Skip to main content

Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΜΕ ΤΗ ΓΟΥΝΑ

Page 1

ΤΟ ΣΧΉΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΌΣΧΗΜΑ

«Στην καρδιά μου κρυφά ξέσχιζα τον εαυτό μου, τον συνέτριβα, τον κατέτρωγα, ώσπου ο πόνος έφτανε να γίνει μια καταραμένη γλύκα, βρομερή, και μεταβαλλόταν κατόπιν σε ηδονή, σε μια αληθινή ηδονή». Fyodor Dostoyevsky, Το Υπόγειο

«Εν τέλει απέβαλεν. Χάιδεψα το προϊόν. Ήτο γλοιώδες και αισχρόν. Πυορροούσεν. Το κατέταξα στα ανόσια άστρα». Ηλίας Λάγιος, Άπαντα

«Η Ιστορία είναι στο κάτω-κάτω η ιστορία του κατεξοχήν φαντασιωτικού τόπου, δηλαδή του ανθρώπινου σώματος».

Roland Barthes, Μυθολογίες, Μάθημα,

μτφ. Κ. Χατζηδήμου - Ι. Ράλλη, εκδ. Ράππα, 1983


Α

νήκουμε στο κείμενο, γράφουμε πάντα για ένα κείμενο που του ανήκουμε. Το σχόλιό μου ανήκει στη λογοτεχνία και τη θεωρία που τη συνοδεύει. Ανήκει ωστόσο και στην ιδιωτική μου ζωή1. Η Αφροδίτη με τη Γούνα του Ζάχερ-Μάζοχ είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πραγματείες περί έρωτος. Αφορίζει με διαφάνεια και νηφαλιότητα τις κύριες σημασίες στη λειτουργία του έρωτα, προβάλλει τον απαράβατο κανόνα του, της ετερότητας. Αντίθετα με αυτό που θα βιαζόταν να συμπεράνει ο αναγνώστης, ότι δηλαδή αποτελεί ένα βιωματικό, λογοτεχνικό δοκίμιο που αφορά μία συγκεκριμένη και γνωστή, «νοσηρή» ερωτικά συμπεριφορά, εκ πρώτης όψεως έκθετο σε στρεβλές όσο και αφελείς παρανοήσεις, αυτές που συνήθως απειλούν τις ομιλίες του έρωτα και το κρίμα της ηδονής, που έτσι το δίκασαν και το είπαν διαστροφή. Πίσω από την ιστορία του Σέβεριν και της Βάντα, διαμέσου της «ειδικής» ερωτικής τους σχέσης και των μεταμορφώσεών της, αγγίζεις τον ζωντανό οργανισμό του έρωτα, πιστοποιείς τη φυσιολογία του2.

1. Γιώργος Βέλτσος, Η Τερατώδης Πλευρά, ένα δοκίμιο ερευνητικής της λογοτεχνίας, επίμετρο του Η Αφροδίτη με τη Γούνα, μτφ. Μυρτώ Ρήγου, εκδ. Γνώση, Αθήνα 1985.

2. Γιώργος Χειμωνάς, Η Διαστροφή ως ορισμός του Έρωτα, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, με αφορμή το βιβλίο του ΖάχερΜάζοχ, Η Αφροδίτη με τη Γούνα, μτφ. Μ. Ρήγου, επίμετρο: «Η Τερατώδης Πλευρά», Γιώργος Βέλτσος, εκδ. Γνώση, 1985. 7


ΛΈΟΠΟΛΝΤ ΦΟΝ ΖΆΧΕΡ-ΜΆΖΟΧ

Ανήκουμε στο κείμενο, γράφουμε πάντα για ένα κείμενο που του ανήκουμε. Κανείς άλλος δεν έδρασε τόσο ωμά, βάρβαρα, κομψά, άκαμπτα όσο η ζωηρή και πρωτόγονη, με παρόμοια παγανιστική πρόθεση, Βάντα φον Ντουνάγιεφ. Ο Λέοπολντ φον Ζάχερ-Μάζοχ έπλασε τη βασική ηρωίδα της σκανδαλώδους νουβέλας, παίρνοντας τη σκυτάλη από τον Κόμη De Sade, αναπλάθοντας τις ερωμένες του και αμφισβητώντας, μάλλον άθελά του, την επίπλαστη ηθική της Αυστροουγγαρίας και ενός ολόκληρου αιώνα που βάδιζε στο τέλος του. Η Αφροδίτη με τη Γούνα, ως άλλη όψη ενός κοινού μύθου, σχεδιάστηκε από τον Ζάχερ-Μάζοχ ως το πρώτο μέρος της Κληρονομιάς ή του Συμπλέγματος του Κάιν. Ενός άκρως φιλόδοξου σχεδίου, με στόχο να υμνήσει την ανθρώπινη δυνατότητα, τον εν δυνάμει άνθρωπο, μια Weltanschauung 3 από το μέλλον, έργο τόσο μεγαλεπήβολο, που εντέλει παρέμεινε ανολοκλήρωτο και θραυσματικό· το πρώτο μέρος του ονομάστηκε Venus Im Pelz, ζωσμένο την υγρασία της Τρανσιλβανίας και τα σύνθετα εσώρουχα χλωμών γυναικών της εποχής, βαριών επίπλων και ενός πρώιμου φετιχισμού, που ως φαίνεται δεν ήταν καθόλου έτσι. Όλα τα παραπάνω συνηγορούν πως πρόκειται για ένα έργο πολιτικό ή φιλοσοφικό ή ποιητικό· πλήρες ή ατελές, συγκλονιστικό ή αποτυχημένο, μα σίγουρα όχι αμελητέο. Το ηδονιστικό πρόσχημα των επεισοδίων έγινε άσμα ηρωικό και βάρβαρο ήδη στην εκπνοή της δεκαετίας του εξήντα από τον Λου Ριντ και αποτέλεσε το σχήμα για να λάμψει το απόλυτο φετίχ. Μια πράξη εκ προοιμίου αποτυχημένη, καθότι ανθρώπινη και άρα ατελής. Ένα δράμα εν απογνώσει, μια αναντιστοιχία σωμάτων, πολλαπλά ερωτικά 3. Weltanschauung: κοσμοθεώρηση. 8


Η ΑΦΡΟΔΊΤΗ ΜΕ ΤΗ ΓΟΎΝΑ

εργαλεία ενός αρχαίου παρελθόντος· μαστίγια για πάσης φύσεως μώλωπες ενός μεγαλειώδους υπερβατολογικού αισθητισμού, όπως έγραψε και ο γερμανός φιλόσοφος Καντ στην Κριτική του Καθαρού Λόγου. Αυτή λοιπόν, η αισθητή όσο και ταραγμένη σχέση του Μάζοχ με το Απόλυτο, ας μην ξεχνάμε ότι ήδη στις πρώτες σελίδες ο Σέβεριν αποκοιμάται διαβάζοντας Γκέοργκ Βίλχελμ Χέγκελ, είναι που αποτίει μια αδιάκοπη όσο και δραματική συστοιχία με την ερωτική απόγνωση και ελληνική μανία, που συναντάται όψιμα στον Ευριπίδη και τον Καζαντζίδη, στον Αισχύλο και τον Άκη Πάνου. Η παρούσα μετάφραση φιλοδοξεί να αναστήσει εκ νέου το πολύπαθο πρωτότυπο και να εξαντλήσει το γλωσσικό ύφος του Ζάχερ-Μάζοχ στην ελληνική, έτσι που αν ο Λου Ριντ ή η Μαριάν Φέιθφουλ ήταν ελληνόφωνοι να τη διάβαζαν ασμένως. Τέλος, ευχαριστώ για τον παλμό την πολύτιμη αρωγή της Αντιγόνης Γρηγοροπούλου, τον εξαίρετο φίλο και λόγιο Ίκαρο Μπαμπασάκη για την ενθάρρυνση και τη φιλία, τον δημοσιο­γράφο Δημήτρη Μανιάτη για τις αναφορές και το λικέρ στη Σταδίου. Η εργασία αυτή δεν θα ήταν ολοκληρωμένη αν δεν είχε ληφθεί υπόψη το διεξοδικό δοκίμιο «Η Τερατώδης Πλευρά» του μετρ Γιώργου Βέλτσου. Του είμαι ευγνώμων. Τέλος, η μεταγραφή αυτή αφιερώνεται στην ιερή μνήμη του Γιώργου Χειμωνά και σε όσους είναι σε θέση να διαβρωθούν ακόμη από Έρωτα, φιλοδοξώντας να γίνουν κάποτε βραδυφλεγές ποίημα ή λαϊκό τραγούδι. Και τούτο εγένετο. Αμήν. Σεπτέμβριος 2017 - Φεβρουάριος 2018 Γιώργος Μοσχόπουλος 9


Κύριος Παντοκράτωρ ηθέτησεν αυτούς εν χειρί θηλείας.

Βουλγκάτα,* Ιουδίθ, ΙΣΤ ΄, 5

* The Vulgate στο πρωτότυπο: Λατινική μετάφραση της Αγίας Γραφής που έγινε στο τέλος του 4ου μ.Χ. αιώνα. (Σ.τ.Μ.)


01

Η

παρέα μου ήταν αξιαγάπητη.

Η Αφροδίτη καθόταν ακριβώς απέναντί μου,

δίπλα στο επιβλητικό τζάκι αναγεννησιακού

στιλ. Δεν ήταν μια κοινή θνητή, δεν είχε καμία συγγένεια με την Κλεοπάτρα που λένε ότι κονταροχτυπήθηκε με το

αντίθετο φύλο, αλλά σίγουρα πρόκειται για την αληθινή θεά του έρωτα.

Ξαπλωμένη σε μια πολυθρόνα, σκάλιζε τα ξύλα που

καίγονταν στο τζάκι, με τις κόκκινες φλόγες της φωτιάς

να αντανακλώνται στο χλωμό πρόσωπό της και στα πόδια της, όταν επιθυμούσε να τα ζεστάνει.

Το πρόσωπό της, αν εξαιρέσουμε το ψυχρό, σχεδόν

παγερό βλέμμα της, ήταν υπέροχο. Αυτά ήταν όλα όσα

μπορούσα να δω σ’ εκείνη. Είχε τυλίξει το αγαλματένιο

κορμί της με μια τεράστια γούνινη περιβολή και γουργούριζε σαν γάτα.

«Δεν το καταλαβαίνω» αναφώνησα. «Δεν έχει πια

κρύο. Εδώ και δύο βδομάδες έχουμε τον τέλειο ανοιξιάτικο καιρό. Μάλλον είστε αγχωμένη για κάποιον λόγο».

«Σας είμαι υπόχρεη για τον υπέροχο καιρό» αποκρίθη-

κε χαμηλόφωνα με ψυχρή φωνή και αμέσως φταρνίστη-

κε βαθιά, και μάλιστα δύο φορές. «Ειλικρινά δεν αντέχω άλλο εδώ και αρχίζω να καταλαβαίνω…» «Τι πράγμα, αγαπητή μου;» 13


ΛΈΟΠΟΛΝΤ ΦΟΝ ΖΆΧΕΡ-ΜΆΖΟΧ

«Αρχίζω να πιστεύω στο απίστευτο και να κατανοώ το ακατανόητο. Ξαφνικά νιώθω την αγνότητα των νεαρών γερμανίδων και τη γερμανική φιλοσοφία, ενώ δεν εκπλήσσομαι πια που εσείς οι άνθρωποι του Βορρά δεν γνωρίζετε πώς να αγαπάτε και δεν έχετε την παραμικρή ιδέα τι στην ευχή σημαίνει αγάπη». «Μα κυρία» εξερράγην. «Ασφαλώς και δεν σας έδωσα κανένα δικαίωμα ως τώρα». «Ω εσείς…» Και το θεϊκό πλάσμα φταρνίστηκε για τρίτη φορά ανασηκώνοντας τους ώμους με αμίμητη χάρη. «Γι’ αυτό τον λόγο κι εγώ ήμουν πάντα φιλική μαζί σας, γι’ αυτό έρχομαι και σας βλέπω πού και πού, παρόλο που κάθε φορά αρρωσταίνω, παρόλο που φοράω γούνες. Θυμάστε αλήθεια τη μέρα που γνωριστήκαμε;» «Πώς μπορώ να την ξεχάσω…» απάντησα. «Θυμάμαι τα πυκνά μαλλιά με τις καστανές μπούκλες, τα καστανά μάτια και τα κόκκινα χείλη σας. Αλλά σας αναγνώριζα αμέσως από το περίγραμμα του προσώπου σας με τη χλωμάδα που θυμίζει λευκό μάρμαρο. Πάντα φορούσατε μια μπλεβιολετιά γούνα με τελείω­μα από εκλεκτό τρίχωμα σκίουρου». «Εσείς πάλι αγαπούσατε πολύ τα κοστούμια και ήσαστε υπερβολικά πειθαρχημένος». «Μα μου μάθατε τι εστί έρως. Η ήρεμη λατρεία σας μ’ έκανε να χάσω την αίσθηση του χρόνου». «Και η αφοσίωσή μου στο πρόσωπό σας ήταν άνευ προηγουμένου!» «Όσον αφορά την αφοσίωσή σας…» «Αχάριστε!» «Μην ανησυχείτε, δεν πρόκειται να προσπαθήσω να σας πλησιάσω ξανά. Ασφαλώς είστε μια θεϊκή ύπαρξη και όπως κάθε γυναίκα ανάλγητη στον έρωτα». 14


Η ΑΦΡΟΔΊΤΗ ΜΕ ΤΗ ΓΟΎΝΑ

«Αυτό που εσύ αποκαλείς αναλγησία» μου αντιγύρισε ετοιμόλογα η ιέρεια του έρωτα «είναι απλώς το βασικό στοιχείο του πάθους και φυσικό επακόλουθο της ηδονής στην οποία συμπυκνώνεται η γυναικεία φύση επιτρέποντάς της να δίνεται εξολοκλήρου σε όποιον και ό,τι αγαπά». «Μα είναι δυνατόν να υπάρξει μεγαλύτερη αναλγησία για έναν εραστή από την απιστία της γυναίκας που αγαπά;» «Πράγματι!» απάντησε εκείνη. «Είμαστε πιστοί όσο αγαπάμε, αλλά εσείς απαιτείτε από μια γυναίκα που δεν αγαπά να προσφέρει τον εαυτό της χωρίς ηδονή. Σ’ αυτή την περίπτωση ποιος είναι περισσότερο σκληρός; Ο άντρας ή η γυναίκα; Εσείς οι Βόρειοι παίρνετε τον έρωτα τόσο σοβαρά. Κάνετε λόγο περί ευθυνών, ενώ πρόκειται για ευχαρίστηση». «Γι’ αυτό ακριβώς τα δικά μας αισθήματα είναι έντιμα και ειλικρινή, και οι συνευρέσεις μας εφήμερες». «Αλλά με μια ακούραστη και διαρκώς ανικανοποίητη λαχτάρα της παγανιστικής γύμνιας» με διέκοψε. «Ωστόσο, αυτός ο έρωτας, που είναι η ύψιστη χαρά, που διέπεται εξολοκλήρου από θεϊκή απλότητα, δεν προορίζεται για το σύγχρονο στοχαστικό πνεύμα σας. Μόνο κακό σας κάνει. Όποτε εύχεστε να λειτουργήσετε με τρόπο φυσικό, γίνεστε κοινότοπος. Πιστεύε­τε πως η φύση είναι εχθρός σας· μπορείτε να βγάλετε το κακό από τους χαμογελαστούς θεούς του Ολύμπου και από μένα τον δαίμονα. Μπορείτε να με εξορκίσετε και να με καταραστείτε ή να θυσιαστείτε εν μέσω βακχικής μανίας πάνω στον βωμό μου. Γιατί αν έστω και ένας από εσάς έχει το θάρρος να φιλήσει τα κόκκινα χείλη μου, θα έπρεπε να πάει μέχρι τη Ρώμη για να προσκυνήσει ξυπόλυτος και ενδεδυμένος τον χιτώνα της μεταμέλειας, αναμένοντας να φυτρώσουν άνθη στο άνυ15


ΛΈΟΠΟΛΝΤ ΦΟΝ ΖΆΧΕΡ-ΜΆΖΟΧ

δρο στέρνο του, ενώ την ίδια στιγμή κάτω απ’ τα πόδια μου ξεπηδούν ρόδα, βιολέτες και μυρτιές, που το άρωμά τους δεν γνωρίζετε. Να μείνετε λοιπόν στη βόρεια ομίχλη σας και στο χριστιανικό θυμίαμα, κι αφήστε εμάς τους παγανιστές με τη σειρά μας κάτω απ’ τα συντρίμμια, κάτω από τη λάβα. Μη διανοηθείτε να μας ξεθάψετε. Η Πομπηία δεν φτιάχτηκε για σας, μήτε και τα ανάκτορα, τα λουτρά και οι ναοί μας. Εσείς δεν έχετε ανάγκη τους θεούς. Είμαστε απόκληροι στον δικό σας κόσμο». Η γυναίκα με το αγαλματένιο σώμα έβηξε τυλίγοντας τη σκουρόχρωμη γούνα ζιμπελίνα στους ώμους της. «Είμαι ευγνώμων για το πρώτης τάξεως μάθημα αρχαίας ιστορίας» αποκρίθηκα «αλλά εσείς ασφαλώς και δεν μπορείτε να αρνηθείτε ότι γυναίκα και άντρας είναι θανάσιμοι εχθροί τόσο στον γαλήνιο και ηλιόλουστο κόσμο σας όσο και στον ομιχλώδη δικό μας. Στον έρωτα υπάρχει μόνο μία στιγμή ένωσης σε μία οντότητα, σε μία κοινή σκέψη, σε ένα κοινό αίσθημα, σε μία επιθυμία, που με το πλήρωμα του χρόνου διαλύεται. Κι αυτό το γνωρίζετε καλύτερα κι από μένα· όποιος από τους δύο αποτύχει να υποταχθεί εκείνος αμέσως θα νιώσει την εξουσία του άλλου πάνω του…» «Και όπως γνωρίζετε καλύτερα από μένα» αναφώνησε η κυρία με τη γούνα με μια δόση χλευασμού «ο άντρας είναι εκείνος που βρίσκεται συνήθως κάτω από τη γυναίκα». «Μα φυσικά, δεν τρέφω αυταπάτες». «Εννοείται ότι στο εξής θα είστε ο σκλάβος μου δίχως αυταπάτες και θα υποταχθείτε άνευ όρων». «Μα, κυρία!» «Δεν έχετε ακόμα καταλάβει τι άνθρωπος είμαι; Ναι λοιπόν, είμαι αδίστακτη. Από τη στιγμή που εσείς λαμβάνετε τόση ηδονή από αυτή τη λέξη, δεν οφείλω κι εγώ με τη σειρά μου να αυτοαποκαλούμαι έτσι; Άντρας είναι εκείνος 16


Η ΑΦΡΟΔΊΤΗ ΜΕ ΤΗ ΓΟΎΝΑ

που μονάχα ποθεί, γυναίκα εκείνη που είναι ποθητή. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και το ουσιαστικό μα αποφασιστικής σημασίας πλεονέκτημα κάθε γυναίκας. Λόγω της παθητικής της φύσης, δόθηκε ο άντρας στα χέρια της και μόνο μια ανόητη γυναίκα δεν έχει ιδέα πώς να τον μετατρέψει σε αντικείμενο, σε σκλάβο της, σε σκεύος ηδονής, προδίδοντάς τον με ένα χαμόγελο». «Ωραίες αρχές» τη διέκοψα αγανακτισμένος. «Όλα όσα λέω βασίζονται σε μια παράδοση χιλίων χρόνων» αποκρίθηκε ειρωνικά, ενώ την ίδια στιγμή έσυρε τα κατάλευκα δάχτυλά της πάνω στη σκουρόχρωμη γούνα. «Όσο πιο αφοσιω­μένη είναι η γυναίκα στον άντρα τόσο πιο σύντομα εκείνος επαγρυπνεί και γίνεται αυταρχικός. Στον αντίποδα, όσο πιο σκληρά του φέρεται, όσο πιο άπιστη είναι, όσο πιο λάγνα και χωρίς οίκτο παίζει μαζί του, τόσο περισσότερο εκείνος την ποθεί και την αγαπά. Έτσι λοιπόν έχουν τα πράγματα από τον καιρό της Ελένης στην Τροία και της Δαλιδά μέχρι την Αικατερίνη Β ΄ ή την ιρλανδή χορεύτρια και ηθοποιό Λόλα Μοντές». «Δεν μπορώ να αρνηθώ» ισχυρίστηκα «πως τίποτα στον κόσμο δεν θα γοητεύσει έναν άντρα όσο η θέα μιας θεσπέσιας, παθιασμένης, σκληρής και δεσποτικής γυναίκας που υποτάσσει τους εραστές της χωρίς καμία ηθική αναστολή στα καπρίτσια της…» «Και ειδικά εάν φορά γούνα» αναφώνησε η θεά. «Τι εννοείτε μ’ αυτό;» «Γνωρίζω την αδυναμία σας». « Έχετε αντιληφθεί» τη διέκοψα «ότι από την τελευταία φορά που ειδωθήκαμε, έχετε γίνει πιο προκλητική;» «Με ποια έννοια, αν έχετε την καλοσύνη;» «Με την έννοια ότι δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να τονίσετε το αγαλματένιο κορμί σας παρά μόνο με αυτές τις σκουρόχρωμες γούνες». 17


ΛΈΟΠΟΛΝΤ ΦΟΝ ΖΆΧΕΡ-ΜΆΖΟΧ

Η θεά γέλασε. «Ονειρεύεστε» φώναξε «ξυπνήστε επιτέλους!» Και τότε άπλω­σε το κατάλευκο χέρι της και με άρπαξε από το μπράτσο. «Ξυπνήστε» επανέλαβε δυνατά με τη χαμηλή έκταση της φωνής της. Άνοιξα τα μάτια μου με δυσκολία. Είδα το χέρι της που με ταρακουνούσε και ξαφνικά αντιλήφθηκα ότι είχε το χρώμα του χαλκού. Η φωνή της μου θύμιζε τη βαριά φωνή του αλκοολικού κοζάκου υπηρέτη μου, ο οποίος στεκόταν ακριβώς μπροστά μου, με το ένα μέτρο και ογδόντα δύο εκατοστά ύψος του. «Παρακαλώ, σηκωθείτε» συνέχισε ο καλοπροαίρετος υπηρέτης «είναι ντροπή». «Ποιο πράγμα;» «Να κοιμάστε με τα ρούχα κι ένα βιβλίο στα χέρια». Έσβησε τα κεριά που είχαν σχεδόν καεί ως τη βάση τους, πήρε στα χέρια του τον τόμο που μου είχε πέσει και, ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά στο εξώφυλλο, πρόσθεσε: « Ένα βιβλίο του Χέγκελ. Άλλωστε, πρέπει να φύγουμε για την οικία του κυρίου Σέβεριν, που μας περιμένει για τσάι». «Περίεργο όνειρο» είπε ο κύριος Σέβεριν αμέσως μόλις τελείω­σα. Ακούμπησε τα χέρια του στα γόνατά του και ξεκούρασε το κεφάλι του στα ντελικάτα και νευρώδη χέρια του, πέφτοντας σε περισυλλογή. Ήξερα καλά ότι θα έμενε ακίνητος για αρκετή ώρα, σχεδόν χωρίς να αναπνέει. Αυτό συνέβη, αλλά δεν το θεώρησα άξιο προσοχής. Μας συνδέει στενή φιλία σχεδόν τρία χρόνια και η αλήθεια είναι πως μάλλον συνήθισα τις ιδιορρυθμίες του. Κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί πως ήταν παράξενος, εντούτοις δεν ήταν ακριβώς ο επικίνδυνος ψυχοπαθής που η γειτονιά, ή μάλλον ολάκερη η Κολομίγια, πίστευε πως ήταν. Έβρισκα την προσωπικό18


Η ΑΦΡΟΔΊΤΗ ΜΕ ΤΗ ΓΟΎΝΑ

τητά του όχι μόνο ενδιαφέρουσα, αλλά και ως έναν βαθμό συμπαθητική, γεγονός που εξηγεί γιατί θεωρούσαν κι εμένα λιγάκι παρανοϊκό. Για αριστοκράτης και φεουδάρχης της Γαλικίας και λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία του –είχε μόλις περάσει τα τριάντα– επεδείκνυε εκπληκτική νηφαλιότητα, σοβαρότητα, ακόμα και σχολαστικότητα. Ζούσε με έναν τρόπο που θύμιζε καλοκουρδισμένο ρολόι και όχι μόνο. Θύμιζε θερμόμετρο, βαρόμετρο, υδρόμετρο. Ακολουθούσε τις αρχές του Ιπποκράτη, του γερμανού γιατρού Χούφελαντ, του Πλάτωνα, του Ιμμάνουελ Καντ, του βαρόνου Φον Κνίγκε και του λόρδου Τσέστερφιλντ. Κατά καιρούς, είχε βίαια ξεσπάσματα πάθους, οπότε θύμιζε μαινόμενο ταύρο. Όταν του συνέβαινε αυτό, όλοι φρόντιζαν να τον αφήνουν ήσυχο. Όση ώρα ήταν σιωπηλός, η φωτιά στο τζάκι άρχισε να τρα­γουδά στην καμινάδα, το ίδιο και το μεγάλο εντυπωσιακό σα­μοβάρι και η παλιά κουνιστή πολυθρόνα όπου καθόμουν και κάπνιζα το πούρο μου, ακόμα και ο γρύλος στους παλιούς τοίχους. Άφησα το βλέμμα μου να περιπλανηθεί στο υπόλοιπο δωμάτιο με τα έπιπλα, τους σκελετούς ζώων, τα ταριχευμένα πουλιά, τις υδρόγειες σφαίρες και τα γύψινα με τα οποία είχε γεμίσει τον χώρο ο Σέβεριν. Ώσπου κοντοστάθηκε σε έναν πίνακα, τον οποίο είχα δει πολλές φορές στο παρελθόν. Αλλά αυτή τη φορά, ίσως και λόγω της υποβλητικής ατμόσφαιρας που δημιουργούσαν οι κόκκινες αντανακλάσεις της φωτιάς, μου έκανε απίστευτη εντύπωση. Επρόκειτο για μια μεγάλη ελαιογραφία, φιλοτεχνημένη με τον εύρωστο τρόπο της τεχνοτροπίας της Φλαμανδικής Σχολής με ένα μάλλον αρκετά περίεργο θέμα. Μια πολύ εντυπωσιακή γυναίκα με ένα φωτεινό χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της, το οποίο ήταν καλυμ19


ΛΈΟΠΟΛΝΤ ΦΟΝ ΖΆΧΕΡ-ΜΆΖΟΧ

μένο με λευκή πούδρα που έμοιαζε με πάχνη, και πλούσια μαλλιά πιασμένα σε κλασικό κότσο αναπαυόταν σε ανάκλιντρο, στηρίζοντας το κεφάλι της στο αριστερό της χέρι. Ήταν γυμνή κάτω από τη σκουρόχρωμη γούνα της. Με το δεξί της χέρι κράδαινε ένα μαστίγιο, ενώ το γυμνό πόδι της ξεκουραζόταν πάνω σε έναν άντρα ξαπλωμένο μπροστά της σαν σκλάβος ή σκυλί. Μάλιστα, αυτός ο καλοσχεδιασμένος άντρας απέπνεε μια μελαγχολία αλλά και την απόλυτη λατρεία· κοίταζε προς το μέρος της με το εκστατικό, φλογερό βλέμμα των μαρτύρων. Αυτός ο άντρας, το σκαμνί για τα γυμνά πόδια της γυναίκας, ήταν ο Σέβεριν χωρίς γένια και τουλάχιστον δέκα χρόνια νεότερος. «Η Αφροδίτη με τη Γούνα!» αναφώνησα δείχνοντας τον πίνακα. « Έτσι ακριβώς ήταν και στα όνειρά μου». «Ναι, αυτή είναι» συμφώνησε ο Σέβεριν «μόνο που εγώ ονειρεύομαι με τα μάτια ανοιχτά». «Αλήθεια;» «Είναι μια θλιβερή ιστορία». «Ο πίνακάς σου επηρέασε προφανώς τα όνειρά μου» συνέχισα. «Αλλά για πες μου, σε παρακαλώ, τι σημαίνει. Εικάζω ότι έπαιξε σίγουρα κάποιο ρόλο στη ζωή σου, πιθανώς αποφασιστικής σημασίας. Αλλά μόνο από σένα μπορώ να μάθω τις λεπτομέρειες». «Κοίτα προσεκτικά αυτό το αντίγραφο» με παρότρυνε ο περίεργος φίλος μου, αγνοώντας αυτό που του ζήτησα. Επρόκειτο για ένα εξαιρετικό αντίγραφο του περίφημου πίνακα του Τιτσιάνο Η Αφροδίτη με τον Καθρέφτη, που βρισκόταν στη συλλογή της Πινακοθήκης της Δρέσδης. «Τι θες να πεις;» Ο Σέβεριν σηκώθηκε και έδειξε με τον δείκτη του τη γούνα με την οποία ο Τιτσιάνο είχε περιβάλει τη θεά του έρωτα. 20


Η ΑΦΡΟΔΊΤΗ ΜΕ ΤΗ ΓΟΎΝΑ

«Είναι κι αυτή Αφροδίτη με γούνα» είπε μειδιάζοντας. «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι ο γερο-Ενετός είχε κάτι άλλο κατά νου. Νομίζω ότι απλώς ζωγράφισε το πορτρέτο κάποιας αριστοκράτισσας Μεσσαλίνας και σκέφτηκε να βάλει τον θεό του έρωτα να κρατά τον καθρέφτη, όπου εκείνη κοιτάζει τη μεγαλοπρεπή γοητεία της με ψυχρή ευχαρίστηση. Ο πίνακας βρίθει από κολακεία. Αργότερα, την περίοδο του Ροκοκό, κάποιος “ειδικός” αποφάσισε να δώσει στην κυρία το όνομα της Αφροδίτης. Η αυτοκρατορική γούνα με την οποία ο Τιτσιάνο περιέβαλε το όμορφο μοντέλο εικάζεται πως υπαγορεύτηκε περισσότερο από τον φόβο ενός πιθανού κρυολογήματος παρά για λόγους σεμνοτυφίας. Έτσι, η γούνινη αυτή περιβολή εξελίχθηκε σε σύμβολο της τυραννίας και της σκληρότητας που χαρακτηρίζουν τη γυναικεία ύπαρξη και ομορφιά. »Αλλά αρκετά ως εδώ. Ο πίνακας έτσι ακριβώς όπως είναι αποτελεί ένα είδος γλυκόπικρης σάτιρας του έρωτα. Η Αφροδίτη σ’ αυτό τον αφηρημένο Βορρά, σε τούτο τον παγερό χριστιανικό κόσμο, υποχρεώνεται να κρυφτεί κάτω από σκουρόχρωμες γούνες ώστε να μην αρρωστήσει…» Ο Σέβεριν γέλασε και άναψε τσιγάρο. Τότε άνοιξε η πόρτα και εισέβαλε μια ελκυστική ξανθιά. Είχε έξυπνα κι ευγενικά μάτια, και ήταν ντυμένη σε μαύρο μετάξι. Μας έφερε κρύο κρέας και αυγά για το τσάι. Ο Σέβεριν πήρε ένα αυγό και το έκοψε με το μαχαίρι του. «Δεν σου είπα ότι τα θέλω μελάτα;» αναφώνησε με μια βιαιό­τητα που έκανε τη νεαρή να αναριγήσει. «Μα, αγαπητέ Σέβτσου…» είπε συνεσταλμένα. «Δεν έχει Σέβτσου» ούρλιαξε. «Βρίσκεσαι εδώ για να με υπηρετείς, να με υπακούς, κατάλαβες;» και χωρίς να χάσει χρόνο, άρπαξε αμέσως το καμουτσίκι, που κρεμό21


ΛΈΟΠΟΛΝΤ ΦΟΝ ΖΆΧΕΡ-ΜΆΖΟΧ

ταν σ’ έναν γάντζο δίπλα στα όπλα. Η γυναίκα έφυγε από το δωμάτιο γρήγορα και διακριτικά σαν ελαφίνα. «Θα σε πιάσω. Περίμενε και θα δεις» φώναξε εκείνος. «Μα, Σέβεριν!» είπα ακουμπώντας το χέρι μου στο μπράτσο «πώς είναι δυνατόν να φέρεσαι έτσι σε μια τόσο όμορφη νεαρή γυναίκα;» «Μα κοίτα την…» αποκρίθηκε κλείνοντάς μου το μάτι. «Αν την κολάκευα, θα μου είχε περάσει τη θηλιά στον λαιμό. Τώρα όμως που έβγαλα το καμουτσίκι, με λατρεύει». «Ανοησίες!» «Διόλου. Έτσι στρώνουν οι γυναίκες». «Αν σου αρέσει, μπορείς να ζήσεις σαν πασάς με το χαρέμι σου, αλλά μη μου κάνεις κήρυγμα…» «Και γιατί όχι;» μου αντιγύρισε. «Όπως έλεγε και ο Γκαίτε, πρέπει να είσαι ή το αμόνι ή το σφυρί, ό,τι καλύτερο για να περιγράψει κανείς τις σχέσεις αντρών και γυναικών. Αυτό δεν προσπάθησε να σου αποδείξει και η λαίδη Αφροδίτη στα όνειρά σου; Η αχίλλειος πτέρνα κάθε άντρα είναι το πάθος του και οι γυναίκες ξέρουν πώς να το εκμεταλλεύονται, εάν ο άντρας δεν κατανοεί πλήρως τον εαυτό του. Πρέπει να επιλέξει αν θα γίνει ο τύραννος ή ο σκλάβος της γυναίκας. Όσο πιο γρήγορα ενδώσει, τόσο πιο γρήγορα ο σβέρκος του θα βρεθεί κάτω απ’ τον ζυγό και το μαστίγιο θα πέσει πάνω του». «Περίεργες ρήσεις!» «Δεν είναι ρήσεις αλλά εμπειρίες» με διόρθωσε κουνώντας το κεφάλι του. « Έχω νιώσει το μαστίγιο πάνω μου. Μα θεραπεύτηκα. Ενδιαφέρεσαι να μάθεις με ποιον τρόπο;» Σηκώθηκε, πήρε ένα ολιγοσέλιδο χειρόγραφο από το μασίφ γραφείο του και το έφερε μπροστά μου. «Σου χρωστάω εδώ και ώρα μια εξήγηση, αφού με ρώτησες για τον πίνακα» είπε. «Ορίστε λοιπόν… Διάβασε!» 22


Η ΑΦΡΟΔΊΤΗ ΜΕ ΤΗ ΓΟΎΝΑ

Ο Σέβεριν κάθισε δίπλα στο τζάκι, με γυρισμένη την πλάτη του σε μένα. Έδειχνε να ονειρεύεται με τα μάτια ανοιχτά. Σιωπή απλώθηκε στο δωμάτιο και ξανά η φωτιά άρχισε να τραγουδάει στην καμινάδα και το σαμοβάρι και το τριζόνι στους παλιούς τοίχους. Άνοιξα το χειρόγραφο και διάβασα: ΟΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΙΣΘΗΣΙΑΚΟΥ ΕΡΑΣΤΗ. Στο περιθώριο του χειρογράφου υπήρχε ένας πολύ γνωστός στίχος από τον Φάουστ: Εσύ αισθησιακέ εραστή Ένα κοριτσόπουλο σε τραβά από τη μύτη. ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Γύρισα τη σελίδα του τίτλου και διάβασα: «Ό,τι ακολουθεί προέρχεται από το ημερολόγιο που συνήθιζα να κρατώ εκείνη την περίοδο, καθώς είναι ανθρωπίνως αδύνατο να γράψει κάποιος για το παρελθόν του με κάθε λεπτομέρεια. Μ’ αυτό τον τρόπο όμως όλα διατηρούν τη ζωντάνια τους, τη φρεσκάδα του παρόντος». Ο Γκόγκολ, ο Ρώσος Μολιέρος, αναφέρει κάπου –αλλά πού;– ότι «ο αληθινός κωμικός είναι κείνος που κάτω από το γελαστό του προσωπείο κυλούν δάκρυα». Θαυμάσια ρήση! Καθώς αποτυπώνω όλα αυτά στο χαρτί, έχω ένα αρκετά περίεργο συναίσθημα. Θαρρείς και την ατμόσφαιρα κατακλύζει η διεγερτική ευωδιά των λουλουδιών, που με καταβάλλει και μου προκαλεί πονοκέφαλο. Ο καπνός από το τζάκι διαχέεται στον χώρο σχηματίζοντας διάφορες φιγούρες, μικροσκοπικά πλάσματα με γκρίζα γένια που με δείχνουν κοροϊδευτικά. Μικρόσωμοι έρωτες με παχουλά μάγουλα κάθονται στα μπράτσα της πολυθρόνας και στα γόνατά μου. Πιάνω τον εαυτό μου να χαμογελά ακούσια, ακόμα και να βάζει τα γέλια, καθώς καταγράφω τις περιπέτειές μου. Είναι αλήθεια ότι δεν γράφω πια με το συνηθισμένο μελάνι, μα με το κόκκινο 23


ΛΈΟΠΟΛΝΤ ΦΟΝ ΖΆΧΕΡ-ΜΆΖΟΧ

αίμα που στάζει η καρδιά μου. Όλες οι παλιές πληγές ανοίγουν ξανά και πονούν, κι ένα δάκρυ στάζει κάθε τόσο νοτίζοντας το χαρτί. Οι μέρες κυλούν αργά σ’ αυτό το μικρό θέρετρο των Καρπάθιων Ορέων. Δεν βλέπεις κανέναν, ούτε σε βλέπει κανείς. Είναι τόσο πληκτικά, που μπορείς γράψεις ειδύλλια. Υπάρχει τόσος ελεύθερος χρόνος, που θα μπορούσα να προμηθεύσω μια γκαλερί με πίνακες ζωγραφικής, ένα θέατρο με τα δραματουργικά έργα μιας ολόκληρης σεζόν, μια ντουζίνα βιρτουόζους με κοντσέρτα, τρίο ή και ντουέτα, αλλά –μα τι λέω;– η αλήθεια είναι ότι δεν κάνω τίποτα περισσότερο από το να στήνω τον καμβά, να διορθώνω το δοξάρι, να τραβάω γραμμές. Επειδή εγώ –και το λέω χωρίς προσποιητή σεμνότητα, αγαπητέ Σέβεριν: μπορείς να λες ψέματα στους άλλους, αλλά δεν μπορείς πλέον να λες ψέματα στον εαυτό σου– δεν είμαι τίποτα άλλο παρά ένας ερασιτέχνης. Ερασιτέχνης στη ζωγραφική, στην ποίηση, στη μουσική, αλλά και σε άλλες από τις αποκαλούμενες μη επικερδείς τέχνες, οι οποίες παρ’ όλα αυτά προσφέρουν εν προκειμένω στους δημιουρ­γούς τις απολαβές ενός υπουργού ή άλλου ηγεμόνα. Μεταξύ άλλων, είμαι ερασιτέχνης και στον έρωτα. Μέχρι τώρα έχω ζήσει τον έρωτα με τον ίδιο τρόπο που ζωγράφισα ή έγραψα ποίη­σ η. Δεν προχώρησα ποτέ πέρα από την προετοιμασία, το σχέδιο, την πρώτη πράξη, την πρώτη στροφή. Υπάρχουν άνθρωποι που αρχίζουν κάτι και δεν το τελειώνουν ποτέ. Τέτοιος είμαι κι εγώ. Μα τι λέω; Ας προχωρήσουμε. Καθόμουν στο παράθυρο και η μίζερη μικρή πόλη, που με κάνει πάντα να μελαγχολώ, έμοιαζε με ποίημα. Πόσο όμορφη ήταν η εικόνα των ψηλών βουνών στο χρυσό φως του ήλιου, οι χείμαρροι που έμοιαζαν με ασημιές κορδέ24


Η ΑΦΡΟΔΊΤΗ ΜΕ ΤΗ ΓΟΎΝΑ

λες. Πόσο γαλανός και καθάριος έδειχνε ο ουρανός στον οποίο υψωνόταν η χιονοσκέπαστη οροσειρά. Πόσο πράσινες και δροσερές ήταν οι δασώδεις πλαγιές, οι λειμώνες όπου βόσκουν τα κοπάδια, πόσο κίτρινοι οι σιτοβολώνες όπου οι θεριστές στέκονταν, έσκυβαν και σηκώνονταν ξανά. Η οικία όπου μένω βρίσκεται κοντά σε μια περιοχή που είναι κάτι ανάμεσα σε πάρκο, δάσος και ερημότοπο, όπως θέλετε πείτε το, και είναι πολύ μοναχικά. Εκτός από εμένα, ζει εδώ μια χήρα από το Λέμπεργκ και η κυρία Τάρτακοφσκα, η ιδιοκτήτρια, μια μικρόσωμη γριούλα που γερνά και ζαρώνει μέρα με τη μέρα. Ζει επίσης ένα σκυλί που κουτσαίνει και μια μικρή γάτα που παίζει διαρκώς με ένα κουβάρι. Έχω την εντύπωση ότι αυτό το κουβάρι ανήκει στη χήρα. Λέγεται ότι στα νιάτα της, στην ηλικία των είκοσι τεσσάρων ετών, ήταν πολύ όμορφη και πολύ πλούσια. Μένει στον πρώτο όροφο κι εγώ στο ισόγειο. Έχει πάντα κλειστά τα παραθυρόφυλλα και το μπαλκόνι της είναι γεμάτο καταπράσινα αναρριχητικά φυτά. Εγώ από κάτω έχω μια όμορφη πέργκολα με αγιόκλημα, όπου κάθομαι για να γράψω, να ζωγραφίσω, ακόμα και να τραγουδήσω σαν αηδόνι στο κλαδί. Κάποιες φορές ένα λευκό φόρεμα ξεχωρίζει μέσα από το πυκνό πράσινο πλέγμα. Η αλήθεια είναι ότι η όμορφη κυρία εκεί πάνω δεν με ενδιαφέρει και πολύ, επειδή είμαι ερωτευμένος με άλλη και πολύ δυστυχισμένος γι’ αυτό· περισσότερο και από τον Ιππότη Τόγκεν­ μπουργκ του Σίλερ ή τον ήρωα της Μανόν Λεσκό, επειδή το αντικείμενο λατρείας μου είναι από μάρμαρο. Κοντά στην οικία μου υπάρχει ένα μικρό λιβάδι με αγριολούλουδα, όπου ελάφια βοσκούν ήρεμα. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο υπάρχει ένα μαρμάρινο άγαλμα της θεάς Αφροδίτης, το πρωτότυπο του οποίου πιστεύω ότι βρίσκεται στη Φλωρε25


ΛΈΟΠΟΛΝΤ ΦΟΝ ΖΆΧΕΡ-ΜΆΖΟΧ

ντία. Αυτή η Αφροδίτη είναι η πιο όμορφη γυναίκα που έχω δει ποτέ στη ζωή μου. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι έχω δει ελάχιστες ωραίες γυναίκες, ούτε και λίγες γυναίκες εν γένει. Ακόμα και στον έρωτα είμαι ερασιτέχνης που δεν προχωρά πέρα από την πρόβα, την πρώτη πράξη. Χρειάζεται να χρησιμοποιούμε τον υπερθετικό, θαρρείς και είναι δυνατόν να ξεπεραστεί κάτι τόσο όμορφο; Αρκεί να πούμε ότι αυτή η Αφροδίτη είναι όμορφη. Την αγαπώ παθολογικά όπως ένας άντρας μπορεί να αγαπήσει μια γυναίκα που ανταποκρίνεται στον έρωτά του με αιώνια γαλήνη, με παγωμένο χαμόγελο. Πραγματικά τη λατρεύω. Συχνά ξαπλώνω κάτω από τις φυλλωσιές μιας νεαρής σημύδας την ώρα που ο ήλιος απλώνει προστατευτικά τις αχτίδες του πάνω από το δάσος. Άλλες φορές επισκέπτομαι αυτή την ψυχρή και σκληρή ερωμένη μου τη νύχτα και γονατίζω μπροστά της με το πρόσωπο να ακουμπά στο κρύο βάθρο όπου ξεκουράζονται τα πόδια της και προσεύχομαι. Καθώς το φεγγάρι χάνεται, το αποτέλεσμα είναι απερίγραπτο. Σαν να αιωρείται ανάμεσα στα δέντρα και μετά να βυθίζεται στο λιβάδι, περιβάλλοντας τη θεά με το ασημένιο φως του. Κάποτε, όταν επέστρεφα από τις ασχολίες μου ακολουθώντας ένα από τα μονοπάτια που οδηγούσαν στο σπίτι, αντίκρισα ξαφνικά μια γυναικεία φιγούρα, ολόλευκη σαν το μάρμαρο, φωτισμένη από το φεγγάρι, από την οποία με χώριζε μόνο ένα παραπέτασμα από δέντρα. Η μαρμάρινη γυναίκα θαρρείς με λυπήθηκε και γι’ αυτό αποφάσισε να ζωντανέψει και να έρθει να με βρει. Με κατέκλυσε ένα περίεργο αίσθημα φόβου, η καρδιά μου απειλούσε να εκραγεί. Ναι λοιπόν, ήμουν ερασιτέχνης. Όπως πάντα, τα έκανα θάλασσα στη δεύτερη στροφή και τράπηκα σε φυγή όσο πιο γρήγορα μπορούσα. 26


02

Τ

ι σύμπτωση! Μέσω ενός Εβραίου που εμπορευόταν αντίγραφα έργων τέχνης εξασφάλισα ένα με την αγαπημένη μου, την Αφροδίτη με τον Καθρέφτη. Πρόκειται για ένα μικρό αντίγραφο του περίφημου πίνακα του Τιτσιά­νο. Τι γυναίκα! Θέλω να γράψω ένα ποίημα, αντ’ αυτού, πήρα το αντίγραφο στα χέρια μου και έγραψα πάνω: «Η Αφροδίτη με τη Γούνα». Μπορεί να κρυώνεις και την ίδια στιγμή να ανάβεις φωτιές. Τυλίξου με τη δεσποτική γούνα σου, δεν ταιριάζει σε καμία άλλη σκληρή θεά του έρωτα και της ομορφιάς! Λίγο μετά σημείωσα μερικούς στίχους από τον Γκαίτε, που διάβασα πρόσφατα στα Παραλειπόμενα του Φάουστ: Στον Έρωτα

Τα δυο φτερά είν’ ένα ψέμα, Τα βέλη, νύχια γαμψά, Ένα στεφάνι κρύβει μικρά κέρατα, Γιατί δίχως αμφιβολία είναι Όπως όλοι οι θεοί της αρχαίας Ελλάδας Ένας διάολος μεταμφιεσμένος. Έπειτα, ακούμπησα το αντίγραφο στο τραπέζι ακριβώς μπροστά μου, αφού το στήριξα μ’ ένα βιβλίο, και έμεινα να την κοιτάζω γοητευμένος. Την ίδια στιγμή ένιω­σα να με φοβίζει ο ψυχρός ερωτισμός που εξέπεμπε 27


ΛΈΟΠΟΛΝΤ ΦΟΝ ΖΆΧΕΡ-ΜΆΖΟΧ

αυτή η θεσπέσια γυναίκα, τυλιγμένη στη γούνα από σκουρόχρωμη ζιμπελίνα, η ένταση και η βαναυσότητα που

απλωνόταν σ’ αυτό το ψυχρό, παγωμένο πρόσωπο. Πήρα ξανά την πένα μου στο χέρι και έγραψα τα εξής: «Ν’ αγα-

πάς, ν’ αγαπιέσαι, τι ευτυχία! Κι ωστόσο, αυτή η γοητεία της χλωμάδας δεν συγκρίνεται με τη βασανιστική ευτυχία να λατρεύεις μια γυναίκα που παίζει μαζί σου, να είσαι

σκλάβος αυτής της θεσπέσιας τυραννικής ύπαρξης που σε πατά ξυπόλυτη και χωρίς έλεος. Ακόμα και ο μεγαλόσωμος Σαμψών, ο ήρωας, αφέθηκε στα χέρια της Δαλιδά, η

οποία τον πρόδωσε ξανά και ξανά. Ακόμα και όταν οι Φιλισταίοι τον έδεσαν και του έβγαλαν τα μάτια, εκείνα παρέ-

μειναν μέχρι τέλους γεμάτα πάθος και έρωτα στραμμένα στην όμορφη γυναίκα που τον πρόδωσε».

Έπαιρνα το πρωινό μου στην πέργκολα διαβάζοντας

την Ιουδίθ της Βίβλου. Ζήλεψα τον Ολοφέρνη που βρήκε τον θάνατο από τα χέρια μιας γυναίκας που του έκοψε το κεφάλι με το σπαθί, ένα υπέροχο αιματοβαμμένο τέλος.

Του έκοψε τόσο επιδέξια το κεφάλι ενώ κοιμόταν, μ’ ένα αυτοκρατορικό ξίφος. «Κύριος Παντοκράτωρ ηθέτησεν αυτούς εν χειρί θηλείας».

Παραδόξως αυτό το χωρίο με εντυπωσίασε. Πόσο άτυ-

χοι αυτοί οι Εβραίοι, σκέφτηκα. Όσο για τον Θεό τους, θα

μπορούσε να διαλέξει πιο κολακευτικές εκφράσεις όταν αναφέρεται στο ασθενές φύλο.

«Ο Παντοδύναμος Κύριος τον τιμώρησε παραδίδοντάς

τον στα χέρια μιας γυναίκας», επανέλαβα νοερά. Όσο για

μένα, πώς θα μπορούσα να Τον προκαλέσω να με τιμωρήσει;

Ο Θεός να μας φυλάει! Έρχεται η οικονόμος, που ζαρώ-

νει μέρα με τη μέρα. Κι εκεί επάνω, ανάμεσα στις πρά28


Η ΑΦΡΟΔΊΤΗ ΜΕ ΤΗ ΓΟΎΝΑ

σινες γιρλάντες, λάμπει ξανά το λευκό φόρεμα. Είναι η Αφροδίτη ή μήπως η χήρα; Αυτή τη φορά ήταν η χήρα, που είχε στείλει η κυρία Τάρτακοφσκα για να της διαβάσω κάτι. Έσπευσα στην κάμαρά μου και πήρα κάνα δύο τόμους. Ήταν μάλλον πολύ αργά όταν αντιλήφθηκα ότι σε έναν απ’ αυτούς ήταν το αντίγραφο της Αφροδίτης που μαζί με τα συναισθήματά μου βρισκόταν στα λευκά χέρια της γυναίκας. Τι θα της έλεγα; Την ακούω να γελά. Γελά εις βάρος μου; Έχει πανσέληνο. Ξεπρόβαλε ήδη πάνω από τις κορφές των χαμηλών κωνοφόρων που πλαισίωναν το πάρκο. Ένα ασημένιο φως απλώθηκε στον κήπο, στις συστάδες των δέντρων, όπου έφτανε το μάτι, ξεθωριάζοντας σταδιακά στο βάθος. Ήταν αδύνατο να αντισταθώ. Ένιωσα μια περίεργη, σφοδρή επιθυμία και ένα κάλεσμα μέσα μου. Ντύθηκα ξανά και έτρεξα έξω στον κήπο. Μια δύναμη με σπρώχνει στο λιβάδι, σ’ εκείνη, που είναι η δική μου θεά, η δική μου αγαπημένη. Η νύχτα είναι κρύα. Αρχίζω να κρυώνω. Η ατμόσφαιρα έχει βαρύνει από το μεθυστικό άρωμα των λουλουδιών και του δάσους. Τι γαλήνη! Ένα αηδόνι κελαηδά θλιμμένο. Τα αστέρια τρεμοπαίζουν ανεπαίσθητα στον μπλε ουρανό. Το λιβάδι δείχνει ασάλευτο σαν καθρέφτης ή παγωμένη λίμνη και το άγαλμα της Αφροδίτης στέκει επιβλητικό και φωτεινό. Μα τι συνέβη; Μια μακριά σκουρόχρωμη γούνα καλύπτει τους μαρμάρινους ώμους της θεάς και φτάνει μέχρι τις φτέρνες της. Στέκομαι αποσβολωμένος και την κοι29


ΛΈΟΠΟΛΝΤ ΦΟΝ ΖΆΧΕΡ-ΜΆΖΟΧ

τάζω με θαυμασμό, όταν ξαφνικά με καταλαμβάνει ένας απερίγραπτος φόβος και τρέπομαι σε φυγή. Επιταχύνω το βήμα μου και συνειδητοποιώ πως βρίσκομαι στο λάθος μονοπάτι. Και ενώ ετοιμαζόμουν να στρίψω σε ένα από τα καταπράσινα μονοπάτια, βλέπω την Αφροδίτη να κάθεται σ’ ένα πέτρινο πεζούλι μπροστά μου. Δεν ήταν η όμορφη γυναίκα από μάρμαρο, αλλά η ίδια η θεά του έρωτα με σάρκα και οστά. Ζωντάνεψε για μένα, το άγαλμα απέκτησε πνοή για χάρη του δημιουργού του. Στην πραγματικότητα, το θαύμα δεν ήταν ολοκληρωμένο. Τα λευκά μαλλιά της δείχνουν ακόμα μαρμάρινα και το λευκό φόρεμά της φεγγαροφωτισμένο. Ή μήπως είναι το σατέν; Από τους ώμους της χύνεται η σκουρόχρωμη γούνα, τα χείλη και τα μάγουλά της έχουν βαφτεί κόκκινα, ενώ από τα μάτια της ξεπετάγονται δύο πράσινες διαβολικές λάμψεις καθώς αρχίζει να γελά. Το γέλιο της είναι πολύ μυστηριώδες, πολύ… δεν ξέρω πώς να το περιγράψω. Μου κόβει την ανάσα. Τράπηκα ξανά σε φυγή, σταματώντας κάθε τόσο για να πάρω ανάσα. Το πονηρό γέλιο της με ακολουθεί στα σκοτεινά μονοπάτια, στο ξέφωτο, στις συστάδες των δέντρων που μόνο οι φεγγαραχτίδες μπορούν να διαπεράσουν. Χάνομαι. Περιφέρομαι μπερδεμένος, ενώ με λούζει κρύος ιδρώτας. Τελικά, σταματώ και επιδίδομαι σ’ έναν σύντομο μονόλογο. Είναι γεγονός πως όλοι είτε είμαστε πολύ επιεικείς με τον εαυτό μας είτε πολύ αυστηροί. Και τότε φωνάζω: «Είσαι γαϊδούρι!» Αυτή η λέξη άσκησε μια απίστευτη επίδραση επάνω μου, σαν μαγικό φίλτρο, που με απελευθέρωσε και με έκανε ξανά κυρίαρχο του εαυτού μου. Για μια στιγμή ηρέμησα. Και επαναλαμβάνω με ευχαρίστηση: «Γαϊδούρι!» 30


Η ΑΦΡΟΔΊΤΗ ΜΕ ΤΗ ΓΟΎΝΑ

Έκτοτε όλα ξεκαθαρίζουν μπροστά μου. Εδώ είναι το σιντριβάνι, εκεί το μονοπάτι που περιβάλλεται από πυξούς και πιο πέρα το σπίτι που πλησιάζω σιγά σιγά. Και τότε εμφανίζεται ξαφνικά η γυναικεία φιγούρα. Πίσω από τις συστάδες των καταπράσινων δέντρων που τις διαπερνούσε το ασημί φεγγαρόφως, βλέπω ξανά τη λευκή φιγούρα, τη γυναίκα από μάρμαρο που λατρεύω και συνάμα φοβάμαι. Πάλι το βάζω στα πόδια. Λίγα βήματα ακόμα και φτάνω στο σπίτι. Μπαίνω μέσα, παίρνω μια βαθιά εισπνοή και βυθίζομαι σε σκέψεις. Τι είμαι τελικά; Ένας μικρός φιλότεχνος ή ένα μεγάλο γαϊδούρι; Ένα αποπνικτικό πρωινό, φορτωμένο βαριές μυρωδιές, αν και διεγερτικές, κάθομαι ξανά κάτω από την πέργκολα και διαβάζω στην Οδύσσεια για μια όμορφη μάγισσα που μεταμόρφωνε τους μνηστήρες της σε ζώα. Μια ειδυλλιακή εικόνα αρχαίου έρωτα. Υπάρχει ένα απαλό θρόισμα στα φύλλα των δέντρων και στις σελίδες του βιβλίου μου, αλλά και στην αυλή. Είναι ένα γυναικείο φόρεμα. Είναι εκείνη, η Αφροδίτη, αλλά χωρίς τη γούνα της. Όχι, αυτή τη φορά είναι μόνο η χήρα. Κι όμως, η Αφροδίτη. Τι γυναίκα! Έτσι όπως στέκεται και με κοιτάζει φορώντας μια ελαφριά λευκή ρόμπα, η λεπτή σιλουέτα της είναι μια οπτασία γεμάτη χάρη. Δεν είναι ούτε μικροκαμωμένη ούτε μεγαλόσωμη, η έκφρασή της παιχνιδιάρικη, γοητευτική, σαν γαλλίδας μαρκησίας. Η χάρη και η σκανταλιάρικη σαγήνη της αποτυπωμένες στο διόλου μικρό στόμα της. Το δέρμα της είναι τόσο ντελικάτο, που οι μπλε φλέβες ξεχωρίζουν ακόμα και μέσα από τη μουσελίνα που καλύπτει τα χέρια και το μπούστο της. Πόσο πλούσια είναι τα πυρρόξανθα μαλλιά της –ούτε 31


ΛΈΟΠΟΛΝΤ ΦΟΝ ΖΆΧΕΡ-ΜΆΖΟΧ

κόκκινα ούτε ξανθά ή χρυσαφένια-κίτρινα–, πόσο διαβολικά και συνάμα τρυφερά τυλίγονται γύρω από τον λαιμό της. Το βλέμμα της συναντά το δικό μου σαν δυο πράσινες αστραπές –είναι πράσινα τα μάτια της, η δύναμή τους απερίγραπτη– σαν πολύτιμα σμαράγδια ή μεγάλες βαθιές λίμνες. Αντιλαμβάνεται την ταραχή μου, που με κάνει να δείχνω αγενής, αφού δεν έκανα τον κόπο να σηκωθώ, ούτε να βγάλω το καπέλο μου. Χαμογελάει σκανταλιάρικα. Τελικά σηκώνομαι και υποκλίνομαι μπροστά της. Με πλησιάζει και ξεσπά σε ένα δυνατό, σχεδόν παιδιάστικο γέλιο. Αρχίζω να τραυλίζω. Έτσι ξεκίνησε η γνωριμία μας. Η θεά ζητά να μάθει το όνομά μου και αποκαλύπτει το δικό της. Ονομάζεται Βάντα φον Ντουνάγιεφ. Και είναι πράγματι η δική μου Αφροδίτη. «Μα, κυρία μου, πώς σας ήρθε αυτή η ιδέα;» «Το μικρό αντίγραφο σε ένα από τα βιβλία σας…» «Το ’χα ξεχάσει». «Οι περίεργες σημειώσεις στο πίσω μέρος». «Γιατί περίεργες;» Με κοίταξε. «Πάντα ήθελα να γνωρίσω έναν ονειροπόλο –έτσι για αλλαγή– κι εσείς είστε από τους πιο παλαβούς». «Αγαπητή κυρία… Στην πραγματικότητα…» Πάλι έπεσα θύμα ενός απεχθούς και βλακώδους τραυλίσματος και εκτός αυτού κοκκίνισα σαν να ήμουν κανένα δεκαεξάχρονο, κάτι αδικαιολόγητο για έναν άνθρωπο που κόντευε τα τριάντα. «Σας τρόμαξα χθες βράδυ». «Η αλήθεια είναι… Γιατί δεν κάθεστε;» Κάθισε και απολάμβανε την εμφανή αμηχανία μου, μια και τώρα με τρόμαζε περισσότερο απ’ ό,τι την ημέρα. 32


Η ΑΦΡΟΔΊΤΗ ΜΕ ΤΗ ΓΟΎΝΑ

Εντωμεταξύ, μια αξιαγάπητη έκφραση περιφρόνησης σχηματίστηκε στο πρόσωπό της. «Θεωρείς τον έρωτα, και ειδικά τις γυναίκες» άρχισε «εχθρούς που πρέπει να αντιμετωπίσεις, έστω και χωρίς επιτυχία. Νιώθεις την εξουσία τους πάνω σου σαν ένα γλυκό βάσανο. Κι αυτή είναι ειλικρινά μια μοντέρνα οπτική». «Την οποία δεν συμμερίζεστε, σωστά;» «Όχι βέβαια» απάντησε γρήγορα και αποφασιστικά, κουνώντας το κεφάλι της, έτσι που οι μπούκλες της τινάχτηκαν σαν πύρινες γλώσσες. «Το ιδανικό για το οποίο πασχίζω είναι ο πράος αισθησιασμός των αρχαίων Ελλήνων, η χωρίς πόνο ευχαρίστηση. Δεν πιστεύω στο είδος της αγάπης που πρεσβεύει ο χριστιανισμός, οι υπέρμαχοι της ηθικής. Κοιτάξτε με, είμαι χειρότερη κι απ’ τους αιρετικούς, είμαι παγανίστρια. Φαντάζεσαι συ πως η θεά του έρωτα δέχτηκε πολλές συμβουλές, όταν έκανε το κέφι της με τον ήρωα Αγχίση στο δάσος της Ίδης; Αυτοί οι στίχοι από τις περίφημες Ρωμαϊκές Ελεγείες του Γκαίτε με ενθουσία­ζαν ανέκαθεν». «Στη φύση δεν υπάρχει άλλη αγάπη εκτός από εκείνη της ηρωικής εποχής, τότε που οι θεοί ερωτεύονταν θεές. Τον καιρό εκείνο η επιθυμία ήταν επακόλουθο ενός βλέμματος. Οτιδήποτε άλλο είναι ψεύτικο, πλασματικό. Το έμβλημα του χριστιανισμού, ο σταυρός, εμπεριέχει κατά τη γνώμη μου κάτι το αποκρουστικό, το εξωπραγματικό, που εναντιώνεται στη φύση και στα αθώα της ένστικτα». «Η μάχη του πνεύματος ενάντια στη σάρκα είναι το ευαγγέλιο του σύγχρονου ανθρώπου. Δεν επιθυμώ ουδεμία σχέση μ’ αυτό». «Πράγματι, ο Όλυμπος θα ήταν το ιδανικό μέρος για εσάς, κυρία μου» αποκρίθηκα «αλλά το δικό μας σύγχρονο πνεύμα δεν μπορεί πια να υποστηρίξει τη γνησιό33


ΛΈΟΠΟΛΝΤ ΦΟΝ ΖΆΧΕΡ-ΜΆΖΟΧ

τητα του αρχαιοελληνικού έρωτα. Μας εξοργίζει η ιδέα να μοιραζόμαστε την ίδια γυναίκα, ακόμα και αν πρόκειται για κάποια σαν την Ασπασία του Περικλή που διατηρούσε οίκο ανοχής και ήταν πόρνη. Είμαστε εξίσου ζηλιάρηδες με τον Θεό μας. Για παράδειγμα, στην περίπτωση της εταίρας Φρύνης, το όνομά της συνδέθηκε με αρνητικές έννοιες. »Προτιμάμε μια ωχρή παρθένα σαν αυτές που ζωγράφιζε ο Χόλμπαϊν, η οποία θα είναι αποκλειστικά δική μας, παρά μια αρχαιοελληνική Αφροδίτη, ακόμα και αν διαθέτει την ομορφιά μιας θεάς, που σήμερα ερωτεύεται τον Αγχίση, αύριο τον Πάρι και μεθαύριο τον Άδωνι. Και σε περίπτωση που η Φύση μάς επιβάλει να αφιερωθούμε παθιασμένα σε μια τέτοια γυναίκα, η χαρά της ζωής για εκείνη φαίνεται σ’ εμάς δαιμονική και τότε η απόλαυση θεωρείται αμάρτημα για το οποίο πρέπει να εξιλεωθούμε». «Ώστε είστε κι εσείς ένας απ’ αυτούς που γκρινιάζουν για τις σημερινές γυναίκες, αυτά τα μίζερα και υστερικά πλάσματα που δεν καταφέρνουν να βρουν έναν άντρα έτσι όπως τον είχαν ονειρευτεί, το απόλυτο αρσενικό. Εν μέσω θρήνων κι οδυρμών, παραμελούν τα καθημερινά χριστιανικά τους καθήκοντα. Εξαπατούν και εξαπατώνται. Ψάχνουν, διαλέγουν, απορρίπτουν. Δεν είναι ποτέ ευτυχισμένες, ούτε θα κάνουν ποτέ κανέναν ευτυχισμένο. Κατηγορούν τη μοίρα, αντί να ομολογήσουν πως θέλουν να αγαπήσουν και να ζήσουν όπως η Ελένη και η Ασπασία. Η φύση δεν επιτρέπει καμία σταθερότητα στη σχέση μεταξύ του άντρα και της γυναίκας». «Μα, κυρία μου…» «Αφήστε με να τελειώσω. Ο μόνος λόγος που ένας άντρας φυλά μια γυναίκα σαν θαμμένο θησαυρό δεν είναι άλλος από τον εγωισμό του. Όλες οι προσπάθειες να 34


Η ΑΦΡΟΔΊΤΗ ΜΕ ΤΗ ΓΟΎΝΑ

εισαγάγουν τη μονιμότητα στον έρωτα, το πλέον αμφιλεγόμενο πεδίο σ’ αυτή την αμφίβολη ανθρώπινη ύπαρξη, ναυαγούν παρ’ όλες τις θρησκευτικές τελετές, όρκους και νομιμότητες. Αρνείστε πως ο χριστιανικός κόσμος έχει παραδοθεί στη διαφθορά;» «Μα…» «Ετοιμάζεστε να πείτε πως αυτός που επαναστατεί ενάντια στις κοινωνικές συμβάσεις εξοστρακίζεται, στιγματίζεται, λιθοβολείται. Ας είναι. Είμαι πάντα πρόθυμη για κάθε ρίσκο. Οι αρχές μου είναι βαθύτατα παγανιστικές. Θα ζήσω όπως επιθυμώ. Θα ζήσω σίγουρα και χωρίς τον υποκριτικό σεβασμό σας· προτιμώ να ευτυχήσω. Εκείνοι που θεμελίωσαν τον χριστιανικό γάμο επινόησαν ταυτόχρονα και την αθανασία. Εγώ, τουναντίον, δεν έχω καμία διάθεση να ζήσω για πάντα. Όσον αφορά τη Βάντα φον Ντουνάγιεφ, όταν αφήσω την τελευταία μου πνοή και όλα φτάσουν στο τέλος τους, τι θα κερδίσω αν το πνεύμα μου ψάλει μαζί με τη χορωδία των αγγέλων ή οι στάχτες μου συμβάλουν στη δημιουργία μιας νέας ζωής; Θα ’πρεπε λοιπόν να ανήκω σε έναν άντρα τον οποίο δεν αγαπώ, επειδή έτυχε κάποτε να τον αγαπήσω; Όχι και δεν ανακαλώ. Ερωτεύομαι όποιον με ικανοποιεί και δίνω χαρά σε όποιον με αγαπήσει. Είναι άσχημο αυτό; Όχι, είναι πολύ πιο όμορφο. Είναι πολύ καλύτερο από το να απολαμβάνω τα βασανιστήρια που προκαλεί η ομορφιά μου και να απορρίπτω τον δύστυχο που μαραζώνει για χάρη μου. Είμαι νέα, πλούσια και όμορφη, και ζω για τη χαρά και την ευχαρίστηση». Όσο μιλούσε, τα πράσινα μάτια της έλαμπαν σκανταλιάρικα, ενώ πήρα τα χέρια της στα δικά μου χωρίς να ξέρω τι να τα κάνω, αλλά ως γνήσιος φιλότεχνος, βιάστηκα να τα αφήσω. 35


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΜΕ ΤΗ ΓΟΥΝΑ by Brainfood - Issuu