όλες τίς διαδικασίες μιας στιβαρά ιεραρχημένης κοινωνίας. Έτσι, μέσα στό νέο περιβάλλον τους, πού έδινε τήν έντύπωση ένός πειραματικού σωλήνα κενού άπό άέρα καί μικρόβια, μεταφυτεύονται πολύ γρήγορα οί δε­ σμεύσεις τού παρελθόντος. Παρόμοιες δυσκολίες θά άντιμετωπίσει καί ή έφαρμογή τής άντιψυχιατρικής στήν ’Ιταλία, όπου κύριος εκφραστής της είναι ό Basaglia, τού όποιου ό τελικός στόχος, ή ένσωμάτωση τής κοι­

νότητας τής Κορίτζια στόν κοινωνικό περίγυρο, θά προσκρούσει στήν άρνηση συνεργασίας τής τοπικής διοίκησης, πού θά άσκήσει ένα άνασταλτικό άποτέλεσμα στήν όλη προσπάθεια. Ή διερεύνηση τών δυσκολιών πού άντιμετωπίζουν οί άπόπειρες ύλοποίησης τής άντιψυχιατρικής σκέψης, μάς δίνει τή δυνατότητα νά έκτιμήσουμε πόσο άσφυκτικά είναι τά περιθώρια έπιβίωσης μιας άντιθετικής τάσης υποχρεωμένης νά βιώσει μέσα στά πλαίσια τών ύπαρχουσών δομών.

’Αντί έπιλόγου: Μιά άλλη μυθογονία; Ή δύναμη τής άντιψυχιατρικής δέν άντλεϊται άπό τήν πρωτοτυπία της όσο άπό τίς συγκεκρι­ μένες ιστορικές συγκυρίες μέσα στίς όποιες λει­ τουργεί κριτικά. Σέ μιά περίοδο κατάρρευσης τών θεσμών καί κρίσης τών άξιών, δπως ή σημε­ ρινή, ή κοινωνία περισσότερο παρά ποτέ υπο­ χρεώνεται νά υπερασπίσει τόν έαυτό της πάνω σέ πλασματικά καί αυθαίρετα σύνορα τού παθο­ λογικού καί τού φυσιολογικού. Έ να πρότυπο τής κανονικότητας συνυφασμένο μέ τήν παραγω­ γικότητα, τήν πειθαρχία, τόν κομφορμισμό διαιωνίζεται καί μετατρέπεται σέ κυρίαρχο πρό­ τυπο συμπεριφοράς. Ή κυρίαρχη φυσιολογικότητα περιφρουρείται καί καθαγιάζεται στιγματί­ ζοντας καί περιθωριοποιώντας όσους παρεκκλί­ νουν άπό τίς νόρμες της. Ή άντιψυχιατρική ευαισθητοποίησε τήν κοινή γνώμη γύρω άπό τό πρόβλημα τής ψυχικής άσθένειας καί έριξε φώς στούς πολύπλοκους μηχανι­ σμούς πού διαμορφώνουν τήν κοινωνική άντίδραση σ’ αυτήν. Κατέδειξε παράλληλα ότι κα­ θιερωμένες άλήθειες πού θεμελιώνουν τήν ιδεο­ λογία τής καθημερινής μας ζωής, μάς έξωθούν στήν άντικειμενοποίηση καί στήν άκύρωση ου­ σιαστικών πλευρών τού έαυτού μας. 'Ωστόσο, μέ τό πέρασμα τού χρόνου, μέσα στούς κόλπους τής άντιψυχιατρικής συσσω­ ρεύονται μύθοι καί παρερμηνείες πού άντιστρατεύονται τούς άρχικούς της στόχους καί άλλοιώνουν τή φυσιογνωμία της, ένδυναμώνοντας ίσως


58/αφιερωμα παράλληλα τό πεδίο έπιβολής μιας άνανεωμένης άλλα πάντα παραδοσιακής ψυχιατρικής. Έ τσι, ό άγώνας ενάντια στη φρίκη τού άσυ­ λου καί τόν κατασταλτικό του χαρακτήρα θά γί­ νει γενεσιουργός μιάς άπλουστευτικής συνθημα­ τολογίας τού τύπου: «κλείστε τά ψυχιατρεία». Τό γκρέμισμα δμως τών ψυχιατρείων, άποκομμένο άπό τή ριζική άναδιάρθρωση τών υπόλοιπων κοινωνικών θεσμών, δίχως νά έχει τή δυνατότη­ τα έπίλυσης τοϋ ψυχιατρικού προβλήματος, με­ ταφέρει άπλά σέ άλλους χώρους (νοσοκομεία ήμέρας, θεραπευτικές κοινότητες, κέντρα έργασιοθεραπείας) καί μέ μιά πιό περίτεχνα καλυμ­ μένη μορφή, τόν έλεγχο τής άνθρώπινης συμπε­ ριφοράς, διαμορφώνοντας έτσι μιά ψυχιατρική νέα στήν έκφραση, άλλά άμετακίνητη στήν πα­ ραδοσιακή ιδεολογία. Μιά πλούσια έπίσης μυθολογία χαλκεύεται γύρω άπό τήν άντιψυχιατρική έξιδανίκευση τής τρέλας, έξιδανίκευση πού μέ ευχέρεια μεταποιεί­ ται σέ άρνηση ύπαρξης τής ψυχικής άρρώστιας. Ή στάση αυτή, ενώ άρχικά έκφραξε μιά ριζική άντίθεση μέ τήν παραδοσιακή ψυχιατρική στάση άπέναντι στήν ψυχική άσθένεια, μετασχηματίζε­ ται στή συνέχεια σέ άρνηση καί άποφυγή άντιμετώπισής της. Ό έκθειασμός τής τρέλας, δταν παράλληλα συμπορεύεται μέ τήν κατάργηση τής θεραπείας, προσκρούει μοιραία στήν άναπόφευκτη όδύνη πού βιώνει ό ψυχωτικός. ’Ανεξάρτητα άπό τήν πηγή προέλευσης τής οδύνης, άνεξάρτητα δηλα­ δή άπό τό έάν αύτή είναι προϊόν ένδοψυχικών ή καί κοινωνικών συγκρούσεων, είναι γεγονός δτι ό ψυχωτικός, έχοντας μιά συμβιωτική σχέση μέ τό άσυνείδητό του, δίχως τούς προστατευτικούς μηχανισμούς τοϋ μή τρελού, είναι έκτεθειμένος στή συνεχή άπειλή μιάς βαθιάς όδύνης. Μέ τήν κατάργηση κάθε είδους θεραπείας ή όδύνη μένει αϊολη. Ποιος μπορεί νά έπωμισθεΐ τήν εύθύνη μιάς τέτοιας έπιλογής; Ή σημασία τής άντιψυχιατρικής βρίσκεται στήν άνίχνευση τών κρυμμένων δυνατοτήτων τού τρελού, στήν άξίωση πού έγείρει νά τού άναγνωριστεϊ μιά κοινωνική θέση, συνομιλητή, ένεργού υποκειμένου. Ή σημαντική αύτή προσπάθεια θά είναι γενεσιουργός ένός άλλου μύθου πού μετουσιώνει τόν τρελό σέ φορέα έπαναστατικότητας, σέ πολεμική μηχανή ενάντια στό λογικό καί ένάντια σ’ δλη τήν άξιολογική κλίμακα τής άρχουσας ιδεολογίας. ’Από τή θεώρηση αύτή άναδύεται ένα θεμελιακό έρώτημα: Ό τρελός μπορεί νά είναι ή εναλλακτική λύση; Ό λόγος τού τρελού μπορεί νά είναι άποκαλυπτικός τών χασμάτων τής κυρίαρχης λογικής μας, τών παγιδεύσεων τού είναι μας άπό τίς κα­ θιερωμένες άλήθειες μας, μπορεί νά ένσαρκώνει άπόκρυφα άποθέματα τρέλας πού ελλοχεύουν στόν καθένα μας καί άγνοούνται άπό δλους μας.

Ή ύπαρξη τού τρελού μπορεί νά μάς δείχνει μέ ένα συνταραχτικό ίσως τρόπο δτι ή ζωή καί ό θάνατος, τό λογικό καί τό παράλογο, τό έφησυχαστικό καί τό τρομαχτικό βρίσκονται μέσα μας, μάς κατοικούν μ’ έναν ιδιαίτερο γιά τόν καθένα μας τρόπο, κι δτι ή ψυχική υγεία ίσως νά κατοι­ κεί στό χώρο συμφιλίωσης τών άντιθετικών αυ­ τών τάσεων. 'Ωστόσο, ό τρελός, έγκλωβισμένος μέσα στή δική του όδύνη, προϊόν ό ίδιος τής καταπίεσης τής άρχουσας νόρμας καί όχι τής άρνησής της, δέν έχει τή δυνατότητα νά προβάλει σάν εναλλα­ κτική λύση στό κυρίαρχο μοντέλο τής κανονικό­ τητας. OL σκέψεις αύτές μάς φέρνουν πάλι άντιμέτωπους μέ τά θεμελιακά ερωτήματα: Ποιός είναι ό κανονικός; Ποιός είναι ό φυσιολογικός; Ποιός είναι ό παράφρονας; Καί πάνω άπό δλα τό έρώ­ τημα: 'Υπάρχει μιά έναλλακτική κανονικότητα; Τά ερωτήματα αυτά, πού άναδύονται μέ ένάργεια μέσα άπό δλη τήν άντιψυχιατρική προ­ βληματική, συνιστώντας ίσως τήν πιό θεμελιακή της συμβολή, παραμένουν άνοιχτά. Ή άπουσία εναλλακτικού όρίζοντα τά μετουσιώνει σέ συ­ στατικά στοιχεία ένός λαβύρινθου. 'Υπάρχει άραγε διέξοδος; ή «δλοι οί δρόμοι είναι κλειστοί;»2 Στή θέση μιάς άπάντησης θά χρησιμοποιήσου­ με μιά άναφορά άπό μελέτη σχετικά μέ τό έργο τού Μπόρχες. «Κανείς δέν έχει μεγαλύτερη πι­ θανότητα νά βρει τή διέξοδο (ή τό κέντρο) τού λαβύρινθου άπό έναν τυφλό άπαλλαγμένο άπό τό μαρτύριο τών συνεχών έναλλακτικών λύ­ σεων». 'Υπήρξε άραγε ή άντιψυχιατρική ένας τέτοιος ένορατικός τυφλός;

Σ η μ ε ιώ σ ε ις :

1. Ή συγγένεια τής σουρεαλιστικής προβληματικής μέ τήν άντιψυχιατρική γίνεται ιδιαίτερα έκδηλη στό σημαντικό έργο τοϋ A. Breton «Nadja», πού κυκλοφορεί γιά πρώτη φορά τό 1928. "Ολο τό έργο είναι διάχυτο άπό τή γοητεία πού άσκεί στόν Breton ή «περιπλανώμενη ψυχή» fame errante) τής Nadja. Οί έκόηλώσεις τής αινιγματικής Nadja τήν έντάσσονν ίσως στήν κατηγορία τών σχιζοφρενών, ωστόσο ό παθολογιαμός της ταυτίζεται σέ δλο τό έργο μέ μιά άνώτερη, θά λέγαμε, μορφή ύγείας. θ ά μπορούσαμε Ισως νά πα­ ραλληλίσουμε τήν έμπλουτιστική έμπειρία πού άποκομίζει ό Breton άπό τήν Nadja μέ έκείνη πού θά Αποκομίσει 40 χρό­ νια άργότερα ό Laing άπό τήν ψυχωτική Mary Barnes. (Βλ. τά κείμενα πού ή Ιδια έγραψε καί δημοσιεύονται στό βιβλίο: «Ronald Laing et I'Antipsychiatrie», Payot 1971, αελ. 265271). 2. Ή άναφορά μας στό άδιέξοδο τοϋ λαβύρινθου μάς φέρνει στό νοϋ τήν τελευταία σκηνή άπό τό πρόσφατο έργο τοϋ Bergman «Μαριονέτες» καί τή φράση πού έπαναλαμβάνει ό πρωταγωνιστής στό τέλος: «"Ολοι οί δρόμοι είναι κλειστοί». 3. Χόρχε Λουίς Μπόρχες: «Ρόδινο καί γαλάζιο», έκδόσεις 'Ύψιλον, 1982 (βλ. ατά έπιλεγόμενα τοϋ μεταφραστή Α. Κυριακίδη, σελ. 93).


αφιερωμα/59

Μικρό λεξικό των σημαντικότερων ονομάτων τής ψυχανάλυσης Σ τό μικρό α υτό λεξικό όέν μ π ή κ α ν όλα τά ονόματα διότι τό άφ ιέρω μα α υτό όέν είχε τή δ υ ν α τό τη τα νά περιλά β ει τούς π ά ντες σέ μ ιά πρα γμ α τικ ή σύνοψ η όλη ς τή ς σχεδόν εκα τον­ τά χρονης π ιά ιστορίας τή ς ψ υχανάλυσης. Τό μόνο πο ύ θελήσαμε εδώ νά κάνουμε, είναι νά π α ρουσ ιά σου με επ ιλεκτικά ορισμένες προσω πικότητες, γιά νά δείξουμ ε τίς τά σ εις κ α ί την πολυφ ω νία π ο ύ υ π ή ρξα ν μ έσ α σ ’ αυ τό τό σα γη νευτικό, π ερίεργο κ α ί μ οναδικό φαινόμενο τής ψ υχανάλυσης. (Ίσ ω ς π ο τέ άλλοτε, ο ύ τε στό π α ρελθό ν αλλά ο ύ τε κ α ί στό μέλλον, δέν έχει υ π ά ρξει ή δέν θά υ π ά ρξει μ ιά επιστήμη δη μιουργημένη άπό έναν κ α ί μόνο άνθρω πο, όπω ς ό Φ ρόυντ έκα νε μ έ τήν ψ υχανάλυση, έστω κ α ί αν δα νείστηκε άπ ό όώ κι άπό κεΐ, όπω ς ή τα ν αναπόφ ευκτο, πολλά στοιχεία .) Π α ραλείψ αμε, εκτός άπ ό το ύ ς ψ υ χα ν α λ υ τές γιά το ύ ς ό ποιους γίν ετα ι λό γο ς σέ ιδια ίτερα κεφ ά λα ια α υ το ύ το ύ άφ ιερώ ματος, κ α ί τούς π ε ­ ρισσότερους έλληνες ψ υχαναλυτές, μ έ εξαίρεση το ύ ς λ ίγο υ ς π ο ύ έπ ηρέα σα ν γενικ ά τό δ ια ­ νοητικό κλίμα τής επ οχή ς τους.

A Ά ικ χ ο ρ ν Αύγουστος (Aichhorn August): Στάθηκε 6 πρώτος ψυχαναλυτής που άσχολήθηκε μέ τούς νεαρούς «εγκληματίες» καί τη νεανική εγκληματικότητα. Στήν κλασική του μελέτη Χ α μ έ ν η ν ε ο λ α ία έδειξε δτι τό έννοιολογικό πλέγμα τής ψυχανάλυσης μπορεί νά έφαρμοστεί καί σ’ αυτούς τούς νέους παρά τό δτι υποτίθε­ ται δτι δέν διαθέτουν ένα ισχυρό έγώ ή δέν διαθέτουν άρκετή ήθική συνείδηση. (Τήν ίδια έποχή ή εμπειρία τού Μ ακαρένκο στό Μ π ό λ σ ε σ τ β ο , στή Σοβιετική "Ενω­ ση, έδειξε δτι οί νέοι αυτοί χρειάζονται μιά άλλη προ­ σέγγιση, άπλή: νά άναλάβουν ευθύνες. Κι δχι άναμορφωτήρια...)

’Αλεξάντερ Φράντς (Alexander Franz, 1891-1964), ’Α π ό τούς πρώτους μαθητές τού ’Ινστιτούτου τής Ψ υ­ χανάλυσης τού Βερολίνου, τό 1919, καί τού Κάρλ Ά μ πρααμ. Μάρτυρας τών συγκρούσεων γύρω άπό τόν Στέκελ, τόν Ράνκ καί τόν Φερέντσι, γιά τήν επιτάχυν­ ση τής θεραπείας, θεώρησε δτι δέν μπορεί νά υπάρ­ ξουν κανόνες ισχυροί γιά δλα τά άτομα καί δτι θά ’πρεπε ή διάρκεια τής ψυχαναλυτικής θεραπείας νά έξαρτιέται άπό κάθε μεμονωμένο άναλυόμενο. Τό 1931 ιδρύει τό Ψυχαναλυτικό ’Ινστιτούτο τού Σικάγου, δπου, σύμφωνα καί μέ τίς άπαιτήσεις τής άμερικανι-

κής ζωής τής προσαρμογής στήν κοινωνία τού άτόμου, ό ’Αλεξάντερ άρχίζει μιά «ενεργό ψυχαναλυτική ψυχο­ θεραπεία», δπου έμποδίζει τόν άναλυόμενο νά καταφύγει υπερβολικά στή φαντασία του καί στό παρελ­ θόν, καί τόν βάζει άντιμέτωπο καί μέ τίς τρέχουσες πραγματικές του δυσκολίες, πράγμα γιά τό όποιο χρειάζεται νά έχει έμπιστοσύνη στόν έαυτό του. "Ομως ή κύρια συμβολή τού ’Αλεξάντερ είναι ή θεμελίωση, μέ όρισμένους άλλους, τής ψ υ χ ο σ ω μ α τ ι κ ή ς ιατρικής. Μό­ λις τώρα, τά τελευταία χρόνια, έχουν άρχίσει οί για ­ τροί γενικά νά συνειδητοποιούν δτι άρρώστιες σάν τό έλκος τού στομάχου, τήν υπέρταση, τίς κεφαλαλγίες, τίς κολίτιδες κ.ά. άποτελοΰν σχεδόν καθαρά ψ υ χ ικ ά νοσήματα καί δχι σωματικά.

Ά μ π ρ α α μ Κάρλ (Abraham Karl, 1877-1925): Μετρη­ μένος καί γερμανικής (ή πρωσσικής) νοοτροπίας, ήταν έπί χρόνια ό ψυχραιμότερος άνθρωπος στήν έταιρεία. Οί πρωτοποριακές του έργασίες στά στάδια τής ψυχοσεξουαλικής άνάπτυξης (στοματικό, πρωκτικό κ.ά.) καί ή έφαρμογή τους στήν κατανόηση τών ψυχώσεων είναι, μέχρι σήμερα, σημαντικότατες. ’Επίσης, είναι ό άνθρωπος πού, μετά τόν Φρόυντ, άνέλυσε τούς σημαν­ τικότερους ψυχαναλυτές τής δεύτερης γενιάς. ’Αρχικά ήταν βοηθός τού Γιούνγκ καί τού Μπλόυλερ στό ψυ­ χιατρείο Burghozli. Συνάντησε τόν Φρόυντ μόνο τό


60/αφιερωμα

1907. "Ιδρυσε τήν Ψυχιατρική Ε τα ιρ εία τοΰ Βερολί­ νου. Έ χ ει μείνει στήν ιστορία σάν «ό πιστός τών πι­ στών». Οί έργασίες του πάνω στό όνειρο καί τό μύθο είναι ένδιαφέρουσες. 'Υ πέδειξε, π .χ ., δτι ό Προμηθέας ίσως είναι κάθε παιδί πού, παρακούοντας στούς γονείς του, άνακαλύπτει τή σεξουαλικότητα («παίζει μέ τη φωτιά»), άφοΰ πραμάνθα είναι, στά σανσκριτικά, τό όνομα τοΰ μακρόστενου κυλινδρικού ξύλου πού, τριβόμενο μέ μεγάλη ταχύτητα στην κεντρική έγκοπή τοΰ «θηλυκού» ξύλου, πού είναι σάν κούπα, γεννά τή φ ω ­ τ ιά . Ε π ίσ η ς, έδειξε πώς λειτουργούν στήν ίουδαιοχριστιανική παράδοση τά σεξουαλικά σύμβολα τού «δφι», τού «άπαγορευμένου καρπού» κλπ. ("Ας σημειωθεί, έν παρόδω, ότι ό μηλεώνας λέγεται σέ κάποια γλώσσα τής Μεσοποταμίας παραντέσα!)

Βοναπάρτη Μαρία (Bonaparte Marie, 1882-1962): Γαλλίδα, παντρεύτηκε τόν πρίγκιπα Γεώργιο τής Ε λ ­ λάδας καί μέ τή μεγάλη της περιουσία βοήθησε σημαν­ τικά καί άποφασιστικά τήν Ψυχαναλυτική Κίνηση καί τόν ίδιο τόν Φρόυντ. Χαρακτηριστικά, ή άλληλογραφία Φρόυντ-Φλίς άγοράστηκε άπ’ αυτήν καί δημοσιεύ­ τηκε. "Ιδρυσε μαζί μέ άλλους τή Γαλλική Ψυχαναλυτι­ κή Ε τα ιρ εία , στό Παρίσι τό 1926. Πλήρωσε τά λύτρα πού ζητούσαν οί να ζί γιά νά άφήσουν τόν Φρόυντ καί τήν οίκογένειά του νά φύγουν άπό τή ναζιστικοποιημένη πιά Αυστρία. Ό Φρόυντ έγραψε τόν πρόλογο γιά τό έργο της πάνω στή νεύρωση καί τήν έμπνευση τού Έ ντγκαρ "Αλαν Πόε. (Τμήματα αυτού τού έργου έχουν βγει καί στά έλληνικά σέ μετάφραση Α . Δρακουλίδη.) Τό έργο της Ή γ υ ν α ι κ ε ί α σ ε ξ ο υ α λ ικ ό τ η τ α , άν καί θεωρείται ξεπερασμένο άπό βρισμένους, έχει, έντούτοις, ένδιαφέρουσες άναλύσεις.

Γ Γκουατταρί Φελίξ (Guattari Felix): Γάλλος. Γνωστός στήν Ε λ λά δα άπό τή μετάφραση τού βιβλίου του (σέ συνεργασία μέ τόν φιλόσοφο Ζίλ Ντελέζ) Ά ν τ ι ο ι δ ί π ο δ α ς : Κ α π ι τ α λ ισ μ ό ς κ α ί σ χ ιζ ο φ ρ έ ν ε ι α καί τίς παρεμβά­ σεις του υπέρ τών δικαιωμάτων τών μειονοτήτων καί τών «διαφορετικών», μέ τή συμμετοχή του καί στό πρόσφατο συνέδριο πού όργάνωσε τό περιοδικό « Ά μ φί» στό Γαλλικό ’Ινστιτούτο τής ’Αθήνας, μέ θέμα «Σε­ ξουαλικότητες καί πολιτική» (Νοέμβριος 1982). ’Α νή­ συχο μυαλό, πολιτικά ριζοσπάστης, έχει καταγγείλει δριμύτατα τήν κατασταλτικότητα τής σύγχρονης ψ υχα­ ναλυτικής πρακτικής σάν «άστυνομικής». Ό Ά ν τ ι ο ι ό ί π ο δ α ς όμως, παρά τό ότι έγινε παντού θέμα συζήτη­ σης, σέ ένα πολύ προσεκτικό διάβασμα άποκαλύπτεται πολύ συγχυτικός καί συγχυσιογόνος καί πολύ λιγότερο πρωτότυπος, σάν σύνολο ιδεών. Πολλές ιδέες τής δε­ καετίας τού ’30 σερβιρισμένες μέ τελευταία παριζιάνι­ κη σάλτσα, όπως σωτά παρατηρεί ό Christopher Lasch στό άρθρο του «Ή φροϋδική άριστερά» (περιοδικό «’Αντιθέσεις», τεύχος 8). Γκρόντεκ Γκέοργκ (Groddeck Georg, 1866-1934): Στάθηκε, σύμφωνα μέ δήλωσή του, ό πρώτος «άγριος»

ψυχαναλυτής, πού άσκησε δηλαδή τήν «ψυχανάλυση» ή κάποιο είδος της χωρίς νά έχει ό ίδιος ύποστεϊ πρώ­ τα μιά «διδακτική» άνάλυση καί χωρίς νά υποτάσσεται σέ κάποιους κανόνες άλλων. Δ ιά βίου συνοδοιπόρος τοΰ Φρόυντ, άποθανατίστηκε καί άπό τόν Τόμας Μάν στό πρόσωπο τού φυματιολόγου-ψυχαναλυτή Δρος Κροκόφσκι στό Μ α γ ικ ό β ο υ ν ό (1922). Γιός πετυχημέ­ νου γιατρού, μαθήτευσε κοντά στό γιατρό τού καγκε­ λάριου Μπίσμαρκ, τόν τραχύ άλλά άποτελεσματικό Έ ρνεστ Σβένινγκερ. ’Α φού εργάστηκε σ’ ένα σανατό­ ριο τοΰ Βερολίνου, άνοίγει τελικά τό δικό του, στό Μ πάντεν-Μ πάντεν, λουτρόπολη πλουσίων. Γνωρίζει τά έργα τοΰ Φρόυντ άργά, τό 1917. ’Ισχυρίζεται πρώ­ τος (έκτος άπό τή Mary Baker Eddy τού περασμένου αιώνα) δτι ή ψυχική κατάσταση δημιουργεί -ή συμ­ βά λλει- κ ά θ ε άρρώστια, άκόμα καί τόν καρκίνο. Έ τσι έγκαινιάζει τήν ψυχοσωματική ιατρική. Τό βι­ βλίο του, τοΰ 1913, N a sa m e cu , άπό τά άρχικά τού λατι­ νικού άφορισμαύ « N a tu ra sa n a t, m e d ic u s c u ra t» (ή φύ­ ση θεραπεύει, ό γιατρός φροντίζει) γίνεται πασίγνω­ στο. Εκλαϊκεύει τήν έννοια καί τόν δρο τού προεγώ (Es στά γερμανικά, Qa στά γαλλικά), τόσο πολύ μάλι­ στα πού σήμερα τυραννιόμαστε άπό μιά «πραγμοποιημένη» άντίληψη τού προεγώ (Id) σάν άπρόβλεπτου δ α ι ­ μ ό ν ιο υ , σάν π ρ ά γ μ α τ ο ς ’Ιδιαίτερα καθώς χρησιμοποι­ ούνται κακές άποδόσεις του στά έλληνικά, δπως τό «αυτό», ό «αυτός», ή τό «έκείνο» (βλ. τό δμώνυμο βι­ βλίο τής Μαρί Καρντινάλ, στήν κατά τά άλλα έξαίρετη μετάφραση τής Τατιάνας-Γκρίτση Μιλλιέξ, ή τό Έ ρως καί π ο λ ι τ ι σ μ ό ς τού Μ αρκούζε στίς έκδόσεις Κάλβος, στή μέτρια μετάφρασή του). Έ τσι ή μυθολογική εικό­ να ένός προεγώ πού μοιάζει μέ τεντυμπόη πού συγ­ κρούεται μέ τόν σεβάσμιο δεσπότη, τό υπερεγώ, έχον­ τας γιά ξεθεωμένο γεφυροποιό ένα έγώ πού μοιάζει μέ ευθυνόφοβο δημόσιο υπάλληλο, άντικατάστησε τή βα­ σική άνακάλυψη τοΰ Φρόυντ τών δ ύ ο τ ρ ό π ω ν λ ε ι τ ο υ ρ ­ γ ί α ς τού ψυχικού όργάνου: τήν πρωτογενή διεργασία (primam process) καί τή δευτερογενή (secondam pro­ cess), γιά τίς όποιες θά παρουσιαστεί τό κλασικό άρ­ θρο τού Φρόυντ τού 1911 «Οί δύο άρχές της ψυχικής λειτουργίας». Οί κατοπινές φιλοναζιστικές ιδέες τού Γκρόντεκ μειώνουν τήν άξια τού έργου του, πού περι­ λαμβάνει δοκίμια γιά τήν τέχνη καί τή λογοτεχνία μέ έντονα ποιητικό ύφος.

Γουίννικοτ Ντόναλντ Γούντς (Winnicott Donald Woods, 1896-1971): Ά γ γ λ ο ς , άπό άριστοκρατική οικο­ γένεια, γίνεται γιατρός καί μετά παιδίατρος. Ε π η ρεά ­ ζεται άπό τή Μελανί Κλάιν, άλλά άποφεύγει νά πάρει θέση στή σύγκρουσή της μέ τήν Ά ν ν α Φρόυντ. Εισάγει τόν δρο μ ε τ α β α τ ι κ ό ά ν τ ικ ε ί μ ε ν ο (transitional object) γιά έκεϊνα τά άντικείμενα τών παιδιών (δπως είναι ό άντίχειρας πού βυζαίνουν, μιά κουβέρτα ή μιά κούκλα τους τήν όποια μυρίζουν συνέχεια κλπ.) πού έπιτρέπουν στό παιδί νά περάσει άπό τήν άπόλυτη έξάρτηση άπό τή μητέρα στήν άνεξαρτησία, μέσα άπ’ αυτά, σάν γ έ φ υ ρ α . Ε π ίσ η ς ό Γουίννικοτ τόνισε τή διάκριση τοΰ ψεύτικου έαυτού άπό τόν πραγματικό έαυτό, διάκριση πού γίνεται μέ βάση τό περιβάλλον τού παιδιού, καί έδειξε δτι τό πρόβλημα σέ πολλές περιπτώσεις γεννιέ­ ται άπό τήν πλαστοπροσωπία τού ψεύτικου έαυτού πού περνά κι έχει θεωρηθεί σάν ό πραγματικός.


αφιερωμα/61

Δ Δρακουλίδης Νίκος (1900-

): Έ λληνας ψυχανα­ λυτής, άρχικά γιατρός άφροδισιολόγος καί δερματολό­ γος. Χαλκέντερος συγγραφέας κάθε είδους λόγου, γνωστός στόν κόσμο τών γραμμάτων σάν Ά γγ ελο ς Δ ό ­ ξας. Έ χει γράψει άναρίθμητα έργα καί άρθρα, άπό κοσμοπολιτικά διηγήματα («Γκαρσόν, ένα ούίσκυ», «Μετά τά μεσάνυχτα» κ.ά.) έως σοβαρές ψυχαναλυτι­ κές έργασίες, δπως τήν ψυχολογική άνάλυση τοϋ έργου καί τής ζωής τού Παλαμά (Ε σ τία , 1959) καί τήν Ψ υ ­ χ α ν ά λ υ σ η τ ο ν κ α λ λ ιτ έ χ ν η κ α ί τ ο ϋ έ ρ γ ο υ τ ο ν (1948), πού βγήκε, Επαυξημένο, στά γαλλικά τό 1952 (Editions du Mont-Blanc). Δυστυχώς τά ποικίλα άρθρα του, πά­ νω στους λογοτέχνες (Τουργκένιεφ, Σαίξπηρ, Πιραντέλλο κλπ.) καί τούς εικαστικούς δέν έχουν βγει άκόμα σέ τόμους.

’Εμπειρικός Ά νδρέας: Μεγάλος νεοέλληνας ποιη­ τής καί ψυχαναλυτής. Μετά άπό μιά άνάλυση μέ τόν Λαφόργκ στό Παρίσι άσχολήθηκε μέ πάθος μέ τόν σουρεαλισμό. Ίσως ένας άπό τούς μεγαλύτερους σου­ ρεαλιστές ποιητές τοϋ αιώνα, όλων τών γλωσσών, καί σίγουρα ό πιό μεγάλος ποιητής ή λογοτέχνης μέσα στό παγκόσμιο ψυχαναλυτικό κίνημα. Ά ποτέλεσε μιά όμάδα, μαζί μέ τόν Δ. Κουρέτα, τόν Γ. Ζαβιτζιάνο καί τή Μαρία Βοναπάρτη. Κάποιες σκοτεινές παρεμβάσεις τόν άνάγκασαν νά διακόψει τήν ψυχαναλυτική του πρακτική. Τά άδημοσίευτα άκόμα κείμενά του υπολο­ γίζονται σέ χιλιάδες σελίδων, άνάμεσα στίς όποιες εί­ ναι ό Μ έ γ α ς ά ν α τ ο λ ικ ό ς , ένα έρωτογράφημα - ό δρος είναι δικός του- δύο χιλιάδων σελίδων, πού κάνει τόν Μαρκήσιο ντέ Σάντ (πού μερικοί θέλουν νά βλέπουν σάν πρότυπο χειραφετητοΰ) νά φαίνεται σάν άγαρ­ μπος νεοσύλλεκτος σέ πορνείο τής Κορίνθου καί, ταυ­ τόχρονα, σάν σεξουαλικά άνίκανος ναζιστής. Ό Ε μ ­ πειρικός μπαίνει, έτσι, στή σεξουαλική άκρα άριστερά τής ψυχανάλυσης, καθώς ό λόγος του είναι κυριολεκτι­ κά φουρνέλο στά έγκατα μιάς πραγματικότητας παγω­ μένης καί άπορριπτέας. Είναι κρίμα πού ό Φρόυντ δέν διάβασε, γιά λίγα μόνο χρόνια, τό «Τριαντάφυλλα στό παράθυρο». Θά ’βλεπε δλη τήν ψυχανάλυση σέ έξι άράδες.

Ζάς Τόμας (Szasz Thomas): Ούγγρος. Μετανάστευσε στίς ΗΠΑ τό 1938. θεωρείται ένα άπό τά κύρια στελέ­ χη τής.άντιψυχιατρικής. Είναι καθηγητής τής ψυχια­ τρικής στή Νέα Ύόρκη. Επιτυχημένος ψυχαναλυτής μέ πασίγνωστα άρθρα άπό καιρό, ό Ζάς δέν μπορεί νά κατηγορηθεϊ δτι έπιζητεϊ τόν Εντυπωσιασμό, δπως με­ ρικοί άλλοι. Οί άναλύσεις του, έστω κι άν διαφωνεί κανείς μ’ αΰτές σέ μερικά σημεία, είναι πάντα τεκμη­ ριωμένες καί προσεκτικές, βήμα πρός βήμα. Εκτός άπό άντιψυχίατρος ό Ζάς είναι σέ σημαντικό βαθμό καί άντιψυχαναλυτής, μέ τήν έννοια δτι έχει κριτικά­ ρει έντονα καί διάφορα έκφυλιστικά φαινόμενα στόν τρόπο μέ τόν όποιο ή ψυχαναλυτική σχέση διαιωνίζεται καί υποδουλώνει τόν άναλυόμενο. Γι’ αυτό πρότει-

νε ένα «άναλυτικό συμβόλαιο» στό όποιο θά ξεκαθαρί­ ζονταν άνάμεσα στόν άναλυτή καί τόν άναλυόμενο δλοι οί κανόνες τοϋ παιχνιδιού τους.

Κ Καρονζο Ίγκόρ (Caruso Igor, 1914): Σήμερα προσπαθεί νά δείξει τή συγγένεια πού ύπάρχει άνάμε­ σα στήν ψυχανάλυση καί τόν ιστορικό υλισμό. Γνω­ στός διεθνώς σάν τμήμα τής υπαρξιακής ψυχανάλυσης, σήμερα προσπαθεί νά άμφισβητήσει έντονα τήν ουδε­ τερότητα πού συνιστά ό Φρόυντ κατά τή διάρκεια τής άνάλυσης καί ύποστηρίζει δτι ή άναλυτική συνεδρία πρέπει νά γίνει μιά πραγματική άνταλλαγή, μιά συνζήτηση, ένας διά-λογος άνάμεσα σέ δύο άνθρώπινες ύπάρξεις. Προσπαθεί νά δείξει δτι ό κοινωνικός ρόλος τού ψυχαναλυτή δέν πρέπει ούτε νά προστατεύει τήν καθεστηκυίατάξη πραγμάτων, ούτε νά τήν υποσκάπτει καί νά τήν άνατρέπει, άλλά νά όδηγεϊ τήν άνθρώπινη ύπαρξη σέ μιά συνειδητοποίηση Ενεργητική καί ύπεύθυνη, δηλαδή νά Επιτρέπει στό άτομο νά ξεφεύγει άπό τήν π ρ α γ μ ο π ο ίη σ η στήν όποια τό Εξαναγκάζουν οί κοι­ νωνίες. Κύρια έργα: Ή ψ υ χ α ν ά λ υ σ η γ ιά τό π ρ ό σ ω π ο , Ή ψ υ χ α ν ά λ υ σ η έ ν ά ν τ ια σ τ ή ν κ ο ιν ω ν ία καί Ψ υ χ α ν ά ­ λ υ σ η κ α ί σ ύ ν θ ε σ η τ ο ν π ρ ο σ ώ π ο υ (πού έχει μεταφρα­ στεί στά Ελληνικά). Κουρέτας Δημήτρης: Ψυχίατρος καί ψυχαναλυτής, έγινε καθηγητής τής ψυχιατρικής στό Πανεπιστήμιο τής ’Αθήνας. Πολυγράφος, μέ άπέραντες γνώσεις τής άρχαίας Ελληνικής κοινωνίας (μυθολογίας κλπ.) καί πολύπλευρος, έχει δώσει πλούσιο συγγραφικό έργο πού άκόμα συνεχίζει. Τά άπαντά του (σ’ έναν όγκώδη τόμο, πού έξέδωσε ό Γ. Παρισιάνος), καλύπτουν ένα πελώριο φάσμα θεμάτων.

A Λαφόργκ Ρενέ (Laforgue Rend): ’Αναλυτής τού Ά ν δρέα Εμπειρικού στό Παρίσι. Τό έργο του δέν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο ή άφθονο. Έ π αιξε ρόλο ιστορι­ κό στή διάδοση τών ψυχαναλυτικών Εννοιών στή Γαλ­ λία. Τό έργο του ή Ψ υ χ ο π α θ ο λ ο γ ία τ ή ς ά π ο τ ν χ ί α ς έχει πολιτικό καί ιστορικό Ενδιαφέρον, καθώς δείχνει τήν Εφαρμογή τής ψυχανάλυσης σ’ αυτούς τούς τομείς (στό πώς ένας Ροβεσπιέρρος, π .χ., όδηγήθηκε στήν πτώση του άπό ασυνείδητα αισθήματα Ενοχής).

Μ Μπάλιντ Μίχαελ (Balint Michael, 1896-1970): Ούγ­ γρος. Φίλος τού Φερέντσι, διευθυντής τής ψυχοθερα­ πευτικής κλινικής τής Βουδαπέστης άπό τό 1933 έως τό 1938, δταν μετανάστευσε στήν ’Αγγλία. Άσχολήθηκε μέ τήν ψυχαναλυτική Εκπαίδευση τών γενικών για­ τρών. Μπέιτσον Γκρέγκορυ (Bateson Gregory, 1904): Α μερικανός άνθρωπολόγος. Ενσωμάτωσε μερικές έν­ νοιες τής ψυχανάλυσης στόν τρόπο του τής άποκρυπτογράφησης τών άρχαϊκών κοινωνιών. Επινόησε τήν περίφημη θεωρία τού «διπλού δεσμού» (double bind),


62/αφιερωμα

πού ερμηνεύει, σέ επίπεδο πληροφοριών καί συμβολι­ κής έπικοινωνίας, τόν μηχανισμό πρόκλησης τής σχι­ ζοφρένειας: ή άντιφατικότητα τών έντολών, τών γο ­ νέων άρχικά, πρός τό παιδί, τό κάνουν νά μήν μπορεί, τελικά, νά κάνει καμιά κίνηση στήν κατοπινή παρτίδα σκάκι πού παίζει μέ τήν πραγματικότητα. Α φ ο ύ εργά­ στηκε στη Νέα Γουινέα καί τό Μπαλί, έγκαταστάθηκε στό Πάλο Ά λ τ ο τής Καλιφόρνιας, δπου διεύθυνε έπί 13 χρόνια (’49-’62) τήν έρευνητική ψυχιατρική όμάδα πού έγινε πιά γνωστή σάν σχολή τού Palo Alto. Τό βι­ βλίο του Π ρ ό ς μ ι ά ν ο ι κ ο λ ο γ ία τ ο ν μ υ α λ ο ύ , άμετάφραστο στά έλληνικά, είναι πιά κλασικό.

Μ πίον Βίλφρεντ (Bion Wilfred, 1897-1979): Γεννήθη­ κε στήν ’Ινδία άπό πατέρα μηχανικό. Μετά άπό σπου­ δές ιστορίας στήν ’Οξφόρδη στράφηκε στήν ιατρική καί τήν ψυχιατρική καί έγινε ψυχαναλυτής κλαϊνιανής έμπνευσης. Πρόεδρος τής Βρετανικής Ψυχαναλυτικής Ε τα ιρ εία ς άπό τό 1962 έως τό 1965, έγκαταστάθηκε γιά μιά δεκαετία στό Λός "Αντζελες (1968-1979), δπου άπόκτησε διεθνή φήμη. Έ πιστρέφοντας στήν ’Αγγλία, πέθανε τό φθινόπωρο τού 1979. Ό Μ πίον έπινόησε ένα πλέγμα έννοιών τό όποιο άποτελεΐ ένα εργαλείο πού έπιτρέπει τόν καθορισμό τού ρόλου καί τίς θέσεις τών ιδεών πού έκδηλώνει ό άναλυόμενος κατά τή διάρκεια τής συνεδρίας. Ή άφαιρετική έκφραση αυ­ τού τού συστήματος καταγραφής παρέχει έναν καθολι­ κό τρόπο έπικοινωνίας, ικανό νά άπεικονίζει τό σύνο­ λο τών καταστάσεων καί τών ψυχαναλυτικών θεωριών άπό τόν συνδυασμό καί μόνο τών διαφόρων στοιχείων τού πλέγματος. ’Α πό κεϊ καί πέρα ή συγκεκριμένη έμπειρία μπορεί νά ξαναγραφτεί στίς πιό άφηγηματικές μορφές καί τίς πιό περιγραφικές, δπως ό μύθος καί τό μοντέλο. Κύρια έργα: Σ τ ί ς π η γ έ ς τ ή ς ε μ π ε ι ρ ία ς , Σ τ ο ι ­ χ ε ί α ψ υ χ α ν ά λ υ σ η ς καί Ψ υ χ α ν α λ υ τ ι κ έ ς σ υ ζ η τ ή σ ε ις . Μπλόυλερ Ευγένιος (Bleuler Eugen, 1857-1939): ’Ελβετός. ’Ακολούθησε τή γραμμή τού Έ μιλ Κραίπελιν πάνω στή σ χ ιζ ο φ ρ έ ν ε ι α , πού τότε όνομαζόταν «πρώιμη άνοια». Ή ταν ό πρώτος πού άρνήθηκε αύτή τήν έννοια καί πρότεινε τόν δρο σχιζοφρένεια, γιά νά δείξει τήν τραγική διάσπαση τού ψυχικού δργάνου σ’ αύτήν τή νόσο. Πάρα πολύ άνθρωπιστής μέ τούς άσθενείς του, περνούσε άτέλειωτες ώρες συζητώντας μαζί τους. Μέχρι σήμερα οί περιγραφές πού έχει άφήσει γιά τή σχιζοφρένεια θεωρούνται κλινικά άξεπέραστες. Ή πιό γόνιμη περίοδός του θεωρείται ή περίοδος πού βρισκόταν άκόμα κάτω άπό τήν έπίδραση τού Φρόυντ. Τότε είσήγαγε καί τήν έννοια τού α υ τ ι σ μ ο ύ , δηλαδή τού κλεισίματος τού σχιζοφρενούς στόν έαυτό.του καί τής έγκατάλειψης τής πραγματικότητας άπό τόν άσθενή, πράγμα πού τόν όδηγεί σέ έξωπραγματικό τρόπο τού σκέπτεσθαι. Τήν ίδια έποχή ό Φρόυντ χαρακτήριζε τίς ψυχώσεις καί τή σχιζοφρένεια σάν «ναρκισσιστικές νευρώσεις», μέ τό ίδιο περίπου σκεπτικό. ’Α ργότερα ό Μ πλόυλερ, έπηρεασμένος άπό μιά σειρά θριάμβων τής όργανικής ψυχιατρικής (τής έλονοσιοθεραπείας τής προϊούσας παράλυσης κ.ά .), άπομακρύνθηκε άπό τήν έπιρροή τών ψυχαναλυτικών ιδεών. Μ προύνο Μπεττελχάιμ (Bruno Bettelheim , 1903): Πολύ προικισμένος συγγραφέας πού έχει πετύχει νά έκλαϊκεύσει μέ μεγάλη έπιτυχία τά ψυχαναλυτι­

κά θέματα. Μετά άπό μιά έξαιρετικά καλή έκπαίδευση στήν ψυχολογία, τήν ψυχανάλυση καί τήν ψυχιατρική στή Βιέννη, θά κλειστεί, σάν Ε β ρα ίο ς, στό Νταχάου, καί μετά στό Μ πούχενβαλντ, γιά ένα χρόνο, πριν μπο­ ρέσει νά μεταναστεύσει στίς ΗΠΑ τό 1939. Διδάσκει στό πανεπιστήμιο τού Σικάγου καί τό 1944 άναλαμβάνει τή διεύθυνση τού ’Ινστιτούτου Σόνια Σάνκμαν, πού θά τό κάνει διάσημο κάτω άπό τό όνομα «Ό ρθογενής Σχολή τού Σικάγου». Ειδικευμένος στή θεραπεία τών αύτιστικών παιδιών, προσπάθησε νά μεταμορφώσει τή σχολή του σέ ένα «πλήρες θεραπευτικό περιβάλλον» δπου κυριαρχεί ή άπόλυτη διαθεσιμότητα τού νοση­ λευτικού προσωπικού ατούς άσθενείς καί μιά συναι­ σθηματική άτμόσφαιρά πολύ δυνατή. Σήμερα συνθέτει έγχειρ(δια γιά μητέρες, πώς νά φροντίζουν τά παιδιά τους. Κύρια έργα: Τ ό ά δ ε ιο κ ά σ τ ρ ο , Τ ά π α ι δ ι ά τ ο ύ ό ν ε ίρ ο ν (γιά τά παιδιά τών ΐσραηλινών κιμπούτς, τά όποια δέν έμφανίζουν τό κλασικό οιδιπόδειο σύμπλεγ­ μα καί τίς συνεπόμενες καθηλώσεις), Ψ υ χ α ν ά λ υ σ η τ ώ ν π α ρ α μ υ θ ιώ ν ,

’Ε π ιβ ιώ ν ο ν τ α ς ,

Ο ί σ υ μ β ο λ ικ έ ς π λ η γ έ ς

Ν Ντεβερέ Ζ ώ ρ ζ φ εν β Γ β σ χ Georges, 1908): Γεννη­ μένος στήν Ουγγαρία, πηγαίνει στή Γαλλία, δπου γρή­ γορα γίνεται έθνολόγος. Κάνει τίς πρώτες του έρευνες έπί τόπου στήν ’Ινδοκίνα. Μετά, στίς Η Π Α , διδάσκει σέ διάφορα πανεπιστήμια, Ιδιαίτερα στό Χάρβαρντ, καί επιστρέφει στή Γαλλία τό 1963 σάν διευθυντής τής Πρακτικής Σχολής τών Ά νω τέρω ν Σπουδών. Ό Ντε­ βερέ προσπάθησε νά έμπλουτίσει τήν έθνολογία μέ τά άποκτήματα τής ψυχανάλυσης, κατά τόν τρόπο τού Γκέζα Ροχάιμ. "Ετσι, ιδρύει έναν νέο επιστημονικό κλάδο, τήν έ θ ν ο ψ υ χ ια τ ρ ικ ή , πού θέλει νά δείξει δτι ή ψυχική άρρώστια πρέπει νά κατανοείται μέ βάση τό πολιτιστικό περιβάλλον. Οί σύγχρονες κοινωνίες γεν­ νάνε τή σχιζοφρένεια γιά τόν άπλό λόγο δτι είναι καί οί ίδιες σχιζοειδικές, δηλαδή λειτουργούν χωρίς συ­ ναισθήματα, κατακερματίζοντας τά καθήκοντα καί τίς λειτουργίες καί εξαλείφοντας τά δρια άνάμεσα στό πραγματικό καί τό φανταστικό. Ό Ντελέζ καί ό Γκουατταρί έχουν υιοθετήσει αύτή τή θέση. Κύρια έρ­ γα: Δ ο κ ί μ ι α γ ε ν ικ ή ς έ θ ν ο ψ υ χ ια τ ρ ικ ή ς καί Σ υ μ π λ η ρ ω ­ μ α τ ικ ή έ θ ν ο ψ ν χ α ν ά λ υ σ η .

Ντεζουάιγ Ρομπέρ (Desoille Robert, 1890-1966): Έ χ ει μείνει γνωστός γιά τήν έπινόηση μιάς ειδικής με­ θόδου έρευνας τού άσυνειδήτου, πού συνδυάζει, κατά περίεργο καί μοναδικό τρόπο, ψυχαναλυτικές έννοιες μέ τίς έννοιες τού παυλοβισμού καί τής θεωρίας τών έξαρτημένων άντανακλαστικών. ’Ονόμασε αύτή τή μέ­ θοδο ΕΚΟ (έν έγρήγόρσει καθοδηγούμενο δνειρο), διότι σ’ αύτήν ό άναλυτής, άπό κοινού μέ τόν άναλυόμενο, προσπαθούν νά φτάσουν στίς τραυματικές σκη­ νές πού βρίσκονται στήν πηγή τών παθών τού άσθενούς. 'Ε πίσης, χρησιμοποιούνται σύμβολα όνειρικά μέ μεγάλη συναισθηματική φόρτιση, δπως ή ά ν ο δ ο ς τ ώ ν κ λ ιμ ά κ ω ν , πού συμβολίζουν άνάμεσα στά άλλα καί όν­ τολογικές μεταβολές, δηλαδή ξεπεράσματα έμποδίων. (Στοιχεία γιά τή μέθοδο τού Ντεζουάιγ άναφέρει καί ό Μιρτσέα Έ λιάντε στό βιβλίο του Μ ύ θ ο ι, ό ν ε ιρ α , μ υ ­ σ τ ή ρ ια πού βρίσκεται ύπό έκδοση στά έλληνικά.)


αφιερωμα/63

η Πέρλς Φρίτς (Peris Fritz): Έ μεινε γνωστός σάν αυτός π ο ύ γ ε φ ύ ρ ω σ ε στοιχεία τής ψυχανάλυσης, μέσα ά π ό τόν Ράιχ, καί τής μ ο ρ φ ο λ ο γ ικ ή ς ψυχολογίας (Κόφκα, Κόλλερ), τής γνωστής σάν Γ κ ε σ τ ά λ τ (Gestalt). Ό Πέρλς έγινε τά τελευταία χρόνια ένα είδος θρυλικής μορφής τού χώρου ποΰ βρισκόταν πέρα άπό τήν έπίσημη ψυχοθεραπεία, πρός τίς τάσεις τής ουμανιστικής ψυχολογίας, που συνδυάστηκαν μέ τόν κοινωνικό άναβρασμό τής δεκαετίας τού ’60-70.

Πφίστερ ’Όσκαρ (Pfister Oscar): Ό μοναδικός ιερω­ μένος προτεστάντης τού κύκλου τοϋ Φρόυντ. Φυσικά καί αύτός όχι Ε βραίος, μαζί μέ τόν Γιούνγκ καί τόν Τζόουνς, πού ήταν οί λίγοι «άριοι». Ό Πφίστερ, σάν Ε λβετός, κινδύνεψε νά χάσει τή θέση του δταν τόν κα­ τηγόρησαν δτι συνδέεται μέ τήν άνήθικη καί άθρησκη ψυχανάλυση. Ό Φρόυντ τόν έκτιμοϋσε πολύ άλλά συ­ νήθιζε μόνιμα νά τόν πειράζει στίς έβδομαδιαίες τους έπαφές δπου παίζανε μαζί χαρτιά, άναφέροντάς του πάντα στίχους τοϋ Χάινε καί ιδιαίτερα τόν περίφημο στίχο «τόν ουρανό τόν άφήνουμε ευχαρίστως στά που­ λιά καί ατούς άγγέλους». Ό Πφίστερ έγραψε διάφορα βιβλία, ένα άπό τά όποια, τό Ψ υ χ α ν ά λ υ σ η κ α ί π α ι δ α ­ γ ω γ ικ ή , μεταφράστηκε καί στήν 'Ελλάδα τό 1933 (άπό τόν Κ. Σωτηρίου τής όμάδας τού Δημήτρη Γληνού). Ή έκτίμηση τοϋ Φρόυντ γιά τόν Πφίστερ καί άντίστροφα ήταν μεγάλη καί άσυννέφιαστη μέχρι τό τέλος τής ζωής τους. Τόν Φρόυντ κάπου τόν διασκέδαζε τό δτι μπο­ ρούσε νά έχει τόσο φιλικές σχέσεις μ’ έναν προτεστάντη ιερωμένο, στόν όποιο νά άπευθύνει γράμματα προσφωνώντας τον «άγαπητέ άνθρωπε τού Θεού». Ό Πφίστερ, άπό τήν πλευρά του, έλεγε δτι ό Φρόυντ ήταν ένας πραγματικός χριστιανός πού δέν τό είχε κα­ ταλάβει. Ή μοναδική παραχώρηση πού έκανε ό Φρόυντ σ’ αύτή τήν έμμεση καί εύγενή μομφή ήταν νά παρατηρεί δτι δ φίλος του Κρίστιαν Φόν Έ ρενφελς τής Πράγας, πού είχε γράψει ένα βιβλίο πάνω στή σε­ ξουαλική ήθική, είχε προσφυώς περιγράψει τόν έαυτό του καί τόίν Φρόυντ σάν «σ ε ξ ο υ α λ ικ ά διαμαρτυρόμε-

Ρ Ράικ θίοντορ (Reik Theodor, 1888-1969): Γεννήθηκε στή Βοημία. Σπούδασε στή Βιέννη, ψυχολογία καί φι­ λολογία. Συναντά τόν Φρόυντ. Γοητευμένος άπό τίς άπόψεις του, γίνεται μαθητής του άλλά καί φίλος του. ’Εργάζεται στόν κύκλο τής Βιέννης καί άργότερα μέ τούς Βερολινέζους. Ά π ό άφορμή μιά δίκη ένάντια στόν Ράικ «έπί κομπογιανιτισμώ» (έπειδή ό Ράικ ψυχανέλυε χωρίς νά είναι γιατρός) ξεσπά ή μεγάλη δια­ μάχη μέσα στούς κόλπους τών ψυχαναλυτών γύρω άπό τό θέμα τής μ ή Ι α τρ ικ ή ς α ν ά λ υ σ η ς . Ό Φρόυντ ρίχνει δλο του τό βάρος ύπέρ τών μή γιατρών ψυχαναλυτών, δηλώνοντας δτι ή ψυχανάλυση δφείλει περισσότερα στήν ιστορία, τή γλωσσολογία καί τήν κοινωνιψλογία, ή άκόμη καί τή θρησκειολογία, παρά στή μαιευτική ή τή χειρουργική. ν Ράντο Σάντορ (Rado Sandor): Έ κανε βασικές έρευ­ νες πάνω στήν ψυχανάλυση τών τοξικομανών καί είσήγαγε τόν δρο «φαρμακογενής δργασμός» γιά νά έξηγή-

σει τό αίσθημα τής ηρωίνης καί τών όπιούχων. Δεδο­ μένης δέ καί τής σ τ ο μ α τ ικ ή ς κ α θ ή λ ω σ η ς τών τοξικομα­ νών, είχε μιλήσει πρώτα γιά τόν «τροφογενή» όργασμό τόν όποιο νιώθουν οί άλκοολικοί, οί παχύσαρκοι καί, ουσιαστικά, οί καπνιστές. Ό Ράντο επίσης πρόσθεσε μιά 6η θεώρηση στίς 5 κλασικές* τής ψυχανάλυσης: τήν π ρ ο σ α ρ μ ο σ τ ικ ή . Ό τ ι δηλαδή κάθε όργανισμός διαπλάθει τόν έαυτό του στήν προσπάθεια προσαρμο­ γής στό περιβάλλον του. Ά ν καί ό Ράντο έκανε έξαιρετικά φροντισμένη δουλειά καί στή Βιέννη καί στήν Α μερική, ένιωσε δτι αυτοί πού είχαν κάνει τήν δρθοδοξία βιοποριστικό έπάγγελμα τόν έξωθούσαν στό πε­ ριθώριο. Μετά τόν παραγκωνισμό του δημιούργησε ένα τελείως νέο λεξιλόγιο γιά δλη τήν ψυχανάλυση, δταν δίδαξε έπί χρόνια στό Κολούμπια έχοντας γιά σύντροφο τόν άνθρωπολόγο Ά μπ ρ αα μ Κάρντινερ.

Στέκελ Βίλχελμ (Stekel Wilhelm, 1870-1940): Στήν ιστορία τής ψυχανάλυσης τό πολύπλευρο καί όγκώδες έργο του ύπόφερε πολλά άπό τή ρήξη τού συγγραφέα μέ τόν Φρόυντ. Προικισμένος μέ λιγότερη θεωρητική έμβρίθεια άπό τόν Φρόυντ άλλά μέ μεγαλύτερη εύχέρεια καί ίσως καί ποιητικότερη διάθεση, ό Στέκελ άφησε έξαιρετικά γλαφυρές μελέτες πάνω στόν αυτοε­ ρωτισμό, τίς ψυχαναγκαστικές νευρώσεις, τήν όμοφυλοφιλία, τή γυναικεία ψυχρότητα καί τήν πρόληψη τών νευρώσεων μέσα άπό τήν καλλιέργεια τού πλατιού κοινού καί τών γονέων. Οί άπόψεις τού Στέκελ στάθη­ καν πρωτότυπες στήν έποχή του, άν όχι ριζοσπαστι­ κές. 'Υποστήριξε πρώτος τήν άπόλυτα άβλαβή φύση τού αυνανισμού σέ θυελλώδεις συνεδριάσεις τής Βιεν­ νέζικης Εταιρείας, τό 1910, ένάντια στόν Φρόυντ. Τό 1922 συνόψισε δλο του τό κλινικό υλικό σέ ένα βιβλίο πού άκόμα καί σήμερα δέν έχει ξεπεραστεϊ στό είδος του, τόν Α υ τ ο ε ρ ω τ ισ μ ό . Ε πίσης ισχυριζόταν δτι ή άνάλυση πρέπει νά ’ναι πολύ πιό σύντομη, πιό ένεργητική καί πιό νευρώδης, προαναγγέλλοντας κατά 50 χρόνια τίς β ρ α χ ε ίε ς ψ υ χ ο θ ε ρ α π ε ί ε ς πού, γιά λόγους κοινωνικών άσφαλίσεων, είναι σήμερα τής μόδας. Ό Στέκελ δέν περιμένει νά άκούσει έπί μήνες άλλά ρίχνει «έρμηνείες-βέλη» στό άσυνείδητο τού άσθενούς. Βέ­ βαια, γι’ αυτό όφείλει νά συνδυάζει στό πρόσωπό του τήν όσφρηση ένός ντέντεκτιβ, τήν έπιδεξιότητα ένός χειρούργου καί τό τάκτ ένός έξομολογητή. Ή περιγρα­ φή του άπό τόν Καζαντζάκη στήν αυτοβιογραφία του ’Α ν α φ ο ρ ά σ τ ό ν Γ κ ρ έ κ ο άρκεί γιά νά μάς τόν φωτίσει σάν άνθρωπο. Στά έλληνικά έχει μεταφραστεί άπό * Οί πέντε θεωρήσεις (ή ύποθέσεις) πού άναφέρονται στό «ψυχικό όργανο», σύμφωνα μέ μιά έννοιολογική ταξινόμηση τών καίριων άντιλήψεων τής ψυχαναλυτικής θεωρίας, πού έκανε ό Hilgard καί άλλοι, είναι: δτι χωρίζεται σέ συνειδητό, προσυνειδητό καί άσυνείδητο (τοπογραφική άποψη), δτι είναι δομημένο σέ υπερεγώ, έγώ καί προεγώ (Id) (διαρθρωτική άπο­ ψη), δτι κάθε πράξη καί συμπεριφορά είναι έκβαση κάποιας παρατεινόμενης ή όχι διελκυστίνδας άντιθέτων ροπών (ψυχο­ δυναμική άποψη), δτι στή διελκυστίνδα αύτή καταναλώνεται ψυχική ένέργεια ή όποια χρειάζεται, σάν «ηλεκτρισμός», γιά νά κινεί δλες τίς έπιθυμίες πρός τήν πραγμάτωσή τους (οικονο­ μική άποψη), καί δτι ή συμπεριφορά καί οί έπιθυμίες καλου­ πώνονται μέ βάση τά ήδονιστικά βιώματα τής πρώτης παιδικής ήλικίας (γενετική άποψη).


64/αφιερωμα

χρόνια (άπό τόν Μιχάλη Λίλη) Ή ψ υ χ ρ ή γ υ ν α ίκ α , μέ όρισμένες άσχετες περικοπές -έστω κι άν είναι μικρής έκτασης- ένώ θά μπορούσαν νά ’χαν άπαλειφθεϊ άλλα πράγματα. Ό Στέκελ ήταν έπίσης λαμπρός μουσικός καί είχε μιά έκπληκτική εΰχέρεια τόσο στό γράψιμο δσο καί στην έρμηνεία τών συμβόλων καί τών συμπτω­ μάτων τών άσθενών του. Πρόσφερε πάρα πολλά στό ξεκίνημα τής ψυχανάλυσης, μέ τό νά άρθρογραφεϊ τα­ κτικά σέ μιά εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας τής Βιέννης.

Τ Τ ζό ο υ ν ς Έ ρ ν ε σ τ (Jones Ernest, 1879-1958): Οΰαλλός. Σπουδάζει ιατρική στό Κάρντιφ. Μαθαίνει γερ­ μανικά διαβάζοντας τήν 'Ε ρ μ η ν ε υ τ ι κ ή τ ώ ν ό ν ε ίρ ω ν καί άλλα βιβλία τού Φρόυντ άπό τό 1903. Είναι ό πρώ­ τος μή γερμανόφωνος κλινικός πού στρέφεται στην ψυ­ χανάλυση. Πρόεδρος τής Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Ε ταιρείας, έπί 30 σχεδόν χρόνια, ήταν ό μεθοδικός όργανωτής σέ δλα τά έπίπεδα. Τό μνημειώδες τρίτομο έργο του Ή ζω ή κ α ί τό έ ρ γ ο τ ο ΰ Φ ρ ό υ ν τ έχει τέτοιο πλούτο πληροφοριών πού άνετα θά μπορούσαν νά βγούν διάφορες άλλες βιογραφίες τού Φρόυντ άπ’ αυ­ τό, μέ τήν άπλή άξιολόγηση αύτών ή έκείνων τών στοι­ χείων. Δέν είναι καθόλου «άγιογραφικό» όπως ισχυρί­ ζονται όρισμένοι. Περιέχει πολλά κριτικά στοιχεία. Σέ πολλές κρίσιμες στιγμές πήρε σωστή στάση, άν καί με­ ρικοί τόν θεωρούν «άνακτορικό συνωμότη» καί «λα­ σπολόγο» πού «έθαψε» μέ λίγες λέξεις μεγάλων συμβο­ λές τών άλλων. Κύρια έργα: Ή ζω ή κ α ί τ ό έ ρ γ ο τ ο ν Σ ί γ κ μ ο υ ν τ Φ ρ ό υ ν τ, 3 τόμοι, Ο Ιδ ίπ ο υ ς κ α ί Ά μ λ ε τ , Δ ο ­ κ ί μ ια ί φ α ρ μ ο σ μ έ ν η ς ψ υ χ α ν ά λ υ σ η ς .

Φ Φ λίς Β ίλχελμ (Fliess Wilhelm, 1858-1928): Γερμανός γιατρός πού ειδικεύτηκε στην ώτορινολαρυγγολογία καί στή βιολογία. Ή φιλία του μέ τόν Φρόυντ άπό τό 1885 καί ό καίριος ρόλος πού έπαιξε στόν ψυχισμό τού Φρόυντ, στάθηκαν καταλυτικά γιά τόν σχηματισμό τής ψυχαναλυτικής θεωρίας. Πολλές έννοιές της είχαν ήδη προαγγελθεί στήν άλληλογραφία τοΰ Φρόυντ μέ τόν Φλίς. Σήμερα έχει σχεδόν βεβαιωθεί δτι ό Φρόυντ πή­ ρε τήν πρωτοβουλία νά ξεκόψει άπό τόν Φλίς δταν έγι­ ναν κάποιες παρεξηγήσεις σχετικά μέ τή διαρροή άπόψεων τοΰ Φλίς μέσω Φρόυντ καί οικειοποίησής τους άπό άλλους. Ή διακοπή αύτής τής φιλίας στάθηκε ιδιαίτερα τυραννική στήν άρχή γιά τόν Φρόυντ, καθώς είχε όλοφάνερα έπενδύσει πάρα πολλά πράγματα πά­ νω στόν Φλίς. Τόν άποκαλεί συχνά μεγαλοφυία στά γράμματά του καί, δπως ό ίδιος όμολόγησε άργότερα, ή σχέση είχε μιά σαφή πλατωνική φιλομοφυλική χροιά. Ό Φλίς είχε μιά δική του θεωρία πάνω στίς βιολογικές περιοδικότητες, καί ιδιαίτερα πίστευε δτι έκτός άπό τόν κύκλο τών 28 ήμερών πού ύπάρχει στά έμμηνα τών γυναικών υπάρχει καί ένας βιολογικός κύκλος 23 ήμε­ ρών.

Φρόυντ Ά ν ν α (Freud Anna, 1895-1982): Ή μόνη άπό τά έξι παιδιά τοΰ πατέρα της πού άκολούθησε τά βήματά του. Δέν τελείωσε ποτέ τίς γυμνασιακές της σπουδές. Στή Βιέννη δίδασκε σ’ ένα πειραματικό σχο­

λείο γιά τά όρφανά τού Α ' Παγκοσμίου Πολέμου καί άσχολιόταν μέ τήν ψυχοπαιδαγωγική. Μετά άπό μιά ψυχανάλυση μέ τόν... πατέρα της («λεπτομέρεια» πού οί πουρίστες καί ριγκοριστές «όρθόδοξοι» ψυχαναλυ­ τές προτιμούν νά ά ρ ν ο ϋ ν τ α ι ν ά θ υ μ ο ύ ν τ α ι) έμεινε άνύπαντρη καί ίδρυσε, στήν ’Αγγλία πιά, τήν Κλινική Ψ υ­ χοθεραπείας τών Παίδων στό Hampstead, πού άντιπαρατέθηκε στήν έπιρροή τής Μελανί Κλάιν, πού είχε σάν κέντρο τήν κλινική τού Tavistock. Συστηματοποίη­ σε τούς ψ υ χ ο δ υ ν α μ ικ ο ύ ς μ η χ α ν ισ μ ο ύ ς ά μ υ ν α ς τ ο υ έ γώ ( ά π ό τ ό ά γ χ ο ς πού τό κατακλύζει μπροστά σέ κινδύ­ νους). Τό βιβλίο της αύτό έχει έκδοθεί στά έλληνικά (Καστανιώτης).

X Χάρτμαν Χάιντς (Hartmann Heinz, 1894-1970): Γιός τού αυστριακού πρεσβευτή στό Βερολίνο, ψυχαναλύε­ ται δωρεάν άπό τόν Φρόυντ τό 1934 καί μεταναστεύει τό 1938 στίς Η .Π .Α . λόγω τής προσάρτησης τής Α ύστρίας άπό τούς ναζί. Έ χοντας θέσει ήδη τίς βάσεις μιας «ψυχολογίας τού έγώ», συνεργάζεται στή Νέα Ύόρκη μέ τόν Έ ρνστ Κρίς καί τόν Ρούντολφ Λέβενστάιν γιά τήν όλοκλήρωσή της. Ε νοποιούνται έτσι οί έρευνες τής ’Αννας Φρόυντ, τού Ρενέ Σπίτς καί τού Έ ρικ Έ ρικσον καί τών «πολιτιστικολόγων» ψυχανα­ λυτών. Γιά χρόνια έπικεφαλής τής ’Αμερικανικής Ψ υ­ χαναλυτικής Εταιρείας. Χαρτοκόλλης Πέτρος: Έ λληνας ψυχαναλυτής, κα­ θηγητής σήμερα τής ψυχιατρικής στό πανεπιστήμιο τής Πάτρας. Ένδιαφέρεται πολύ γιά τή δυναμική τής καλ­ λιτεχνικής δημιουργίας (άρθρα γιά τόν Καζαντζάκη κλπ.). Χέρμαν ’Ίμρε (Hermann Imre, 1889): Ούγγρος, μέλος τής Ουγγρικής Ψυχαναλυτικής Ε ταιρείας άπό τό 1919, μεταξύ τών μεγάλων όνομάτων τών Ούγγρων ψυχαναλυτών, δπως ό Ροχάιμ, ό Φερέντσι (καί οί δύο έγιναν καθηγητές τής ψυχανάλυσης στό πανεπιστήμιό άπό τήν έπαναστατική κυβέρνηση τού Μπέλα Κούν τό 1919). Ένδιαφέρθηκε γιά τή λογική, τά μαθηματικά καί τή βιολογία. Γιά τόν Χέρμαν ή ψυχανάλυση είναι σάν τά μαθηματικά, έ ξ ω λ ε κ τικ ή , έστω κι άν έχει τερά­ στια σημασία τό νά περνά μέσα άπό τή γλώσσα. Τό έργο του τεκμηριώνει τήν άποψη δτι ή ψυχανάλυση άποτελεΐ μιά γενικότερη θεωρία γύρω άπό τόν άνθρω­ πο -πράγμα πού πίστευε καί ό Φρόυντ- καί δχι άπλώς μιά ψυχοθεραπευτική μέθοδο. Ό Χέρμαν άσκεϊ άκόμα καί σήμερα τήν ψυχανάλυση δπως καί δλοι οί Ούγ­ γροι, σχεδόν στά κρυφά, σ’ ένα είδος ήμιπαρανομίας. Κύρια έργα: Τ ό υ ίικ ό 'έ ν σ τικ το , Ψ υ χ α ν ά λ υ σ η κ α ί λ ο γ ι ­ κ ή , Ή ψ υ χ α ν ά λ υ σ η σ ά ν μ έ θ ο δ ο ς , Π α ρ α λ λ η λ ισ μ ο ί (δλα στίς έκδόσεις Denoel, γαλλικά). Χόρνευ Κάρεν (Hom ey Karen, 1885-1952): Τά βιβλία της Ο ί σ υ γ κ ρ ο ύ σ ε ις τ ο ΰ έ σ ω τ ε ρ ικ ο ϋ μ α ς κ ό σ μ ο ν καί Α ύ τ ο α ν ά λ υ σ η -δπ ου δείχνει τή μέθοδο γιά αύτοανάλυση στόν καθένα- έχουν μεταφραστεί στά έλληνικά. Ά π ό γερμανική προτεσταντική οικογένεια, έπηρεάστηκε άπό τό μαρξιστικό ρεύμα τών έτών τοΰ 1920 στό Βερολίνο. Έ κτοτε, πάντα τόνιζε τή σημασία τών πολι­ τιστικών παραγόντων στή συγκρότηση καί τή λειτουρ­ γία τής προσωπικότητας.


ΟΔΗΓΟΣ ΒΙΒΛΙΩΝ

επιλογή

] ή ποιητική τοΰ χώρου G A S T O N B A C H E L A R D : Ή π ο ιη ­ τ ικ ή τ ο ν χ ώ ρ ο ν . Μ ε τ . : Ε λ έ ν η Β έλ τ σ ο ν - ’Ι ω ά ν ν α Χ α τ ζ η ν ικ ο λ ή . ’Α θ ή ­ ν α , Χ α τ ζ η ν ικ ο λ ή , 1982. Σ ε λ . 270.

’Από τόν Gaston Bachelard (1884-1962), καθόσο'ξέρω, δεν έχει μεταφραστεί τίποτε στά έλληνικά, εκτός άπό δυό τρεις σελίδες άπό τό έργο του «Τό νέο έπιστημονικό πνεύμα» (Le nouvel esprit scientifique) στη συλλογή «Πανόραμα τών συγχρόνων ιδεών» (τόμ. β', έκδ. Δ. Βογιατζή, ’Αθήνα 1958). Έτσι, « Ή ποιητική τοΰ χώ­ ρου» (La poetique de l’espace), μιά άπό τίς τελευταίες έργασίες του, πού με έπιμέλεια μετέφρασαν ή Ελένη Βέλτσου καί ή ’Ιωάν­ να Χατζηνικολή, είναι ουσιαστικά ή πρώτη ευκαιρία πού δίνεται στόν έλληνα άναγνώστη νά γνωρίσει τή σκέψη καί τίς κατευθύν­ σεις τών πολυσχιδών έρευνών τού γάλλου φιλοσόφου. Σκοπός τοΰ συγγραφέα στό βιβλίο «Ή ποιητική τοϋ χώρου» είναι νά διευκρινίσει τό πρόβλημα: τί είναι μιά ποιητική εικόνα; Γιά νά έπεξεργαστεϊ, λοιπόν, τήν ό ν το λ ο γ ί α τ ή ς π ο ιη τ ικ ή ς ε ικ ό ν α ς προσφεύγει σέ μιά φ α ιν ο μ ε ν ο λ ο γ ί α τ ή ς π ο ιη τ ι­ κ ή ς φ α ν τ α σ ία ς . «Μ’ αυτό έννοοΰμε μιά μελέτη τού φαινομένου τής ποιητικής εικόνας δταν ή εικόνα αυτή άναδύεται μέσα στή συνείδη­ ση σάν ένας άμεσος καρπός τής καρδιάς, τής ψυχής, τής ύπαρξης τοΰ άνθρώπου στή δεδομένη στιγ­ μή» (σελ. 7). Γιά τό σκοπό αυτό κάνει μιά πλούσια συλλογή άπό κείμενα φαν­ τασμαγορίας καί όνειροπολήσεων

τών ποιητών (Rilke, Poe, Baudelai­ re, Rimbaud, Milosz, Br6ton καί πλήθους άλλων), τά κατατάσσει «καθ’ ύλην» σέ δέκα κεφάλαια, καί τά άναλύει μέ τή μέθοδο τής φαινο­ μενολογίας. Δέν έξετάζονται όλόκληρα ποιήματα (πού είναι συνθέ­ σεις πολλών εικόνων). Ή έρευνα περιορίζεται στήν καταγωγή τής άπλής ποιητικής εικόνας, δπως άναδύεται άπό τή φαντασία. Ειδι­ κότερα, πρόκειται γιά τίς ε ικ ό ν ε ς τ ο ϋ β ιω μ έ ν ο ν χ ώ ρ ο ν , τών χώρων πού έχουν ύμνηθεΐ, τών χώρων μέ τίς δυνατότητες νά τροφοδοτούν τίς όνειροπολήσεις. Έ τσι, τό βι­ βλίο είναι μιά πολυδαίδαλη περι­ διάβαση καί «ξενάγηση στίς έσχα-

τιές τών όνειροπολήσεων». Τά πρώτα κεφάλαια είναι έρευνα γύρω άπό τίς εικόνες οικειότητας, γύρω άπό τήν π ο ιη τ ικ ή τ ο ν σ π ι­ τ ιο ύ , τίς όνειρικές του άξίες: Τό σπίτι χώρος παρηγοριάς καί οι­ κειότητας, πεδίο όνειρισμού. Ά π ό τό ύπόγειο ως τή σοφίτα, τό πρώτο μας σύμπαν, χώρος τοΰ ένδόμυχου βίου μας, τής μοναξιάς καί τών όνειροπολήσεων. Τό παλιό σπίτι, ό πύργος, τό παλάτι, ή καλύβα, τά σπίτια τών πόλεων, τό μοναχικό σπίτι, τό σπίτι τών δνείρων, τά ζω­ γραφιστά σπίτια τών λιθογραφιών, τά σπίτια πού ζωγραφίζουν τά παιδιά... Πιό πέρα έξετάζονται εικόνες «σπιτιών πραγμάτων»: Τ ό α ν ρ τ ά ρ ι, τ ά σ ε ν τ ο ύ κ ια , τ ά ε ρ μ ά ρ ι α , οί κρυ­ ψώνες, έπιπλα, κλειδαριές, κασετί­ νες. ’Ερχόμαστε σ’ επαφή μέ τό άδιερεύνητο άπόθεμα τών όνειροπολήσεων τής οικειότητας, μέ τήν ψυχολογία τής κλειστής ψυχής. Έ πειτα: οί εικόνες τής φ ω λ ιά ς καί τοΰ κ ε λ ύ φ ο ν ς , καταφυγίων τών σπονδυλωτών καί τών άσπόνδυλων, έλκύουν ιδιαιτέρως τό θαυμα­ σμό τοΰ συγγραφέα. Τό κοχύλι μέ τήν ωραία καί σταθερή γεωμετρική


66/οδηγος

μορφή του καί τη σκληρή πέτρινη σύστασή του, πού δημιουργεϊται εσωτερικά από τήν έκκριση ένός άσή μαντού μαλακού οργανισμού πού κατοικεί μέσα του, δίνει στή φαντασία άπειρες δυνατότητες θαυμασμού καί συμβολισμών. Πά­ νω στό θέμα τού κοχυλιού ή φαν­ τασία δέν επεξεργάζεται μόνο τή διαλεκτική τού μεγάλου καί τού μι­ κρού, άλλά καί τή διαλεκτική τού έλεύθερου καί τού φυλακισμένου, τού κρυφού καί τού έκδηλου, τού άποσυρόμενου, καί τού έλλοχεύοντος έπιτιθεμένου. Έ χομε τήν εικό­ να κοχύλι-παγίδα (πίνα ), καβούκισπίτι πού περπατάει (χελώνα) κλπ. Οΐ γ ω ν ιέ ς , τά μικροσκοπικά κα­ ταφύγια των σπιτιών, είναι μιά άλ­ λη πηγή ονειρικής ζωής: τό σύμπαν κλεισμένο σέ μιά γωνιά, καί μέσα σ’ αύτό ό όνειροπόλος κλεισμένος στόν έαυτό του. Τό κούρνιασμα, τό συμμάζεμα φέρνει παραπέρα στήν εξέταση τής μ ι κ ρ ο γ ρ α φ ί α ς , δηλαδή τών λογοτε­ χνικών εικόνων πού τονίζουν τίς άντιστροφές στήν προοπτική τού μεγέθους. Μεταθέσεις μεγέθους, πού δίνουν διπλή ζωή στούς ποιη­ τικούς χώρους. Ή διαλεκτική τής θαυματουργίας τού μικροσκοπικοΰ: τά παραμύθια (Κοντορεβυθούλης, Γκιούλιβερ...). Ή θέα άπό άπόσταση. ’Ονειροπολήσεις τού καμπαναριού. Ή ποιητική εικόνα ώς μικρογραφία, ή μικρογραφία μιάς μόνο λέξης. Τό μικροσκοπικό συνηχεϊ μέ τό τεράστιο, τό άπέραντο. "Ετσι, έξε-

τάζονται οί έντυπώσεις τής Α π ε ­ ρ α ν τ ο σ ύ ν η ς , οί εικόνες τού αχα­ νούς, οί όνειροπολήσεις τού άπει­ ρου: ή ποιητική φαινομενολογία τού δάσους, τής πεδιάδας, τού όροπεδίου, τής έρήμου, τού ωκεα­ νού, τών βυθών, τού έλους, τής λί­ μνης. ’Α λλά καί ή άπεραντοσύνη, ή ένταση, τού έσωτερικού μας είναι, τά άνεξερεύνητα βάθη τών σκέ­ ψεων, τών εκστάσεων, τής δύναμης τής φαντασίας, άκόμα ή έσωτερική άπεραντοσύνη μιας λέξης, ή ποιη­ τική της δύναμη. Καί φτάνομε στή δ ι α λ ε κ τ ικ ή τ ο ν έ ξ ω κ α ί τ ο ν μ έ σ α . Τό είναι τού ά ν ­ θ ρ ω π ο ν κ α ί τ ό είναι τού κόσμου βιωμένα άπό τή φαντασία. Κλει­ στοφοβία καί άγοραφοβία. Οί δυ­ νατότητες όνειροπολήσεων άναφορικά μέ τήν πόρτα καί τό κατώφλι: άνοιχτά, κλειστά, άσφάλεια, έλευθερία καί φυλακή κλπ. Ό φαινομενολόγος τής φαντα­ σίας άκολουθεί τούς ποιητές ώς τίς άκρότατες εικόνες τους. Στό τελευ­ ταίο κεφάλαιο εξετάζεται «ή φ α ι ­ ν ο μ ε ν ο λ ο γ ία τ ο ν σ τ ρ ο γ γ ν λ ο ΰ » . Ή γοητεία τών εικόνων τής κυκλικότητας καί τής σφαιρικότητας. Ή συγκέντρωση τής ζωής προφυλαγμένης άπό παντού, ή συγκέντρωση τού είναι στό κέντρο του, ή εικόνα τής συγκέντρωσης δλων τών εικό­ νων σέ μιά τεράστια όνειροπόληση. Α ύτά, πολύ συνοπτικά. ’Α νάλογο μέ τό άντικείμενο καί τή μέθοδο έρευνας είναι καί τό στύλ τού συγγραφέα. "Οπως ση­ μειώσαμε, σκοπός του είναι ν ά έξετάσει εικόνες πού τίς έχει δημιουρ­

γήσει ή φαντασία τών ποιητών. Γι’ αύτό προσπαθεί νά βάλει κατά μέ­ ρος τούς δεσμούς του μέ τή φιλοσο­ φική καί επιστημονική σκέψη. Ά ρ κεϊται στή φαινομενολογία. Δέν έξηγεΐ, δέ θέτει πρός έξήγηση. Πε­ ριγράφει, άναλύει, συνεπαρμένος άπό τό άντικείμενό του, μέ μιά γλώσσα πληθωρική, πολύχρωμη, πού έχει κάτι καί άπό τά γνωρί-' σματα τού ποιητικού λόγου. ’Επω­ φελείται άπό τίς εικόνες τών ποιη­ τών, τίς υπερβάλλει, δοκιμάζει τή συγκίνησή τους, όνειροπολεϊ καί ό ίδιος. ’Ονειροπόληση σέ δεύτερο βαθμό, νά πούμε έτσι, όνειροπόληση πάνω στίς βιωμένες εμπειρίες τών ποιητών. Μ πορεί γιά ένα στίχο νά άφιερώσει δυό καί τρεις σελί­ δες. "Οπως είναι φυσικό, ό φιλόσο­ φος κουβαλάει μαζί του τήν όρολογική έξάρτυση τής φιλοσοφίας καί τής ψυχολογίας. Έ τσι, διαβάζομε φράσεις δπως αυτή: «Σ’ αύτό τό “φρικτό άπ’ έξω - άπό μέσα” τών άσχημάτιστων λέξεων, τών άνολοκλήρωτων προθέσεων ύπαρξης, τό είναι μέσα στόν έαυτό του άφομοιώνει άργά τό μηδέν του» (σελ. 242) κοντά σέ σελίδες γοητευτικές. ’Αξιοσημείωτες είναι οί κρίσεις πού βρίσκομε γιά τίς ψυχαναλυτι­ κές έρμηνείες τού ποιητικού φ αινο­ μένου καί τά δριά τους. ’Ιδιαίτερα άξίζει νά μελετηθεί ή εισαγωγή τού βιβλίου, δπου διευκρινίζεται ή φαινομενολογική μέθοδος έρευνας δσον άφορά τό πρόβλημα τής π οιη­ τικής φαντασίας. Μ ΑΝΟΛΗΣ ΛΑΜ ΠΡΙΔΗΣ


οδηγος/67

πλαίσιο

αξιόλογες αφηγηματικές άρετές Π Ε Τ Ρ Ο Υ Τ Α Τ Σ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ : Τό π α υ σ ίπ ο ν ο . Π ε ζ ο γ ρ α φ ία , ά ρ ιθ . 13. Α θ ή ν α , 'Ε σ τ ία , 1982. Σ ε λ . 221.

Ό Πέτρος Τατσόπουλος ανήκει στη νεότατη πεζογραφική γενιάαύτή πού οί εκπρόσωποί της άνδρώθηκαν μετά τη μεταπολίτευση κι έτσι είχαν την «πολυτελή» δυνατότητα ν’ άποδεχτοΰν ή ν’ άπορρίψουν ιδεολογικά σχήματα καί προσχήματα συχνά άβασάνιστα, χωρίς έπώδυνους προβληματισμούς, μιά καί ή βιωματική τους έμπειρία άρχιζε νά μορφώνεται καί νά τούς μορφώνει δταν πιά πολλά πράγματα στόν κοινωνικό-πολιτικό χώρο είχαν «μπει στή θέση τους». Μάλιστα, πολλά προβλήματα, πού παλιότερα όδήγησαν σέ τρομακτι­ κά άδιέξοδα καί συχνά πήραν τρα­ γικές διαστάσεις, καθοριστικές στάσεων ζωής σέ άλλες έποχές -κ α ­ θόλου μακρινές- φτάνει μιά ματιά στήν πρώτη δεκαετία μετά τόν τερ­ ματισμό τοϋ έμφυλίου- σ’ αύτούς, τούς νεότερους, πού άνάμεσά τους συγκαταλέγεται καί ό Π.Τ ., δόθη­ καν συνοδευόμενα καί μέ τή λύση τους, συχνά ύπό τή μορφή τού κα­ ταναλωτικού άγαθού. Γι’ αύτό, ίσως δέν είναι τυχαίο πού στό «Παυσίπονο» έχεις τή σχεδόν μόνι­ μη αίσθηση δτι τά πάντα έκτυλίσσονται σ’ ένα έπίπεδο-πλαίσιο μέ σαφείς καί προκαθορισμένες τίς κοινωνικές-ίστορικές του συνιστώ­ σες- δτι τά πρόσωπα μιλούν καί συμπεριφέρονται όχι ώς αυτόνο­ μες, δυναμικές καί μέ μιάν δποια έσωτερική αύτάρκεια όντότητες, άλλά ώς έκπρόσωποι -π ά ν τ α - συγ­ κεκριμένων όμάδων ή τάξεων, μέ έπίσης προκαθορισμένη τή στάση

τους άπέναντι στά πράγματα καί, γιατί όχι, στή μοίρα τους. Κι έχω τήν εντύπωση πώς αύτό άκριβώς τό στοιχείο άναιρεΐ, κατά ένα σημαν­ τικό ποσοστό, τή δραστική καί δραματική λειτουργία τού «Παυ­ σίπονου», ένώ, άπό τήν άλλη με­ ριά, ό χωρισμός τού βιβλίου σέ κε­ φάλαια μέ θεματική αύτοτέλεια καί μέ έλάχιστη ουσιαστική θεματική σύνδεση μεταξύ τους -αύτή πού συντελεϊται διαμέσου τού συγγραφέα-άφηγητή είναι, μόνον αύτή, άνεπαρκής- είναι, πιστεύω, ένας έπιπρόσθετος λόγος άναιρετικός τής μυθιστορηματικής δομής τού έν λόγω βιβλίου. Ή υπόθεση, οί πολλές ύποθέσεις μάλλον, τού βιβλίου, περιστρέφε­ ται γύρω άπό μιά νέα πού αύτοκτόνησε. "Ολα άρχίζουν μ’ ένα εί­ δος άναφοράς σ’ αύτήν καί μέσα σέ μιάν άτμόσφαιρα συγκινημένη, πράγμα πού προϊδεάζει εύνοϊκά τόν άναγνώστη, δπως έπίσης εύνοϊκά τόν προϊδεάζει ή άτμόσφαιρα

Ν ΙΚ Ο Υ Σ Κ ΙΑ Δ Α : Χ ρ ο ν ικ ό τ ή ς έ λ λ η ν ικ ή ς τ υ π ο γ ρ α φ ία ς . Τ ό μ ο ς Τ'. ’Α θ ή ν α , G utenberg, 1982. σ ε λ . 428.

Ο ΝΙΚΟΣ Σκιαδάς έχει άφιερώσει σχεδόν μιά ζωή στήν προσπάθεια καταγραφής τής ιστορίας τής έλληνικής τυπογραφίας καί τού ρόλου πού έπαιξε στή νεότερη Ε λλάδα. Στόν καινούριο τόμο τού «Χρονικού τής έλληνικής τυπογραφίας» καλύπτεται ή περίοδος άπό τό 1863 ώς τό 1909, μιά έποχή ή όποια -κατά τό συγγραφέα- άποτελεϊ «άληθινό τυπογραφικό καί δη μοσιογραφικό μαρτυρολογίο». Κι όλες οί καταγραφές αύτές δίνονται μέ μιά σχεδόν μυθιστορηματική άφήγηση, πού περνά άνετα στόν άναγνώστη τήν ιστορία προσώπων καί καταστάσεων, άγνώστων ίσως, άλλά σημαντικών. Γ ΙΑ Ν Ν Η Κ Α Τ Ρ Η : Π ρ ώ τ η ά ν ο ιξ η . ’Α θ ή ν α , Κ α σ τα ν ιώ τ η ς , 1982. Σ ε λ . 374.

ΔΕΚΑΕΤΊΕΣ τώρα στίς έπάλξεις τής μαχόμενης δημοσιογραφίας, ό Γιάννης Κάτρης έχει συγκεντρώσει τώρα στόν τόμο αύτό (πού προλογίζει ό πρωθυπουργός Ά νδρ έα ς Παπανδρέου) μιά σειρά άρθρων τά όποια δημοσίευσε τήν τελευταία τετραετία στήν έφημερίδα «Τά Νέα». Μικρά καί μεγάλα περιστατικά τής πολιτικής καί κοινωνικής ζωής καταγράφονται καί σχολιάζονται στά 66 άρθρα τού βιβλίου, καλύπτοντας ιδιαίτερα τήν περίοδο 1980-82, καί άποτελούν ούσιαστική καί


68/οδηγος

πού έπικρατεϊ σ’ όλόκληρο τό πρώ­ το κεφάλαιο, μολονότι γρήγορα συνειδητοποιεί μιάν υπερβολή στήν περιγραφή, μιά προδιάθεση γιά πολυλογία. 'Υπερισχύει ώστόσο, άκόμα, ή άφηγηματική ικανότητα τού συγγραφέα. Στή συνέχεια δμως, καθώς ό άφηγητής-συγγραφέας έπιχειρεί τήν έξιχνίαση τών αιτίων πού όδήγησαν τήν ήρωίδα στό άπονενοημένο της διά­ βημα, παρεμβάλλονται πλήθος πρόσωπα άλλα, σχετικά καί άσχε­ τα, τά όποια παρακολουθοΰνται άπό κοντά σέ δλες τους τίς έκδηλώσεις, γιά δσο χρονικό διάστημα -σ έ πρώτο ή καί σέ δεύτερο άκόμη έπίπ εδ ο- σχετίστηκαν μέ τή ζωή τής νεκρής τό μυθιστόρημα τείνει νά πάρει μιάν έντονα άστυνομική χροιά. Κι ό άναγνώστης αισθάνε­ ται σ’ δλην αύτή τή διάρκεια νά τα­ λαιπωρείται, νά υποχρεώνεται νά παρακολουθήσει ζωές άνθρώπων πού έλάχιστα ή καί καθόλου τόν ένδιαφέρουν, παρασυρμένος άπό ένα λόγο άκατάσχετο, ωραίο ένδεχομένως μά κουραστικό. Κι αυτό γιατί ή λεπτομερής παρακολούθη­ ση καί καταγραφή τής ζωής ένός

—ΕΚΔΟΣΕΙΣ ^Ε Δ Ρ Ο Σ

μεγάλου άριθμοϋ προσώπων γίνε­ ται κατά τρόπο έντελώς επίπεδο. Οΐ έλάχιστες κορυφώσεις στίς άπομονωμένες μεταξύ τους όριζάντιες άφηγηματικές γραμμές -ά π ό τίς όποιες έχει κανείς τήν αίσθηση ότι άπαρτίζεται στό σύνολό του τό βι­ βλίο- όφείλονται σέ έξωτερικές πε­ ριστάσεις καί καθόλου σέ έσωτερικές εντάσεις τών προσώπων, προ­ φανώς γιατί δλα τά πρόσωπα φαί­ νεται νά έκπροσωποϋν ένα συγκε­ κριμένο κοινωνικό χώρο, δεσμευτι­ κό τόσο τής συμπεριφοράς δσο καί τής γλώσσας τους. Μοιάζουν νά στερούνται ούσιαστικά προσωπι­ κής ζωής, νά είναι δέσμιοι μιάς προκαθορισμένης μοίρας καί νά συνδιαλέγονται σχεδόν άποκλειστικά μ’ αύτήν· μεταξύ τους είναι άπομονωμένα, άκόμα κι δταν έχουν τήν ψευδαίσθηση πώς έπικοινωνούν. Θά ήταν ίσως προτιμότερο νά θεωρήσει κανείς τά κεφάλαια πού άπαρτίζουν τό «Παυσίπονο» ώς έπιμέρους διηγήματα, μέ συνεκτικά άνάμεσά τους στοιχεία τόν άφηγητή καί τό πρόσωπο πρός τό όποιο ό άφηγητής άναφέρεται: τή νέα πού

ΖΑΚ ΛΑΚΑΝ ΜΙΧΑΕΛ ΣΝΑΪ ΝΤΕΡ ΤΟ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ρ.ρλίο XI ΝΕΥΡΩΣΗ ΚΑΙ ΠΑΛΗ (Οι τέσσερις θεμελιακές ΤΩΝ ΤΑΞΕΩΝ έννοιες της φοχανάλμσης)

αύτοκτόνησε. Έ τσι άντιμετωπίζοντάς το, λησμονώντας τό χαρακτηρι­ σμό του ώς μυθιστόρημα, μειώνον­ τας, μέ άλλα λόγια, κατά ένα μεγά­ λο ποσοστό, τίς άπαιτήσεις του, δέν μπορεί παρά ν ’ άναγνωρίσει άνεπιφύλακτα τίς άξιόλογες άφη­ γηματικές -δ χ ι δμως καί όργανωτικές- άρετές τού πολύ νέου, άλλω­ στε, συγγραφέα, μιάν άμεσότητα στήν έκφραση διόλου συνηθισμένη, καθώς καί μιάν άνεση στήν έπιλογή καί χρήση τού σωστού γλωσσικού, άνάλογα μέ τίς ανάγκες τής άφήγησης, ιδιώματος. Πάντως, καί θά πρέπει νά ειπωθεί αυτό, έκεί δπου υπάρχει ή άρετή έμφωλεύει κι ό κίνδυνος γιά τόν Π.Τ. Γιατί ή άναμφισβήτητη εύχέρεια πού έχει νά δίνει ροή καί άμεσότητα στό λό­ γο του, ή συνειδητοποίηση μάλλον αύτής τής ευχέρειας άπό μέρους του, συχνά τόν όδηγεϊ στήν αυτα­ ρέσκεια· τόν κάνει νά ξεπερνά τά έπιτρεπτά δρια -θέλω νά πώ τά θε­ ματικά του δρια καί, δχι σπάνια, τής άντοχής τού μέσου άναγνώστη. ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΣΤΕΛΙΟΣ ΡΑΜΦΟΣ ΚΟΣΤΑΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΙΔΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ Τόμος A

Γεωργίου Γενναδίου 6 (πάροδος ’Ακαδημίας) - Τηλ.: 36.15.783


οδηγος/69

ή άπειλή

δυναμική συνέχεια τού προηγούμενου άνάλογου βιβλίου τού άρθρογράφου-συγγραφέα («Προδομένος λαός» - «Πρώτη άνοιξη»)...

τής

καθημερινότητας Π Ε Τ Ε Ρ Χ Α Ν Τ Κ Ε : Ή ά ρ ισ τ ε ρ ό χ ε ιρ η γ υ ν α ίκ α . Ν ο υ β έ ­ λα. Μ ετ. Κ ω ν σ τα ν τ ίν ο υ Χ έλμ η . Θ ε σ σ α λ ο ν ίκ η , ’Α ­ ν ο ιχ τ ή Γ ω ν ία , 1982. Σ ε λ .

100.

Ή « π ε ρ ιγ ρ α φ ή » μ ι α ς σ υ ν ο λ ι κ ή ς π ρ ο σ έ γ γ ισ η ς : Μιά γυναίκα παντρε­

μένη ζητά άπ’ τόν άντρα της νά την άφήσει νά ζήσει μόνη της, μέ τόν δχτάχρονο γιό τους. Ε κ είνος στην άρχή δέχεται, σχεδόν άδιαμαρτύρητα, τήν πρόταση της. Λίγο μετά έπανέρχεται, καί διεκδικεί τό προηγούμενο status quo τής σχέσης καί τής οίκογενειακής ζωής. Ή γυ­ ναίκα εξακολουθεί νά άρνεϊται τήν έπανα-συμβίωση. Τελικά (ή μάλλον έπί τοϋ παρόντος) ό άντρας συμβι­ βάζεται μέ τήν ιδέα τοϋ χωρισμού. Τό μέλλον παραμένει άπρόβλεπτο. Αυτό είναι τό συνοπτικό περί­ γραμμα τής «ιστορίας» τοϋ βιβλίου τοϋ Πέτερ Χάντκε, αύστριακοΰ συγγραφέα, σεναριογράφου, σκη­ νοθέτη τού σινεμά, καί περιπλανώμενου -Γαλλία, ’Αμερική, Γερμα­ νία, Γιουγκοσλαβία. Τό βιβλίο έχει ό ίδιος μεταφέρει στόν κινηματο­ γράφο. Θά μάς βοηθήσει, νά ση­ μειώσουμε άπό τώρα τήν έξής δή­ λωση του: « Κ ά θ ε φ ο ρ ά π ο ύ σ υ μ ­ β α ίν ε ι κ ά τ ι, π ρ ο σ π α θ ώ ν ά μ ε τ α τ ρ έ ­ ψ ω τή δ ρ ά σ η σ τ ό ά ν τ ίθ ε τ ό τη ς» .

Τό «συμβάν» στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι ή άπόφαση τής γυναίκας νά άπομακρύνει τόν άν­ τρα άπ’ τή ζωή της. Ό τ α ν τοϋ άνακοινώνει τήν πρόθεσή της έκείνος ρω τά : « Γ ιά π ά ν τα ; » Καί ή άπάντησή της: « Α υ τ ό ό έ ν τ ό ξ έ ρ ω . Μ ό ν ο δ τ ι θ ά φ ύ γ ε ι ς κ α ί θ ά μ ’ ά φ ή σ ε ις » .

Στή συνέχεια τά πράγματα Εξε­ λίσσονται χωρίς μεγάλες διακυμάν­ σεις καί δ,τι παρακολουθούμε συμ­ βαίνει (ή δέν συμβαίνει) στή ζωή τής γυναίκας, πού τώρα είναι μό­ νη, καί δείχνει πώς πάνω άπ’ δλα

τήν ένδιαφέρει νά καταλάβει τ ί α η ιια ίν ε ι αύτή ή νέα κατάσταση. 'Υπάρχει μιά ούδέτερη, καθημε­ ρινή ρουτίνα πού καθορίζεται άπ’ τήν ήσυχη ζωή τού προάστιου δπου ζεϊ ή γυναίκα, τή φροντίδα τού παιδιού, τίς σύντομες έξόδους γιά ψώνια ή τη συνάντηση μέ μιά φίλη, τή σιωπή τού σπιτιού στίς προχω­ ρημένες ώρες τής νύχτας. Υ πάρχει καί ή βιοποριστική άπασχόληση: μεταφράσεις, γιά κάποιον έκδότη (παλιό έργοδότη, ίσως καί έραστή της) ό όποιος τήν έπισκέπτεται μέ προφανή σκοπό. Θά τόν άποκρούσει διακριτικά. ’Αργότερα θά ’ρθει καί θά μείνει μαζί της γιά λίγες μέρες ό πατέρας της. Ή σχέση τους είναι συγκρατη­ μένα τρυφερή καί μάλλον άμήχανη. Ή γυναίκα άναζητά τή μοναχική της ζωή. Ή άναχώρηση τού πατέ­ ρα της μοιάζει σάν ένα είδος άποκατάσταοης μιάς «κανονικότητας». Πρός τό τέλος τής «ιστορίας», θά βρεθούν στό σπίτι της (λίγο τυ­ χαία, λίγο ύποχρεωτικά) μερικοί άνθρωποι -άνάμεσά τους κι ό άν­ τρας της. Ό τ α ν θά φύγουν, ή γυ­ ναίκα θά μείνει πάλι μόνη της, άλλά αύτή τή φορά δείχνει πώς άρχίζει νά συνειδητοποιεί τό νόημα τής άπόφασής της, νά διαλέξει τή μο­ ναχική ζωή. « Κ α θ ό τα ν σ τ ό λ ίβ ιν γ κ - ρ ο ύ μ , τ ά π ό δ ια ά κ ο υ μ π ι σ μ έ ν α σ έ μ ι ά δ ε ύ τ ε ­ ρ η κ α ρ έ κ λ α ... Γ έ μ ισ ε έ ν α π ο τ ή ρ ι μ έ ο ν ίσ κ ν ... ά ν α σ ή κ ω σ ε τ ά μ α ν ίκ ι α τ ο ϋ π ο υ λ ό β ε ρ τ η ς ... Χ α μ ο γ ε λ ο ύ ­ σ ε ... Κ ά θ ισ ε γ ι ά π ο λ λ ή ώ ρ α έ τσ ι, ά κ ίν η τή , ένώ ο ί κ ό ρ ε ς τ ω ν μ α τ ιώ ν τ η ς π ο ύ δ ια σ τ έ λ λ ο ν τ α ν ρ υ θ μ ικ ά ,

Λ Ε Ω Ν ΙΔ Α Π Ε ΤΡ Α Κ Η : Τ ό ν έ φ ο ς μ α ς . ’Α θ ή ν α , G u ten b erg , 1982. Σ ε λ . 94.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ πρόβλημα ζωής γιά τό λεκανοπέδιο τής ’Αττικής, τό νέφος, άπασχολεϊ έντονα τά έπικαιρικά δημοσιεύματα, τήν τελευταία τριετία, δχι δμως άρκετά καί τίς μονιμότερες έκδόσεις. Γι’ αύτό καί ή μελέτη τού καθηγητή τού πανεπιστημίου τοϋ Πίτσμπουργκ, Λεωνίδα Πετράκη -πέρα ά π’ τήν ίδια τήν άξια της σάν εύληπτο επιστημονικό κείμενο- μπορεί νά χαιρετιστεί σάν βήμα γιά τή σοβαρή εξέταση τού προβλήματος καί τήν έπακόλουθη άντιμετώπισή του. ’Αλλωστε, καί ό Πετράκης, σοβαρός άνθρωπος, δέν προτείνει λύσεις (παριστάνοντας τό μάγο), άλλά προβληματισμούς.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ Στά Γράμματα καί Τέχνες, έπίσης τού Φεβρουάριου (άρ. 14), ένα πλήθος άξιόλογων θεμάτων δυσκολεύει τήν έπιλογή. Πάντως, ή παρουσίαση τριών κολομβιανών ποιητών πού γράφουν γιά τόν Καβάφη (!) είναι.άξια ιδιαίτερης μνείας, δπως καί μιά παλιά συνέντευξη τού Τσίρκα γυνθέτουιά τόν «πολιτικό» Τσίρκα. Σέ δύο άλλεπάλληλα τεύχη τού ’Αντί (223, 21 Ί αν. ’83 - 224, 4 Φεβρ. ’83) ΰπήρχαν καί πάλι λεπτομέρειες γύρω ά π’ τά σκοτεινά παρασκήνια τού έλληνικού τύπου. Καί Ιπεται συνέχεια... ΒΑΪΟΣ ΠΑΓΚΟΥΡΕΛΗΣ


70/οδηγος

δ λ ο μ ε γ ά λ ω ν α ν κ α ί σ κ ο ύ ρ α ιν α ν ...»

Ή «ιστορία» αυτής τής γυναίκας είναι βέβαια άνοιχτή σέ διάφορες έρμηνεΐες: ή φεμινιστική στάση κ α ί ή τρέλα, είναι μόνο δυό άπ’ αυτές,

καί όχι άπαραίτητα οι έπικρατέστερες. Ό άναγνώστης καλείται νά κάνει τίς έπιλογές του, ξέροντας πώς δ συγγραφέας Π. Χάντκε δέν τοΰ κλείνει φιλικά τό μάτι, δέν τοϋ προτείνει λύση, δέν μοιράζεται μα­ ζί του κάποιο δραμα, δέν τοΰ ύπόσχεται την άριστοτέλεια κάθαρ­ ση... Ή λογοτεχνία τοϋ συγγραφέα τής «Άριστερόχειρης γυναίκας», άνανεώνοντας τίς βασικές άρχές τοϋ γαλλικοϋ «νέου-μυθιστορήματος», είναι μιά λογοτεχνία π α ρ α τ ή ρ η σ η ς τοϋ κόσμου, κι δχι έρμηνείας του. Κατά συνέπεια, ή άποτελεσματικότητά της κρίνεται σέ σχέση μέ τό πόσο όξυδερκής είναι αυτή ή πα­ ρατήρηση. Στήν περίπτωση τοΰ Π. Χάντκε, ή άπάντηση δέν μπορεί παρά νά είναι καταφατική. Συγγραφείς σάν τόν Π. Χάντκε άντιμετωπίζουν τόν άναγνώστη τους μ’ έναν τρόπο κάπως διαφο­ ρετικό άπ’ τόν συνήθη. Δέν τοΰ έπιβάλλουν μιά λίγο-πολύ συγκεκριμένη/προκατασκευασμένη εικό­ να τοϋ κόσμου -δηλ. τή δική τους

άποψη γιά τά πράγματα. Τόν άφήνουν νά «διαλέξει» μόνος του. Δέν τόν διευκολύνουν, καί βέβαια δέν τοΰ κολακεύουν τήν έμφυτη όκνηρία του. Ό άναγνώστης τού Π. Χάντκε συμμετέχει στό βιβλίο. 'Ολοκληρώνει τό βιβλίο. Κι αύτό άπαιτεϊ προσπάθεια καί κόπο. Πάντως τό Α ν τ ά λ λ α γ μ α είναι έκεί -γιά δσους θέλουν νά τό δούν. “Ενα άντάλλαγμα συναρπαστικό. Κάτι σάν πρό(σ)κληση σέ συνδημιουργία. Τό δτι στήν Ελλάδα υπάρχει έκδότης πού άποφασίζει νά βγάλει ένα τέτοιο βιβλίο (δηλ. άντιεμπορικό) αύτό είναι σημείο ένθαρρυντικό. Ή χειρονομία θά ήταν αποτελεσματικότερη, άν ό με­ ταφραστής ήταν πιό προσεκτικός στή μεταφορά τοΰ «ούδέτερου» ύφους τού συγγραφέα στή γλώσσα μας. Ή χρήση μιας ισοπεδωμένης καί μονοδιάστατης δημοτικής, έκανε κ α ί έδώ τήν έπιζήμια έπέμβασή της (καί τά κρούσματα πολλαπλασιάζονται...). ΜΙΧΑΗΛ ΜΗΤΡΑΣ

σουρεαλισμός: ή πιό εντυπωσιακή καί άμφιλεγόμενη επανάσταση τοΰ αιώνα Π Α Τ Ρ ΙΚ Β Α Λ Ν Τ Μ Π Ε Ρ Γ Κ : Σ ονρρ ε α λ ισ μ ό ς . Μ ε τ. 'Α λ ε ξ ά ν δ ρ α ς Π α π α θ α ν α σ ο π ο ΰ λ ο ν . 'Α θ ή ν α , Υ π ο ­ δ ο μ ή , 1982. Σ ε λ . 227.

'Η σουρεαλιστική επανάσταση σάν έκφραση ενός συγκεκριμένου πνευματικού καί καλλιτεχνι­ κού φαινομένου άνήκει πιά στήν Ιστορία άλλά ό μύθος πού τήν περιβάλλει ήδη άπό τήν «ηρωική» εποχή τών πρώτων «τρομοκρατικών» της εκδη­ λώσεων, παραμένει άκόμη ζωντανός. Καί ό μύ-

θος αύτός έξακολουθεί νά μοιάζει άνεξάντλητος άκριβώς γιατί τά στοιχεία πού τόν συνθέτουν εί­ ναι άρρηκτα συνδεδεμένα μέ τίς έξαιρετικά σύν­ θετες κοινωνικές καί φαντασιακές δομές τής πε­ ριόδου τού μεσοπολέμου.


δελτιο/71 Περισσότερο άπό καλλιτεχνικό κί­ νημα, τουλάχιστον μέ τή συμβατική έννοια τοϋ όρου, ό σουρεαλισμός άποτελεϊ ένα έξαιρετικά πολύπλο­ κο πολιτισμικό φαινόμενο, καί εί­ ναι, κατά τή γνώμη μου, άδύνατο νά κατανοηθεΐ ή νά ερμηνευτεί μέσ’ άπό μιά γραμμική ιστορική ή κα­ θαρά φορμαλιστική άνάλυση. Τό νά κατανοήσει κανείς σέ βάθος τό σουρεαλισμό σημαίνει νά προσεγ­ γίσει κριτικά όχι μόνο τά συνθήμα­ τα καί τή δράση τοϋ κινήματος άλλά καί τήν άντιφατικότητα τών προθέσεων του, τίς ουτοπίες του, καί τή συχνά εντυπωσιακή άστοχία τών έπιλογών του, Μιά προσέγγιση δμως πού μένει άδέσμευτη άπό μο­ νοσήμαντες προκαταλήψεις μπορεί νά δώσει στό μελετητή τή χαρά τής μέθεξης στό χώρο τού ονείρου καί τής χίμαιρας, τών δύο αύτών κυ­ ρίαρχων στοιχείων τής σουρεαλι­ στικής ουτοπίας. Γιατί γιά πρώτη φορά στήν καλλιτεχνική Ιστορία τής Δύσης, τό όνειρο καί ή συνει­ δητή άνίχνευση τών χώρων τού άσυνειδήτου, ή έπιθυμία, ή φαντα­ σίωση καί ή καλλιέργεια τού τυχαί­ ου έγιναν τά βασικά επιθετικά όπλα μέ τά όποια στράφηκε μιά πε­ ριθωριακή κίνηση ποιητών καί καλλιτεχνών ένάντια στήν ιδεολο­ γία τής άρχουσας τάξης. ”Αν ή θεωρητική-κριτική προ­ σέγγιση τού κινήματος μέσ- άπό τίς φόρμουλες τού ίστορικισμού μπο­ ρεί νά είναι άστοχη, άλλο τόσο έπικίνδυνη ή άκαρπη μπορεί ν ’ άποδειχτεϊ καί ή μοναδική εξάρτηση άπό τά κείμενα τών σουρεαλιστών ή τών «επίσημων» ιστορικών τού σουρεαλισμού. Δυστυχώς, οί πε­ ρισσότεροι άπό τούς ιστορικούς τού κινήματος, πού υπήρξαν καί όπαδοί του, παραμένουν πιστοί στίς συχνά συγκεχυμένες καί όχι λιγότερο άντιφατικές αισθητικές θέσεις τού Μπρετόν. Καί ή άλήθεια είναι ότι μέ τόν τρόπο αυτό συντη­ ρούν μάλλον άνεκδοτολογικής φύ­ σης έρμηνείες πού άλλο δέν κάνουν παρά νά διαιωνίζουν τόν παρερμηνευμένο μύθο τής πιό έντυπωσιακής άλλά καί περισσότερο άμφιλεγόμενης επανάστασης τού αιώνα μας. Τό βιβλίο τού Πάτρικ Βάλντμπεργκ γιά τό «Σουρεαλισμό» εί­ ναι ταυτόχρονα έν' άπό τά πιό κλασικά καί λιγότερο άφελή κείμε­ να πού έχουν γραφτεί γύρω άπό τήν καλλιτεχνική, λογοτεχνική καί πολιτική δραστηριότητα τού κινή­

ματος. Πλούσιο σέ ντοκουμέντα, μαρτυρίες καί φωτογραφικό υλικό, έξιστορεϊ σ’ ένα ύφος συγκρατημέ­ νο καί χωρίς φιλολογικές εξάρσεις τήν πορεία τής σουρεαλιστικής έπανάστασης άπό τήν εποχή τής συγκρότησης τού πρωτοποριακού πυρήνα τής έπιθεώρησης «Litterature» (Λογοτεχνία) μέχρι τά μετα­ πολεμικά χρόνια, πού σημαδεύον­ ται άπό τή διάσπαση τής συλλογι­ κής δράσης, τό ξεθύμασμα τού επαναστατικού πυρετού καί τή συ­ νέχιση τής δημιουργικής δραστη­ ριότητας τών μελών σέ καθαρά προσωπικό πιά επίπεδο. Ή ιδιότητα τού Βάλντμπεργκ σάν πρώην ενεργού μέλους τοϋ κι­ νήματος καί προσωπικού φίλου τού Μπρετόν δέν τόν έμποδίζει άπό τού νά κρατά μιά μετριοπαθή άλλά όπωσδήποτε κριτική άπόσταση ιδιαίτερα γιά δ,τι άφορά τόν επεισοδιακό πολιτικό προσανατο­ λισμό τού κινήματος. Σέ γενικές γραμμές, ή άφήγηση τού Βάλντμπεργκ είναι συχνά πυ­ κνή καί σύντομη άλλά όπωσδήποτε λιγότερο μυθοποιητική καί δημο­ σιογραφική άπό έκείνη τού Μαρσέλ Ζάν καί λιγότερο θεωρητική άπό άντίστοιχα περίπου κείμενα τού Ζοζέ Πιέρ. Στόχος τού συγ­ γραφέα είναι ή καταγραφή τής πο­ ρείας τού κινήματος μέσ’ άπό μιά πυκνή καί εμπεριστατωμένη άναφορά τών δραστηριοτήτων του στό χώρο τής ποίησης (αυτοματική γραφή), τής λογοτεχνίας (πρωτο­ ποριακή άντι-λογοτεχνία), τής ζω­ γραφικής καί τής πολιτικής δράσης (οί ταραχώδεις καί άκαρπες επα­ φές μέ τό κομουνιστικό κόμμα). Ή άφήγηση χωρίζεται σέ ενότη­ τες πού άναφέρονται στήν καταγω­ γή τού όρου «σουρεαλισμός» -όπω ς είναι γνωστό ό όρος άποδίδεται στήν άνεξάντλητη έμπνευση τού Ά πολλιναίρ -, στή σύσταση τής πρώτης σουρεαλιστικής όμάδας καί στίς περιπετειώδεις σχέσεις της τό­ σο μέ τήν παλιά λογοτεχνική φρου­ ρά, όσο καί μέ τό ντανταέστικό κί­ νημα, στό πρώτο σουρεαλιστικό μανιφέστο, στίς καλλιτεχνικές κα­ ταβολές τού κινήματος, στή δρα­ στηριότητα τών πρωτοπόρων πού έδωσαν τίς βασικές πλαστικές κα­ τευθύνσεις τής σουρεαλιστικής έκ­ φρασης καί στήν περίοδο τού «ξεθυμάσματος», πού ήρθε σάν συνέ­ πεια τών άλυτων άντιφάσεων πού άναπτύχθηκαν στούς κόλπους τής σουρεαλιστικής έπανάστασης καί

πλαίσιο για παιδια Ζ Ω Ρ Ζ Σ Α Ρ Η . Ή σοφή μ α ς (σ ο φ ή ;) ή δ α σ κ ά λ α . Α θ ή ν α , Κ έ δ ρ ο ς , 1982. Σ ε λ . 46. ( ’Α π ό 5-8 χ ρ .)

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟ άπό παιδιά τής 6 ' δημοτικού πού «διηγούνται» τά ίδια τά δικά τους παθήματα καί τής δασκάλας τους.

Γ ΙΑ Ν Ο Σ Κ Ο Ρ Ί Σ Α Κ : Ό β α σ ιλ ιά ς M a r ia A Μ ε τ . Μ α ρ ίζ α ς Ν τ ε κ ά σ χ ρ ο . Ε ίκ . C laude L a p o in te. A '+ Β '. ’Α θ ή ν α Κ έ δ ρ ο ς , 1982. Σ ε λ . 2 13 + 2 05 (10-15 XQ-)

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ή άπλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας γιά παιδιά. Τώρα πού ή πληροφόρηση έχει μεγιστοποιηθεί καί τά παιδιά έχουν τή δική τους γνώμη ό «Ματίας» γίνεται μέσο προβληματισμού γιά τά ίδια καί έργαλείο διδασκαλίας γιά τούς ένήλικες στό σχολείο καί στό σπίτι. Κύριοι άξονες: α) ή άπομυθοποίηση τού πολέμου, β) οί άντιθέσεις καί οί συνεργασίες τών λαών καί τών κρατών καί γ) ή άσκηση τής εξουσίας χρειάζεται παιδεία, γνώση, ήθος καί πείρα γιά τήν έκλογή τών συνεργατών, τή λήψη καί έφαρμογή τών άποφάσεων. (Ή θεατρική διασκευή τοϋ έργου παίζεται άπό τήν Παιδική Σκηνή τής Ξένιας Καλογεροπούλου.)

ΕΛΕΝΗ ΠΑΜΠΟΥΚΗ


72/δελτίο

πού κορυφώθηκαν, κατά τρόπο δραματικό, λίγο πρίν άπό τόν Δεύ­ τερο πόλεμο. Θά μπορούσε νά παρατηρήσει κανείς μιάν ύπερβολικά συντομευμένη στίς έπεξηγήσεις της άναφορά τού συγγραφέα στίς σχέσεις τού σουρεαλιστικού κινήματος μέ τό κίνημα τών νταντά, καθώς καί μιά κάπως άρνητική άντιμετώπιση τής έπαναστατικής δραστηριότητας τού δεύτερου, πού δέν υπήρξε ούτε άσήμαντη ούτε άπόλυτα μηδενιστική. ’Εξάλλου οί σχέσεις νταντά καί σουρεαλισμού είναι πολύ βαθύτε­ ρες άπ’ δ,τι μπορεί νά πιστεύεται. Πρώτ’ άπ’ όλα γιατί οί σουρεαλι­ στές, ιδιαίτερα στή ζωγραφική, στηρίχτηκαν πολύ στήν επινοητικό­ τητα καί τήν πρωτοτυπία τών ντανταϊστικών έκφραστικών μέσων κι έπειτα γιατί καί τά δύο κινήματα υπήρξαν συμπτώματα καί ταυτό­ χρονα μαρτυρίες τών όξύτατων άντιφάσεων πού σημάδεψαν τή σύγ­ χρονη πολιτισμική πορεία τής Δ ύ­ σης. Συνέπεια ίσως καί κάποιας ευνόητης στρατηγικής τού συγγρα­ φέα είναι καί τό δτι δέν προχωρεί σέ διεξοδικότερες άναλύσεις γύρω άπό τήν αυτοματική γραφή καί ιδιαίτερα τίς σχέσεις τού κινήματος μέ τήν ψυχαναλυτική θεωρία καί τό φροϋδισμό. Ή γραμμικότητα τής άφήγησής του, ιδιαίτερα στό σημείο αυτό, άποτελεί ίσως έναν εύσχημο τρόπο άποφυγής μιας άπό τίς μεγαλύτερες παγίδες πού θέτει σ’ έναν θεωρητικό ή διεξοδική με­ λέτη τού κινήματος. 'Ο ίδιος ό Φρόυντ άγνόησε συστηματικά τόν Μπρετόν καί τό ενδιαφέρον τών σουρεαλιστών γιά τήν ψυχανάλυ­ ση, ένώ αυτές καθεαυτές οί θέσεις

τών όπαδών τού κινήματος γύρω άπό τό όνειρο καί τή λειτουργία τού άσυνειδήτου βρίσκονται πολύ πιό κοντά στή μεταρομαντική σκέ­ ψη τού Νίτσε παρά στό ρασιοναλι­ σμό τής φροϋδικής θεωρίας. Στήν ενότητα πού άναφέρεται στήν καθαρά καλλιτεχνική δράση τού κινήματος -σωστά τονίζεται δτι «δέν πρόκειται γιά σχολή ή ένα συμβατικό καλλιτεχνικό κίνημα άλλά γιά ένα πνευματικό προσανατο­ λισμό»- δίνεται άπό τό συγγραφέα ιδιαίτερη προσοχή στά αισθητικά καί κριτικά κείμενα τού Μπρετόν πού δημοσιεύτηκαν άρχικά στή «Revolution Surrealiste» (Σουρεα­ λιστική ’Επανάσταση) γιά νά συν­ θέσουν άργότερα τό όγκώδες σύγ­ γραμμα «Σουρεαλισμός καί ζωγρα­ φική». Τό έργο αύτό τού Μπρετόν, πλούσιο σέ ποιητική διαίσθηση α λ ­ λ ά καί σέ άντιφάσεις έπιλογών καί όξύτητα ύφους, δίνει μιά σαφή ει­ κόνα τών άναζητήσεων, τών προσ­ δοκιών καί τών περιπετειών τού κινήματος στό χώρο τής ζωγραφι­ κής καί γενικά τών πλαστικών τε­ χνών. Ή δραματικότερη ίσως περι­ πέτεια στήν ιστορία τής σουρεαλι­ στικής ζωγραφικής είναι ή ρήξη -βίαια δσο καί φανατική- μέ τόν «άποστάτη» Τζιόρτζιο ντέ Κίρικο, πού μετά τό 1924 στράφηκε όριστικά στήν άκαδημαϊκή ζωγραφική. Τό γεγονός δμως αύτό δέν μειώνει τήν τεράστια συμβολή τού ίταλοϋ ζωγράφου -γεννήθηκε στήν Ε λ λ ά ­ δα τό 1888- στή διαμόρφωση τής σουρεαλιστικής εικόνας στή ζω­ γραφική. Ή εικόνα τού ντέ Κίρι­ κο, ή σύζευξη δηλαδή ετερόκλητων πλαστικών στοιχείων μέσα σ’ ένα χώρο ανοίκειο καί εξωπραγματικό.

θά μπορούσε νά θεωρηθεί τό «πλα­ στικό άνάλογο» τής ποιητικής εικό­ νας τού Λωτρεαμόν ή τού λιγότερο διάσημου άλλά ιδιαίτερα σημαντι­ κού ποιητή Πιέρ Ρεβερντύ. Σέ τε­ λευταία άνάλυση, ή σουρεαλιστική ζωγραφική είναι ένας χώρος δπου συναντιούνται ευκαιριακά τά πιό ετερογενή στοιχεία καί οί πιό έτερόκλητες τάσεις (ρομαντισμός, συμβολισμός, Πικάσο. Κλέε, Ντυσάν, Πικάμπια. Μάν Ραίη. καλλι­ τέχνες τού νταντά, Τζιόρτζιο ντέ Κίρικο) γιά νά συνυπάρξουν μέσα σέ μιά άτμόσφαιρα εξωπραγματι­ κής καί όνειρικής έμπνευσης πού βρίζεται άπό μερικές βασικές δε­ σπόζουσες: τήν κατάργηση τής πα­ ραδοσιακής άντίληψης γιά τή συν­ θετική οργάνωση τής εικόνας, τή στροφή πρός τίς άρχετυπικές μορ­ φές έκφρασης, τήν άναζήτηση τής άλήθειας πέρα άπό τό πραγματικό. Τό δεύτερο τμήμα τού βιβλίου τού Π. Βάλντμπεργκ περιέχει κεί­ μενα ποιητών καί καλλιτεχνών πού ύπήρξαν πρωτεργάτες ή συνεργά­ τες τού σουρεαλιστικού κινήματος ( Ά . Μπρετόν, Λ. Ά ρ αγκόν, Ζ. Ριγκώ, Ρ. Ντεσνός. Π. Έ λυάρ, Ά ν τ . Ά ρτώ , Μάξ Έ ρνστ. Σ. Νταλί). Τά περισσότερα άπό τά κείμε­ να αύτά -δείγματα σουρεαλιστικής γραφής ή έπαναστατικές θέσεις πού έπεξηγοΰν τίς βασικές α ρ χ έ ς τού κινήματος- δημοσιεύτηκαν σέ τεύχη τής «Revolution Surrealiste». ’Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιά­ ζουν τά γνωστά κείμενα τού Έρνστ γύρω άπό τά παραισθησιακά έρεθίσματα τής σουρεαλιστικής τεχνι­ κής καί οί παθιασμένες έπικλήσεις τού αύθεντικοϋ, άλλά άτυχου στή συνεργασία του μέ τούς σουρεαλι­ στές, Ά ν τ. Ά ρ τώ πρός τόν Δαλάι Δάμα καί τόν άνατολικό στοχασμό. Ή μετάφραση τής Α λεξάνδρας Παπαθανασοπούλου, σωστή καί εύσυνείδητη, συμπληρώνει καί πα­ ρακολουθεί τήν προσεγμένη ποιό­ τητα τών καλλιτεχνικών έκδόσεων τής «Υποδομής». Ό σεβασμός τών κειμένων -κάτι σπάνιο γιά τίς με­ ταφραστικές συνήθειες τού έλληνικού χώρου- καί ή άρκετά συστημα­ τική άναπλήρωση τών μεγάλων κε­ νών πού υπάρχουν στόν τόπο μας, ιδιαίτερα στό χώρο τής ιστορίας καί θεωρίας τής τέχνης, είναι άπό τά βασικά θετικά στοιχεία πού χα­ ρακτηρίζουν τήν προσπάθεια τών έκδόσεων αυτών. ΝΙΚΗ ΛΟΪΖΙΔΗ


ΔΕΛΤΙΟ 24 Φεβρουαρίου9 Μαρτίου 1983

βιβλιογραφικό δελτίο άριθ. 65 • Τ ό Β ιβ λ ιο γ ρ α φ ικ ό Δ ε λ τ ί ο σ υ ν -

τ ά σ σ ε τ α ι μ έ τ η ν π ο λ ύ τ ιμ η σ υ ν ε ρ ­ γ α σ ί α τ ο ύ β ιβ λ ιο π ω λ ε ίο υ τ ή ς « Ε σ τ ί α ς » , τ η δ ιε ύ θ υ ν σ η κ α ί τό π ρ ο σ ω π ι κ ό τ ο ΰ ό π ο ιο υ ε υ χ α ρ ι­ σ το ύ μ ε θερμά. • Ή τ α ξ ιν ό μ η σ η τ ώ ν β ιβ λ ίω ν γ ί ν ε ­ τ α ι μ έ β ά σ η τό γν ω σ τό Δ ε κ α δ ικ ό Σ ύ σ τ η μ α Τ α ξ ιν ό μ η σ η ς , π ρ ο σ α ρ ­ μ ο σ μ έ ν ο σ τ η ν έ λ λ η ν ικ ή β ιβ λ ιο ­ γ ρ α φ ία . • Σ έ κ ά θ ε κ α τ η γ ο ρ ία β ιβ λ ίω ν π ρ ο η γ ο ύ ν τ α ι ά λ φ α β η τ ικ ά ο ί Ι λ -

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΓΕΝΙΚ Α

Έπιμέλεια:

Ά άΦη

λ η ν ες σ υ γ γρ α φ είς κ α ί ά κολουθ ο ϋ ν ο ί ξ έ ν ο ι. • Ή κ α τά τα ξ η τώ ν ξένω ν σ υ γ γ ρ α ­ φ έ ω ν γ ίν ε τα ι σ ύ μ φ ω ν α μ έ τό ε λ ­ λ η ν ικ ό ά λ φ ά β η τ ο . • Σ τ η ν κ α τ η γ ο ρ ία τ ώ ν π ε ρ ιο δ ι κ ώ ν δ έ ν π ε ρ ιλ α μ β ά ν ο ν τ α ι έ β ό ο μ α δ ια ϊα έν τυ π α . • Γ ιά τ ή ν ά κ ό μ η μ ε γ α λ ύ τ ε ρ η π λ η ­ ρ ό τ η τα τ ο ύ Δ ε λ τ ίο υ , π α ρ α κ α λ ο ϋ ν τα ι ο ί έκ δ ό τες νά μ ά ς σ τέλ­ ν ο υ ν έ γ κ α ι ρ α τ ι ς κ α ι ν ο ύ ρ ιε ς έ κ δ ό σ ε ις το υ ς .

Λ αλαπάνος Θ. Π. Ά θ ή ν α ι, Μακρής. Σελ. 208. Δρχ. 300.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ

ΜΑΚΡΗΣ ΝΙΚΟΣ. Κατακερματίζεσθαι τήν ουσίαν. Τό είναι, τό ήθος, τό κάλλος. ’Αθήνα, Μήνυμα. Σελ. 120. Δρχ. 200.

Κ Ο ΙΝ Ω Ν ΙΟ Λ Ο ΓΙΑ

BIEMEL WALTER. Ή φαινομενολογία τοΰ Ε. Hus­ serl. Μετ. Ζηνοβίας Δρακοπούλου. Σπουδές, άριθ. 3. ’Αθήνα, Imago, 1983. Σελ. 76. Δρχ. 200.

ΚΑΡΔΑΜΑΚΗΣ Μ ΙΧΑΗΛ. Τίμιοι μέ τά άνθρώπινα. Ό γάμος στά δρια τής δρθόδοξης ηθικής. Ά κριτικά Τετράδια, άριθ. 2. ’Αθήνα, ’Ακρίτας, 1983. Σελ. 93. Δρχ. 140.

ΣΟΝΤΑΓΚ ΣΟΥΖΑΝ. Αισθητική τής σιωπής. Μετ. Νανάς Ή σαΐα. ’Αθήνα, Νεφέλη, 1983. Σελ. 74. Δρχ. 150.

ΜΟΥΣΤΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ. Κοινωνιολογία γιά τόν κα­ θένα. (Εισαγωγή στήν έπιστήμη τής κοινωνίας). Θεσ­ σαλονίκη, Παρατηρητής, 1983. Σελ. 362. Δρχ. 650. ΝΙΚΑΣ ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Γάμος. ’Αγάπη - έλευθερία δημιουργία. ’Αθήνα, Μήνυμα. Σελ. 103. Δρχ. 200.

ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΦΙΛΟΛΟΓΩΝ. Σεμινάριο 1: Κοινωνιολογία. ’Αθήνα, 1983. Σελ. 80. Δρχ. 150. ΤΑΚΑΡΗ ΝΤΙΝΑ. Κοινωνιολογία. ’Α θήνα, 1983. Σελ. 304. Δρχ. 550.

Π Α ΡΑ Ψ Υ Χ Ο Λ Ο ΓΙΑ

ΦΙΛΙΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ. Ό ψ εις τής διατήρησης καί τής μεταβολής τοΰ κοινωνικοΰ συστήματος. Τόμος Β'. ’Α θήνα, Νέα Σύνορα. Σελ. 227. Δρχ. 280.

Τά θαύματα τής Λούρδης: Μαυρουδής Χρ. Πνευματι­ κή θεραπεία: Μακρής Σπ. ’Αρρώστια καί άνθρωπος:

ΦΑΡΖΙΕ ΜΑΡΙ-ΟΝΤΙΛ. Ό βιασμός. Μετ. Βάσως Νικολοπούλου. ’Αθήνα, Νέα Σύνορα, 1983. Σελ. 194.


74/δελτιο

ΠΟ Λ ΙΤΙΚ Η

’Αρχιεπισκοπής Θυατείρων καί Μεγάλης Βρεταννίας «’Εκκλησία καί Θεολογία», IV (1983). Έ ν Ά θήναις, 1983. Σελ. 16. Δρχ. 100.

ΔΙΑΜ ΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ Γ. ’Α πό την πολι­ τική καί πνευματική ζωή τού ’Αλέξανδρου Παπανα­ στασίου. ’Αθήνα, 1982. Σελ. 112. Δρχ. 200.

ΕΚ Π Α ΙΔ Ε Υ ΣΗ

ΓΟΥΝΤΧΑΟΥΖ ΚΡΙΣ Μ. Καραμανλής. Ό άνορθωτής τής έλληνικής δημοκρατίας. Μετ. Μάρκου Δραγούμη. ’Αθήνα, Μορφωτική Ε σ τία. Σελ. 380. Δρχ. 900.

ΒΩΡΟΣ Φ. Κ. Σύντομη ιστορία τής νεοελληνικής έκπαίδευσης. ’Α νάτυπο άπό τό περιοδικό «Νέα Παι­ δεία», τεύχη 20, 21. ’Αθήνα, 1982. Σελ. 40.

Καστανή Βίβλος. Ή καταδίκη τοϋ φασισμού. Μετ. Ν ί­ κου Καρβούνη. Είσαγωγή-έπιμέλεια Γιώργη Πικρού. Πρόλογος Λόρδου Μάρλεϋ. ’Αθήνα, Καρανάσης, 1983. Σελ. 502. Δρχ. 600. ΠΡΙΜΟ ΝΤΕ ΡΙΒΕΡΑ ΧΟΣΕ ANTONIO. Λόγοι μά­ χης. Μετ. Θεόδωρου Μανιάτη. ’Α θήνα, ’Ελεύθερη Σκέψις, 1983. Σελ. 93. Δρχ. 150.

Ο ΙΚΟΝΟΜ ΙΑ Δομικές άλλαγές στήν άγροτική οικονομία μας. Μελέ­ τες Κέντρου Μαρξιστικών ’Ερευνών, άριθ. 14. ’Αθή­ να, Σύγχρονη ’Εποχή, 1982. Σελ. 206. Δρχ. 250. ΡΟΥΣΣΕΑΣ ΣΤΑΥΡΟΣ. Καπιταλισμός καί καταστρο­ φή. Κριτική έπισκόπηση τών ορίων τού καπιταλισμού. Μετ. Πάνου Γκαργκάνα. ’Αθήνα, Νέα Σύνορα, 1982. Σελ. 226. Δρχ. 350. ΣΒΟΡΩΝΟΣ - ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ - ΤΡΕΝΤΙΝ - ΓΙΑΝΝΑΡΟΣ - ΑΘΚΑΡΑΤΕ - ΔΙΑΜ ΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΛΑΚΛΑΟ Υ - ΜΟΥΦ - ΒΑΚΚΑ - ΜΑΝΕΣΗΣ ΜΠΥΣΙ-ΓΚΛΥΚΣΜΑΝ - ΦΙΛΙΝΗΣ. Ή σημερινή κρίση τού καπιταλισμού. Ε βδομάδα τού Κέντρου Μαρξιστικών Σπουδών, Πάντειος, 9-14 Φεβρουάριου 1981. ’Α θήνα, Θεμέλιο, 1982. Σελ. 204. M ARX KARL. Προκαπιταλιστικοί οικονομικοί σχη­ ματισμοί. Εισαγωγή Ε. I. Hobsbawm. Μετ. Θ. Καλοπίση. ’Α θήνα, Κάλβος, 1983. Σελ. 215. Δρχ. 300.

Λ Α Ο ΓΡΑ Φ ΙΑ ΠΑΓΚΑΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΜΜ. Περί τού γλωσσικού ιδιώματος τής Κρήτης. Τόμος 2: Τά λαογραφικά. ’Αθήνα, 1983. Σελ. 566. Δρχ. 1000.

ΣΕΡΓΗ ΛΕΝΙΑ. Δημιουργική μουσική άγωγή γιά τά παιδιά μας. ’Αθήνα, Gutenberg, 1982. Σελ. 147. Δρχ. 400.

ΠΑΙΔΙΚΑ Ε Λ ΕΥ Θ ΕΡΑ Α ΝΑ ΓΝ ΩΣΜ ΑΤΑ ΑΡΒΑΝΙΤΙΔΟΥ ΡΟΥΛΑ. Τά παραμύθια τής ζωής. ’Α θήνα, 1983. Σελ. 64. Δρχ. 150. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΟΥ-ΣΟΥΡΕΛΗ ΓΑΛΑΤΕΙΑ. Συντροφιά μέ τόν άνεμο. Εικόνες Βάσως Ψαράκη. Θεσσαλονίκη, ΑΣΕ. Δρχ. 250. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΕΛΕΝΗ. Τρυφεροί ήχοι. Εικονογρά­ φηση Λουίζας Μοντεσάντου. ’Α θήνα, 1983. Σελ. 57. Δρχ. 300. Ζώα καί φυτά σέ στιχάκια τής Μαρίας Γουδέλη. Τόμος Α '. Ζωγραφιές Καλλιόπης Κεφάλα. ’Αθήνα, Guten­ berg, 1982. Σελ. 147. Δρχ. 400. ΜΑΡΟ ΥΛΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ. Τό τσίρκο ’Αθήνα, Καστανιώτης, 1982. Δρχ. 300.

«Ραμπίνο».

ΜΑΣΤΟΡΗ ΒΟΥΛΑ. Αυγουστιάτικο φεγγάρι. Εικο­ νογράφηση Σπύρου Όρνεράκη. Θεσσαλονίκη, ΑΣΕ. Σελ. 102. Δρχ. 250. Ή μηλιά τού βασιλιά. Λαϊκό παραμύθι. Διασκευή καί εικονογράφηση Σοφίας Ζαραμπούκα. ’Α θήνα, Κέ­ δρος. Δρχ. 400. CROWTHER ROBERT. Παίζοντας κρυφτό μέ τούς άριθμούς. ’Αθήνα, Χελώνα. Δρχ. 800.

ΘΕΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ-ΠΑΙΔ/ΓΙΚΗ Φ ΥΣΙΚΗ Π Α ΙΔΑ ΓΩ ΓΙΚ Η ΟΙΚΟΝΟΜΑΚΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ I. Ή εθνική άγωγή τών έλληνοπαίδων. (Γενικοί άρχαί έθνικοΰ φρονηματισμοΰ). Ά νά τυ π ον έκ τής Θεολογικής Έπετηρίδος τής

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Π. - ΓΑΒΡΟΓΛΟΥ Κ. - ΜΠΑΛΤΑΣ Α . - ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ Π. - ΝΟΥΤΣΟΣ Π. ΦΡΑΓΚΟΥΔΑΚΗ Α . Θεμέλια τών έπιστημών. Τόμος Δ '. ’Επιμέλεια Ν. Σκιαδά. ’Αθήνα, Gutenberg, 1982. Σελ. 106. Δρχ. 300.


δελτιο/75

ΖΩ Ο Λ Ο Γ ΙΑ ΜΠΕΝΖΑΜΙΝ ΚΑΡΟΛ. Εκπαίδευση σκύλων. Μετ. Α . Ά ιδ ίνη . ’Αθήνα, Κάκτος, 1983. Σελ. 222. Δρχ. 300.

ΕΦΑΡΜΟΣΜ. ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ

ΔΗΜ ΟΥΛΗΣ ΣΤΕΡΓΙΟΣ. Ό δ ό ς ευθύνης, Α . Ποιή­ ματα. ’Αθήνα, 1982. Σελ. 62. 23 νέοι ποιητές. Διαγωνισμός 8ου φεστιβάλ ΚΝΕ Όδηγητή. ’Αθήνα, ’Οργανισμός Φεστιβάλ ΚΝΕΌδηγητή, 1982. Σελ. 60. ΙΩ ΑΝΝΙΔΗΣ- ΒΑΜ ΒΑΚΙΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ Γ. (ΕΥ ­ ΡΩΤΑΣ). Χαμένη πολιτεία. Β' έκδοση βελτιωμένη; ’Α θήνα, 1982. Σελ. 132. ΚΑΝ ΔΥ ΛΑ Σ ΘΑΝΟΣ. ’Α πόπειρα. ’Αθήνα, Σπηλιώτης, 1983. Σελ. 38.

ΙΑ ΤΡΙΚ Η BENJAMIN HARRY. 'Οδηγός φυσιοθεραπείας. Τό­ μος Α '. Μετ. Κ. Δόλκα - Γ. Κυπραίου. ’Αθήνα, Δ ιό­ πτρα, 1983. Σελ. 189. Δρχ. 300. ROSS GORDON. Εισαγωγή στήν δμοιοπαθητική. Μετ. Γ. Μπαρουξή. ’Αθήνα, Διόπτρα, 1983. Σελ. 110. Δρχ.. 220.

ΤΕΧΝΕΣ

ΚΟΥΡΣΗ Μ ΑΡΙΑ. Κουκκίδα διαστάσεων. ’Αθήνα, Πορεία, 1983. Σελ. 48. ΚΩΝΣΤΑΝΤΕΑΛΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ. ’Α θήνα, Διογένης, 1982. Σελ. 54.

Τό

φωτόνυμο.

ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ ΧΑΡΗΣ. Τραγούδι γιά τό σκοτωμέ­ νο φαντάρο τού Σαράντα. ’Αθήνα, Πύλη, 1983. Σελ. 34. ΣΕΡΕΦΑΣ ΣΑΚΗΣ. Λεζάντα γιά μιά φωτογραφία. Ποιήματα. Θεσσαλονίκη, Διαγώ νιος, 1983. Σελ. 20. Σύγχρονοι κρητικοί ποιητές. Θεσσαλονίκη, Μπαρμπουνάκης. Σελ. 182. Δρχ. 250. ΤΣΙΠΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ. Τού λαού τό πόρεμα. Ποιήματα. ’Αθήνα, 1982. Σελ. 64.

ΚΙΝ Η Μ Α ΤΟ ΓΡΑ Φ Ο Σ

’Αμερικάνικη όμοφυλόφιλη ποίηση. ’Επιμέλεια - μετά­ φραση Ά ν δ ρ έα Ά γγελάκη. ’Αθήνα, Ό δυσσέας, 1982. Σελ. 78. Δρχ. 100.

ΜΩΡΑΪΤΗΣ ΜΑΚΗΣ. Κείμενα γιά τόν κινηματογρά­ φο. ’Α θήνα, Θαυματρόπιο. Σελ. 173. Δρχ. 200.

ΧΑΓΙΑΜ ΟΜΑΡ. Ρουμπαγιάτ. Μετ. Χρυσόστομου Παπασπύρου. ’Αθήνα, Μ πουκουμάνης, 1982. Σελ. 88. Δρχ. 250.

ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ. Λεξικό ταινιών. Τόμος Τ'. ’Αθήνα, Αίγόκερως, 1982. Σελ. 208. Δρχ. 300.

ΓΛΩΣΣΑ ΕΛ Λ Η Ν ΙΚ Η ΓΛΩ ΣΣΑ ΡΑΜΦΟΣ ΣΤΕΛΙΟΣ. Γλωσσοδιορθωτές καί τονοφάγοι. Ά κριτικ ά Τετράδια, άριθ. 1. ’Αθήνα, ’Ακρίτας. Σελ. 34. Δρχ. 80. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ ΧΑΡΗΣ. Νέο λεξικό δημοτικής μο­ νοτονικό. ’Ορθογραφικό - έρμηνευτικό - έτυμολογικό. ’Αθήνα, Σιδέρης, 1983. Σελ. 1406. Δρχ. 600.

Π Ε Ζ Ο ΓΡ Α Φ ΙΑ ΑΛΕΞΙΟΥ ΦΙΛΙΠΠΙΩ. Κλάση 1981, 1982, 198...; 'Ιστόρηση παρανοϊκών γεγονότων. ’Αθήνα, Κάκτος. Σελ. 82. ΓΕΩΡΓΟΥΤΣΟΣ ΚΩΣΤΑΣ. Χόμο. ’Αθήνα; Διογένης, 1982. Σελ. 283.

Μυθιστόρημα.

ΓΚΡΗΣ ΗΛΙΑΣ. Οί άγλύκαντοι. Διηγήματα. Ε λ λη νι­ κή Πεζογραφία, άριθ. 5. ’Α θήνα, Γνώση, 1983. Σελ. 102. Δρχ. 180. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΟΥ ΑΛΙΚΗ ΑΓΑΜ. Δύσβατο πέρα­ σμα. ’Αθήνα, Βασδέκης, 1983. Σελ. 415. Δρχ. 500. ΖΕΡΒΟΣ ΤΑΣΟΣ. Ό βασιλιάς Κλεομένης. Μυθιστό­ ρημα. Β' έκδοση. ’Αθήνα, 1983. Σελ. 197. Δρχ. 300.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

ΙΩA NNO Y ΓΙΩΡΓΟΣ. Καταπακτή. Πεζά κείμενα. Ελληνική Πεζογραφία, άριθ. 22. ’Αθήνα, Γνώση, 1982. Σελ. 230.

Π Ο ΙΗ ΣΗ

Λ Α Δ ΙΑ ΕΛΕΝΗ. Ό σχιζοφρενικός θεός. Λογοτεχνία, άριθ. 3. ’Αθήνα, Imago, 1983. Σελ. 155. Δρχ. 200.

ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. Φωνές τής σιω­ πής. ’Αθήνα, Γνώση, 1982. Σελ. 76.

ΑΕΒΙΘΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΟΣ. Φιέστα καί... κουλτού­ ρα τα... ’Α θήνα, ’Αριστοφάνης, 1983. Σελ. 120. Δρχ. 200.


76/δελτίο ΜΗΛΙΩΝΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ. Τό πουκάμισο τού Κένταυρου καί τ’ άλλα διηγήματα. ’Αθήνα, Θεμέλιο, 1982. Σελ. 156. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. Ή εκδρομή. Διηγήμα­ τα. ’Αθήνα, Νεφέλη, 1983. Σελ. 93. ΜΟΥΣΑΙΟΣ ΠΛΑΤΩΝ Β. Ά λαλούμ. ’Α θήνα, Γκοβόστης. Σελ. 128. Δρχ. 200. ΠΑΣΟΣ ΤΖΩΝ ΝΤΟΣ. U .S.A . 1919. Μετ. Τάσου Δενέγρη. ’Αθήνα, Ό δυσσέας, 1982. Σελ. 488. Δρχ. 650. ΠΕΡΔΙΟΥ ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Πέστα! Σκίτσα Μάκη Κωνσταντελάκη. ’Αθήνα, Φοίβος. Σελ. 96. Δρχ. 200. 5 νέοι διηγηματογράφοι. Διαγωνισμός 8ου Φεστιβάλ ΚΝΕ - 'Οδηγητή. ’Αθήνα, ’Οργανισμός Φεστιβάλ ΚΝΕ - Όδηγητή, 1982. Σελ. 85. ΠΙΑΤΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. Μηχανάκι, γκόμενα καί α ρ ­ χ η γ ό ς . Έ ν α άληθιστόρημα. ’Αθήνα, ’Ιθάκη, 1982. Σελ. 65. Δρχ. 120. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ ΧΑΡΗΣ. Οΐ κανίβαλοι. Διηγήματα. ’Αθήνα, Πύλη, 1982. Σελ. 77. ΑΙΜΕ ΜΑΡΣΕΛ. Ό άνθρωπος πού περνούσε μέσα άπ’ τούς τοίχους. Μετ. Ρένας Χατχούτ. Γράμματα/Λογοτεχνία, άριθ. 79. ’Α θήνα, Γράμματα, 1983. Σελ. 207. Δρχ. 300. ΒΙΑΝ ΜΠΟΡΙΣ. “Ολοι οί νεκροί έχουν τό ίδιο δέρμα. Μετ. Γιώργου Βαφειάδη. Θεσσαλονίκη, Μπαρμπουνάκης. Σελ. 127. Δρχ. 180. ΕΦΡΑΙΜΩΦ ΙΒΑΝ. Ό άστερισμός τής ’Ανδρομέδας. Μετ. Τ. Βουρνά. ’Α θήνα, Κάκτος. Σελ. 357. Δρχ. 300. ΚΑΝΤΑΡΕ ΙΣΜΑΗΛ. Ό στρατηγός τής στρατιάς των νεκρών. Μυθιστόρημα. Μετ. Μαρίνου Κωνσταντέλου. ’Α θήνα, Πορεία, 1983. Σελ. 272. Δρχ. 350. ΚΑΦΚΑ ΦΡΑΝΤΣ. ’Αμερική. Μετ. Νίκου Ματσούκα. Γράμματα/Λογοτεχνία, άριθ. 77. ’Α θήνα, Γράμματα, 1983. Σελ. 271. Δρχ. 350. ΚΟΝΡΑΝΤ ΤΖΟΖΕΦ. Ό νέγρος τού Νάρκισσος. Μετ. Μάρκου Ρήγου. Θεσσαλονίκη, Μπαρμπουνάκης. Σελ. 221. Δρχ. 250. LAWRENCE D. Η. ’Εκείνος πού είχε πεθάνει. Εισα­ γωγή - μετάφραση Ζηνοβίας Δρακοπούλου. Λογοτε­ χνία, άριθ. 2. ’Α θήνα, Imago, 1983. Σελ. 124. Δρχ. 200. ΜΑΡΚΕΣ ΓΚΑΜΠΡΙΕΛ ΓΚΑΡΣΙΑ. Μάτια γαλάζιου σκύλου. Μετ. Κλαίτης Σωτηριάδου-Μπαράχας. ’Αθή­ να, Νεφέλη, 1983. Σελ. 118. Δρχ. 250. ΜΙΛΛΕΡ ΧΕΝΡΥ. Ό καιρός τών δολοφόνων. Μετ. Ά ντώ νη Φωστιέρη - Θανάση Θ. Νιάρχου. ’Αθήνα, Νεφέλη, 1982. Σελ. 135. Δρχ. 180. ΜΠΕΝΕΤ ΧΟΥΑΝ. ’Επιστροφή στή Ρεχιόν. Μετ. ’Ισμήνης Κάνση. ’Α θήνα, ’Αστέρι. Σελ. 145. Δρχ. 250. ΜΠΗΡΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ. Φανταστικές ιστορίες. Μετ. Θέμη Μιχαήλ. Γράμματα/Λογοτεχνία, άριθ. 78. ’Αθή­ να, Γράμματα, 1983. Σελ. 158. Δρχ. 230. ΒΩ ΕΒΕΛΙΝ. Επιστροφή στό Μπράιντσχεντ. Μετ. Μ. Τόλη. ’Α θήνα, Κάκτος, 1983. Σελ. 333. Δρχ. 300. ΠΙΤΙΓΚΡΙΛΙ. Κοκαίνη. Μετ. Γ. Γερμνά. Διασκευή

Θωμά Γκόρπα. ’Α θήνα, Κάκτος, 1983. Σελ. 238. Δρχ. 300. ΡΟΝΤΑΡΙ ΤΖΙΑΝΝΙ. 'Ιστορίες φτιαγμένες στή μηχα­ νή. Μετ. Νάσας Μπαμπάκου. ’Αθήνα, Τεκμήριο, 1983. Σελ. 174. Δρχ. 300. ΣΑΙΝΤ-ΕΞΥΠΕΡΥ ΑΝΤΟΥΑΝ ΝΤΕ. Γή τών άνθρώπων. Μετ. Φώντα Κονδύλη. Γράμματα/Λογοτεχνία, άριθ. 76. ’Α θήνα, Γράμματα, 1983. Σελ. 158. Δρχ. 230. ΣΤΡΙΝΤΜΠΕΡΓΚ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ. Μοναχός. Μετ. I. Ε Χρυσάφη. ’Αθήνα, Θεωρία, 1983. Σελ. 125. Δρχ. 180. ΧΑΞΛΕΫ ΑΛΝΤΟΥΣ. Τό νησί. Μετ. Α . Ά ιδίνη. ’Αθήνα, Κάκτος, 1983. Σελ. 322. Δρχ. 300.

Μ ΕΛ ΕΤΕΣ ΓΙΑΚΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. Μορφές τής ελληνικής λογοτε­ χνίας. Καλλιγάς - Παπαδιαμάντης - Παλαμάς - Ξενόπουλος - Παπαντωνίου - Έ λλη ’Αλεξίου - I. Μ. Παναγιωτόπουλος. ’Αθήνα, Φιλιππότης, 1982. Σελ. 240. Δρχ. 350. ΖΕΓΚΙΝΗΣ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ. 'Ιστορία τής τούρκικης λογοτεχνίας. Θεσσαλονίκη, 1983. Σελ. 198. Δρχ. 450. ΙΑΚΩΒ ΔΑΝΙΗΛ I. Ή άρχαιογνωσία τού Ό δυσσέα Έλύτη. Νεοελληνικές Ψηφίδες, άριθ. 2. ’Επιμέλεια Ά ν τεια ς Φραντζή. ’Α θήνα, Πολύτυπο, 1983. Σελ. 110. Δρχ. 150. ΛΙΓΝΑΔΗΣ ΤΑΣΟΣ. Διπλή επίσκεψη σέ μιά ηλικία καί σ’ ένα ποιητή. Έ να βιβλίο γιά τόν Νίκο Γκάτσο. ’Α θήνα, Γνώση, 1983. Σελ. 253. Δρχ. 500. ΜΟΝΤΑΙΝΙ ΜΙΣΕΛ ΝΤΕ. Δοκίμια. Βιβλίο A . Β' έκ­ δοση. Εισαγωγή - μετάφραση - σημειώσεις Φίλιππου Δ . Δρακονταειδή. ’Α θήνα, Ε σ τία, 1983. Σελ. 445. Δρχ. 550. ΣΑΒΙΝΙΟ ΑΛΜΠΕΡΤΟ. Ό Μωπασσάν καί «ό άλ­ λος». Μετ. Μαρίας Ά . Ή λιου. ’Αθήνα, Ύψιλον/Βιβλία, 1983. Σελ. 124. Δρχ. 200.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΕΝΙΚΑ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜ. Ν. Χρόνος καί ευ­ θύνη. Μαρτυρίες ιστορίας. ’Αθήνα, Τήνος. Σελ. 224. Δρχ. 200.

Α ΡΧΑΙΟΛΟ ΓΙΑ ΓΑΛΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ I. Καύσεις νεκρών άπό τή νεολιθική έποχή στή Θεσσαλία. 'Υπουργείο Πολιτι­ σμού καί Έπιστημών/Δημοσιεύματα τού Ά ρχαιολογι-


δελτιο/77 κού Δελτίου, άριθ. 30. Ά θ ή ν α ι, Ταμείο ’Α ρχαιολογι­ κών Πόρων καί ’Απαλλοτριώσεων, 1982. Σελ. 256 + πίνακες. Δρχ. 1600.

Μ ΑΡΤΥΡΙΕΣ

χνης, κριτικής καί κοινωνικού προβληματισμού. Φύλ­ λο 14. Δρχ. 100. ΔΑ Υ ΛΟ Σ. Τόμος Β'. Τεύχος 14. Δρχ. 80. ΔΙΑ ΒΑ Ζ Ω . Δεκαπενθήμερη έπιθεώρηση τού βιβλίου. Τεύχος 63. Δρχ. 100. ΔΙΑΛΟΓΟΣ. Τεύχος 37.

ΒΑΣΙΛΑΣ ΓΙΑΝΗΣ. Τό βιβλίο: τού πόνου, τής ντρο­ πής καί τής λεβεντιάς (Μακρονήσι). ’Αθήνα, Φοίβος, 1982. Σελ. 687. Δρχ. 1000. ΚΟΥΚΟΥΝΑΣ ΔΗΜ ΟΣΘΕΝΗΣ. Ή γερμανική ει­ σβολή καί ή συνθηκολόγηση. Κατοχή. Εικόνες καί ντο­ κουμέντα. ’Αθήνα, Μέτρον, 1983. Σελ. 114.

ΕΛ Λ Η Ν ΙΚ Η ΙΣΤΟ ΡΙΑ

ΔΙΑΛΟΓΟΣ. Τρίμηνη έκδοση τής Μορφωτικής Έ ν ω ­ σης Λεχαινών « Ό Ά νδρ έα ς Καρκαβίτσας». Τεύχος 17. Δρχ. 80. ΕΚΦΡΑΣΙΣ. Ό ρ γα ν ο ν τής Πατριωτικής - Κοινωνικής - Δημοκρατικής Ένώσεως. Φύλλο 31. Δρχ. 20. ΕΞΩΡΑΪΣΤΙΚΟΣ ΕΠΙΜΟΡΦΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΕΝΤΕΛΗΣ. Πληροφοριακό δελτίο. Φύλλο 52. ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗ­ ΤΩΝ. Τεύχος 1982/3-4. ΕΠΟΠΤΕΙΑ. Τεύχος 77. Δρχ. 250.

Ε λλά δα . 'Ιστορία καί πολιτισμός. Τόμος Θ'. Τό Νέο Ε λληνικό Κράτος. Α ' Μέρος: Ό πολιτισμός. ’Αθήνα, Μ αλλιάρης-Παιδεία, 1983. Σελ. 296. ΖΗΣΗΣ ΚΩΣΤΑΣ I. ’Αγραφιώτες καί Καρπενησιώτες άγωνιστές στήν έπανάσταση τού 1821. ’Α θήνα, Βασιλόπουλος, 1983. Σελ. 437. Δρχ. 650. ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ε. Οί έλληνες λό­ γιοι στή Βλαχία (1670-1714). Θεσσαλονίκη, "Ιδρυμα Μελετών Χερσονήσουν τού Α ίμου, 1982. Σελ. 280. ΚΑΨΙΩΤΗΣ Α ΘΑ Ν . Η. 'Αρπαγμένες πατρίδες καί οί τιτάνιοι άγώνες τού έθνους. ’Αθήνα, 1982. Σελ. 110. Δρχ. 200. Μολιστινά. 'Ιστορικά στοιχεία γιά τά χωριά τής Μόλιτσας Κονίτσης Γανναδιό, Μεσαριά, Μοναστήρι. ’Επι­ μέλεια Χαρίλαου Γ. Γκούτου. ’Αθήνα, 1983. Σελ. 208. Δρχ. 500.

ΕΥΒΟΪΚΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ. Φύλλο 10. Δρχ. 20. ΘΕΜΑΤΑ ΧΩΡΟΥ ΚΑΙ ΤΕΧΝΩΝ. ’Ετήσια έπιθεώ­ ρηση. Τεύχος 14. Δρχ. 1500. ΘΟΥΡΙΟΣ. Κεντρικό όργανο τής ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος. Τεύχος 169. Δρχ. 30. ΙΑΤΡΙΚΗ. Μηνιαία έκδοση Σπουδών. Τόμος 42, τεύχος 5.

Ε τα ιρεία ς

’Ιατρικών

ΚΑΘ’ Ο ΔΟ Ν. Δίμηνο τοπικό περιοδικό ποικίλης ύλης. Τεύχος 1. Δρχ. 50. Η ΛΕΞΗ. Ελληνική καί ξένη λογοτεχνία. Τεύχος 22. Δρχ. 100. ΜΑΚΡΙΝΙΤΣΑ. Μηνιάτικη έφημερίδα τού Προοδευτι­ κού Συλλόγου Μακρινίτσας. Φύλλο 14. Ν ΕΑ ΕΣΤΊΑ. Τεύχος 1336. Δρχ. 175. ΤΑ Ν ΕΑ ΤΩΝ ΓΡΑΦΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ. Μηνιαία έκδο­ ση. Τεύχος 8. Δρχ. 80.

Π Α ΓΚ Ο ΣΜ ΙΑ ΙΣ ΤΟ ΡΙΑ

Ν ΕΑ ΕΠΟΧΗ. Διμηνιαϊο περιοδικό σύγχρονης σκέ­ ψης. Τεύχος 157.

ΜΕΡΤΖΟΣ Ν. I. Σβαρνούτ. Τό προδομένο άντάρτικο. Δ ' έκδοση. Θεσσαλονίκη, 1983. Σελ. 500. Δρχ. 500.

ΟΡΓΑΝΩΣΗ. ’Επιθεώρηση προβληματισμού γιά όργάνωση καί διοίκηση. Τεύχος 6. Δρχ. 80.

ΧΡΥΣΑΝΘΗΣ ΚΥΠΡΟΣ. Κυριάκος Μάτσης. Μεγά­ λες Μορφές τής Κυπριακής Ιστορίας, άριθ. 2. Λευκω­ σία, Βιβλιοεκδοτική, 1982. Σελ. 26.

ΟΡΦΕΑΣ. Δίμηνη έκδοση τού ομίλου «Ό ρφ έας» Σερ­ ρών. Τεύχος 7. Δρχ. 100.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ

ΟΥΡΑΝΟΙ. ’Αεροδιαστημική έπιθεώρησις. Φύλλα 193 καί 194. Δρχ. 50. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΛΛΗΝΙΔΩΝ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛ ΛΑ ΔΟΣ. Τεύχος 154. ΠΟΡΦΥΡΑΣ. Περιοδική έκδοση γραμμάτων - τεχνών. Τεύχος 15.

ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ. Δεκαπενθήμερη έκδοση τής νεολαίας Π Α.ΣΟ .Κ. Φύλλο 162. Δρχ. 20. ΑΝΤΙ. Δεκαπενθήμερη πολιτική έπιθεώρηση. Τεύχος 225. Δρχ. 40. ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ. ’Ανεξάρτητη μηνιαία άεροδιαστημική έφημερίδα. Φύλλο 33-34-35-36. Δρχ. 20. ΓΙΑΤΙ. Μηνιάτικη έπιθεώρηση. Τεύχος 91-92. Δρχ. 75. ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ. Μ ηνιαία έπιθεώρηση τέ­

ΣΥΝ. Θέματα εικαστικών τεχνών. Δίμηνη έπιθεώρη­ ση. Τεύχος 16. Δρχ. 70. ΣΥΝΑΞΗ. Τριμηνιαία έκδοση σπουδής στήν ’Ορθοδο­ ξία. Τεύχος 5. Δρχ. 180. 4 ΤΡΟΧΟΙ. Τεύχος 150. Δρχ. 80. ΤΡΑΠΕΖΙΤΙΚΗ. Μηνιαίο όργανο τού Συλλόγου τών 'Υπαλλήλων τής ’Εθνικής Τραπέξης τής Ελλά δος. Φύλλο 440. Δρχ. 1.


78/δελτίο 10 Φεβρουαρίου23 Φεβρουάριου 1983

κριτικογραφία

Επιμέλεια: Μαρία Τρουπάκη

Σ τ η ν Κ ρ ι τ ι κ ο γ ρ α φ ί α π ε ρ ιλ α μ β ά ν ο ν τ α ι δ λ ε ς ο ί έ π ώ ν υ μ ε ς β ι β λ ιο κ ρ ιτ ι κ έ ς π ο υ δ η μ ο σ ι ε ύ ο ν τ α ι στον ή μ ε ρ ή σ ιο ά θ η ν α ϊκ ό τ ύ π ο . Π ε ρ ιλ α μ β ά ν ο ν τ α ι, έ π ίσ η ς , κ α ί κ ρ ι τ ι κ έ ς δ η μ ο σ ι ε υ μ έ ν ε ς σ τ ό ν π ε ρ ιο δ ι κ ό κ α ί έ π α ρ χ ια κ ό τ ύ π ο , δ σ ε ς φ υ σ ι κ ά φ ρ ο ν τ ί ζ ο υ ν ν ά μ ά ς σ τ έ λ ν ο υ ν ο ί σ υ ν τ ά κ τ ε ς τ ο υ ς . Γ ιά κ ά θ ε β ιβ λ ίο σ η μ ε ιώ ν ο ν τ α ι, μ έ σ α σ έ π α ρ έ ν θ ε σ η : τ ό ό ν ο μ α τ ο ύ κ ρ ι τ ι κ ο ύ κ α ί ό τ ί τ λ ο ς τ ο ύ έντυπου (β λ . Υ π ό μ ν η μ α ) , κ α θ ώ ς κ α ί ή ή μ έ ρ α δ η μ ο σ ί ε υ σ η ς τ ή ς κ ρ ιτ ικ ή ς , &ν π ρ ό κ ε ι τ α ι γ ι ά έ φ η μ ε ρ ίδ α , ή ό α ρ ι θ μ ό ς έ κ δ ο σ η ς , ά ν π ρ ό κ ε ι τ α ι γ ι ά π ε ρ ιο δ ι κ ό έ ν τ υ π ο .

— 'Υπόμνημα ΚΡΙΤΙΚΟΙ ΑΑ: Α. ’Αργυρίου ΑΘ: Π. 'Αθηναίος ΑΠ: Α. Παπαδάκη ΑΦ: Α. Φουριώτης BA: Β. Άγγελοπούλου ΒΠ: Βάιος Παγκουρέλης ΔΓ: Δ. Γιάκος ΔΖ: Δ. Ζαδές ΔΠ: Δ. Παπακωνσταντίνου ΔΚ: Δ. Κονιδάρης ΔΣ: Δ. Σιατόπουλος ΕΖ: Ε. Ζωγράφου ΕΠ: Ε. Παμπούκη ΕΡ: Ε. Ρόζος EM: Ε. Μόσχος ZB: Ζ. Βαλάση ΘΠ: Θ. Μ. Πολίτης ΚΑ: Κ. Άνδρονίκας ΚΔ: Κ. Θ. Δημαράς ΚΕ: Κ. Έμονίδης ΚΛ: Κ. Λάμψα ΚΝ: Κ. Ντελόπουλος ΚΡ: Κ. Ρούφου ΚΣ: Κ. Σταματίου ΚΤ: Κ. Τσαούσης ΚΧ: Κ. Χρυσάνθης ΜΠ: Μ. Παπαδοπούλου ΟΠ: Ό Παρατηρητής ΠΑ: Α. Παπανδρόπουλος ΠΠ: Π. Παγκράτης

ΣΔ: Σ. Δρακοπούλου ΣΤ: Δ. Σταμέλος ΤΘ: Τ. Θεοδωρόπουλος ΤΑ: Τ. Λειβαδίτης ΤΜ: Τ. Μενδράκος TP: Κ. Τρίγκου ΤΣ: Σ. Τσακνιάς ΦΤ: Φ. Τριάρχης XX: X. Χειμώνας ΕΝΤΥΠΑ ΑΗ: ’Απογευματινή ΑΚ: Άκρόπολις ΑΝ: ’Αντί ΑΠ: ’Απανεμιά ΑΥ: Αύγή ΒΡ: Ή Βραδυνή ΓΙ: Γιατί ΓΤ: Γράμματα καί Τέχνες ΔΓ: Διαγώνιος ΔΙ: Διαβάζω ΔΑ: Διάλογος ΕΒ: ’Εμείς καί τό Βιβλίο ΕΘ: Έθνος ΕΛ: ’Ελευθεροτυπία ΕΚ: Έλικώνας ΕΟ: Έποπτεία ΕΠ: ’Επίκαιρα ΕΣ: ’Ελεύθερος (Στερ. Έλλ.) ΕΨ: ’Επιστημονική Σκέψη ΕΩ: Ελεύθερη "Ωρα

ΗΜ: 'Ημερήσια ΗΧ: Ήχος καί Hi-Fi ΘΟ: Θούριος ΚΑ: Καθημερινή ΚΛ: Κυπριακός Λόγος CO: Cosmopolitan ΛΕ: Ή Λέξη ΜΕ: Μεσημβρινή ΝΕ: Τά Νέα ΝΣ:: Νέα Εστία ΟΙ: Οικολογία καί Περιβάλλον ΟΠ: Ό δός Πανός ΟΤ: Οικονομικός Ταχυδρόμος ΠΚ: Πνευματική Κύπρος ΠΟ: Πολίτης ΠΡ: Πορφύρας ΡΙ: Ριζοσπάστης ΣΕ: Σύγχρονη ’Εκπαίδευση ΣΘ: Σύγχρονα Θέματα ΣΚ: Σκιάθος ΣΛ: Συλλεκτικός Κόσμος ΣΠ: Σπουδές ΣΣ: Σύγχρονη Σκέψη ΣΥ: Συμβολή ΤΑ: Ταχυδρόμος ΤΕ: Τριφυλιακή 'Εστία ΤΟ: Τομές ΤΤ: Τετράγωνο ΦΣ: Φιλολογική Στέγη ΧΑ: Χάρτης ΧΡ: Ή Χριστιανική

Δημοσιογραφία Σταμέλος Δ.: Πρωτοπόροι καί ήρωες τής έλληνικής δημοσιογραφίας (ΒΠ, ΔΙ, 62), (ΚΣ, ΝΕ, 12/2)

Φιλοσοφία θεοφάνους Κ.: Ρονσώ καί Ντιντερώ (ΒΠ, ΔΙ, 62) Μαρκάκης Μ.: 'Εβδομήντα έφτά στοχασμοί (Η. Κεφάλας, TO. Χ4)

Κοινώνιολογία Σβάρτσενμπεργκ Λ - Βιανσόν-Ποντέ Π,: Ν’ άλλάξουμε τό θάνατο (ΒΠ, ΔΙ, 62) Φουριέ Σ.: Ή Ιεραρχία κερατώματος τού άντρα (ΕΑ, ΕΛ, 10/2)

Μπέης Κ.: Ή δικαιοσύνη σέ δοκιμασία (ΚΤ, ΕΘ, 9/2)

Οικονομία - ’Εμπόριο Γιαννίτσης Τ.: ΟΙ ξένες τράπεζες στήν Ελλάδα (Π. Λινάρδος-Ρνλμόν, ΟΤ, 58) Μπέσκος Σ.: Σύγχρονες μορφές έμπορίου (ΠΑ, ΟΤ, 58) Παπαδόπολης Σ.: Έξισορρόπηση τού Ισοζυγίου πληρωμών καί νομι­ σματική πολιτική (Π, Κλαυδιανός, ΟΤ, 58) Σπαρτιώτης Γ.: Ή έλληνική έμπορική ναυτιλία είς τά πλαίσια τής ΕΟΚ (Σ, ΟΤ, 58) Χατζηκωνσταντίνου Γ.: L’ inflation structurelle et Involution du systeme economique (Π. Λινάρδος-Ρυλμάν, OT, 59)


δελτιο/79

Galbraith J. K.: Ή έποχή τής άβεβαιότητας (ΠΑ, ΤΑ, 58) Frois Α.: Νεοκλασικοί έναντίον νεοκεϋνσιανών (ΠΑ, ΟΤ, 59) Λαογραφία Σταμέλος Δ.: Ή μάνα στήν όρεινή Ρούμελη (Μ. Μπούτβας, ΡΙ, 13/2) Χατζηφώτης I. Μ.: Ό καραγκιόζης φτωχοπρόδρομος (Δ. Γιακουμάκης, ΤΟ, 84) Έκπαίδευση-Παιδαγωγική Κανκρίνι Μ. - Χάρισον Λ.: 2 + 2 δέν κάνουν τέσσερα (ΒΠ, ΔΙ, 62) Παιδικά Άνεζίνη-Λεράκη Γ.: Ή τύχη τού Φασαρίκου (ΕΠ, ΔΙ, 62) Ντελόπουλος Κ.: Τό βιβλίο τών βιβλίων (ZB, ΡΙ, 11/2) Σκάμη Ε.: Πώς δ Μιαούλης έγινε άπό φυτό γάτος (ΚΤ, Εθ, 912) Στράνη Λ.: Μιά Ιστορία στό λιβάδι (ΕΠ, ΔΙ, 62) Μπρισβιλ Ζ. Κ.: Ένας χειμώνας στη ζωή τής μεγάλης άρκούδας (ΑΠ, ΑΥ, 15/2) Ντμήτριεφ Γ.: Γειά σου σκιουράκι! Πώς τά πάς κροκόδειλε; (ΑΠ, ΑΥ, 15/2) ’Ιατρική Λανσόν Λ.: Άπό γυναίκα σέ γυναίκα (ΒΠ, ΔΙ, 62)

θωμάς Δρίτσιος

Γΐρτίμε σκοτώνεις σύντροφε Το χρονικό του κατατρεγμού χιλιάδων αγωνιστών στο βουνό και τη ν πολιτική προσφυγιά

ow αλήβενο θάρρος \i^Po0ia ΓιαιίτόοηΦΡ^ Στο βουνό δεν ήταν μόνο π δόξα...

*τ°κ/>ι,e r ° Χα°τούκι 'f "Kwworiif

Τέχνες Άγγελόπουλος Μ.: Αθήνα (Τ. Στητέρης, ΕΠ. 10/2) ’Αλεξίου Ν.: Αισθητικά σημειώματα (ΕΖ, ΡΙ. 20/2) Ίωάννου Γ.: Ό τρίτος δρόμος (ΒΠ, ΔΙ, 62) Κάρτερ Γ.: Κείμενα έπικοινωνίας (ΦΤ, Ταχυδρόμος Καβάλας, 8/1) BAS.: 100 ήγέτες (ΒΠ, ΔΙ, 62) Πετρόπουλος Η.: Τά μικρά ρεμπέτικα (ΚΤ, ΕΘ, 16/2) Πετρόπουλος Η.: Τό Δέντρο τού Τσόκλη (Δ. Γιακουμάκης, ΤΟ, 84) Σκιαδάς Ν. Ε.: Χρονικό τής έλληνικής τυπογραφίας (ΚΣ, ΝΕ, 12/2) Τόπος καί εικόνα (Ο.Ι., ΕΠ, 10/2) Χατζηνικολάου Ν.: ’Εθνική τέχνη καί πρωτοπορία (ΒΠ. ΔΙ, 62) Χρήστου X.- Κουμβακάλη-Άναστασιάδη Μ.: Νεοελληνική γλυπτική 1800-1940 (Αθ, ΕΩ, 13/2), (ΚΤ, Εθ, 9/2) Stoichita V. I,: Μανιερισμός καί τρέλα (Ν. Λοϊζίδη, ΔΙ, 62) Χίλτον Τ.: Πικάσο (ΚΤ, Εθ, 1612)

nou

δική 10»

.ηοΛΟΝωΊ1*’'*


80/δ ε λ τ ίο

μικρές α γγελ ίες

ΤΑ παιδιά σας πάνε στό δημο­ τικό ή στό γυμνάσιο κι άντιμετωπίζουν δυσκολίες στά μαθήματά τους; Φοιτήτρια τής Παντείου μέ γνώσεις καί πείρα άναλαμβάνει νά τά κάνει ξε­ φτέρια, άρκεϊ νά τό άποφασίσετε καί νά τηλεφωνήσετε στό 77.52.323.

Έ χω σχεδόν δλη τή σειρά τού περιοδικού «Τό Δέντρο». Μοΰ λείπουν δμως τά τεύχη 3, 5 καί 12. Τά ψάχνω έδώ καί καιρό. Μήπως τά έχετε; Ά ν ναί, νά ό άριθμός: 46.10.470 * 3ΕΤΗΣ φοιτητής τής Φυσικο­ μαθηματικής παραδίδει μαθή­ ματα τής ειδικότητάς του. Τη­ λεφωνήστε, όσο είναι νωρίς, στό 92.14.813, γιατί ό άριθμός των μαθητών είναι περιορισμέ­ νος. * ΑΝ έχετε σειρές παλιών περιοδι­ κών, κατά προτίμηση τοΰ 19ου αίώνα ή τών άρχών τοΰ 20οΰ, καί θέλετε νά τά πουλήσετε, τηλεφω­ νήστε στό 7232.694.

(Κάθε λέξη στις «μικρές άγγελίες» στοι­ χίζει ΙΟ μόνο δρχ.)

Κέτσης Μ.: Κρανίου τόπος (Γ. Ίωάννου, ΔΙ, 62) Κοντέα Ρ.: Τό ρηχό πηγάδι (Ν. Μπούτβας, ΡΙ, 20/2) Μητροπούλου Κ.: Αυτό τό θέατρο ήταν έκεΐνος (ΚΤ, ΚΘ, 9/2) Μποσινάκος Γ. Α.: Οί μικροί βιοπαλαιστές (X. Μηχ., ΑΥ, 12/2) Ξένος Π.: Ιδεολογικό έγκλημα (Β. Χατζηβασιλείου, ΤΟ, 84) Πανσέληνος Α.: Ιστορίες γιά σκύλους (ΤΒ, ΑΥ, 12/2) Παπαλεξανδράτου-Λυμπεροπούλου Α.: Γυμνοί μέ τά χέρια στίς τσέπες (Ε. Πανσέληνου, Τέχνη καί Πολιτισμός, 14) Παρασκευαίδης θ.: Τά λιόδεντρα καί οί ξωμάχοι στή Λέσβο (Π. Παρασκευαίδης. Λεσβιακός Κήρυξ, 11/2), (Μ. Τσιάμης, Δημοκράτης Μυτιλήνης, 8/2), (Β. Καραγιάννης, Λεσβιακή Παροικία, 75), (Κ. Παλαιολόγος, Δημοκράτης Μυτιλήνης, 3/2) Πατσώνης Γ.: Κυλιόμενες σκάλες (Ν. Δαββέτας, ΘΟ, 168) Σταλίδης Κ.: Κερδισμένη ζωή (ΦΤ, Ταχυδρόμος Καβάλας, 6/1) Φυτσίλης Β.: Κουβέντες τοΰ κυνηγιού (Ν. Παπανδρέου, ΡΙ, 13/2) Χαρατσίδης Γ.: Βάσανα καί θυμοί (Φ. Ζαμπαθά-Παγουλάτου, ΡΙ, 20/2) Άπντάικ Τ.: Τρέχα λαγέ (Μ. Μήτρας, ΔΙ, 62) Γκόρκι Μ.: 'Ιστορίες άπό τήν Ιταλία (ΕΖ, ΡΙ, 13/2) Καμύ Α.: Ή πανούκλα (ΕΑ, ΕΛ, 10/2) Κούντερα Μ.: (ΜΠ, ΝΕ, 19/2), (Φ. Δρακονταειδής, ΔΙ, 62) Σάσα Λ.: Κάντιντο ή ένα σικελικό όνειρο (ΚΤ, ΡΙ, 16/2) Μελέτες - Δοκίμια Γιάκος Δ.: 'Αλκής Τροπαιάτης (ΘΠ, Παναιτωλική, 21/1) Ίωάννου Γ.: Εύφλεκτη χώρα (Τθ, ΜΕ, 15/2) Κοτζιάς Α.: Μεταπολεμικοί πεζογράφοι (X. Λ., ΔΙ, 62) Μαλακάσης-Τσέκος Δ.: Ό ποιητής Άνέστης Εύάγγέλου (Δ. Γιακουμάκης, ΤΟ, 84) Μιχαηλίδης-Κριναΐος Μ.: 'Η μεταβολή τής δομής τού μεταπολεμικού μυ­ θιστορήματος καί ή νεοελληνική κοινωνία (ΚΣ, ΝΕ, 19/2) Σακελλαρίου X.: Ιστορία τής παιδικής λογοτεχνίας (Μ. Παπαϊωάννου, ΡΙ, 18/2) Μπάουρα Σ. Μ.: Ποίηση καί πολιτική (Θ. Ποτήρη, ΟΤ, 59) Μπωντλαίρ Σ.- Τοντόροφ Μ.: Έντγκαρ Άλαν Πόε (ΕΑ, ΕΛ, 10/2) Ιστορία Ρήντ Τζ.: Δέκα μέρες πού συγκλόνισαν τόν κόσμο (Ν. Παπανδρέου, ΡΙ, 20/2) Βιογραφίες - Μαρτυρίες Χατζηπατέρας Κ.- Φαφαλιού Μ.: Μαρτυρίες 40-41 (ΚΕ, ΚΑ, 17/2) Νταίηβις Α.: Άν αύτοί έρθουν τήν αύγή (Α. Κώττη, ΡΙ, 13/2) Περιοδικά Θρακικά Χρονικά (ΦΤ, Ταχυδρόμος Καβάλας, 30/1) Μακεδονικό Ημερολόγιο (ΦΤ, Ταχυδρόμος Καβάλας, 29/1)


'Εξάντας

Κεντρική διάθεση: Κωλέττη 11 - Α θήνα Τ.Τ. 145


Δύο Δον Κιχώτεςτης Γνώσης Τελευταίο έργο του Φλωμπέρ και απόσταγμα της ωριμότητάς του το Μ Π Ο Υ Β Α Ρ Κ £ Ι Π Ε Κ Υ Σ Ε διαφέρει τόσο από τα ψυχολογικά ηθογραφικά του αριστουργήματα, τη «Μ αντάμ Μποβαρύ» και την «Αισ θηματική αγωγή», όσο και από τις μεγάλες λυρικές, ιστορικοφιλοσοφικές τους τοιχογραφίες, τη «Σαλαμπώ » και τον «Πειρασμό του Αγίου Αντω νίου». Είναι μια σάτιρα με πλούσιο και ζωντανό το κω μικό στοιχείο, που έχει στόχο την ανθρώπινη πρακτική, την επιστήμη και τη φιλοσοφική ή θρησκευτική ενατένιση, αλλά στην απολιθωμένη, ευτελή και στενόθωρη όψη που παίρνουν σε μια εποχή αστικού βολέματος, εφησυχασμού και κουτής έπαρσης. «Κ ριτική εγκυκλοπαίδεια σε φάρσα» χαρακτηρίζει το βιβλίο του ο συγγραφέας. Ο ι δυο ήρωές του, απλοϊκοί γραφιάδες, κυριευμένοι α π ' το πάθος της μάθησης, βάζουν σκοπό της ζωής τους να διερευνήσουν την ανθρώπινη γνώση σ ' όλους τους τομείς και τους κλάδους της, αλλά παντού δε συναντούν παρά την άγνοια, την κοινοτοπία, την οίηση της ημιμάθειας και της βλακείας, μη καταλήγοντας ποτέ σε κ ά τι απτό και ουσιαστικό. Περιπλανιόνται αβέβαιοι κ ι απογοητευμένοι στο βασίλειο της Γνώσης, όπως ο Δ ο ν Κ ιχώ τη ς κ ι ο Σάντρο στο βασίλειο της Ουτοπίας. Αμφ ισβητεί μήπως την ανθρώπινη γνώση, την επιστήμη, το φιλοσοφικό στοχασμό ο Φλωμπέρ; Ασφαλώς όχι. Α υτό που διδάσκει είναι η μετριοφροσύνη, η αναμέτρηση των δυνατοτήτων και η στάθμιση των κατακτήσεω ν του ανθρώπινου πνεύματος αντίκρυ σ ' ένα κόσμο ανεξάντλητα άγνωστο, που δεν παύει να καταχτιέται, αλλά που πρέπει ν αρχίσει να κατευθύνεται μ ε λογική και με σωφροσύνη. Βιβλίο επίκαιρο, και πολύτιμο στην εποχή μας, όπου η αλόγιστη, υπερφίαλη χρήση της. γνώσης και της επιστήμης ανοίγει δρόμους προς την καταστροφή τηςι ανθρωπότητας.

Το έργο είναι γραμμένο με το περίτεχνο, λιτό, ακριβολόγο στυλ του μεγάλου συγγραφέα. Η μετάφραση είναι του Αντώνη Μοσχοβάκη. Την έκδοση συνοδεύουν εισαγωγή του Εντουάρ Μαινιάλ και μελέτες των Μάρθας Ρομπέρ-Αρτύρ Ανταμόφ, Ρολάν Μπαρτ, Μονίκ Βιττίγκ, που αναλύουν τη ζωή και το έργο του Φλωμπέρ και διερευνούν το μυθιστόρημα. Κυκλοφορεί, για πρώτη φορά στην Ελλάδα από τις εκδόσεις: ΗΡΙΑΑΝΟΣ, Ασκληπιού 1 Αθήνα, τηλ. 36.17.942, 36.01


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook