Skip to main content

chimeres 014

Page 1

...στα ασφυκτικά µ ονοπ άτια π ροβάρουµ ε τον άναρχο χορό µ ας, τις µ άσκες τη ς οµ οιοµ ορφίας καταστρέ φουν οι µ εταµ ορφώσεις µ ας, τη σιω π ή τη ς ενοχής δ ιακόπ τουν οι µ ελω δ ικοί ολολυγµ οί µ ας, στο π εριθώριο µ ιας άδ ειας σελίδ ας αναδ ύονται µ ε ορµ ή, νη φάλια, οργισµ έ να κι αέ ναα: οι χίµ αιρέ ς µ ας


Ήταν µ ια συνη θισµ έ νη π αρασκευή απ όγευµ α, π ριν απ ό π ερίπ ου δ ύο χρόνια, τότε π ου ξεκίνη σε αυτή η µ εγάλη π εριπ έ τεια τη ς υγείας µ ου. Η π αρασκευή ήταν εκείνη τη ν επ οχή η αγαπ η µ έ νη µ ου µ έ ρα. Εργαζόµ ουν δ ευτέ ρα έ ω ς π αρασκευή σε µ ια άσχετη µ ε αυτό π ου είχα σπ ουδ άσει εργασία, (π ερίµ ενα να δ ιοριστώ ω ς καθη γη τής - χη µ ικός για τη ν ακρίβεια - σε κάπ οιο σχολείο και φυσικά σιχαινόµ ουν τα ιδ ιαίτερα) ξεφορτώνοντας γάλατα απ ό το φορτη γάκι τη ς εταιρίας µ ου για δ ιάφορα σουπ ερµ άρκετ. Πλη ρω νόµ ουν κάθε π αρασκευή και χάρη στο ότι όρος για να εργαστώ ήταν να µ η ν δ ουλεύω τα σάββατα, η π αρασκευή µ ε τις δ ύο επ όµ ενες η µ έ ρες κενέ ς απ ό οπ οιαδ ήπ οτε εργασία ήταν η αγαπ η µ έ νη µ ου µ έ ρα. Έ µ ενα τώρα π ια µ όνος στο π ατρικό σπ ίτι το οπ οίο είχαν π αραχω ρήσει οι γονείς µ ου, καθώς είχαν µ ετακοµ ίσει λίγο µ ετά τη ν ενη λικίω σή µ ου στο χω ριό όπ ου είχε γεννη θεί ο π ατέ ρας. Είχα και µ ια αδ ελφή αρκετά µ εγαλύτερη µ ου, εγώ ήµ ουν τότε 26 και αυτή 34, τη ν οπ οία και εγώ και οι γονείς µ ου είχαµ ε να τη δ ούµ ε απ ό τότε π ου ήµ ουν 12 χρονών. Εκείνη τη ν π αρασκευή λοιπ όν και ενώ ετοιµ αζόµ ουν να κάνω ότι έ κανα τις π αρασκευέ ς απ όγευµ α, βγαίνοντας δ η λαδ ή για τσάι µ ε δ ύο συγκεκριµ έ νους φίλους να συζη τήσουµ ε π ερί π οδ οσφαιρικού στοιχήµ ατος και στα µ ικρά δ ιαλείµ µ ατα αυτού για γκόµ ενες, χτύπ η σε το κινη τό µ ου τη λέ φω νο. Ήταν απ ' το ιατρικό κέ ντρο όπ ου είχα κάνει κάπ οιες εξετάσεις λόγω µ ικρών ενοχλήσεω ν αλλά κυρίω ς λόγω 5-6 µ ελανιών π ου είχα δ ει επ άνω στο σώµ α µ ου τον τελευταίο καιρό. Η γραµ µ ατέ ας µ ε τη ν οπ οία µ ίλη σα στο τη λέ φω νο, µ ου είπ ε µ ε έ να π ερίεργο ύφος π ου µ ε τρόµ αξε κάπ ω ς, ότι οι εξετάσεις µ ου ήταν έ τοιµ ες και π ω ς καλύτερο θα ήταν να βιαστώ, να π άω , να τις π άρω τη ν ίδ ια µ έ ρα. Σκέ φτη κα ότι αφού µ ε άγχω σε αυτή η η λίθια, π ριν π άω στους φίλους µ ου, να π εταχτώ µ έ χρι το ιατρικό κέ ντρο π ου ήταν έ τσι κι αλλιώς στο δ ρόµ ο µ ου (στο κέ ντρο τη ς π όλη ς). Σε χρόνο ρεκόρ ήµ ουν έ ξω απ ό το κτίριο. Πάρκαρα το αµ άξι ακριβώς δ ίπ λα (υπ ό άλλες συνθήκες θα µ π ορούσα να π ω ότι ήταν η τυχερή µ ου µ έ ρα) και αφού π ρώτα βεβαιώθη κα ότι δ ε µ ε π αρακολουθούσε κανείς (δ ε ξέ ρω για π οιον ακριβώς λόγο το κάνω π άντα αυτό) π ερπ άτη σα γρήγορα (σχεδ όν έ τρεξα) µ έ χρι το ασανσέ ρ. Βγαίνοντας απ ό το ασανσέ ρ π ήρα µ ια βαθιά ανάσα και σκέ φτη κα, ”χαλάρω σε δ εν έ χεις τίπ οτα”. Το π ίστεψ α αυτό εκείνη τη ν ώρα όπ ω ς π ολλοί άνθρω π οι π ιστεύουν ότι η ανίατη αρρώστια ή ο θάνατος είναι για όλους τους άλλους. ”Α ν κάπ οια στιγµ ή π εθάνω (όπ ω ς όλοι άλλω στε) ας µ η το σκέ φτοµ αι αυτό απ ό τώρα, αργεί π ολύ ακόµ α”. Κι ας βλέ π ουµ ε ότι δ ιαρκώς χτυπ άει µ ε τυχαία επ ιλογή τις π όρτες τω ν σπ ιτιών ο θάνατος, π άντα π ιστεύοντας ότι στη ν π όρτα µ ας δ ε θα έ ρθει. Βλέ π ετε η σοφία όλω ν τω ν ανθρώπ ω ν ακόµ η και τω ν π ιο σοφών κοιµ άται βαθιά όταν κάνει τη ν εµ φάνιση τη ς η λέ ξη θάνατος. Μ π ήκα µ έ σα στο ιατρικό κέ ντρο και αµ έ σω ς κατευθύνθη κα π ρος τη γραµ µ ατέ α. "Λέ γοµ αι χριστόπ ουλος. Πήρατε τη λέ φω νο π ριν λίγο για κάτι απ οτελέ σµ ατα εξετάσεω ν" τη ς είπ α. Η γραµ µ ατέ ας (αφού π ρώτα µ ου είχε ρίξει έ να αδ ιευκρίνιστο βλέ µ µ α π ου εγώ ήδ η αγχω µ έ νος δ εν το έ λαβα ω ς θετικό) σήκω σε το τη λέ φω νο π ου είχε δ ίπ λα τη ς, π άτη σε έ να κουµ π ί και αφού µ ίλη σε χαµ η λοφώνω ς µ ε κάπ οιον µ ου είπ ε, “Ο κύριος ρούσας, ο γιατρός µ ας, έ χει τις εξετάσεις. Πρώτη π όρτα αριστερά”. Περπ άτη σα (αργά αυτή τη φορά) µ έ χρι τη ν π όρτα. Τη χτύπ η σα και αφού άκουσα το γιατρό να λέ ει έ να στενάχω ρο ναι, µ π ήκα µ έ σα. Τον γιατρό τον ήξερα ήδ η , για τη ν ακρίβεια αυτός µ ου είχε συστήσει το ιατρικό κέ ντρο µ ιλώντας µ ου και για έ κπ τω ση 50% όταν απ οφάσιζα να κάνω τις εξετάσεις. Γνω ριζόµ ασταν ήδ η δ ύο χρόνια, απ ό τότε π ου π ρω τοξεκινήσαµ ε να π αίζουµ ε στον


ίδ ιο όµ ιλο µ π ριτζ. Ο ρισµ έ νες φορέ ς µ άλιστα ήµ ασταν και συµ π αίκτες. Το τέ ταρτο π ου ακολούθη σε στο γραφείο του γιατρού ήταν το εφιαλτικότερο τη ς ζω ής µ ου (µ έ χρι τότε, υπ ήρξαν και χειρότερα αργότερα). Ο γιατρός χω ρίς να µ ασήσει τα λόγια του σε µ ια δ ύσκολη και συγκινη τική και γι’ αυτόν σκη νή, µ ου είπ ε ότι έ π ασχα απ ό µ ια σπ άνια ασθέ νεια του αίµ ατος π ου εµ φανίζεται σε έ νας στους 4.000.000 ανθρώπ ους. Η ασθέ νεια µ άλιστα είχε π ροχω ρήσει αρκετά και έ π ρεπ ε τη ν επ όµ ενη κιόλας µ έ ρα να π άω για νοση λεία σε κάπ οιο νοσοκοµ είο ή κλινική. Κατά τη δ ιάρκεια τη ς κουβέ ντας µ ας ρώτη σα και κάτι π ου δ εν π ίστευα π οτέ ότι θα ρω τούσα, για τον ίδ ιο µ ου τον εαυτό. “Θα ζήσω ?”. ∆υστυχώς (π ραγµ ατικά δ υστυχώς για µ έ να εκείνη τη στιγµ ή) ο γιατρός µ ου είπ ε ότι ήθελε να είναι ξεκάθαρος και ότι οι π ιθανότη τες ήταν 50-50. Α ρκετά αργότερα έ µ αθα ότι δ εν ήταν και τόσο ξεκάθαρος µ ιας και οι π ιθανότη τέ ς µ ου δ εν ξεπ ερνούσαν το 3% . Η τυχαία επ ιλογή του θανάτου π ου π ροανέ φερα αυτή τη φορά δ ε χτύπ η σε τη ν π όρτα κάπ οιου γνω στού, φίλου, συγγενή ή δ ιάση µ ου όπ ω ς µ έ χρι τώρα έ κανε και εγώ µ άθαινα τα κακά µ αντάτα. Ο θάνατος χτύπ η σε τη δ ική µ ου π όρτα και βροντερά µ άλιστα. Το ερώτη µ α π λέ ον ήταν, αν θα υπ οχρεω νόµ ουν να του π ω “π εράστε”. Μ ετά απ ό τη ν ολοκλήρω ση τη ς συζήτη ση ς µ ε τον γιατρό (µ ου είπ ε να ειδ οπ οιήσω τη ν ίδ ια κιόλας µ έ ρα τους γονείς µ ου και τα π ολύ κοντινά µ ου π ρόσω π α) και αφού µ ε δ ιαβεβαίω σε ότι θα µ ε βοη θήσει σε ό,τι χρειαστώ βγήκα απ ό το γραφείο του. Σα χαµ έ νος π ερπ άτη σα µ έ χρι τη ν π όρτα τη ς εξόδ ου. Παρόλα αυτά π αρατήρη σα ότι εντέ χνω ς η γραµ µ ατέ ας απ έ φυγε να µ ε κοιτάξει στα µ άτια ή να µ ε χαιρετήσει. Νοµ ίζω π ω ς στη θέ ση τη ς, το ίδ ιο θα έ κανα κι εγώ. Τις ώρες π ου ακολούθη σαν και µ έ χρι να ειδ οπ οιήσω γονείς και λοιπ ούς τεθλιµ µ έ νους συγγενείς, π αρά το ότι είχα ραντεβού για τσάι, στοίχη µ α και γκόµ ενες, έ κλεισα το κινη τό µ ου τη λέ φω νο, π ήρα το αυτοκίνη το και π ήγα δ εκέ µ βρη µ ήνα στη ν άκρη τη ς π όλη ς, σε µ ια π αραλία (φυσικά δ εν υπ ήρχε κανείς) π ου π ήγαινα µ αζί µ ε τους γονείς µ ου (και τη ν αδ ερφή µ ου τα π ολύ π ρώιµ α χρόνια). Θυµ άµ αι ότι οι γονείς µ ου π οτέ δ εν έ π αιρναν άδ εια απ ό τη ν εργασία τους το καλοκαίρι και έ τσι σχεδ όν κάθε καλοκαιρινό απ όγευµ α ερχόµ ουν για µ π άνιο εγώ και για χαλάρω ση π ρώτιστος οι γονείς µ ου. Είχα π άντα άριστες µ νήµ ες απ ό αυτή τη ν π αράλια όχι όµ ω ς γενικότερα απ ό τη ν π αιδ ική και εφη βική µ ου η λικία γιατί τα π ροβλήµ ατα τω ν γονιών µ ου µ ε µ έ να αλλά κυρίω ς µ ε τη ν αδ ερφή µ ου ήταν τεράστια. Άνθρω π οι απ λοί, µ εγαλω µ έ νοι και οι δ ύο σε χω ριό, π οτέ δ ε µ π όρεσαν να συγχω ρέ σουν στη ν αδ ελφή µ ου ότι π αρά τη ν απ ίστευτη µ όρφω ση και καλλιέ ργειά τη ς (όχι µ όνο είχε π εράσει π ρώτη στη νοµ ική σχολή τη ς αθήνας αλλά ήταν και εξαιρετική σκακίστρια, µ έ λος τη ς εθνικής οµ άδ ας εφήβω ν) π αραµ ορφώθη κε σεξουαλικά και έ γινε π όρνη π ολυτελείας. Ήταν, είναι η αλήθεια και εξαιρετικά όµ ορφη (είχε π αρατήσει το επ άγγελµ α π άντω ς απ ό ότι είχα ακούσει και τα τελευταία χρόνια ασχολήθη κε µ ε επ ιχειρήσεις, δ ε ξέ ρω τι είδ ους, π άντω ς είχε π λουτίσει αρκετά). Σε µ έ να π άντω ς, δ ε συγχώρεσαν π οτέ το γεγονός, ότι απ ό π ολύ µ ικρή η λικία δ εν π ίστεψ α σε αυτό π ου εκείνοι π ίστευαν π ιο έ ντονα απ ό οτιδ ήπ οτε άλλο, στον θεό. Για τη ν ακρίβεια, δ εν π ίστεψ α π οτέ σε κανέ ναν θεό. Είχε ήδ η νυχτώσει όταν έ φτασα στη ν π αραλία. Βγήκα απ ό το αυτοκίνη το και π ερπ άτη σα για λίγο ολοµ όναχος. Ο λοµ όναχος όπ ω ς όλοι οι άνθρω π οι απ έ ναντι στον θάνατο όσο και αν έ χουνε αγαπ η θεί, (όταν το σκέ φτη κα αυτό θυµ ήθη κα τον καρυω τάκη π ου έ λεγε “ακόµ α δ ε µ π ορώ να καταλάβω π ω ς γίνετε να π εθαίνουν οι γυναίκες π ου έ χουν αγαπ η θεί”) όσους κι αν έ χουν δ ίπ λα τους. Α φού θυµ ήθη κα για λίγο τα π αιδ ικά µ ου χρόνια, κάθισα σ' έ να π αγκάκι και άρχισα να σκέ φτοµ αι ότι δ εν είναι δ υνατόν εγώ να είµ αι άρρω στος. Μ ήπ ω ς έ χει γίνει κάπ οιο λάθος, αλλά και να µ η ν έ χει γίνει, 50% δ ίνει ο γιατρός, θα π αλέ ψ ω . Θα είµ αι στο 50% αυτών π ου επ ιβιώνουν. Υπ άρχουν π ολλέ ς ελπ ίδ ες σκέ φτη κα. Έ π ειτα συλλογίστη κα π ω ς θα είναι η ζω ή χω ρίς εµ έ να. Πω ς γίνεται να συνεχιστεί η ζω ή χω ρίς εµ έ να? Α λλά αυτό το µ οιραία π ετυχη µ έ νο ρη τό µ ε έ βαλε στη θέ ση µ ου. Η ζω ή


συνεχίζεται. Είτε µ ε µ έ να π άνω στη γη είτε χω ρίς εµ έ να και συνεχίζεται για όλους. Άλλω στε τι έ κανα εγώ όταν π έ θαναν όσοι αγάπ η σα έ ντονα?Τι έ κανα όταν π έ θανε η αγαπ η µ έ νη µ ου γιαγιά για π αράδ ειγµ α? Ενώ έ λεγα στον εαυτό µ ου ότι δ ε θα το ξεπ εράσω π οτέ , µ ια εβδ οµ άδ α µ ετά, επ ανήλθα ακριβώς στο φυσιολογικό µ ου ρυθµ ό. Η ζω ή συνεχίστη κε λοιπ όν για µ έ να, θα συνεχιστείκαι για τους υπ όλοιπ ους. Έ π ειτα θυµ ήθη κα κάτι π ου είχα ξεχάσει τελείω ς. Ήµ ουν δ εν ήµ ουν 5 χρονών όταν οι γονείς µ ου, µ ου εξήγη σαν (κι εγώ κατάλαβα) ότι κάπ οια στιγµ ή όλοι θα π εθάνουν και µ έ σα σε αυτούς θα είµ αι κι εγώ φυσικά. Έ κλαψ α ίσω ς π ιο π ολύ απ ό π οτέ . Όλο το βράδ υ δ ε µ π ορούσα να κοιµ η θώ. Μ έ χρι τότε δ εν είχα καταλάβει τη ν έ ννοια τη ς λέ ξη ς, θάνατος. Α π ό εκείνο το βράδ υ και µ ετά απ οδ έ χθη κα τον θάνατό µ ου. Είχε π άει ήδ η 10 το βράδ υ. Ήµ ουν π ολύ φοβισµ έ νος απ ' όλες αυτέ ς τις σκέ ψ εις και τότε σκέ φτη κα κάτι π ου φάνταζε ω ς η τελευταία λύση στο συναισθη µ ατικό κυρίω ς αδ ιέ ξοδ ο. Μ έ σα απ ό έ να π αλιό βρώµ ικο αραχνιασµ έ νο και σίγουρα κλειδ ω µ έ νο ντουλάπ ι του µ υαλού µ ου, π ου µ έ χρι τότε σιχαινόµ ουν και µ όνο στη ν ιδ έ α του ανοίγµ ατος του, βγήκε ο θεός. Βέ βαια µ έ χρι τώρα ήµ ουν άνθρω π ος κατασταλαγµ έ νος π ου π οτέ και µ ε τίπ οτα δ εν θα άλλαζε τη ν άπ οψ ή του. Θεός δ εν υπ άρχει. Υπ άρχει µ όνο για τους κουτούς και όµ ω ς εκείνη τη στιγµ ή ήταν η µ όνη µ ου λύση . Έ τσι και αλλιώς δ εν είχα τίπ οτα να χάσω . Εκείνο το βράδ υ, π ριν κάνω οτιδ ήπ οτε άλλο π ριν ειδ οπ οιήσω οπ οιονδ ήπ οτε, π ίστεψ α στο θεό. Ο ι µ έ ρες π ου ακολούθη σαν ήταν εξαιρετικά δ ύσκολες. Πάντα π ίστευα, ότι όταν έ χεις το δ ύσκολο έ ργο να µ εταφέ ρεις σε κάπ οιον µ ια π ολύ δ υσάρεστη είδ η ση για τον ίδ ιο ή για κάπ οιον δ ικό του, είναι έ να απ ό τα π ιο δ ύσκολα π ράγµ ατα σε αυτόν τον κόσµ ο. Εκείνες τις µ έ ρες κατάλαβα ότι, το να µ εταφέ ρεις σε κάπ οιον δ ικό σου τη δ υσάρεστη είδ η ση π ου αφορά τον ίδ ιο σου τον εαυτό, είναι το ίδ ιο δ ύσκολο. Είναι ακριβώς το ίδ ιο δ ύσκολο να λες “αυτός π εθαίνει” και “εγώ π εθαίνω ”. Φοβάσαι το ίδ ιο τη ν αντίδ ρασή τους, βέ βαια στη δ εύτερη π ερίπ τω ση υπ άρχει και το φαινόµ ενο τη ς υπ οτιθέ µ ενη ς ψ υχραιµ ίας. Ο ι π ερισσότεροι, όταν τους είπ α τα νέ α για τη ν υγεία µ ου, απ άντη σαν “έ λα µ ω ρέ δ εν είναι τίπ οτα θα γίνεις καλά” µ ε µ ια ψ εύτικη άνεση , λες και είναι γιατροί. Α φού λίγο π ολύ όλοι έ µ αθαν για τη ν υγεία µ ου, τις π ρώτες µ έ ρες π ου ήµ ουν στο νοσοκοµ είο (και αφού οι γονείς µ ου είχαν ήδ η µ ετακοµ ίσει εσπ ευσµ έ να στη ν π όλη µ ου, στο σπ ίτι όπ ου έ µ ενα εγώ) είχα π ολλέ ς επ ισκέ ψ εις. Είχα επ ίση ς αρχίσει να π ονάω (όχι αφόρη τα όµ ω ς) και να έ χω δ ιαρκώς τάση π ρος εµ ετό. Ποτέ δ εν έ κανα εµ ετό, αλλά απ ό τη ν ώρα π ου ξύπ ναγα µ έ χρι τη ν ώρα π ου κοιµ όµ ουν είχα αυτή τη ν τάση , ήθελα π ολύ να µ ε επ ισκέ π τονται οι φίλοι µ ου αν και δ εν είχα π ολλούς. Τους συγγενείς όµ ω ς τους βαριόµ ουνα, ειδ ικά µ ια απ ίστευτη θεία π ου ερχόταν και µ ας έ λεγε κουτσοµ π ολιά για το χω ριό, χω ρίς κανέ νας µ ας να ενδ ιαφέ ρεται. Κάπ ω ς έ τσι κύλη σε ο π ρώτος µ ήνας στο νοσοκοµ είο, οι επ ισκέ ψ εις σιγά σιγά άρχισαν να αραιώνουν. Α π ό εκεί και έ π ειτα αρχίσαµ ε να ζούµ ε εγώ και οι γονείς µ ου αυτό π ου π άντα συµ βαίνει. Ξεχαστήκαµ ε και οι υπ όλοιπ οι συνέ χισαν τις ζω έ ς τους, οι µ όνοι π ου ασχολήθη καν π λέ ον µ ε τη ν αρρώστιά µ ου ήταν οι γονείς µ ου. Ο ι γονείς µ ου και ο θεός, π ου κάθε µ έ ρα π ίστευα όλο και π ερισσότερο και εναπ όθετα όλες µ ου τις ελπ ίδ ες. Είχα µ άθει π λέ ον και τις π ραγµ ατικέ ς π ιθανότη τες για να ζήσω , µ όνο 3% . Είχα αρχίσει να π ονάω αφόρη τα και τα βράδ ια δ ε µ π ορούσα να κοιµ η θώ. Ο ι γονείς µ ου ήταν όλη τη ν ώρα δ ίπ λα µ ου, π ροσευχόµ ασταν όλοι µ αζί στο θεό να γίνω καλά. Α π ό τη ν αδ ερφή µ ου, ούτε φω νή ούτε ακρόαση και να ήθελε να έ ρθει να µ ε δ ει θα έ π εφτε π άνω στους γονείς µ ου και θα τη ν έ δ ιω χναν. Γι' αυτούς, απ λώς ήταν ανεπ ιθύµ η τη . Εγώ δ εν τη ν συµ π άθη σα π οτέ , αν και π ροσω π ικώς δ ε µ ου κάνε τίπ οτα. Μ όνο και µ όνο όµ ω ς π ου στο σχολείο µ ου έ λεγαν, "άντε π άρε καµ ιά π ίπ α π αρέ α µ ε τη ν ξεκω λιάρα τη ν αδ ερφή σου", δ εν ήθελα π οτέ να έ χω επ αφή µ αζί τη ς. Α π ό τότε π ου έ φυγε απ ό το σπ ίτι, µ ε π ήρε έ να τη λέ φω νο π ριν κάπ οια χρόνια όπ ου π ροσπ άθη σε κλαίγοντας να µ ε π είσει να συναντη θούµ ε. Τη ς είπ α απ λώς, να µ η ξανατη λεφω νήσει. Μ ετά απ ' όλα αυτά, τη δ ικαιολογώ π ου δ εν έ χει εµ φανιστεί και


εγώ στη θέ ση τη ς, το ίδ ιο θα έ κανα. Πέ ρασαν τέ σσερις µ ήνες, απ ό τότε π ου είχα εισήχθη στο νοσοκοµ είο και π λέ ον οι επ ισκέ ψ εις ήταν π ολύ σπ άνιες. Περίπ ου µ ια φορά στις δ εκαπ έ ντε έ ρχονταν κάπ οιος να µ ε δ ει. Τα π ράγµ ατα φαίνονταν σκούρα. ∆ε µ ου το έ λεγαν, αλλά το καταλάβαινα. Εξάλλου είχα ακούσει κρυφά, κάνοντας ότι κοιµ όµ ουν απ ό έ ναν γιατρό, ότι αν δ εν π ήγαινα σ’ έ να ειδ ικό, για αυτή τη σπ άνια ασθέ νεια, νοσοκοµ είο στις η .π .α., δ εν θα υπ ήρχε καµ ιά ελπ ίδ α. ∆υο µ ε τρεις µ ήνες ακόµ η και τέ ζα ο καµ π ούρη ς, δ η λαδ ή εγώ γιατί είµ αι και ολίγον τι καµ π ούρη ς. ∆υστυχώς, αυτό το νοσοκοµ είο ήταν απ ό τα π ιο ακριβά του π λανήτη . Περίπ ου 2.000.000 ευρώ θα µ ας στοίχιζαν όλα αν θα π η γαίναµ ε εκεί, οι π ιθανότη τέ ς µ ου όµ ω ς, θα αυξάνονταν αισθη τά. Για τη ν ακρίβεια, αν π ήγαινα στις η .π .α. εκτός συγκλονιστικού απ ρόοπ του θα τα κατάφερνα. Βέ βαια αυτά τα λεφτά ούτε τα είχαµ ε ούτε µ π ορούσαµ ε να τα βρούµ ε. Μ όνο ο θεός π ου π ίστευα µ ε όλες µ ου τις δ υνάµ εις µ π ορούσε να µ ε σώσει. Κάθε χρόνο το νοσοκοµ είο αυτό τω ν η .π .α. δ ιάλεγε 5 απ αραιτήτω ς νέ ους ανθρώπ ους, π ου π άσχουν απ ’ αυτή τη ν ασθέ νεια, για να τους π εριθάλψ ει. Κάτι σαν υπ οτροφία δ η λαδ ή σε κάπ οια σχολή, όπ ω ς συνήθιζα να λέ ω µ ε π ικρό χιούµ ορ. Α υτό το έ κανε ο ιδ ρυτής του νοσοκοµ είου, έ νας π ολύ π λούσιος και µ εγάλος ανθρω π ιστής (µ όνο οι π ολύ π λούσιοι µ π ορούν να είναι ανθρω π ιστέ ς στις µ έ ρες µ ας) για να µ π ορούν και νέ οι άνθρω π οι π ου δ εν µ π ορούν να αντεπ εξέ λθουν οικονοµ ικά, να έ χουν ελπ ίδ α για ζω ή. Ο ιδ ρυτής είχε π εθάνει π ρόσφατα (π λήρη ς η µ ερών 9 3 χρονών) και λέ γεται ότι αγαπ ούσε π ολύ τους νέ ους (νόµ ιζα µ έ χρι τότε ότι συνήθω ς οι γέ ροι άνθρω π οι µ ισούν τους νέ ους, µ όνο και µ όνο επ ειδ ή είναι νέ οι). Ο ι ελπ ίδ ες βέ βαια ήταν ελάχιστες. Εκατοµ µ ύρια άλλοι νέ οι είχαν τη ν ίδ ια ασθέ νεια, εµ έ να θα έ π αιρναν?Α π ό τη ν άλλη δ εν απ ελπ ιζόµ ουν, υπ ήρχε η π ίστη στον θεό. Μ ια π ίστη π ου έ χω µ ιλήσει για το π ρώτο κοµ µ άτι τη ς. Για το ότι π ίστεψ α στον θεό, για να µ ε κάνει καλά (ήλπ ιζα µ άλλον τα εκατοµ µ ύρια τω ν άλλω ν νέ ω ν να µ η ν έ χουν τόσο βαθιά π ίστη . Τι θα γίνει άµ α συγκρουστούν οι π ίστες µ ας? Ποιους θα κάνει καλά ο θεός αφού υπ άρχουν µ όνο 5 θέ σεις?). Το δ εύτερο κοµ µ άτι τη ς π ίστη ς µ ου στον θεό είναι και το π ιο τραγικό. Μ άλλον το π ιο εγω κεντρικό. Για αυτό το κοµ µ άτι µ ε π αροµ οιάζω µ ε τον εσταυρω µ έ νο λη στή δ ίπ λα στον ιη σού. Βλέ π οντας ο λη στής ότι λίγες ώρες αργότερα θα ήταν µ ακαρίτη ς, ήθελε να π ιαστεί απ ό κάπ ου. Πίστεψ ε λοιπ όν στον ιη σού π ου έ βλεπ ε (αν είναι δ υνατόν) για π ρώτη φορά στη ζω ή του, ω ς τον υιό του θεού και τον π αρακάλεσε κιόλας "µ νήστι τη µ ου κύριε, όταν έ λθεις εν τη βασιλεία σου". Πριν αρρω στήσω έ λεγα δ ιαρκώς ότι αυτός ο λη στής µ ου ήταν π ολύ αντιπ αθής. "Πολύ π ιο τίµ ια η στάση του άλλου λη στή" έ λεγα, "π ου έ κανε ό,τι έ κανε και δ εν ζη τάει ελεη µ οσύνες απ ό έ ναν π ου γνώρισε π ριν απ ό λίγο (και δ εν τον γνώρισε σε κάπ οια συγκέ ντρω ση τη ς επ οχής να κάνει θαύµ ατα φορώντας βαρβάτους χιτώνες και µ οδ άτα σανδ άλια, αλλά στη ν σταύρω σή του)". Τελικά έ γινα και εγώ έ νας λη στής και µ άλιστα αντιπ αθής λη στής. Κάπ ω ς έ τσι και εγώ π ίστεψ α στον θεό γιατί έ βλεπ α ότι π εθαίνω . Έ βλεπ α το κενό µ π ροστά µ ου αν π αρέ µ ενα άθεος. Έ βλεπ α το τέ λος. Μ ε τη π ίστη στον θεό τονώθη κα ψ υχολογικά γιατί π ίστεψ α ότι, ό,τι και να γίνει δ ε θα έ ρθει το οριστικό τέ λος. Κάτι υπ άρχει µ ετά, το λέ νε και οι γραφέ ς. ∆έ κα η µ έ ρες µ ετά, όλα άλλαξαν. Το θαύµ α έ γινε. Το µ εγάλο θαύµ α. Έ φευγα για τη ν αµ ερική. Μ ε δ έ χθη καν και ήταν π λέ ον σχεδ όν σίγουρο ότι θα γινόµ ουν καλά. Βγήκα µ ε όσες δ υνάµ εις είχα στο δ ιάδ ροµ ο και φώναξα "µ ετανοείτε, εµ έ να π άντω ς η π ίστη µ ου µ ε έ σω σε". Τελικά µ ετά απ ό µ ια µ άχη έ ξι µ η νών στο νοσοκοµ είο τω ν η .π .α., επ ανήλθα στη ν π όλη µ ου τελείω ς καλά. Έ π ρεπ ε βέ βαια να π αίρνω τα χάπ ια π ου µ ου είχαν δ ώσει κάθε οκτώ ώρες και αυτό θα έ κανα για όλη τη ν υπ όλοιπ η ζω ή µ ου, αλλά αυτά τα θεω ρούσα ασήµ αντα αφού έ φτασα τόσο κοντά στον θάνατο και χάρη στη ν π ίστη µ ου κατάφερα να βγω νικη τής. Για τη ν ακρίβεια, να µ η χάσω ακόµ α, γιατί µ ε αντίπ αλο τον θάνατο π οτέ δ ε βγαίνεις νικη τής, απ λώς καθυστερείς όσο το δ υνατόν π ερισσότερο το τέ λος. Μ ετά απ ό κάπ οιον καιρό µ ε επ ιπ λέ ον µ όρια λόγω τη ς ασθέ νειας µ ου, δ ιορίστη κα


καθη γη τής στη ν π όλη µ ου σε έ να γυµ νάσιο π ολύ κοντά στο σπ ίτι στο οπ οίο επ έ στρεψ α. Όλη µ ου η ζω ή απ ό τη ν επ ιστροφή µ ου και έ π ειτα θα µ π ορούσε να γραφτεί σε βιβλίο τη ς σειράς "βίοι αγίω ν" (τρεις φορέ ς τη ν εβδ οµ άδ α εκκλη σία, τις κυριακέ ς έ ψ ελνα κιόλας, δ εν έ βριζα, δ εν κάπ νιζα, δ εν έ π ινα, δ ε γαµ ούσα κιόλας, γιατίτο θεω ρούσα αµ αρτία να έ χεις π ρογαµ ιαίες σχέ σεις). Όλα αυτά µ έ χρι χτες, γιατί χτες ήρθαν για άλλη µ ια φορά τα π άνω κάτω στη ζω ή µ ου. Το κουδ ούνι του σπ ιτιού µ ου χτύπ η σε στις 22:30 το βράδ υ. Α νοίγοντας τη ν π όρτα είδ α έ ναν άγνω στο κύριο. "Ο ρίστε π οίος είστε?" Του είπ α σχεδ όν µ ε αγέ νεια. "Α ν σας π ω το όνοµ α µ ου π ιθανόν να µ η µ ε γνω ρίζετε. Μ αζί µ ε το όνοµ ά µ ου θα σας π ω , π ω ς σας ξέ ρω και τι ακριβώς έ χω κάνει για σας. Μ π ορώ να µ π ω µ έ σα?" είπ ε. Εγώ κοιτάζοντας τον µ ’ έ να ύφος γεµ άτο απ ορία, όπ ω ς αυτά π ου έ χει ο αντώναρος στο ρre s s room , είπ α "π εράστε και καθίστε κιόλας. Θα π ιείτε κάτι?" "∆υστυχώς δ εν έ χω χρόνο. Έ ρχοµ αι άλλω στε να σας µ εταφέ ρω µ ια π ολύ δ υσάρεστη είδ η ση . Ίσω ς αρχικά να µ η ν είναι τόσο δ υσάρεστη για σας, αλλά αργότερα π ιστέ ψ τε µ ε θα γίνει. Καταρχάς, λέ γοµ αι λυκούργος ανδ ρεάδ η ς." "Ο βιοµ ήχανος π ου ακούµ ε καµ ιά φορά στη ν τη λεόραση για αυτόν? ∆υστυχώς δ εν π αρακολουθώ π ολύ και δ ε σας αναγνώρισα. Α λλά π είτε µ ου, τι θέ λετε εδ ώ?" "Πέ ρασα τέ σσερα υπ έ ροχα χρόνια µ ε τη ν αδ ελφή σας. ∆εν π αντρευτήκαµ ε π οτέ βέ βαια λόγω του π αρελθόντος τη ς. Πολύ σπ άνια είχαµ ε κοινέ ς εµ φανίσεις για να µ η ν καταλάβει κανείς ότι ήµ ασταν ζευγάρι. Η αδ ελφή σας ήταν υπ έ ροχος άνθρω π ος.” "Εσείς τη ν ξέ ρετε καλύτερα κύριε. Θα σας έ χει π ει ότι δ εν έ χουµ ε ιδ ιαίτερες σχέ σεις. Α λλά γιατί ήρθατε εδ ώ? Μ ήπ ω ς χω ρίσατε και θέ λετε να σας τα ξαναβρώ? Μ άλλον χτυπ ήσατε λάθος π όρτα. Έ χω π ολλά χρόνια να τη δ ω ." "Ήρθα για να σας π ω ότι η αδ ερφή σας είναι νεκρή κύριε χριστόπ ουλε, π έ θανε σήµ ερα σε τροχαίο". "Ειλικρινά λυπ άµ αι π ολύ. Ό,τι και να είχε γίνει µ εταξύ µ ας, ήταν αδ ελφή µ ου." "Βασικά δ εν ήρθα να σας π ω µ όνο αυτό. Θα µ π ορούσε κάπ οιος δ ικός µ ου άνθρω π ος να σας π άρει τη λέ φω νο να σας το π ει. Ήρθα, αν και π οτέ δ εν θα το ήθελε η αδ ελφή σας αυτό, αλλά εγώ το θεω ρώ χρέ ος µ ου να σας π ω και το εξής, κύριε χριστόπ ουλε, η αδ ελφή σας µ αθαίνοντας ότι π εθαίνετε π λήρω σε άµ εσα 2.000.000 ευρώ στο νοσοκοµ είο τω ν η .π .α. για τα έ ξοδ α τη ς νοση λείας σας, π αρακαλώντας µ άλιστα να µ η µ αθευτεί π οτέ και το νοσοκοµ είο να δ η λώσει ότι ήσασταν έ νας απ ό τους 5 π ου δ ιάλεξε για δ ω ρεάν π ερίθαλψ η ." Εκείνη τη στιγµ ή τα λόγια αυτού του ανθρώπ ου µ ε γύρισαν ενάµ ιση χρόνο π ίσω , λίγο π ριν ση κώσω το τη λέ φω νο και π άω στο ιατρικό κέ ντρο. Είναι απ ίστευτο. Όλο αυτό τον καιρό, π ίστευα στον θεό αλλά π οτέ δ εν π ίστεψ α στη ν αδ ερφή µ ου. Όχι µ όνο δ εν π ίστεψ α, αλλά για χρόνια ολόκλη ρα τη ν απ έ φευγα και ενώ ο ανδ ρεάδ η ς θα π ερίµ ενε να π ω οτιδ ήπ οτε άλλο ίσα π ου ψ έ λλισα "π ιστεύω εις… τους ανθρώπ ους. Πάντα π ίστευα αλλά υπ ήρξα τυφλός για έ να δ ιάστη µ α. Όσα χρόνια θα ζω κύριε ανδ ρεάδ η να ξέ ρετε ότι θα τιµ ήσω τη ν αδ ερφή µ ου έ στω και καθυστερη µ έ να µ ε κάθε τρόπ ο. Ποτέ είναι η κη δ εία?" "Α ύριο το µ εση µ έ ρι (ξαφνικά ο ανδ ρεάδ η ς έ βαλε τα κλάµ ατα), δ εν ξέ ρω αν έ κανα το σω στό. Η αδ ελφή σας, π οτέ δ εν ήθελε να µ αθευτείαυτό το π ράγµ α. Είναι ώρα να φύγω ". Α νοίγοντας τη ν π όρτα στον ανδ ρεάδ η και π αρά το ότι ήµ ουν χαµ έ νος στις σκέ ψ εις µ ου του είπ α, "τελικά ίσω ς η µ οναδ ική δ ιαφορά του ανθρώπ ου απ ό όλα τα υπ όλοιπ α ζώα είναι ότι γνω ρίζει ότι θα π εθάνει". "Ίσω ς, αλλά ενώ ξέ ρει ότι θα π εθάνει δ ε ξέ ρει να π εθαίνει. Προετοιµ άζεται µ ια ζω ή για τον θάνατο και π άντα εµ φανίζεται απ ροετοίµ αστος. Κύριε χριστόπ ουλε, εσείς π ιστεύεται στον θεό τελικά?" µ ε ρώτη σε. "Σας είπ α και π ριν... π ιστεύω εις τους ανθρώπ ους (καταρχήν τουλάχιστον)".


«Τα µ έ σα απ ευθύνονται συνήθω ς σε µ ία αίσθη ση , τη ν οπ οία απ οµ ονώνουν απ ό τις άλλες. Το απ οτέ λεσµ α είναι η ύπ νω ση .» ~ m ars h al lm cl uh an


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
chimeres 014 by chimeres - Issuu