Skip to main content

Η μαρκησία Ο

Page 1

Διαβάζονται «Απνευστί»: έργα μικρά σε έκταση, αλλά πλούσια σε ιδέες, τόλμη και περιεχόμενο. Πρόκειται για επιλεγμένα κείμενα μεγάλων συγγραφέων που συνδυάζουν τη γοητεία της ανάγνωσης με τη χαρά της ανακάλυψης. Κείμενα ανεξάντλητα σε ιστορίες που προσφέρουν μια νέα ματιά στον κόσμο και στον εαυτό μας. Η σειρά «Απνευστί» φιλοδοξεί να αναδείξει λιγότερο γνωστά ή λησμονημένα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, δίνοντάς τους νέα ζωή μέσα από μια σύγχρονη, φρέσκια αναγνωστική πρόταση. Αριστουργήματα της συμπύκνωσης και της διαχρονικότητας, φέρνουν κοντά στον αναγνώστη αγαπημένους συγγραφείς μέσα από άγνωστες όψεις του έργου τους. Ξενοφών Μπρουντζάκης


ΧΆΙΝΡΙΧ ΦΟΝ ΚΛΆΙΣΤ

Η Μαρκησία Ο... Μετάφραση

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΡΟΥΞΗΣ


ΧΆΙΝΡΙΧ ΦΟΝ ΚΛΆΙΣΤ Η Μαρκησία Ο... COPYRIGHT © 2025 ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΕΚΔΟΣΗ Brainfood Εκδοτική ΔΙΕΎΘΥΝΣΗ ΣΕΙΡΆΣ

Ξενοφών Μπρουντζάκης ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΉ ΔΙΌΡΘΩΣΗ

Δημήτρης Αλεξάκης

ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ-ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ

LaSid

ΕΞΩΦΥΛΛΟ

Sugahtank

ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΕΚΔΟΣΗΣ

Νίκος Χατζόπουλος

BRAINFOOD DIGITAL MEDIA AND PUBLISHING Μ.Ε.Π.Ε. Εμπεδοκλέους 28 & Σουρή 20, 12131 Περιστέρι Τηλ.: 210 2514123 Email: contact@brainfood.gr www.brainfood.gr Νοέμβριος 2025 ISBN: 978-618-236-295-2 Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Νόμου (Ν. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση, αναπαραγωγή, εκμίσθωση ή δανεισμός, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή (ηλεκτρονική, μηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου.


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η

Μαρκησία Ο... (Die Marquise von O…) είναι ένα από τα πιο τολμηρά και αινιγματικά έργα της γερμανικής λογοτεχνίας των αρχών του 19ου αιώνα. Δημοσιεύτηκε το 1808 από τον Χάινριχ φον Κλάιστ (1777-1811), έναν από τους πλέον ιδιοσυγκρασιακούς και τραγικούς εκπροσώπους του γερμανικού ρομαντισμού. Το έργο βασίστηκε σε πραγματικό περιστατικό, το οποίο ο συγγραφέας μετέφερε από τις βόρειες περιοχές της Ευρώπης στο σκηνικό της Ιταλίας, και αμέσως προκάλεσε αμηχανία και σάλο: το θέμα του αγγίζει με σπάνια ευθύτητα τον ηθικό πανικό της εποχής γύρω από την τιμή, τη γυναικεία αξιοπρέπεια και την κοινωνική προκατάληψη. Η υπόθεση είναι απλή και συνάμα σκανδαλώδης: η χήρα Μαρκησία Ο..., μητέρα δύο παιδιών και γυναίκα υπεράνω πάσης υποψίας, ανακαλύπτει ότι είναι έγκυος χωρίς να γνωρίζει από ποιον. Αναγκασμένη από τις συνθήκες, τολμά να δημοσιεύσει στις εφημερίδες μια αγγελία, με την οποία καλεί τον άγνωστο

~5~


ΕΙΣΑ ΓΩ Γ Η

πατέρα να εμφανιστεί και να την παντρευτεί, για να διασώσει την τιμή της οικογένειάς της. Το τολμηρό αυτό βήμα γίνεται η απαρχή μιας ιστορίας που συνδυάζει τη δραματική ένταση με την ειρωνεία, τη βία με την τρυφερότητα, την κοινωνική κατακραυγή με την προσωπική αναζήτηση της αλήθειας. Ο Κλάιστ, σε αντίθεση με τους συγχρόνους του, δεν αναζητά καταφύγιο στον ιδεαλισμό του γερμανικού κλασικισμού, αλλά εκθέτει τις σκοτεινές αντιφάσεις της ανθρώπινης φύσης. Την ίδια στιγμή που ο Γκαίτε και ο Σίλλερ προσέφεραν μορφές υψηλού ανθρωπισμού και αισθητικής αρμονίας, εκείνος στρεφόταν σε διλήμματα ακραία, σε ιστορίες όπου η λογική και το συναίσθημα συγκρούονται μετωπικά. Στη Μαρκησία Ο... συνυπάρχουν το πολεμικό χάος και η οικογενειακή ασφάλεια, η σωτηρία και η προδοσία, η ανδρική εξουσία και η γυναικεία ευαλωτότητα. Το έργο φωτίζει τον παραλογισμό μιας κοινωνίας που στηρίζει όλη της τη δομή στην «τιμή» της γυναίκας, ενώ ταυτόχρονα αμφισβητεί την έννοια της αθωότητας αλλά και της ενοχής. Η αφήγηση συνδυάζει ρεαλισμό και υπαινιγμό. Με προτάσεις μακροσκελείς, γεμάτες παύσεις και υπονοούμενα, ο Κλάιστ αφήνει κενά που ο αναγνώστης καλείται να συμπληρώσει. Το πιο «αδιανόητο», η σύλληψη της

~6~


Η Μ Α Ρ Κ ΗΣΊΑ Ο...

Μαρκησίας εν αγνοία της, δεν περιγράφεται ποτέ άμεσα· αφήνεται να αιωρείται ανάμεσα στο άρρητο και το προφανές. Αυτή η τεχνική, που οι σύγχρονοί του θεώρησαν προκλητική, καθιστά το έργο αινιγματικό και συγχρόνως διαχρονικό. Η Μαρκησία Ο... σε πρώτο επίπεδο μοιάζει να είναι μια ιστορία για την τιμή μιας γυναίκας, στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για κείμενο που εδράζεται στην αμφισημία της επιθυμίας, στα όρια της βίας και της συγχώρεσης, στην ανάγκη του ανθρώπου να βρει δικαιοσύνη εκεί όπου η κοινωνία αρνείται να την αναγνωρίσει. Γι’ αυτό και μέχρι σήμερα διαβάζεται με την ίδια ένταση, προκαλεί συζητήσεις και εμπνέει νέες ερμηνείες: από τη φεμινιστική κριτική που ανέδειξε τη διάσταση της γυναικείας χειραφέτησης, έως τις θεατρικές και κινηματογραφικές διασκευές που εστιάζουν στο αίνιγμα της σιωπής και της συγκατάθεσης. Ο Κλάιστ, τραγική μορφή της εποχής του, έζησε σύντομη και ταραγμένη ζωή, που τερματίστηκε με διπλή αυτοκτονία το 1811. Η εμμονή του με τα άλυτα διλήμματα και την απουσία βεβαιοτήτων αντανακλάται και στη Μαρκησία Ο..., όπου η αλήθεια δεν αποκαλύπτεται ποτέ ολοκληρωτικά, αλλά αναδύεται μέσα από το μισόφωτο των γεγονότων. Σε

~7~


ΕΙΣΑ ΓΩ Γ Η

αυτό το ηθικό και αφηγηματικό κενό έγκειται η γοητεία του, καθώς το έργο αφήνει στον αναγνώστη την ευθύνη να κρίνει, να συμπληρώσει, να αποφασίσει τι σημαίνει σωτηρία και τι προδοσία. Με την ιδιοφυή ισορροπία ανάμεσα στο τραγικό και το ειρωνικό, ο Κλάιστ ανέδειξε στη Μαρκησία Ο... το αδιέξοδο μιας κοινωνίας που καταδικάζει χωρίς να κατανοεί, και ταυτόχρονα το παράδοξο μιας ηρωίδας που, εκτεθειμένη σε όλες τις μορφές καχυποψίας, κατορθώνει να διεκδικήσει την αλήθεια της με αξιοπρέπεια. Είναι ένα έργο που δοκιμάζει τις αντοχές του αναγνώστη, ακριβώς γιατί παραμένει ζωντανό και επικίνδυνο, ένα κείμενο του 1808 που ακόμη συνομιλεί με τον δικό μας καιρό. ΞΕΝΟΦΩΝ ΜΠΡΟΥΝΤΖΑΚΗΣ

~8~




(Βασισμένο σε ένα αληθινό περιστατικό, ο τόπος του οποίου έχει μεταφερθεί από τον βορρά στον νότο.)

Σ

το Μ**, μια σημαντική πόλη στη βόρεια Ιταλία, η χήρα Μαρκησία Ο**, μια κυρία με εξαιρετική φήμη και μητέρα καλοαναθρεμμένων παιδιών, έβαλε την ακόλουθη αγγελία στις εφημερίες: επειδή, χωρίς να γνωρίζει την αιτία, είχε βρεθεί σε ενδιαφέρουσα, ζητούσε από τον πατέρα του παιδιού που περίμενε να εμφανιστεί, και ήταν αποφασισμένη, από σεβασμό για την οικογένειά της, να τον παντρευτεί. Η κυρία που, αναγκασμένη από τις αμετάκλητες συνθήκες, έκανε με τόση αποφασιστικότητα ένα τόσο παράξενο βήμα εκθέτοντας έτσι τον εαυτό της στην περιφρόνηση του κόσμου, ήταν η κόρη του συνταγματάρχη Γκ**, του διοικητή της φρουράς του

~9~


Χ Ά Ι ΝΡ ΙΧ Φ ΟΝ Κ Λ Ά ΙΣΤ

Μ**. Πριν από τρία χρόνια περίπου ο σύζυγός της, ο μαρκήσιος Ο**, στον οποίο ήταν φλογερά και τρυφερά αφοσιωμένη, είχε χάσει τη ζωή του σε ένα ταξίδι στο Παρίσι για δουλειές. Τότε, μετά από παράκληση της εξαιρετικής μητέρας της, της Φράου φον Γκ**, άφησε το εξοχικό κτήμα στη Β** όπου ζούσε έως τότε, και επέστρεψε με τα δύο παιδιά της στο σπίτι του πατέρα της, του διοικητή. Εδώ έζησε τα επόμενα χρόνια μια απομονωμένη ζωή, στην οποία αφοσιώθηκε στην τέχνη και το διάβασμα, στη μόρφωση των παιδιών της και στη φροντίδα των γονιών της, μέχρι που ο ** Πόλεμος γέμισε ξαφνικά την περιοχή με τις στρατιωτικές δυνάμεις όλων σχεδόν των ισχυρών κρατών, ακόμη και της Ρωσίας. Ο συνταγματάρχης Γκ**, που είχε διαταγή να υπερασπίσει το φρούριο της πόλης, ζήτησε από τη σύζυγο και την κόρη του να αποσυρθούν είτε στο δικό του εξοχικό σπίτι είτε στου γιου του, στην περιοχή της Β**. Όμως πριν ακόμη ολοκληρώσουν τις συζητήσεις τους οι κυρίες, ενώ ζύγιαζαν τα δεινά που θα υπέφεραν στο φρούριο και τα σύγκριναν με τη φρίκη που θα αντιμετώπιζαν στην ύπαιθρο, τα ρωσικά στρατεύματα πολιόρκησαν το φρούριο και ζήτησαν την παράδοσή του. Ο συνταγματάρχης ανακοίνωσε στη γυναίκα και την κόρη του ότι θα ενεργήσει σαν να μην είναι παρούσες, και

~10~


Η Μ Α Ρ Κ ΗΣΊΑ Ο...

απάντησε στους Ρώσους με σφαίρες και βομβίδες. Ο εχθρός απάντησε βομβαρδίζοντας το φρούριο. Έβαλαν φωτιά στην πυριτιδαποθήκη, κατέλαβαν ένα προχωρημένο οχύρωμα, και όταν, μετά από επανειλημμένες εντολές παράδοσης, ο διοικητής συνέχισε να διστάζει, ο εχθρός εξαπέλυσε νυχτερινή επίθεση και κατέλαβε το φρούριο με έφοδο. Ενώ οι Ρώσοι, με την κάλυψη πυκνών πυρών από οβιδοβόλα, έμπαιναν στο οχυρό, η αριστερή πτέρυγα της κατοικίας του διοικητή τυλίχτηκε στις φλόγες και οι γυναίκες υποχρεώθηκαν να φύγουν. Η γυναίκα του συνταγματάρχη, τρέχοντας πίσω από την κόρη της που κατέβαινε τη σκάλα με τα παιδιά της, της φώναξε ότι πρέπει να μείνουν όλοι μαζί και να κρυφτούν στα υπόγεια· όμως την ίδια στιγμή μια βομβίδα εξερράγη μέσα στο σπίτι δημιουργώντας παντού σύγχυση. Η Μαρκησία, μαζί με τα δύο παιδιά της, βρέθηκε στον εξωτερικό χώρο του οχυρού όπου γίνονταν οι πιο άγριες μάχες και άστραφταν πυροβολισμοί μέσα στη νύχτα, και μην ξέροντας προς τα πού να στραφεί, αναγκάστηκε να γυρίσει πάλι πίσω μέσα στο κτίριο που καιγόταν. Εκεί, τη στιγμή που ετοιμαζόταν να ξεφύγει από μια πίσω πόρτα, είχε την ατυχία να συναντήσει μια ομάδα ελεύθερων σκοπευτών του εχθρού που, μόλις την είδαν, σώπασαν ξαφνικά, έριξαν τα τουφέκια στον ώμο και την άρπαξαν με πρό-

~11~


Χ Ά Ι ΝΡ ΙΧ Φ ΟΝ Κ Λ Ά ΙΣΤ

στυχες χειρονομίες. Καθώς οι χυδαίοι στρατιώτες την τραβούσαν από δω κι από κει, μαλώνοντας μεταξύ τους, η Μαρκησία ξεφώνιζε ζητώντας βοήθεια από τις τρομαγμένες γυναίκες που ξέφευγαν από την πύλη, μάταια όμως. Την έσυραν στην εσωτερική αυλή, όπου, αντιμετωπίζοντας τις πιο επαίσχυντες επιθέσεις, ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει, όταν ένας Ρώσος αξιωματικός, ακούγοντας τις στριγκές κραυγές της, εμφανίστηκε στην αυλή και με ξέφρενα χτυπήματα με το ξίφος του απώθησε τα σκυλιά από τη λεία που λαχταρούσαν. Η Μαρκησία νόμισε ότι είναι άγγελος σταλμένος από τον ουρανό. Ο αξιωματικός χτύπησε με τη λαβή του ξίφους του στο πρόσωπο ένα αδίστακτο κτήνος που είχε ακόμη τα χέρια του γύρω από το λεπτό της σώμα, κι αυτός οπισθοχώρησε παραπατώντας με αίματα στο πρόσωπο· κατόπιν απευθύνθηκε ευγενικά στην κυρία στα γαλλικά, της πρόσφερε το χέρι του και την οδήγησε, άφωνη από όλη αυτή την αναταραχή, στην άλλη πτέρυγα του παλατιού όπου δεν είχαν φτάσει ακόμη οι φλόγες, και όπου η Μαρκησία κατέρρευσε με χαμένες τις αισθήσεις. Κατόπιν, αφού έφτασαν οι τρομοκρατημένοι υπηρέτες της Μαρκησίας, έστειλε να φωνάξουν γιατρό· τους διαβεβαίωσε, ενώ ξαναφορούσε το καπέλο του, ότι η κυρία τους θα συνέλθει γρήγορα· και επέστρεψε στη μάχη. Πριν περάσει πολλή ώρα το οχυρό είχε καταληφθεί· και ο διοικητής –που συνέχιζε να αντι-

~12~


Η Μ Α Ρ Κ ΗΣΊΑ Ο...

στέκεται μόνο επειδή δεν του είχαν προσφέρει αμνηστία– υποχωρούσε με μειωμένες δυνάμεις προς την κύρια πύλη, όταν ο Ρώσος αξιωματικός, κατακόκκινος στο πρόσωπο, εμφανίστηκε από την ίδια πύλη και τον κάλεσε να παραδοθεί. Ο διοικητής απάντησε ότι μια τέτοια διαταγή ακριβώς περίμενε, παρέδωσε το ξίφος του και ζήτησε άδεια να πάει στον πύργο και να δει την οικογένειά του. Ο Ρώσος αξιωματικός, που αν έκρινε κανείς από τον ρόλο που έπαιζε, φαινόταν να είναι ένας από τους αρχηγούς της επίθεσης, του έδωσε την άδεια να απομακρυνθεί με τη συνοδεία ενός φρουρού· πήρε γοργά τη διοίκηση του αποσπάσματος, έδωσε τέλος στις μάχες όπου η έκβαση φαινόταν ακόμη αμφίβολη, και έθεσε αμέσως υπό τον έλεγχό του όλα τα ισχυρά σημεία του οχυρού. Λίγο αργότερα επέστρεψε στη σκηνή της μάχης, έδωσε διαταγές για να σβηστεί η φωτιά, η οποία είχε αρχίσει να εξαπλώνεται επικίνδυνα, και βοηθούσε και ο ίδιος στην προσπάθεια με μια θαυμαστή ενεργητικότητα όταν οι διαταγές του δεν εκτελούνταν με τον απαραίτητο ζήλο. Τη μια στιγμή σκαρφάλωνε, με τη μάνικα στο χέρι, πάνω σε φλεγόμενα αετώματα, κατευθύνοντας τον πίδακα του νερού· την άλλη γέμιζε την καρδιά των Ασιατών συμπατριωτών του με τρόμο καθώς έμπαινε μέσα στα οπλοστάσια και κυλούσε έξω βαρέλια με πυρίτιδα και βομβίδες. Ο διοικητής, που στο μεταξύ είχε μπει στο σπίτι, έμαθε για την περιπέ-

~13~


Χ Ά Ι ΝΡ ΙΧ Φ ΟΝ Κ Λ Ά ΙΣΤ

τεια της κόρης του και ταράχτηκε πολύ. Η Μαρκησία, που είχε συνέλθει από τη λιποθυμία της χωρίς τη βοήθεια γιατρού, όπως είχε προβλέψει ο Ρώσος, και χάρηκε τόσο πολύ βλέποντας όλη την οικογένειά της σώα και αβλαβή ώστε έμενε στο κρεβάτι μόνο από σεβασμό για τη μεγάλη τους έγνοια και φροντίδα, διαβεβαίωσε τον πατέρα της ότι δεν είχε άλλη επιθυμία παρά να σηκωθεί και να εκφράσει την ευγνωμοσύνη της στον σωτήρα της. Γνώριζε ήδη ότι ήταν ο Κόμης Φ**, αντισυνταγματάρχης του ** Σώματος Τυφεκιοφόρων, τιμημένος με τον Σταυρό Διακεκριμένης Υπηρεσίας και αρκετά άλλα παράσημα. Ζήτησε από τον πατέρα της να τον παρακαλέσει επειγόντως να μη φύγει από το οχυρό χωρίς να κάνει μια σύντομη εμφάνιση στο κάστρο. Ο διοικητής, που τιμούσε τα συναισθήματα της κόρης του, επέστρεψε αμέσως στις οχυρώσεις, και πάνω στις πολεμίστρες (δεν μπόρεσε να βρει καλύτερη ευκαιρία) ανακάλυψε τον Κόμη να τρέχει από δω κι από κει, απασχολημένο με ένα πλήθος από στρατιωτικά καθήκοντα, και να επιθεωρεί τους ταλαιπωρημένους άντρες του, και τον πληροφόρησε για την επιθυμία της κόρης του. Ο Κόμης τον διαβεβαίωσε ότι περίμενε μόνο να βρει μια ευκαιρία από όλα τα καθήκοντά του για να έλθει να της υποβάλει τα σέβη του. Μόλις είχε αρχίσει να ρωτά για την υγεία της κυρίας, όταν οι αναφορές αρκετών αξιωματικών τον απασχόλησαν ξανά. Τα χαράματα εμφανίστηκε ο αρχιστρά-

~14~


Η Μ Α Ρ Κ ΗΣΊΑ Ο...

τηγος των ρωσικών στρατευμάτων και επιθεώρησε το οχυρό. Διαβίβασε τα σέβη του στον διοικητή, εξέφρασε τη λύπη του που η μοίρα δεν θέλησε να ενισχύσει το κουράγιο του, και του έδωσε άδεια, με εξασφάλιση τον λόγο της τιμής του, να πηγαίνει όπου επιθυμεί. Ο διοικητής τον ευχαρίστησε και δήλωσε πόσο μεγάλη ευγνωμοσύνη, μέσα σε μία και μόνο μέρα, αισθάνθηκε απέναντι στους Ρώσους γενικά, και ειδικότερα απέναντι στον νεαρό Κόμη Φ**, αντισυνταγματάρχη του τ** Σώματος Τυφεκιοφόρων. Ο στρατηγός ρώτησε τι συνέβη· και όταν πληροφορήθηκε για την εξωφρενική επίθεση κατά της κόρης του διοικητή, αντέδρασε με ολοκληρωτική αγανάκτηση. Κάλεσε τον Κόμη Φ** ονομαστικά να βγει μπροστά, και μετά από ένα σύντομο εγκώμιο στο οποίο τον επαίνεσε για την εξαιρετική συμπεριφορά του, στη διάρκεια του οποίου ο Κόμης έγινε κατακόκκινος, κατέληξε λέγοντας ότι θα εκτελέσει τους επαίσχυντους αχρείους που ατίμασαν το όνομα του Τσάρου· και διέταξε τον Κόμη να αποκαλύψει ποιοι είναι. Ο Κόμης Φ** απάντησε, μπερδεύοντας τα λόγια του, ότι δεν είναι σε θέση να δώσει τα ονόματά τους, αφού ήταν αδύνατο να αναγνωρίσει τα πρόσωπά τους με την αμυδρή λάμψη των φαναριών στην αυλή του κάστρου. Ο στρατηγός, που είχε ακούσει ότι εκείνη την ώρα το κάστρο καιγόταν, εξέφρασε την κατάπληξή του γι’ αυτό· παρατήρησε ότι, σε τελική ανάλυση, είναι δυνατόν να αναγνωρίσει

~15~


Χ Ά Ι ΝΡ ΙΧ Φ ΟΝ Κ Λ Ά ΙΣΤ

κανείς στο σκοτάδι τους ανθρώπους που γνωρίζει καλά από τη φωνή τους· και τον διέταξε, καθώς ο Κόμης ύψωνε τους ώμους του αμήχανα, να ερευνήσει το θέμα με τον μεγαλύτερο δυνατό ζήλο και αυστηρότητα. Εκείνη τη στιγμή κάποιος βγήκε μπροστά μέσα από τους παραταγμένους στρατιώτες και ανέφερε ότι οι υπηρέτες του διοικητή κατάφεραν να σύρουν μέσα σε ένα κελί έναν από τους κακούργους, που είχε τραυματιστεί από τον Κόμη Φ** και είχε καταρρεύσει σε έναν διάδρομο, όπου και κρατούνταν ακόμη. Ο στρατηγός διέταξε αμέσως να τον φέρουν μπροστά του, όπου και τον ανέκρινε γοργά· και όταν ο φυλακισμένος αποκάλυψε τους συνενόχους του, τους εκτέλεσε και τους πέντε. Αφού διεκπεραίωσε αυτό το θέμα, ο στρατηγός διέταξε τα στρατεύματά του να αποσυρθούν από το οχυρό, αφήνοντας μόνο μια μικρή φρουρά· οι αξιωματικοί ακολούθησαν γρήγορα τον δικό τους δρόμο ο καθένας και εντάχθηκαν πάλι στις μονάδες τους· μέσα στη σύγχυση αυτής της εσπευσμένης απόσυρσης, ο Κόμης πλησίασε τον διοικητή και του εξέφρασε τη λύπη του αφού, υπό αυτές τις συνθήκες, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να διαβιβάσει τα σέβη του στη Μαρκησία· και σε λιγότερο από μια ώρα όλο το οχυρό είχε αδειάσει πάλι από ρωσικά στρατεύματα. Η οικογένεια συζητούσε τώρα αν θα μπορούσε να βρει στο μέλλον μια ευκαιρία να εκφράσει με κάποιο τρόπο την ευγνωμοσύνη

~16~


Η Μ Α Ρ Κ ΗΣΊΑ Ο...

της στον Κόμη· γρήγορα όμως έμαθαν με φρίκη ότι την ίδια μέρα της αναχώρησής του από το οχυρό, έχασε τη ζωή του σε μια αψιμαχία με εχθρικά στρατεύματα. Ο αγγελιοφόρος που έφερε αυτό το νέο στο Μ** είχε δει με τα ίδια του τα μάτια τον Κόμη να μεταφέρεται με ένα τραύμα από σφαίρα στο στήθος στο Π**, όπου, σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, πέθανε τη στιγμή που οι μεταφορείς του ακουμπούσαν κάτω το φορείο. Ο διοικητής πήγε αυτοπροσώπως στον ταχυδρομικό σταθμό για να μάθει με μεγαλύτερες λεπτομέρειες τι είχε συμβεί, και ανακάλυψε ότι στο πεδίο της μάχης, τη στιγμή που χτυπήθηκε ο Κόμης, φώναξε: «Τζουλιέτα! Αυτή η σφαίρα παίρνει εκδίκηση για σένα!» και μετά έκλεισε τα χείλη του για πάντα. Ο Μαρκησία ήταν απαρηγόρητη που έχασε την ευκαιρία να πέσει στα πόδια του. Επέπληττε δριμύτατα τον εαυτό της επειδή όταν ο Κόμης απέφυγε, μάλλον από μετριοφροσύνη, να τη δει στο κάστρο, δεν έσπευσε να τον επισκεφθεί εκείνη· λυπόταν την άτυχη και συνονόματη κυρία την οποία θυμήθηκε ο Κόμης τη στιγμή του θανάτου του, και προσπάθησε μάταια να ανακαλύψει ποια είναι και πού βρίσκεται για να την πληροφορήσει για αυτό το τραγικό και συγκινητικό γεγονός· και πέρασαν αρκετοί μήνες πριν μπορέσει να τον ξεχάσει και η ίδια. Η οικογένεια είχε φύγει τώρα από το κάστρο για να κατοικήσει εκεί ο Ρώσος στρατηγός.

~17~


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Η μαρκησία Ο by Brainfood - Issuu